You are here

F4

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Diosc. Pedan. Mat. med. 4.64.5-6
  1. Cf. Plin. Nat. hist. 20.200: supra F3; de vv. 1-2 (et sequ.) vid. et Orib. Coll. med. 1.12, cf. Syn. Eust. 2.56.37


  2. [Vid. Diosc. Pedan. Mat. med. ed. Wellmann, II (1906) pp. 220-21, cum siglis (unde Hadjioannou ΑΚΕΠ Γα´ 107.1); de vv. 1-2 (et sequ.) vid. et Orib. ed. Raeder: Coll. med. vol. II (CMG V.1. 2) p. 121.11 sqq. (= Orib.1) et Syn. Eust. (CMG VI. 3) p. 46.13 sqq. (= Orib.2).]
  3. 1 μήκωνος ὀπὸς (ὀπὸς μήκωνος P) κράτιστός ἐστιν Orib.2
  4. πυκνότατος καὶ βαρύοσμος E
  5. 2 δὲ pro τε RDi et Orib.1 cod. C ‖
  6. τῆι ante ὀσμῆι om. Orib.2 codd. FA ‖
  7. καρωματηκός Orib.2 cod. F ‖
  8. Ἐρασίστρατος RDi
  9. 2-3 Διαγόραν Di ‖
  10. φησὶν Διαγόρας N
  11. 3 αὐτοῦ om. R
  12. 3-4 ἐπὶ τῶν ὠταλγιῶν καὶ ὀφθαλμικῶν (ὀφθαλμιῶν N) R; ἐπὶ τῶν ὠταλγικῶν καὶ ὀφθαλμιώντων Di
  13. 4 ἀμβλυωπέςFHDi ‖
  14. καρωτικήν (Di) et καθαρτικήν (R) vv.ll.
Διοσκ. Πεδάν. Ὕλ. ἰατρ. 4.64.5-6

Ἄριστο εἶναι τὸ γαλακτῶδες ὑγρὸ (τῆς παπαρούνας, δηλ. τὸ ὄπιο)

τὸ πυκνὸ καὶ βαρὺ καὶ στὴν ὀσμὴ ναρκωτικό (...). Ὁ Διαγόρας

ὅμως λέγει ὅτι ὁ Ἐρασίστρατος ἀποδοκιμάζει τὴ χρήση του γιὰ τὴ

θεραπεία ὠταλγίας καὶ ὀφθαλμαλγιῶν ἐπειδὴ προκαλεῖ ἐξασθένιση

τῆς ὅρασης καὶ νάρκωση (κωματώδη κατάσταση). Κι ὁ Ἀνδρέας

λέγει ὅτι, ἂν δὲν νοθευόταν, θὰ τυφλώνονταν ὅσοι ἀλείφονταν ἀπ'

αὐτόν (...).

Σχόλια: 

