You are here

F3

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Plut. De fluv. 24.1 (s.v. Τίγρις)

1,2,3Τίγρις  ποταμός ἐστι τῆς Ἀρμενίας τὸν ῥοῦν καταφέρων εἴς τε

τὸν Ἀράξην καὶ τὴν Ἀρσακίδα λίμνην· ἐκαλεῖτο δὲ τὸ πρότε-

ρον Σόλλαξ4, ὅπερ μεθερμηνευόμενόν ἐστι κατωφερής, ὠνομά-

σθη δὲ Τίγρις δι' αἰτίαν τοιαύτην· Διόνυσος κατὰ πρόνοιαν

  Ἥρας ἐμμανὴς γενόμενος περιήρχετο γῆν τε καὶ θάλατταν -

παλλα­γῆναι τοῦ πάθους θέλων. γενόμενος δὲ ἐν τοῖς κατ' Ἀρ-

μενίαν τόποις καὶ τὸν προειρημένον ποταμὸν διελθεῖν μὴ δυ-

νάμενος ἐπεκαλέσατο τὸν Δία· γενόμενος δὲ5 ἐπήκοοςθεὸς

ἔπεμψεν αὐτῶι τίγριν, ἐφ' ἧς ἀκινδύνως προενεχθεὶς6 εἰς τιμὴν

τῶν συμβεβηκότων τὸν ποταμὸν Τίγριν μετωνόμασεν, καθὼς

ἱστορεῖ Θεόφιλος ἐν α΄ Περὶ λίθων  (296 F3 J.). Ἑρμησιά-

ναξ δὲ ὁ Κύπριος ἱστορίας μέμνηται τοιαύτης · Διόνυσος

ἐρασθεὶς Ἀλφεσιβοίας νύμφης  καὶ μήτε δώροις μήτε δεήσεσι

πεῖσαι δυνάμενος εἰς τὴν προειρημένην τίγριν7,8 μετέβαλεν9 τὴν

μορφὴν τοῦ σώματος  καὶ φόβωι πείσας τὴν ἀγαπωμένην ἀνέ-

λαβεν αὐτὴν καὶ διὰ τοῦ ποταμοῦ κομίσας ἐγέννησεν υἱὸν

Μῆδον, ὃς ἀκμάσας εἰς τιμὴν τοῦ συγκυρήματος τὸν ποταμὸν

Τίγριν μετωνόμασεν, καθὼς ἱστορεῖ Ἀριστώνυμος  ἐν γ΄...

  1. De vv. 1-10 (Τίγριςμετωνόμασεν) cf. Eust. Dion. Per. 976 (Bernhardy Dion. Per. I. 290-91, app. crit. II. 962-63): vid. infra adnot. s.v. Τίγρις.
  2. [Vid. FHG IV. 428 fr. 3 (vv. 11-18) et 516 fr. 2 (vv. 1-11 λίθων); GGM II. 663-64 (vv. 1-18); FGrH 797 F 3 (vv. 11-18) et 296 F 3 (vv. 1-11 λίθων); ΑΚΕΠ Γα΄ 77.2. *Plut. De fluv., ed Dübner p. 99.
  3. 1 sqq. interp. alius alio
  4. 3 sqq. Σύλαξ ποτὲ καλούμενος ὁ ποταμὸς οὗτος, ὃ ἔστι κατωφερής, ὕστερον ἐκλήθη Τίγρις δι' αἰτίαν τοιαύτην etc. (vid. infra adnot.) Eust.
  5. 8 δ' (pro δὲ) Mü. FHG, Dübn
  6. 9 προενεχθεὶς Bernardakis, prob. Jacoby: προσενεχθεὶς cod., prob. cett. edd.; πρόσω ἐνεχθεὶς prop. Wyttenbach, πέραν ἐνεχθεὶς vel εἰς τὸ πέραν ἀπενεχθεὶς Hercher
  7. 14 εἰς τὴν προειρημένην τίγριν cod., prob. Mü. FHG (Τίγριν) et Jac.: εἰς (τὴν π.) τ. Dübn. (T.), Mü. GGM, Hadjioannou ‖
  8. 14-17 [εἰς τὴν πρ.] τ. – ἐγέννησεν ἐκ τῆς προειρημένης> υἱὸν Μῆδον Hercher.
  9. δυνάμενος τὴν πρ. εἰς τίγριν μετέβαλεν Piccolos
Πλούτ. Περὶ ποτ. 24.1 (σ.λ. Τίγρις)

