You are here

F3

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Cael. Aurel. Celer. pass. 3.55

   Discernitur1 etiam 2 paralysi apoplexia , quamquam idem multis videa-

   tur veteribus, ut Hippocrati  et Diocli  et Praxagorae  et Apollonio3

3 Citiensi4  et Demetrio  et si qui5 praeterea; inquiunt enim apoplectos

   toto corpore vitiatos paralysi, paralyticos6 vero particulis.

  1. [Vid. Cael. Aurel. edd. Drabkin et Bendz (cum siglis); vid. etiam van der Ejik Diocles 96.]
  2. 1 a ante paralysi add. Rovillius, it. Wellmann
  3. 2 Apollonio Drabkin (coll. Tard. pass. 1.140 et 3.56 = supra T5 et F2), it. Bendz (dubit.: vid. infra) et Eijk: Asclepiadi Guinterius, it. Wellmann
  4. 3 Citiensi Wellmann, it. Drabkin Eijk, et dubit. Bendz (adnotans "fort. Prusiensi (retento Asclepiadi) scribendum (cf. Plin. Nat. Hist. VII 124)): Titiensi Guinterius ‖
  5. alii post si qui add. Rovillius
  6. 4 paralyticos Bendz, it. Eijk: parapoplectos Guinterius; paraplectos Rovillius, it. Drabkin.
Καίλ. Αὐρηλ. Ὀξ. παθ. 3.55

Διακρίνεται ἐπίσης ἡ παράλυση ἀπὸ τὴν ἀποπληξία, μολονότι ταυ-

τίζεται ἀπὸ πολλοὺς παλαιούς, ὅπως ὁ Ἱπποκράτης καὶ ὁ Διοκλῆς

καὶ ὁ Πραξαγόρας καὶ ὁ Ἀπολλώνιος ὁ Κιτιεὺς καὶ ὁ Δη-

μήτριος καὶ ὅποιοι ἄλλοι πέρα ἀπ' αὐτούς· λένε δηλαδὴ πὼς οἱ

ἀπόπληκτοι ὑποφέρουν ἀπὸ παράλυση σ' ὅλο τους τὸ σῶμα, οἱ

παραλυτικοὶ ὅμως σὲ ἐπιμέρους μόνο σημεῖα (τοῦ σώματος).

Σχόλια: 

Πηγή: Caelius Aurelianus, Celer. pass. 3.35 (Καίλιος Αὐρηλιανός, Ὀξ. παθ. 3.55)· βλ. ἀνωτ. Τ5, Πηγή.