Πηγή: Διοσκουρίδης (Ὕλ. ἰατρ. 4.64.5-6), ὁ Πεδάνιος, ἀπὸ τὴν Ἀνάζαρβο τῆς Κιλικίας, υἱοθετημένος ἀπὸ μέλος τῆς Ρωμαϊκῆς οἰκογένειας τῶν Πεδανίων (ἐξ οὗ τὸ ὄνομα Πεδάνιος Διοσκουρίδης Ἀναζαρβεύς), σύγχρονος τοῦ Πλινίου (1ος αἰ. μ.Χ.), μὴ μνημονευόμενος ὅμως ἀπὸ αὐτόν, μολονότι φαίνεται νὰ συνέγραψε τὸ Περὶ ὕλης ἰατρικῆς ἔργο του πρὶν ἐκεῖνος ὁλοκληρώσει τὸ Naturalis historia του. Τὸ ἔργο του κατέστη ἰδιαίτερα δημοφιλὲς ὄχι μόνο στὴν ἀρχαιότητα ἀλλὰ καὶ στὸν Μεσαίωνα, καὶ ἔχουν σωθεῖ πάμπολλα χειρόγραφα, μὲ ἀξιόλογες εἰκονογρα­φήσεις. (Ἀναλυτικά: CNGr11 σσ. 14 κἑ., μὲ βιβλιογραφικὸ σημείωμα· συνοπτικά: Pollak IατρA2 283-84 καὶ Krug AρχI3 108-9, Μαυρ. Ἀρχιγ.4 288-95 [μὲ σημ. 215, ὅπου βιβλιογραφία], Lesky ΙΑΕΛ55 1220-21, κ.ἀ. Βλ. καὶ ἀνωτ. F2 σχόλ. σ.στ. 4 σ.λ. Iollas, ὅπου ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ Προοιμίου του.)
   Ἡ Κύπρος μνημονεύεται συχνὰ στὸ ἔργο τοῦ Διοσκουρίδη, γιὰ τὰ μέταλλα (: μεταλλεῖα καὶ μέταλλα, Ὕλ. ἰατρ. 5.98.1 τῶν τὰ Κυπριακὰ μέταλλα ἐργαζομένων, 5.74.4 μεταλλουργεῖται δὲ [δηλ. ἡ καδμεία: βλ. κατωτ. viii.] ἐκ τοῦ ὑπερκειμένου Σολέων ὄρους, τοῦ λεγομένου πυρίτου καιομένου· ἐν δὲ τῷ αὐτῷ ὄρει εὑρίσκεται οἱονεὶ διαζώματά τινα χαλκίτεως, μίσυος, σώρεως, μελαντηρίας, κυάνου, χρυσο­κόλλης, χαλκάνθου, διφρυγοῦς, 5.79.3 [βλ. κατωτ. vii.], κ.ἀ.) καὶ τὶς –χρησιμοποι­ούμενες ἐν πολλοῖς στὴν ἰατρικὴ– ὕλες της (βλ. καὶ ΑΚΕΠ6 Β´ 173 κἑ., κ.ἀ.: Ε´, Γεν. πίν. σ.λλ.): (i.) ἅλες (ἅλς, ἁλάτι): 5.109.1 τῶν δὲ ἁλῶν ἐνεργέστατον μέν ἐστιν τὸ ὀρυκτόν. (...) τοῦ δὲ θαλασσίου τὸ πυκνὸν παραλημπτέον καὶ λευκὸν καὶ ὁμαλόν. κάλλιστον δὲ ἐν Κύπρῳ καὶ Σαλαμῖνι τῆς Κύπρου γίνεται· (βλ. καὶ ἀνωτ. Τ1 σχόλ. σ.λ. Plinius καὶ ΑΚυΓ37 27 F1, μὲ σχόλια καὶ Πίν. 76). (ii.) ἀμίαντος: 5.138.1 λίθος ἀμίαντος· γεννᾶται μὲν ἐν Κύπρῳ, στυπτηρίᾳ ἐοικώς, ὃν ἐργαζόμενοι <οἱ τῇδε ἄν­θρωποι> ὑφάσματα ποιοῦσιν ἐξ αὐτοῦ, ὄντος ἱμαντώδους, πρὸς θέαν. ἐμβληθεὶς δὲ εἰς πῦρ φλογοῦται μέν, λαμπρότερος δὲ ἐξέρχεται μὴ κατακαιόμενος. (iii.) βοτρυῖτις (καδμεία: βλ. κατωτ. viii.). (iv.) διφρυγές: 5.74.4 (βλ. ἀνωτ., μέταλλα), 5.103.1 τοῦ δὲ διφρυγοῦς τρία οἰητέον εἴδη· τὸ μὲν γὰρ μεταλλικόν ἐστιν, ὃ δὴ ἐν Κύπρῳ μόνῃ γίνεται. πηλῶδες γὰρ ὂν ἀναφέρεται ἐκ βυθοῦ <σπηλαίου> τινὸς τῶν ἐκεῖ, εἶτα ἀνενεχθὲν ξηραίνεται ἐν ἡλίῳ καὶ μετὰ ταῦτα φρυγάνοις κύκλῳ περιτιθεμένοις καίεται· ὅθεν καὶ διφρυγὲς ἐκλήθη διὰ τὸ ὑπὸ τοῦ ἡλίου καὶ τῶν φρυγάνων ξηραίνεσθαί τε καὶ φρύγεσθαι. (2) τὸ δὲ ἕτερον τοῦ κατεργαζομένου χαλκοῦ ὥσπερ ὑποστάθμη τις καὶ τρὺξ ὑπάρχει (...). τὸ δὲ τρίτον σκευάζεται οὕτως· λίθον τὸν λεγόμενον πυρίτην συνθέντες εἰς κάμινον οἱ πρὸς τούτοις ὄντες καίουσιν ἐπὶ ἡμέρας ἱκανὰς εἰς τίτανον· ὅταν δὲ τῇ χρόᾳ μιλτώδης γένηται, ἀνελόμενοι ἀποτίθενται. (3) τινὲς δέ φασιν ἐκ μόνης τῆς τὸν χαλκὸν ἀποτελούσης {ὕλης} γεννᾶσθαι τὸ προειρημένον (...). (4) δύναμιν δὲ ἔχει στυπτικὴν καὶ ἀποξη­ραντικὴν ἐπιτεταμένως, ἀνακαθαρτικήν τε καὶ σμηκτικὴν καὶ κατασταλτικὴν ὑπερσαρκώσεως, ἀπουλωτικὴν κακοήθων καὶ ἑρπυστικῶν <ἑλκῶνδιαφορεῖ καὶ ἀποστήματα ἀναλημφθὲν τερεβινθίνῃ ἢ κηρωτῇ (κ.