Ὁ Τίγρης εἶναι ποταμὸς τῆς Ἀρμενίας ποὺ χύνεται στὸν Ἀράξη καὶ

τὴν Ἀρσακίδα λίμνη· καλοῦνταν δὲ προηγουμένως Σόλλαξ, ποὺ

μεθερμηνευόμενο σημαίνει κατωφερής (ποὺ κυλᾶ τὰ νερά του ὁρ-

μητικὰ πρὸς τὰ κάτω), ὀνομάστηκε δὲ Τίγρης γιὰ μιὰν αἰτία τέτοια:

Ὁ Διόνυσος μαινόμενος κατ' ἐπιβουλὴ τῆς Ἥρας περιερχόταν γῆν

καὶ θάλασσα θέλοντας ν' ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὸ πάθος. Σὰν ἔφτασε δὲ

στῆς Ἀρμενίας τὰ μέρη καὶ δὲν μποροῦσε νὰ διαβῆ τὸν ποταμὸ ποὺ

ἔχουμε ἀναφέρει παραπάνω ἐπικαλέστηκε τὸν Δία· κι ὁ θεὸς ἄκου-

σε τὴν παράκλησή του καὶ τοῦ 'στειλε μιὰν τίγρη, ποὺ τὸν μετέφερε

ἀκίνδυνα στὴν ἀπέναντι ὄχθη, κι αὐτὸς τιμώντας ὅσα εἶχαν συμβῆ

μετονόμασε τὸν ποταμὸ σὲ Τίγρη, ὅπως ἐξιστορεῖ ὁ Θεόφιλος στὸ α΄

βιβλίο τοῦ Περὶ λίθων ἔργου του. Ὁ Ἑρμησιάναξ ὁ Κύπριος

πάλι μνημονεύει μιὰν ἱστορία τέτοια: Ὁ Διόνυσος, σὰν ἐρωτεύτηκε

τὴ νύμφη Ἀλφεσίβοια καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὴν καταφέρει μήτε μὲ

δῶρα μήτε μὲ παρακλήσεις, μεταμορφώθηκε στὴν τίγρη ποὺ ἔχουμε

προαναφέρει καὶ μὲ τὸν φόβο πείθοντας τὴν ἀγαπημένη του τὴν

πῆρε στὰ χέρια καὶ μεταφέροντάς την διαμέσου τοῦ ποταμοῦ γέννη-

σε γιὸ τὸν Μῆδο, ὁ ὁποῖος σὰν μεγάλωσε μετονό­μασε τὸν ποταμὸ σὲ

Τίγρη, πρὸς τιμὴν αὐτῆς τῆς συγκυρίας, ὅπως ἐξιστορεῖ ὁ Ἀριστώ-

νυμος στὸ γ΄ βιβλίο ...

Σχόλια: 

1. Τίγρις: Κατὰ τὸν Εὐστ. (Διον. Περιηγ. 976: Bernhardy1 Dion. Perieg. Ι. 290-91) ὤκιστος δὲ φησὶ ποταμῶν Τίγρις, καὶ οὐκ ἂν ἐκείνου ἐν πᾶσι ποταμοῖς θοώτερον, ἔστιν ὀξύτερον, ἴδοις. διὸ φασὶ καὶ Τίγρις καλεῖται, ἤγουν ταχὺς ὡς βέλος· Μῆδοι γὰρ Τίγριν καλοῦσι τὸ τόξευμα. (...) μυθεύεται γὰρ ὅτι Σύλαξ (Σύλεις Μ) ποτὲ καλούμενος ποταμὸς οὗτος, ἔστι κατωφερής, ὕστερον ἐκλήθη Τίγρις δι' αἰτίαν τοιαύτην· μαίνεται Διόνυσος Ἥρας προνοίᾳ, καὶ φοιτῶν ὅποι τύχοι γίνεται καὶ πρὸς τῷδε τῷ ποταμῷ καὶ θέλων εἰς τὸ πέραν διαβῆναι ἀπόρως ἔχει. οἰκτίζεται δὲ αὐτὸν πατὴρ Ζεύς, καὶ πέμπει ζῷον τίγριν, ὃς τοῦ πόρου τῷ Διονύσῳ καθηγησάμενος αὐτῷ μὲν ποιεῖ τὸ θυμῆρες, τῷ δὲ ποταμῷ ἀφ' ἑαυτοῦ καλεῖσθαι ἀφίησι. καὶ ἄλλως δὲ δίχα τῆς μυθικῆς ταύτης ἐπιβολῆς τὴν πρὸς τὸ ζῷον ὁμωνυμίαν ποταμὸς ἔχει διὰ τὸ τοῦ ρεύματος ὀξύ. θηρίον γὰρ τίγρις οὐ μόνον ἐλέφαντος πολὺ ἀλκιμώτερος, ἀλλὰ καὶ τὴν ὠκύτητα οὐ ῥάων εἰκασθῆναι. Ἡ στενὴ συνάφεια τῆς ἀνωτ. διήγησης μὲ τὴ διήγηση τοῦ *Πλούταρχου (: καθὼς ἱστορεῖ Θεόφιλος ἐν α΄ Περὶ λίθων) εἶναι προφανής· μὰ ἡ ἀρχικὴ πηγὴ –κι ἡ μεταξὺ τῶν συγγραφέων ποὺ μνημονεύουν τὴν ἱστορία σχέση– μένει σκοτεινή. Βλ. καὶ κατωτ. (11, καὶ 18).