1. discernitur etiam paralysi apoplexia: βλ. καὶ τὰ προηγούμενα τῶν ἐδῶ (κυρίως §§ 53-55)· πβ. Γαλην. Π. πεπονθ. τόπ. VIII 208.1 Τό γε μὴν τῆς παραλύσεως νόσημα καὶ τὸ τῶν δι' ὅλου τοῦ σώματος σπασμῶν, ἐξ οὗ γένους ἐστὶν καὶ ὁ τέτανος, οὐκ ἔθ' ὁμοίως τοῖσδε δι' αἰσθήσεως γνωστόν, ἀλλὰ λόγου δεῖται τοῦ διδάξοντος. ὅταν οὖν ὅλον τὸ σῶμα βλάπτηταί ποτ' εἰς τὰ τῶν νεύρων ἔργα, τὴν αὐτῶν ἀρχὴν πεπονθέναι δηλοῖ· ταύτην δ' ἐξ ἀνατομῆς μόνης ἔνεστι γνῶναι. πάντων μὲν οὖν ἅμα τῶν νεύρων ἀπολεσάντων αἴσθησίν τε καὶ κίνησιν, ἀποπληξία τὸ πάθος ὀνομάζεται· κατὰ θάτερον δὲ μέρος, ἤτοι τὸ δεξιὸν ἢ τὸ ἀριστερόν, εἰ συμβαίνει τοῦτο, παράλυσις καλεῖται, τοῦ μέρους ἐκείνου δηλονότι καθ' ὃ συνέστη, ποτὲ μὲν τοῦ δεξιοῦ, ποτὲ δὲ θατέρου· καθάπερ εἰ καὶ κατά τι τῶν κώλων γένοιτο, τοῦ μέρους ἐκείνου παράλυσίς ἐστι· καὶ γὰρ καὶ χεὶρ ὅλη, καὶ σκέλος ὅλον παραλύεταί ποτε, καὶ ποὺς μόνος ἐν σκέλει, καὶ τὰ μετὰ τὸ γόνυ, καὶ κατὰ τὸ τῆς ὅλης χειρὸς κῶλον, ἀνάλογον (κ.ἄ. πολλά). Περὶ παραλύσεων ἔχει γράψει εἰδικὸ ἔργο ὁ Ἐρασίστρατος (T/F 232 [= Γαλην. Π. φλεβοτ. πρὸς Ἐρασιστρατείους τοὺς ἐν Ρώμῃ XI 255.10], 242 [= Γαλην. Εἰς Ἱππ. Προρρ. XVI 673.1], 247 [= Γαλην. Π. ἐθῶν 107.7 MMH1], κ.ἀ.), κεφάλαια Περὶ παραλύσεως καὶ Περὶ ἀποπληξίας οὐκ ὀλίγοι. Βλ. χαρακτηριστικά: Ἀρετ. 3.7 (: Π. αἰτ. χρον. παθ. 1.7) Περὶ παραλύσεων (στὴ συνέχεια: Ἀποπληξίη, παραπληγίη, πάρεσις, παράλυσις, ἅπαντα τῷ γένεϊ τωὐτά [κ.λπ.], βλ. καὶ 5.4 [Π. ὀξ. ν. θεραπ. 1.4] Θεραπεία ἀποπληξίης)· Ὀρειβ. Ἰατρ. συναγ. 73.1 καὶ Σύνοψ. Εὐστ. 8.13 Περὶ παραλύσεως, 8.5 Περὶ ἀποπληξίας ἐκ τῶν Φιλουμένου· Ἀετ. Λόγ. ἰατρ. 6.28 Περὶ παραλύσεως· ἐκ τῶν Ἀρχιγένους (βλ. Μαυρ., Ἀρχιγ.2 119, 178 καὶ 180, 218 σημ. 257) καὶ 6.27.1 Περὶ ἀποπληξίας· ἐκ τῶν Γαληνοῦ, 10 Περὶ ἀποπληξίας· ἐκ τῶν Ἀρχιγένους (βλ. Μαυρ.2 ὅ.π. 180)· Παύλ. Αἰγιν. Ἐπιτ. ἰατρ. 3.18 Περὶ ἀποπληξίας καὶ ἡμιπληγίας, ἤτοι παραλύσεως· Θεοφ. Πρωτοσπ. Εἰς Ἱππ. Ἀφορ. 2.513.25 Περὶ ἀποπληξίας διαλέγεται, κ.λπ.· Λέ. ἰατρ. Σύνοψ. ἰατρ. p. 2.5 (κεφ. ε´) Περὶ ἀποπληξίας καὶ 3.17 Περὶ παραλύσεως· βλ. ἐπίσης Ἀνων. ἰατρ. Διάγν. νοσ. 4.19 Ἀποπληξίας θεραπεία· Παύλ. Νικ. Π. διαφ. παθ. 123 Περὶ ἀποπληξίας καὶ 124 Περὶ παραλύσεως (Ieraci3 σσ. 213-19). Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ καὶ ὁ ὁρισμὸς τῆς ἀποπληξίας –μὲ διάκρισή της ἀπὸ τὴν παραπληξία– τοῦ ψευδο-Γαληνοῦ, Ὅροι ἰατρ. XIX 415.10-416.6 (§§ σμδ´-σμε´): Ἀποπληξία ἐστὶ κατοχὴ διανοίας μετ' ἀναισθησίας καὶ παρέσεως τοῦ σώματος. ἔτι. ἀποπληξία ἐστὶν ἀπώλεια πάντων τῶν νεύρων αἰσθήσεώς τε καὶ κινήσεως. ἢ ἀποπληξία ἐστὶν ἀναισθησία τοῦ παντὸς σώματος μετὰ βλάβης τῶν ἡγεμονικῶν ἐργαλείων. γίνεται δὲ ἀπὸ χυμοῦ ψυχροῦ ἀθρόως πληροῦντος τὰς κυριωτάτας κοιλίας τοῦ ἐγκεφάλου. κυριώταται δὲ κοιλίαι εἰσὶν ἡ ὄπισθέν τε καὶ ἡ μέση. Διαφέρει δὲ ἀποπληξία παραπληξίας ὡς ὅλον μέρους. οἱ μὲν γὰρ ἀποπληκτικοὶ πάντως εἰσὶ καὶ παραπληκτικοί. οἱ δὲ παραπληκτικοὶ οὐ πάντως καὶ ἀποπληκτικοί. διαφέρει καὶ ὅτι οἱ μὲν ὑγιαίνοντες τὴν διάνοιαν παραπληκτικοὶ παρειμένοι εἰσὶ τοῦ σώματος μέρος ἢ μέρη, οἱ δὲ ἀποπληκτικοὶ καὶ ταῦτα καὶ τὴν διάνοιαν καὶ τὸ ὅλον. παραπληκτικοὶ λέγονται, οἷς μόνα τὰ δεξιὰ ἢ τὰ ἀριστερὰ αἱ παρέσεις γίνονται.