ἀ.). (v.) ἡλῖτις: 5.78.1, βλ. κατωτ. xiv. λεπίς (χαλκοῦ). (vi.) θυρσῖτις: 2.142.1 ὀροβάκχη· οἱ δὲ κυνομόριον, οἱ δὲ λέοντα, Κύπριοι δὲ θυρσῖτιν καλοῦσι. (vii.) ἰός (χαλκοῦ): 5.79.3 γεννᾶσθαι δέ φασιν ἰὸν καὶ ἐν τοῖς Κυπριακοῖς μετάλλοις, τὸν μὲν λίθοις τισὶν ἐπανθοῦντα τῶν ἐχόντων τὸν χαλκόν, τὸν δὲ ἔκ τινος σπηλαίου στάζοντα ἐν τοῖς ὑπὸ Κύνα καύμασι· καὶ τὸν μὲν ὀλίγον τε καὶ κάλλιστον εἶναι, τὸν δὲ ἐκ σπηλαίου δαψιλῆ μὲν καὶ εὔχρουν, φαῦλον δὲ ὑπάρχειν διὰ τὸ πολλοῖς ἀναμεμεῖχθαι λιθώδεσι. (..., 7) ἔστι δέ τις καὶ ὑπὸ τῶν χρυσοχόων γινόμενος ἰὸς διὰ θυίας καὶ δοίδυκος Κυπρίου χαλκοῦ, ἔτι δὲ οὔρου παιδίου, ᾧ τὸ χρυσίον κολλῶσιν. (8) ἀναλογοῦσι δὲ κοινῶς οἱ ἰοὶ κεκαυμένῳ χαλκῷ, μᾶλλον δὲ ἐρρωμένοι περὶ τὴν ἐνέργειαν (μὲ ἀξιοσημείωτες λεπτομέρειες, βλ. καὶ κατωτ. xxii. σκώληξ ἰοῦ). (viii.) καδμεία: 5.74.1 καδμεία ἀρίστη μέν ἐστιν ἡ Κυπρία, ἐπικαλουμένη δὲ βοτρυῖτις, πυκνή, βαρεῖα μέσως καὶ μᾶλλον ἐπὶ τὸ κουφότερον ῥέπουσα, ἔχουσα τὴν ἐπιφάνειαν βοτρυώδη, χρώματι σποδοειδής, θλασθεῖσα δὲ ἔνδοθεν ἔντεφρος καὶ ἰώδης (..., 2). χρησιμεύει δὲ πρὸς μὲν τὰ ὀφθαλμικὰ φάρμακα ἡ βοτρυῖτις καὶ ἡ ὀνυχῖτις καλουμένη, αἱ δὲ λοιπαὶ εἰς ἐμπλάστρους καὶ ξηρὰ κατουλοῦν δυνάμενα φάρμακα, καὶ πρὸς ταὐτὰ χρησιμεύει ἡ Κυπρία (..., 4: βλ. ἀνωτ., μέταλλα). (ix.) κάλαμος Κύπριος: 1.85.1 καλάμων ὁ μέν τις ναστός, ἐξ οὗ τὰ βέλη γίνεται, ὁ δέ τις θῆλυς, ἐξ οὗ αἱ γλῶτται τοῖς αὐλοῖς κατασκευάζονται· ἄλλος δὲ συριγγίας (...), ὁ δέ τις παχὺς καὶ κοῖλος, παρὰ ποτα­μοῖς φυόμενος, ὃς καὶ δόναξ καλεῖται, ὑπό τινων δὲ Κύπριος (...). τὰ δὲ φύλλα κοπέντα χλωρὰ καὶ ἐπιτεθέντα ἐρυσιπέλατά τε καὶ τὰς ἄλλας φλεγμονὰς ἰᾶται. ὁ δὲ φλοιὸς ἀλωπεκίας θεραπεύει καεὶς καὶ μετ' ὄξους καταπλασθείς. ἡ δὲ ἀνθήλη τῶν καλάμων ἐμπεσοῦσα ταῖς ἀκοαῖς κώφωσιν ἐργάζεται. δύναται δὲ τὰ αὐτὰ καὶ ὁ Κύπριος λεγόμενος κάλαμος ποιεῖν· βλ. καὶ Εὐπόρ. 1.89.2 ἀλωπεκίας δὲ τὰς ἐν ταῖς κεφαλαῖς καὶ τῷ γενείῳ ἰᾶται (..., 2) ἢ καλάμου Κυπρίου φλοιὸς κεκαυμένος σὺν ὄξει. (x.) κεκαυμένος χαλκός: 5.76.1 ὁ δὲ κεκαυμένος χαλκός ἐστι καλὸς ὁ ἐρυθρὸς καὶ ἐν τῇ τρίψει κινναβαρίζων, ὁ δὲ μέλας πλεῖον ἢ δεῖ κέκαυται (..., 2). πρωτεύει δὲ ὁ ἐν Μέμφιδι καιόμενος, ἔπειτα δὲ ὁ ἐν Κύπρῳ. (3) δύναται δὲ στύφειν, ξηραίνειν, καταστέλλειν, ἐπισπᾶσθαι, ἀνακαθαίρειν ἕλκη καὶ ἀπουλοῦν, σμήχειν τὰ ἐν ὀφθαλμοῖς, τήκειν τὰ ὑπερσαρκοῦντα, νομὰς ἰστάνειν· κινεῖ δὲ καὶ ἐμέτους μετὰ ὑδρομέλιτος ποθεὶς ἢ ἐκλειχθεὶς σὺν μέλιτι ἢ διακλυζόμενος (βλ. καὶ 5.79.8). (xi.) κίκι (σέσελι Κύπριον: βλ. κατωτ. xxi.). (xii.) κύανος: 5.74.4 (βλ. ἀνωτ., μέταλλα), 5.91.1 κύανος· γεννᾶται μὲν ἐν Κύπρῳ ἐκ τῶν χαλκουργικῶν μετάλλων, ὁ δὲ πλείων ἐκ τῆς αἰγιαλίτιδος ἄμμου (...). δύναμιν δὲ ἔχει κατασταλτικὴν καὶ μετρίως στυπτικὴν καὶ ἐσχαρωτικὴν καὶ ἑλκωματικήν (...). (xiii.) λάδανον: 1.97.3 ἔστι δὲ καὶ ἕτερον εἶδος κίσθου, καλούμενον ὑπ' ἐνίων λῆδον (...). γίνεται δὲ ἐξ αὐτοῦ τὸ λεγόμενον λάδανον (...). (4) κράτιστον δέ ἐστιν αὐτοῦ τὸ εὐῶδες, ὑπόχλωρον, εὐμάλακτον, λιπαρόν, ἀμέτοχον ἄμμου ἢ ψαφαρίας, ῥητινῶδες. τοιοῦτον δέ ἐστι τὸ ἐν Κύπρῳ γεννώμενον, τὸ μέντοι Ἀραβικὸν καὶ Λιβυκὸν εὐτελέστερον. δύναμιν δὲ ἔχει θερμαντικήν, μαλακτικήν, ἀναστομωτικήν (...). (xiv.) λεπίς (χαλκοῦ): 5.78.1 λεπὶς δὲ ἡ μὲν ἐκ τῶν Κυπρίων μετάλλων παχεῖα, καλου­μένη δὲ ἡλῖτις, καλή (...). δύναμιν δὲ ἔχει στυπτικήν, σταλτικήν, λεπτυντικήν, σηπτικήν, νομῶν ἐφεκτικήν, ἀπουλωτικήν (...), βλ. καὶ Εὐπόρ. 