11. Θεόφιλος ἐν α΄ Περὶ λίθων:Θεόφιλος (βλ. καὶ Voss2 419), ποὺ ἀναφέρεται ἐδῶ ὡς συγγραφέας ἔργου Περὶ λίθων (βλ. ἀνωτ. F2 σχόλ. σ.στ. 7 κἑ.), μνημονεύεται ἀπὸ τὸν Πλούτ. στὰ Ἠθικ. δίς (309a 5 καὶ 313c 9: Συναγ. παραλλ. 13b καὶ 32a = FGrH3 296 F 1-2), ὡς συγγραφεὺς ἔργων Ἰταλική (13b Θεόφιλος ἐν τρίτωι Ἰταλικῶν) καὶ Πελοποννησιακά (32a Θεόφιλος ἐν δευτέρῳ Πελοποννησι­ακῶν). Τὸ ὄνομα εἶναι σπάνιο στὴ λογοτεχνία, παρατηρεῖ ὁ Jacoby στὴ σχετικὴ σημείωση (IIIA. 399)· καὶ προσθέτει ὅτι “*Plu hat seinem autor vielleicht nach dem Ζηνοδότειος Θεόφιλος unbestimmter zeit erfunden” κ.λπ. (: ὁ *Πλούτ. ἴσως ἐπι­νόησε τὸν συγγραφέα του ἀπὸ τὸν Ζηνοδότειο Θεόφιλο, ἀπροσδιορίστου χρονο­λογίας κ.λπ.· πβ. Canon34 σελ. 386, ἀρ. 2203: “[THEOPHILUS] Hist. | Incertum”, μὲ παραπομπὴ στὸν Jacoby3). Οὔτε ὅμως τὸ ὄνομα εἶναι τόσο σπάνιο στὴ λογοτεχνία (βλ. ἐνδεικτικὰ RE5 σ.λ. καὶ Canon34 σσ. 386-87), οὔτε ἀσήμαντη ἡ ἀναφορὰ στὴ Συναγ. παραλλ. δύο ἀκόμη τίτλων ἔργων τοῦ Θεόφιλου, κι ἡ ἀβεβαιότητα ὅσον ἀφορᾶ στὴ χρονολόγησή του δὲν δικαιολογεῖ ἀμφισβήτηση τῆς ὕπαρξής του· ὅπως καὶ ὁ Ἑρμησιάναξ (βλ. ἀνωτ. F1 σχόλ. σ.στ. 1), ἔτσι καὶ ὁ Θεόφιλος εἶναι ἐλάσσων ἀλλ' ὄχι ἀνάξιος λόγου συγγραφέας, κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ *Πλούταρχου. Παρόμοια φαίνεται καὶ τοῦ Ἀριστωνύμου ἡ περίπτωση (βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λ.).

11-12. Ἑρμησιάναξ δὲ ὁ Κύπριος ἱστορίας μέμνηται τοιαύτης: βλ. ἀνωτ. F1.1-2 μὲ σχόλ. σ.στ. 1 καὶ 1-2.