2. Hippocrati: βλ. ἀνωτ. *Τ4.2 σ.λ. Hippocrate. Σὲ ποιό χωρίο στηρίχθηκε ὁ Καίλιος Αὐρηλιανὸς γιὰ τὸ ἐδῶ συμπέρασμά του ὅτι ὁ Ἱπποκράτης ταύτιζε τὴν παράλυση μὲ τὴν ἀποπληξία, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ὑποθέσει κανείς. Σὲ ἀρκετὰ χωρία τῶν σωζόμενων ἔργων τῆς Ἱπποκρατικῆς συλλογῆς γίνεται ἀναφορὰ στὴν παράλυσιν ἢ στὴν ἀποπληξίαν (ποτὲ σὲ ἀντιδιαστολή), π.χ. Κω. προγν. 394.8 ἢν μὲν οὖν σφόδρα φλεγμαίνωσιν αἱ ἀορταί, ὥστε προσκαθῆσθαι πρὸς τὸ πλευρόν, παραλύονται τὸ κατὰ τοῦτο τὸ μέρος τοῦ σώματος (κ.λπ.), 395.1 οἷσι δ' ἅπας ὁ πλεύμων φλεγμήνῃ μετὰ τῆς καρδίης, ὥστε καὶ προσπεσεῖν πρὸς τὴν πλευρήν, παραλύεται πᾶς ὁ νοσέων, καὶ κεῖται ψυχρὸς ὁ νοσέων ἀναίσθητος· θνήσκει δὲ δευτεραῖος ἢ τριταῖος (κ.λπ.), κ.τ.τ. / Ἀφορ. 3.16 νοσήματα δὲ ἐν μὲν τῇσιν ἐπομβρίῃσιν ὡς τὰ πολλὰ γίνεται, πυρετοί τε μακροὶ καὶ κοιλίης ῥύσιες καὶ σηπεδόνες καὶ ἐπίληπτοι καὶ ἀπόπληκτοι καὶ κυνάγχαι (κ.λπ.), καὶ 3.23 τοῦ δὲ χειμῶνος πλευρίτιδες, περιπλευμονίαι, κόρυζαι (...) κεφαλαλγίαι, ἴλιγγοι, ἀποπληξίαι, Προρρ. 2.14.27 ἤν τε παραφροσύνη ἐπιγένηται, ἤν τε ἀπόπληξις τῶν μελέων τινός, Κω. προγν. 157 οἷσι κεφαλαλγίαι καὶ ἦχοι ἀπυρέτοισι καὶ σκοτοδινίη καὶ φωνῆς βραδυτὴς καὶ νάρκη χειρῶν, ἢ ἀποπλήκτους ἢ ἐπιληπτικοὺς προσδέχου τούτους ἔσεσθαι ἢ καὶ ἐπιλήσμονας, κ.τ.τ.