1.182.1 ἀναξηραίνει δὲ καὶ πτερύγια λεπὶς Κυπρία λεία ἐπιπασσομένη θαυμαστῶς. (xv.) μελαντηρία: 5.74.4 (βλ. ἀνωτ., μέταλλα). (xvi.) μίσυ: 5.74.4 (βλ. ἀνωτ., μέταλλα), 5.100.1 μίσυ παραλημπτέον τὸ Κύπριον, χρυσοφανές, σκληρὸν καὶ ἐν τῷ θλασθῆναι χρυσίζον καὶ ἀποστίλβον ἀστεροειδῶς. δύναμιν δὲ ἔχει καὶ καῦσιν τὴν αὐτὴν τῇ χαλκίτιδι, δίχα τῆς τοῦ ψωρικοῦ κατασκευῆς, ἐν τῷ μᾶλλόν τε καὶ ἧττον διαφέρον. τὸ δὲ Αἰγύπτιον πρὸς μὲν τὰ ἄλλα διαφέρει ἐμπρακτότερον, πρὸς δὲ τὰς ὀφθαλ­μικὰς δυνάμεις πολλῷ λείπεται τοῦ προειρημένου. (xvii.) ὀροβάκχη: 2.142.1 (βλ. ἀνωτ. vi. θυρσῖτις). (xviii.) πομφόλυξ: 5.75.7 [1 κ.ἑ. πομφόλυξ] ἀρίστην δὲ ἡγητέον τὴν Κυπρίαν, ἔν τε ὄξει φυραθεῖσαν ἀποφορὰν μὲν ἔχουσαν χαλκοῦ, χρόαν δὲ ἰίζουσαν ποσῶς, ἔτι δὲ βορβορίζουσαν ἐν τῇ γεύσει· κἂν ἐπ' ἄνθρακος διαπύρου ἐπιτεθῇ, ἡ ἄδολος ἐπιζεῖ ἀερόχρους γενομένη. (..., 12) δύναμιν δὲ ἔχει ἡ πομφόλυξ στυπτικὴν καὶ ψυκτικὴν καὶ ἀναπληρωτικήν, καθαρτικήν <τε> καὶ προσπλαστικὴν καὶ ποσῶς ξηραντικήν (...). (xix.) πυρίτης λίθος: 5.74.4. (βλ. ἀνωτ., μέταλλα), 5.103.2 (βλ. ἀνωτ. iv.). (xx.) σάμψουχον: 3.39.1 σάμψουχον· κράτιστον τὸ Κυζικηνὸν καὶ Κύπριον, δευτερεύει δὲ τὸ Αἰγύπτιον· καλεῖται δὲ ὑπὸ Κυζικηνῶν καὶ τῶν ἐν Σικελίᾳ ἀμάρακον (...). ἁρμόζει δὲ τὸ ἀφέψημα αὐτῆς πινόμενον ἐπὶ ἀρχομένων ὑδρωπικῶν καὶ δυσουρούντων καὶ στροφουμένων (...). (xxi.) σέσελι Κύπριον: 4.161.1 κίκι· οἱ δὲ σήσαμον ἄγριον, οἱ δὲ σέσελι Κύπριον, οἱ δὲ κρότωνα διὰ τὴν ὡς πρὸς τὸ ζῷον τοῦ σπέρματος ἐμφέρειαν (...). (xxii.) σκώληξ ἰοῦ: 5.79.6 τοῦ δὲ λεγο­μένου σκώληκος ἰοῦ δισσὸν εἶδος ὑπάρχει· ὁ μὲν γὰρ ὀρυκτός ἐστιν, ὁ δὲ σκευά­ζεται οὕτως· εἰς θυῖαν Κυπρίου χαλκοῦ, ἔχουσαν δὲ καὶ δοίδυκα ἀπὸ τῆς αὐτῆς πεποιημένον ὕλης, ἐγχέας ὄξους λευκοῦ καὶ δριμέος κοτύλης ἥμισυ τρῖβε, ἕως γλοιωθῇ (..., 8). ἰστέον δὲ ὅτι προέχει μὲν αὐτῶν ὁ ὀρυκτὸς σκώληξ· ἐχόμενος δ' ἐστὶν ὁ ξυστός, εἶτα ὁ σκευαστός· δηκτικώτερος μέντοι καὶ μᾶλλον στύφων οὗτος ὑπάρχει, ὁ δὲ τῶν χρυσοχόων ἀνάλογος τῷ ξυστῷ. (xxiii.) σποδός Κυπρία: 5.75.13 γνωστέον δὲ ὅτι καὶ ἐκ χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, ἔτι δὲ μολύβδου γίνεται σποδός. καὶ ἔστι μετὰ τὴν Κυπρίαν ἡ ἐκ τοῦ μολύβδου ἀρίστη. (xxiv.) συκόμορον: 1.127.1 συκόμορον· ἔνιοι δὲ καὶ τοῦτο συκάμινον καλοῦσι. καλεῖται δὲ καὶ ὁ ἀπ' αὐτοῦ καρπὸς συκόμορον διὰ τὸ ἄστομον τῆς γεύσεως. (..., 3) δύναμιν δὲ ἔχει ὁ ὀπὸς μαλακτικήν, κολλητικὴν τραυμάτων, διαφορητικὴν τῶν δυσπέπτων. πίνεται δὲ καὶ συγχρίεται πρὸς ἑρπετῶν δήγματα καὶ σπλῆνας ἐσκιρτωμένους καὶ στομάχου ἀλγήματα καὶ φρικία· ταχέως δὲ τερηδονίζεται ὁ ὀπός. γίνεται δὲ καὶ ἐν Κύπρῳ εἴδει διαφέρον· πτελέᾳ γάρ, οὐ συκαμίνῳ τὰ φύλλα ἔοικε, τὸν δὲ καρπὸν <φέρει> κατὰ τὸ μέγεθος κοκκυμήλων καὶ γλυκύτερον. τὰ δὲ ἄλλα πάντα