12-13. Διόνυσος ἐρασθεὶς Ἀλφεσιβοίας νύμφης: μὲ τὸ ὄνομα Ἀλφεσίβοια εἶναι γνωστὰ πέντε πρόσωπα τῆς Ἑλληνικῆς μυθολογίας (βλ. RE5 σ.λ. Alphesiboia): ἡ σύζυγος τοῦ Φοίνικα καὶ μητέρα τοῦ Ἄδωνι (Ἡσ. ἀπόσπ. 32 Rz.6 / 139 M. – W.7), ἡ κόρη τοῦ Ἀρκάδα βασιλιᾶ τῆς Ψωφίδας Φηγέα, ὁ ὁποῖος τὴν ἔδωσε νύφη στὸν Ἀλκμαίωνα (Παυσ. 8.24.4, κ.ἀ.· βλ. ὅμως Βαρβούνη ΜΛΜ8 34, μὲ παραπομπές), ἡ κόρη τοῦ Βίαντα καὶ τῆς κόρης τοῦ βασιλιᾶ τῆς Πύλου Νηλέα Πηροῦς (Φερεκ., FHG9 Ι. 90 ἀπόσπ. 75), ἡ σύζυγος τοῦ βασιλιᾶ Τελέστορα καὶ μητέρα τοῦ Μυήνου, ὅπως ἀναφέρει πάλι ὁ *Πλούταρχος (8.3), ἄγνωστη ἀπὸ ἀλλοῦ, καὶ ἡ νύμφη ποὺ μνημονεύεται ἐδῶ, μὲ ἀφορμὴ τὴ διήγηση τοῦ Ἑρμησιάνακτα. Ἡ λέξη ἀπαντᾶ ὡς ἐπίθετο στὸν Ὅμηρο (Σ 593) καὶ στὸν Ὁμηρ. ὕμν. V. Εἰς Ἀφρ. 119 (βλ. κατωτ.) στὴ φράση παρθένοι ἀλφεσίβοιαι, γιὰ τὶς κόρες ποὺ οἱ γονεῖς τους ἔπαιρναν πολλὰ βόδια ὡς δῶρα ἀπὸ τοὺς θαυμαστὲς καὶ ἐπίδοξους γαμβρούς, ἦσαν δηλ. πολύφερνες (βλ. CIl10 V. 229: σημ. Μ. W. Edwards στὸ Σ 593-94, μὲ βιβλιογραφία), καὶ στὸν Αἰσχύλο (Ἱκέτ. 855) στὴ φράση ἀλφεσίβοιον ὕδωρ [«ἐπὶ τοῦ Νείλου = ὕδωρ τὸ ὁποῖον παράγει παχεῖς βοῦς (ποτίζον καὶ αὐξάνον τὰς βοσκάς)» LSK11 σ.λ. ἀλφεσίβοιος], ἐπειδὴ γύρω ἀπὸ περιοχὲς μὲ νερὸ τὰ βοσκοτόπια εἶναι πλουσιότερα καὶ τὰ ζῶα τρέφονται καὶ ποτίζονται καλύτερα. Παράγεται ἀπὸ τὰ ἀλφεῖν (ἀπρμφ. τοῦ ἀλφάνω = «παράγω, εἰσφέρω», πβ. ἀλφή, ἄλφησις, ἀλφηστής LSJ912 / LSK11 σ.λλ.) καὶ βοῦς (βλ. Chantraine13 σ.λ. ἀλφάνω καὶ CIl10 ὅ.π.).. Τὸ β΄ συνθετικὸ -βοια ἀπαντᾶ καὶ σὲ ἄλλα ὀνόματα γυναικῶν, ὅπως Σθενέβοια, Κλεόβοια, Μελίβοια, Εὔβοια. Σύμφωνα μὲ τὸν Bechtel14 (ὅ.π., 97-98), τὰ θηλυκὰ σὲ -βοια εἶναι παλαιότερα ἀπὸ τὰ ἀρσενικὰ σὲ Βου-, -βοιος (π.χ. Βουθήρας, Βούθοινος, Εὔβοιος, Πασίβοιος, Βοΐδας, κ.ἄ.) καὶ προέρχονται σχεδὸν ὅλα ἀπὸ μυθικὰ πρόσωπα.