   Diocli: Διοκλῆς ὁ Καρύστιος, ὁ πρῶτος ἰατρὸς ποὺ ἔγραψε στὴν Ἀττικὴ διάλεκτο, τῆς Δογματικῆς σχολῆς μὲ ἔντονη ὅμως ἐπίδραση ἀπὸ τὴ Σικελικὴ ἰατρική, χαρακτηριζόμενος ὡς ὁ μεγαλύτερος ἰατρὸς τῆς ἀρχαιότητας μετὰ τὸν Ἱπποκράτη (καὶ δὴ «δεύτερος Ἱπποκράτης»). Ἡ σχέση του μὲ τὸν Ἀριστοτέλη (384-322 π.Χ.) ἀποτελεῖ βασικὸ κριτήριο γιὰ τὴ χρονολόγησή του, ποὺ ὁδήγησε ὅμως καὶ ὁδηγεῖ τοὺς μελετητὲς σὲ ἀποκλίνοντα συμπεράσματα· πιὸ πιθανὴ φαίνεται ἡ ὑπόθεση ἀκμῆς του περὶ τὸ 340 π.Χ. Ἔγραψε μεταξὺ ἄλλων: ἈνατομικὸνΠερὶ ἀνατομῆς· Ἀρχίδαμος· ΓυναικεῖαΠερὶ γυναικείων· ΘεραπεῖαιΘεραπευτικάΠερὶ θεραπειῶν· Κατ' ἰατρεῖον Περὶ τῶν κατ' ἰατρεῖον· Πάθος αἰτία θεραπεία· Περὶ θανασίμων φαρμάκων· Ῥιζοτομικόν· Ὑγιεινὰ πρὸς Πλείσταρχον (βλ. Eijk Diocl.4 XXXIII-XXXIV). Τὸν μνημονεύουν σὺν τοῖς ἄλλοις ὁ Ἐρωτιανός (βλ. κατωτ. F7.7-8) καὶ ὁ Ἀπολλώνιος ὁ Κιτιεύς (βλ. κατωτ. Π2.7.6-13). Συνοπτικά: Lesky ΙΑΕΛ55 798 («Ἡ τοποθέτηση τοῦ Διοκλῆ στὸν πρώιμο 4. αἰώνα ἀποδείχθηκε λαθεμένη, ὡστόσο ἡ ἀκμή του δὲν θὰ μποροῦσε νὰ πάει πιὸ κάτω ἀπὸ τὶς δεκαετίες 340-320») καὶ Μαυρ. Ἀρχιγ.2 358-59 («4ος αἰ. π.Χ.», μὲ παράθεση καὶ ἄλλων ἀπόψεων στὴ σημ. 470), μὲ βιβλιογραφία. Βλ. ἐπίσης: Pollak6 220-22· Krug7 63-64 («έζησε περίπου στα μέσα του 4ου αι. π.Χ.»), 101-3 («Ενδοσκόπιο, "κουτάλι του Διοκλή"», μὲ εἰκ. 41 στὴ σελ. 104), 106, 107 (κ.ἀ.)· Μανιάτης ΙστΙ8 154-55 («πρέπει νὰ ἔζησε περίπου τὸ διάστημα 340-260 π.Χ.»). Τελευταία –καὶ λίαν ἀξιόλογη– ἔκδοση: Eijk Diocl.4 (A Collection of the Fragments with Translation and Commentary).