ὅμοια τοῖς προειρημένοις. (xxv.) σῶρι: 5.74.4 (βλ. ἀνωτ., μέταλλα), 5.102.1 τὸ δὲ σῶρι ἔνιοι ὑπέλαβον εἶναι μελαντηρίαν πλανώμενοι· ἴδιον γάρ ἐστι γένος, οὐχ ἀφόμοιον, βρωμεδέστερον δὲ τὸ σῶρι καὶ ναυτίας ποιητικόν. εὑρίσκεται δὲ ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ἐν ἄλλοις τόποις, ὡς ἐν Λιβύῃ καὶ Σπανίᾳ καὶ Κύπρῳ. (xxvi.) τερμίνθου ῥητίνη: 1.71.1 ἡ δὲ ἐξ αὐτῆς (δηλ. τῆς τερμίνθου) ῥητίνη κομίζεται μὲν ἐξ Ἀραβίας τῆς ἐν Πέτρᾳ, γεννᾶται δὲ καὶ ἐν Ἰουδαίᾳ καὶ Συρίᾳ καὶ ἐν Κύπρῳ καὶ ἐν Λιβύῃ καὶ ἐν ταῖς Κυκλάσι νήσοις (...). (xxvii.) τροχίτης (οἶνος): 5.32.1 καὶ ὁ τροχίτης (δηλ. οἶνος) δέ, ὃν <ἔνιοι> συκίτην καλοῦσιν, ἐν Κύπρῳ σκευάζεται ὁμοίως τῷ φοινικίτῃ, διαφέρει δὲ ὅτι ἐπὶ τούτου ἔνιοι ἀντὶ τοῦ ὕδατος στεμφύλων ἀπόβρεγμα νεοθλίπτων τὸ ἴσον μέτρον βάλλουσιν (..., 2). λεπτομερὴς δέ ἐστι καὶ φυσώδης καὶ κακοστόμαχος, ἀπο­στρέφων ὄρεξιν, εὐκοίλιος μέντοι καὶ οὐρητικός. κατασπᾷ δὲ καὶ ἔμμηνα καὶ γάλα μὲν δαψιλῶς ποιεῖ, αἷμα δὲ φαῦλον κατασκευάζει, καὶ ἐλεφαντιάσεως ποιητικός ἐστιν ὡς καὶ τὸ ζῦθος (...). (xxviii.) χάλκανθος, χαλκανθές (σταλακτόν): 5.74.4 (βλ. ἀνωτ., μέταλλα), 5.98.1 χαλκανθὲς τῷ μὲν γένει ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ὑπάρχει· ὑγρὸν γάρ ἐστι πεπηγός. εἰδικὰς δὲ ἔχει διαφορὰς τρεῖς· τὸ μὲν γὰρ κατὰ σταλαγμὸν διηθουμένων ὑγρῶν εἴς τινας ὑπονόμους συνίσταται. ὅθεν καὶ σταλακτὸν καλεῖται ὑπὸ τῶν τὰ Κυπριακὰ μέταλλα ἐργαζομένων. τὸ δ' ἀφθόνως ὑετιζόμενον ἐν σπη­λαίοις, ἔπειτα μεταχεόμενον εἰς βόθρους τὴν πῆξιν λαμβάνει, ὃ δὴ καὶ πηκτὸν ἰδίως ὀνομάζεται. (2) τὸ δὲ τρίτον καλεῖται μὲν ἑφθόν, σκευάζεται δὲ ἐν Σπανίᾳ. (..., 4) δύναται δὲ στύφειν, θερμαίνειν, ἐσχαροῦν (...). (xxix.) χαλκῖτις: 5.74.4 (βλ. ἀνωτ., μέταλλα). (xxx.) χαλκὸς Κύπριος: 1.102.1 ἀμόργη ὑποστάθμη ἐστὶν ἐλαίας τῆς ἐκ­θλιβομένης, ἥτις ἑψηθεῖσα ἐν χαλκῷ Κυπρίῳ μέχρι μελιτώδους συστάσεως στύφει, ποιοῦσα πρὸς ἃ καὶ τὸ λύκιον, ἐκ περισσοῦ δὲ καὶ πρὸς ὀδονταλγίας, τραύ­ματά τε περιχριομένη μετ' ὄξους ἢ οἰνομέλιτος. μείγνυται δὲ καὶ ὀφθαλμικαῖς δυνά­μεσι καὶ ἐμπλαστικαῖς (...), 2.81.2 κατασκευάζεται δὲ δι' αὐτοῦ (: οὔρου ἀφθόρου παιδὸς) καὶ τοῦ Κυπρίου χαλκοῦ ἁρμόζουσα ἐπὶ τοῦ χρυσίου κόλλα. ἡ δὲ ὑποστάθμη τοῦ οὔρου καταχρισθεῖσα ἐρυσιπέλατα παύει (...), 3.27.2 σὺν γάλακτι δὲ καὶ ὠταλγίας παρηγορεῖ ἐμετικόν τε φάρμακον δι' αὐτῆς σκευάζεται καὶ κρομύ­ων καὶ ῥοὸς τοῦ ἐπὶ τὰ ὄψα, πάντων ἐν χαλκῷ Κυπρίῳ ἐν τοῖς ὑπὸ κύνα καύμασιν ἡλιασθέντων ἐπὶ ἡμέρας τεσσαράκοντα· ὑποστρωννυμένη δὲ ἡ πόα ἑρπετὰ διώκει, 5.97.6 (ἀνωτ. xxiv.) καὶ 7 (ἀνωτ. vii.). (xxxi.) χρυσοκόλλα: 5.74.4 (βλ. ἀνωτ., μέταλλα), 5.89.1 χρυσοκόλλα δὲ διαφέρει ἡ Ἀρμενιακή, τῇ χρόᾳ κατακόρως πρασίζουσα· δευτερεύει δὲ ἡ Μακεδονιακή, εἶτα ἡ Κυπρία, καὶ ταύτης τὴν καθαρὰν προκριτέον, τὴν δὲ γῆς καὶ λίθων ἔμπλεων ἀποδοκιμαστέον. (..., 3) δύναμιν δὲ ἔχει ἡ χρυσοκόλλα σμηκτικὴν οὐλῶν, κατασταλτικὴν σαρκωμάτων καὶ ἀνακαθαρτικήν, στυπτικὴν καὶ θερμαντικήν, σηπτικὴν πράως μετὰ τοῦ ἐπὶ ποσὸν δάκνειν· ἔστι δὲ καὶ τῶν ἔμετον κινούντων καὶ ἀναιρεῖν δυναμένων (βλ. καὶ 2.81.2: ἀνωτ. xxx.).