Ἡ συγκεκριμένη νύμφη Ἀλφεσίβοια ἀποτελεῖ, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ἐπινόηση τοῦ Κύπριου πεζογράφου καὶ φανερώνει ἐκ μέρους του καλὴ γνώση τοῦ προϋπάρχοντος μυθολογικοῦ καὶ γλωσσικοῦ ὑλικοῦ. Τὸ ὄνομα ταιριάζει σὲ ὄμορφη νέα μὲ πολλοὺς θαυμαστές (ἀνάμεσά τους ἕναν θεό), ἀλλὰ καὶ σὲ νύμφη. Οἱ Νύμφες, κοῦραι Διὸς κατὰ τὸν Ὅμηρο (Ζ 420, ζ 105, ι 154, κ.ἀ.), κατοικοῦν στὸ ὄρος Σίπυλο (μεταξὺ Λυδίας καὶ Φρυγίας) καὶ χορεύουν γύρω ἀπὸ τὸν ποταμὸ Ἀχελῶο (Ω 615-16), διακρίνονται δὲ νύμφες ὀρεστιάδες (τῶν βουνῶν Ζ 420, Ὁμηρ. ὕμν. ΧΙΧ.19), Νηιάδες (τῶν ποταμῶν ν 104, 348, 356, πβ. νύμφη νηῒς Ζ 22, Ξ 444, Υ 384) καὶ Κρηναῖαι (νύμφες τῆς βρύσης, στὴν Ἰθάκη ρ 240). Στὸν Ὁμηρ. ὕμν. V. Εἰς Ἀφρ. ΑΚυΓ1/1β´15 5Υ1) 119-20 γίνεται μνεία χοροῦ τῆς Ἄρτεμης ὅπου νύμφες πολλὲς καὶ πολυζήτητες παρθένες (παρθένοι ἀλφεσίβοιαι) παίζουν μαζὶ περιστοιχισμένες ἀπὸ ἀτελείωτον ὅμιλο (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ.) καὶ στὸν στ. 257 νύμφαι ὀρεσκῷοι θὰ θρέψουν τὸν Αἰνεία κατὰ τὴν Ἀφροδίτη (βλ. τὸ ὅλο χωρίο, μὲ τὶς σχετικὲς σημ. μας), ἐνῶ ὁ Ἡσίοδος μνημονεύει Μελίας (Θεογ. 187· Νύμφες τῶν δέντρων [μολονότι γενικὰ μελία εἶναι ἡ φλαμουριά], βλ. σημ. West16 σ.λ.) καὶ Ὑάδας (ἀπόσπ. 291.4 Μ. – W.7 = 180.4 Rzach6, πβ. Ἔργ. 615 καὶ βλ. LSJ912 σ.λ., καὶ κατωτ.). Σύμφωνα μὲ ἄλλες παραδόσεις, εἶναι κόρες τοῦ Ὠκεανοῦ ἢ μεγάλων ποταμῶν, ὅπως τοῦ Πηνειοῦ καὶ τοῦ Ξάνθου. Στὸν Ὀρφ. ὕμν. 51.12-13 (Νυμφῶν) ἀποκαλοῦνται αἰπολικαί, νόμιαι, θηρσὶν φίλαι, ἀγλαόκαρποι, | (...) πολυθρέμμονες, αὐξίτροφοί τε, ἐπίθετα ποὺ ταιριάζουν μὲ τὴ σημασία τοῦ Ἀλφεσίβοια. Γενικά, κατοικώντας στὰ ὄρη καὶ στὰ ποτάμια, θεωροῦνταν πνεύματα τῆς βλάστησης καὶ τοῦ νεροῦ (πβ. Νεράιδες τῆς Νεοελληνικῆς παράδοσης), ποὺ εἶναι ἀπαραίτητο γι' αὐτήν, ἀλλὰ καὶ τῆς γονιμότητας (βλ. ἀναλυτικὰ ΕλλΜ17 2. 281-86).

Στὴν περίπτωσή μας δὲν ἀποκλείεται καὶ ὁ συνειρμὸς μὲ τὸν Ἀλφειὸ ποταμό, ὁ ὁποῖος, σύμφωνα μὲ μία παραλλαγή, θαμπωμένος ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τῆς νύμφης Ἀρέθουσας ὅρμησε μὲ τὰ νερά του καὶ τὴν κυνήγησε καθὼς αὐτὴ ἔτρεχε νὰ γλιτώσει ἀπὸ τὶς παρενοχλήσεις του, καὶ δὲν δίστασε νὰ διασχίσει τὸ πέλαγος μέχρι τὸ νησὶ Ὀρτυγία κοντὰ στὶς Συρακοῦσες, ὅπου ἡ Ἄρτεμη μετέφερε τὴν Ἀρέθουσα καὶ τὴ μεταμόρφωσε σὲ πηγή, διατηρώντας καθαρὰ τὰ νερά του γιὰ νὰ ἑνωθῆ μαζί της (βλ. ΕλλΜ17 3. 333-34). Τὴ διάδοση τοῦ μύθου μαρτυροῦν καὶ τὰ ὀνόματα προσώπων τόσο στὴν Πελοπόννησο (βλ. LGPN18 σ.λλ. Ἀλφειόδωρος, Ἀλφειός, Ἀλφησιδώ) ὅσο καὶ ἀλλοῦ (βλ. LGPN119 σ.λ. Ἀλφειός [στὴν Εὔβοια καὶ τὴ Λέσβο] καὶ Ἀλφεός [στὴν Κύπρο], LGPN220 σ.λ. Ἀλφειός).

Ἡ σχέση τοῦ Διονύσου μὲ τὶς νύμφες ἦταν καὶ αὐτὴ εὐρέως γνωστή, ὥστε εὔκολα μποροῦσε νὰ ἀποτελέσει τὸ γενικὸ πλαίσιο τῆς ἐκδοχῆς τοῦ Ἑρμησιάνακτα. Ὁ γιὸς τοῦ Δία καὶ τῆς Σεμέλης καταδιωκόταν ἀπὸ τὴν ὀργισμένη Ἥρα πρὶν ἀκόμα γεννηθῆ. Ὁ Δίας, μετὰ τὴ γέννηση τοῦ παιδιοῦ καὶ τὴν ἀποτυχημένη ἀπόπειρα νὰ τὸ ἀναλάβουν ἡ Ἰνὼ καὶ ὁ Ἀθάμας, τὸ μεταμορφώνει σὲ κατσίκι καὶ ὁ Ἑρμῆς τὸ παραδίδει στὶς Νύμφες ποὺ κατοικοῦσαν ἐν Νύσῃ τῆς Ἀσίας, γιὰ νὰ τὸ μεγαλώσουν (βλ. *Ἀπολλόδ. 3.28 κἑ., κυρίως 3.29 Διόνυσον δὲ Ζεὺς εἰς ἔριφον ἀλλάξας τὸν Ἥρας θυμὸν ἔκλεψε, καὶ λαβὼν αὐτὸν Ἑρμῆς πρὸς νύμφας ἐκόμισεν ἐν Νύσῃ κατοικούσας τῆς Ἀσίας, ἃς ὕστερον Ζεὺς καταστερίσας ὠνόμασεν Ὑάδας). Ὅταν ἡ λατρεία τοῦ Διονύσου εἶχε διαδοθῆ, τὸ ὄνομα Νῦσαι ἔφεραν δέκα πόλεις, σύμφωνα μὲ τὸν Στέφ. Βυζ. (Ἐθν. σ.λ.), στὸν Ἑλικώνα, στὴ Θράκη, στὴν Καρία, στὴν Ἀραβία, στὴν Αἴγυπτο, στὴ Νάξο, στὶς Ἰνδίες, στὸν Καύκασο, στὴ Λιβύη, στὴν Εὔβοια. Στὸν Ἡρωδιαν. Περὶ ὀρθογρ. ΙΙ. 492.28-30 L. ἀναφέρεται γιὰ τὴν ἐτυμολογία τοῦ ὀνόματος τοῦ Διονύσου ἀνάμεσα στ' ἄλλα: οἱ δὲ ἀπὸ τοῦ Διὸς καὶ τῆς Νύσσης τοῦ ὄρους ὀνομάσθαι (sc. αὐτὸν λέγουσι), ἐπεὶ ἐν τούτῳ ἐγεννήθη, ὡς Πίνδαρος, καὶ ἀνετράφη. Ο W. Otto21 (Διόν. 67 κἑ.) ἀναλύει διεξοδικὰ τὶς πηγὲς γιὰ τὴ θέση τῆς Νύσσας, ἀποδυναμώνοντας τὶς θεωρίες περὶ μετανάστευσης τῆς Διονυσιακῆς λατρείας ἀπὸ τὴ Θράκη ἢ τὴ Φρυγία. Ἐν πάση περιπτώσει οἱ Νυσαῖες νύμφες ἦσαν ἐκτὸς ἀπὸ τροφοὶ καὶ ἀκόλουθοι τοῦ Διόνυσου στὶς περιπλανήσεις του (βλ. Ὀρφ. Ὕμν. 51.3 λειμωνιάδες / 15-16 Νύσιαι, μανικαί, παιωνίδες, εἰαρο­τερπεῖς, | σὺν Βάκχῳ Δηοῖ τε χάριν θνητοῖσι φέρουσαι), μαζὶ μὲ τοὺς Σειληνούς, τοὺς Σατύρους καὶ τὶς Μαινάδες. Ὡς κόρες τοῦ Ὠκεανοῦ (οἱ Ὠκεανίδες συγχέονται κάποτε μὲ τὶς Νύμφες) μνημονεύονται ὅ.π. στ. 1 (Νύμφαι, θυγατέρες μεγαλήτορος Ὠκεανοῖο), καὶ στὸν Ἡσίοδο (Θεογ. 346 κἑ.), ὅπου σημειώνεται πὼς αἳ κατὰ γαῖαν | ἄνδρας κουρίζουσι σὺν Ἀπόλλωνι ἄνακτι | καὶ ποταμοῖς (βλ. σημ. West16 σ.στ. 346-47). Ἦσαν, λοιπόν, καὶ τροφοὶ τῶν νέων, ποὺ σημαίνει ἄμεσα σχετιζόμενες μὲ τὶς τελετὲς ἐνηλικίωσης καὶ τὶς πρῶτες συναντήσεις τῶν δύο φύλων. Ὅπως παρατηρεῖ ἡ Αἰκ. Καμαρέττα (ΕλλΜ17 2. 284), ὑπάρχουν ἐνδείξεις γιὰ τὴ λατρεία τῶν Νυμφῶν σὲ τέτοιες τελετές, ἐνῶ ἡ «ἁρπαγὴ» πολύφερνης νέας ποὺ παίζει μαζί τους σὲ χορὸν τῆς Ἀρτέμιδος (τῆς «κόρης τοῦ βασιλιᾶ Ὀτρέα», ὅπως παρουσιάζεται στὸν Ἀγχίση ἡ Ἀφροδίτη: βλ. καὶ ἀνωτ.) καὶ ἡ λατρεία τους στὶς βρύσες ὑποδηλώνουν τὴν κοινωνικὴ συναναστροφὴ καὶ τὴν ἀπόλαυση τοῦ ἔρωτα. Διατηρώντας αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ καὶ συμβολίζοντας τὶς δυνάμεις τῆς βλάστησης ἀποτελοῦν, ὁπωσδήποτε, τὶς ἰδανικὲς συντρόφους τοῦ ὀργιαστικοῦ Διονύσου. (Βλ. καὶ κατωτ. 30 F1 σχόλ. σ.στ. 1 κἑ.)