2-3. Ἐρασίστρατον μέντοι Διαγόρας φησὶν (...): ἡ χειρόγραφη παράδοση (βλ. καὶ ἀνωτ. κριτ. ὑπόμν. καὶ σημ. σ' αὐτό) δίνει καὶ τὶς γραφὲς Ἐρασίστρατος (RDi) καὶ Διαγόραν (Di), προκαλώντας ἔτσι ἀκόμα μεγαλύτερη ἀβεβαιότητα γιὰ τὴ σχέση τῶν δύο ἰατρῶν (βλ. καὶ ἀνωτ. F3 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Diagoras, Erasistratus) καὶ τὴν ἀκριβῆ χρονολόγηση ἐν γένει τοῦ Διαγόρα (βλ. καὶ ἀνωτ. F3 σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. addidit Andreas, μὲ περαιτέρω παραπομπές). Ὅπως καὶ ὁ Wellmann (καὶ ὁ Χατζηιωάννου6), υἱοθετήσαμε –ὄχι χωρὶς ἐνδοιασμούς– τὶς γραφὲς Ἐρασίστρατον καὶ Διαγόρας, καὶ γιὰ λόγους παλαιογραφικοὺς καὶ γιατὶ φαίνεται νὰ δίνουν πιὸ ὁμαλὴ σύνταξη (γειτνίαση ὑποκειμένου μὲ ῥῆμα, πρόταξη τοῦ ὑποκειμένου τοῦ ἀπαρεμφάτου ὥστε νὰ δίνεται ἔμφαση καὶ στὰ δύο, καὶ στὸν Ἐρασίστρατον), ἀλλὰ καὶ γιατὶ ἡ συνολικὴ εἰκόνα γιὰ τὸν Κύπριο ἰατρὸ δὲν φαίνεται νὰ ἐπιτρέπει τόσο πρώιμη χρονολόγησή του (πρὶν ἀπὸ τὸν Ἐρασίστρατο, τὸν ἱδρυτὴ τῆς μιᾶς ἐκ τῶν δύο Ἀλεξανδρινῶν σχολῶν).

3-4. ἐπί τε ὠταλγίας καὶ ὀφθαλμιώντων: γιὰ σχετικὰ φάρμακα βλ. Διοσκ. Ὕλ. ἰατρ. 2.17.1 (γῆρας ὄφεως), 2.126.3 (ἀρνόγλωσσον), 4.168.3 (ὑοσκύαμος), κ.ἄ., κυρίως Παύλ. Αἰγιν. Ἐπιτ. ἰατρ. 3.22, ὅπου μνημονεύεται ἡ Ἐρασιστράτου πάγχρηστος: ποιοῦσα καὶ (...) πρὸς ὠταλγίας, καὶ προστίθεται: χριέτωσαν δὲ καὶ ἐλαίῳ τὰ βλέφαρα καθεύδειν μέλλοντες (βλ. καὶ Krug ΑρχΙ3 112 κἑ.).

5. Ἀνδρέας: βλ. ἀνωτ. F3 σχόλ. σ.στ. 2-3 σ.λ. addidit Andreas, μὲ περαιτέρω παραπομπές. Τὸ ἐδῶ Ἀνδρέας δέ φησιν ἐνισχύει –μολονότι ὄχι ἐξίσου κατηγορηματικὰ μὲ τὸ ἀνωτ. addidit Andreas– τὴν ὑπόθεση ὅτι ὁ Ἀνδρέας ὁ Ἡροφίλειος γράφει ὄχι μόνο μετὰ τὸν Ἐρασίστρατο (περ. 330-255/50 π.Χ.: βλ. ἀνωτ. F3 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Diagoras, Erasistratus καὶ –ἀναλυτικὰ– 31 F7 σχόλ. σ.στ. 5 σ.λ. Ἐρασίστρατος), ποὺ ἦταν σύγχρονος τοῦ Ἡροφίλου (330/20-260/50 π.Χ.: βλ. ἀνωτ. 31 *T3.2 κἑ.), ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸν Διαγόραν, τοῦ ὁποίου ἡ ἀκμή, ἑπομένως, μπορεῖ νὰ τοποθετηθεῖ περὶ τὰ μέσα τοῦ 3ου αἰ. π.Χ., ἴσως δὲ στὴν τρίτη εἰκοσιπενταετία τοῦ αἰ. (κατὰ τὸν Papaxen. [ZyMA8 61] ἔζησε τὸν 3ον αἰ. π.Χ., κατὰ τὴ Nicolaou [PPC9 Δ 35] "End ΙΙΙa"· κατὰ τὸν Χατζηστεφάνου [ΑΚΓ10 1040] «ἔζησε γύρω στὸ τέλος τοῦ 3ου αἰώνα π.Χ.»).