14-15. εἰς τὴν προειρημένην τίγριν μετέβαλεν τὴν μορφὴν τοῦ σώματος: οἱ μεταμορφώσεις ἀποτελοῦν βασικὸ στοιχεῖο τῆς περιπετειώδους δράσης τοῦ Διονύσου, καὶ ὁ Ἑρμησιάνακτας δὲν θὰ πρέπει νὰ δυσκολεύθηκε στὸ σημεῖο αὐτὸ τῆς ἱστορίας (καθὼς καὶ ἄλλοι θεοί, μὲ πρῶτον τὸν Δία, μεταμορφώνονται συχνὰ γιὰ νὰ παραπλανήσουν τὶς ἐρωμένες τους). Τὸ πιὸ γνωστὸ σχετικὸ κείμενο εἶναι ὁ Ὁμηρ. ὕμν. VII. Εἰς Διόν., μὲ τὴν ἀφήγηση τῆς ἀπαγωγῆς τοῦ θεοῦ ἀπὸ Τυρρηνοὺς κουρσάρους, τῶν ἀξιοπερίεργων ποὺ συμβαίνουν στὸ καράβι τῶν ἀσεβῶν (πλημμυρίζει τὸ πλοῖο κρασί, ἄμπελος καὶ κισσὸς φυτρώνουν) καὶ τῆς μεταμόρφωσης τοῦ θεοῦ σὲ λιοντάρι ποὺ κατασπαράζει τοὺς ναῦτες, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν τιμονιέρη. Μεταγενέστερες ἀναφορὲς ἀπαντοῦν στὸν Εὐριπίδη, Βάκχ. 1017 κἑ., ὅπου ὁ χορὸς ἀναφωνεῖ φάνηθι ταῦρος ἢ πολύκρανος ἰδεῖν |δράκων ἢ πυριφλέγων ὁρᾶσθαι λέων. | ἴθ' ὦ Βάκχε, θηραγρευτᾷ (Dindorf22) βακχᾶν | γελῶντι προσώπῳ περίβαλε βρόχον (...)· στὰ Διον. τοῦ Νόννου (6.182 κἑ., 36.38 κἑ. κ.ἀ.), μὲ πιὸ χαρακτηριστικὴ τὴν ἀφήγηση τοῦ Δηριάδη (40.43 κἑ.) ποὺ ἀδυνατεῖ νὰ συλλάβει τὸν θεό: (...) ἀντὶ Λυαίου | πόρδαλιν αἰολόνωτον ἐπαΐσσοντα κιχάνω (...) | μαρναμένου δὲ λέοντος ἐπείγομαι αὐχένα τέμνειν, | καὶ θρασὺν ἀντὶ λέοντος ὄφιν δασπλῆτα δοκεύω· | σπεύδων δ' ἀντὶ δράκοντος ὀπιπεύω ῥάχιν ἄρκτου· | (...) | κάπρον ἰδὼν ἐπιόντα βοὸς μυκηθμὸν ἀκούω, | ἀντὶ συός τινα ταῦρον ὑπὲρ λοξοῖο μετώπου> | παπταίνω (...) | ἔνθεν ἐγὼ τρομέων πολυφάρμακα θαύματα τέχνης | φύλοπιν ἀλλοπρόσαλλον ἀλυσκάζω Διονύσου· στὸν Βεργίλιο Georg. 3.264-65 quid lynces Bacchi variae et genus acre luporum | atque canum? quid quae inbelles dant proelia cervi?, κ.ἀ. Βλ. Otto21, Διόν. 110 κἑ., ὅπου περαιτέρω παραπομπὲς γιὰ τὶς μεταμορφώσεις τοῦ Διονύσου· ὁ μελετητὴς παρατηρεῖ τὴν ἀντίθεση στὴν οὐσία τους (σύμβολα γονιμότητας – ἐνστίκτου τοῦ θανάτου) καὶ σχολιάζει πὼς ἀπὸ τὰ αἰλουροειδῆ εἰδικὰ ὁ πάνθηρας καὶ ἡ τίγρις ταιριάζουν στὴ φύση τοῦ θεοῦ, καθὼς εἶναι τὰ πιὸ αἱμοδιψῆ καὶ συγχρόνως τὰ πιὸ εὐλύγιστα καὶ γοητευτικά.

18. Ἀριστώνυμος: ἕνας ἀκόμα ἐλάσσων συγγραφέας συνδέεται μὲ τὸν Ἑρμησιάνακτα στὸ ἐδῶ ἀπόσπ., καὶ δὴ κατὰ τρόπο ποὺ δὲν ἐπιτρέπει νὰ εἰκάσει κανεὶς μὲ βεβαιότητα τί ἀπὸ τὰ ἀναφερόμενα στοὺς στίχους 11-18 ἀνήκει στὸν Ἑρμησιάνακτα, τί στον Ἀριστώνυμο, τί καὶ στοὺς δύο (καὶ ποιός ἀπὸ τοὺς δύο ἐπιδρᾶ στὸν ἄλλο, ἢ ἂν ἀντλοῦν ἀπὸ τὴν ἴδια πηγή). Ἡ ταύτιση τοῦ ἐδῶ Ἀριστώνυμου μὲ κάποιον ἄλλον ὁμώνυμο συγγραφέα (βλ. RE5 καὶ Canon34 σ.λ., πβ. FGrH3 510 = 532C § 29, μὲ τὰ σχετικὰ σχόλια) εἶναι ἀδύνατη. Ἀδύνατη, ἔτσι, παραμένει ἐν τέλει ἡ χρονολογικὴ καὶ ἀξιολογικὴ κατάταξη τοῦ Κύπριου συγγραφέα Ἑρμησιάνακτα.

  1. Bernhardy, G. (1828), Dionysius Periegetes graece et latine cum vetustis commentariis et interpretationibus ex recensione et cum annotatione Godofredi Bernhardy, parts I-II, Leipzig.
  2. Vossius, G. H. (1651), De Historicis Graecis (Libri IV), Leiden.
  3. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.a↑ b↑ c↑
  4. Berkowitz, L. & Squitier K. A. (2000), Thesaurus Linguae Graecae, Canon of Greek Authors and Works, 3d ed., New York - Oxford.a↑ b↑ c↑
  5. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑ c↑
  6. Rzach, A. (1902), Hesiodi Carmina, Leipzig.a↑ b↑
  7. Solmsen, F., Merkelbach R. & West M. L. (1970), Hesiodi Theogonia, Opera et Dies, Scutum, Fragmenta Selecta, Oxford.a↑ b↑
  8. Βαρβούνης, Μ. Γ. (1990), Μυθολογικὰ καὶ Λαογραφικὰ Μελετήματα, Ἀθήνα.
  9. Müller, K. & Müller T. (1841-1872), Fragmenta Historicorum Graecorum, Vols. I-V, Paris.
  10. Edwards, M. N. & Kirk G. S. (1991), The Iliad: A Commentary, Vol. V: books 17-20, Cambridge.a↑ b↑
  11. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑
  12. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑
  13. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.
  14. Bechtel, F. (1917), Die historischen Personennamen des Griechischen bis zur Kaiserzeit, Halle.
  15. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.
  16. West, M L. (1966), Hesiod, Theogony, Oxford.a↑ b↑
  17. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .a↑ b↑ c↑
  18. Fraser, P. M. & Mattheus E. (1997), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. IIIA: The Peloponnese – Western Greece – Sicily and Magna Graecia, Oxford.
  19. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.
  20. Osborne, M. J. & Byrne S. G. (1994), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. II: Attica, Oxford.
  21. Otto, W. F. (1991), Διόνυσος. Μύθος και λατρεία, Αθήνα.a↑ b↑
  22. Dindorf, W. (1832-1833), Euripidis Tragœdiæ superstitet et deperditarum fragmenta ,