  1. (2000), Διοσκουρίδης, Περὶ ὕλης ἰατρικῆς / Dioscurides, De materia medica: Ὁ Ἑλληνικὸς κώδικας 1 τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Νεαπόλεως / Codex Neapolitanus Graecus 1 of the National Library of Naples, Ἀθήνα.
  2. Pollak, K. (2005), Ἡ ἰατρικὴ στὴν ἀρχαιότητα. Ἑλλάδα – Ρώμη – Βυζάντιο. Ἡ ἰατρικὴ στὴ Βίβλο καὶ τὸ Ταλμούδ, Ἀθήνα.
  3. Krug, A. (1997), Αρχαία Ιατρική: Επιστημονική και Θρησκευτική Ιατρική στην Αρχαιότητα, Αθήνα.a↑ b↑
  4. Μαυρουδῆς, Α. Δ. (2000), Ἀρχιγένης Φιλίππου Ἀπαμεύς: Ὁ βίος καὶ τὰ ἔργα ἑνὸς Ἕλληνα γιατροῦ στὴν Αὐτοκρατορικὴ Ρώμη, Πονήματα: Συμβολὲς στὴν ἔρευνα τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Λατινικῆς Γραμματείας,3 Ἀθῆναι.
  5. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .
  6. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑
  7. Βοσκός, Α. Ι. (2002), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 3. Πεζογραφία, τóμ. 3, Λευκωσία.
  8. Papalexopoulos, A. (1981), Zypriotische Medizin in der Antike, Würzburg.
  9. Michaelidou-Nicolaou, I. (1976), Prosopography of Ptolemaic Cyprus, Studies in Mediterranean Archaeology,vol. XLIV Göteborg .
  10. Χατζηστεφάνου, Κ. Παπαδόπουλλος, Θεόδωρος (ed.) (1997-2000), Ἡ Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία, Ἱστορία τῆς Κύπρουτóμ. Α', μέρος β΄, 973-1047.