   Praxagorae: Πραξαγόρας ὁ Κῷος, δογματικὸς ἰατρός, μαθητὴς τοῦ Διοκλέους τοῦ Καρυστίου (βλ. ἀνωτ.) καὶ διδάσκαλος τοῦ Ἡροφίλου τοῦ Χαλκηδονίου (βλ. ἀνωτ. *Τ3 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ.), τοῦ Πλειστονίκου (βλ. κατωτ. 35 F1.6), τοῦ Ἐρασιστράτου τοῦ Ἰουλιήτου (βλ. κατωτ. F7.6, 34 F3.1 καὶ F4.2 σ.λ.) καὶ τοῦ Φυλοτίμου (βλ. ἀνωτ. Τ5 σχόλ. σ.στ. 4 σ.λ.), ἀκμάσας πρὸς τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ. π.Χ. Ἀσχολήθηκε μὲ διάφορους τομεῖς τῆς Ἰατρικῆς· διέκρινε ἕνδεκα χυμούς (ἀνάμεσά τους τὸν ὑαλώδη), χώρισε πρῶτος τὰ νεῦρα σὲ αἰσθητικὰ καὶ κινητικὰ καὶ ἔκανε σαφῆ διάκριση τῶν ἀρτηριῶν ἀπὸ τὶς φλέβες (ὑποστηρίζοντας ὅτι οἱ ἀρτηρίες περιέχουν πνεῦμα καὶ ὄχι αἷμα, καὶ ὀνομάζοντας τὴν διὰ τῆς ῥάχεως ἀρτηρίαν [ἀορτὴν κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη] παχεῖαν), χρησιμοποίησε ὡς μέσο διαγνωστικὸ τὶς διαταραχὲς τοῦ σφυγμοῦ, πρότεινε θεραπεῖες διάφορων ἀσθενειῶν, προέβη σὲ παράτολμες χειρουργικὲς ἐπεμβάσεις (σὺν τοῖς ἄλλοις φλεβοτομῶν, κατὰ τὸν Γαλην. Π. φλεβοτ. πρὸς Ἐρασίστρ. ΧΙ 163.4-6). Ὁ Γαληνός, μολονότι τοῦ ἀσκεῖ ἔντονη κριτικὴ γιὰ διάφορες ἀπόψεις του, δὲν παύει νὰ τὸν θεωρεῖ ἄριστον ἰατρόν· χαρακτηριστικά: Π. γυμνασ. V 898.1-5 Ἱπποκράτης καὶ Διοκλῆς καὶ Πραξαγόρας καὶ Φιλότιμος καὶ Ἡρόφιλος ὅλης τῆς περὶ τὸ σῶμα τέχνης ἐπιστήμονες ἦσαν, ὡς δηλοῖ τὰ γράμματα αὐτῶν. Ἀξιόλογη ἔκδοση: Steckerl Praxag.9 (1958). Συνοπτικά: Pollak ΙατρΑ6 222-23 κ.ἀ. («ἄκμασε περὶ τὸ 340-320 π.Χ.»)· Smith HiTr10 188-89 κ.ἀ. (συχνά)· Krug ΑρχΙ7 62-63· Μανιάτη ΙστΙ8 154-55· (βλ. ἐπίσης:) von Staden Heroph.11 41 κἑ. (κ.ἀ.) καὶ Μαυρ. Ἀρχιγ.2 109 («4ος αἰ. π.Χ.») κ.ἀ. (συχνά).

2-3. Apollonio Citiensi: βλ. καὶ ἀνωτ. Τ5 σχόλ. σ.στ. 6, F1 σχόλ. σ.στ. 5, F2 σχόλ. σ.στ. 3 (σχόλια γιὰ τὶς ἀναφορὲς τοῦ Καίλιου Αὐρηλιανοῦ στὸν Ἀπολλώνιον τὸν Κιτιέα).

3. Demetrio: πιθανῶς ὁ Δημήτριος ὁ Ἀπαμεύς (βλ. ἀνωτ. F1 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. Demetrius καὶ κατωτ. F5 σχόλ. σ.στ. 22 σ.λ. Δημήτριον, πβ. F6 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Δημήτριος ὁ Ἐπικούρειος).

  1. Marquardt, J., Müller I. & Helmreich G. (1884-1891 ), Claudii Galeni scripta minora, Leipzig.
  2. Μαυρουδῆς, Α. Δ. (2000), Ἀρχιγένης Φιλίππου Ἀπαμεύς: Ὁ βίος καὶ τὰ ἔργα ἑνὸς Ἕλληνα γιατροῦ στὴν Αὐτοκρατορικὴ Ρώμη, Πονήματα: Συμβολὲς στὴν ἔρευνα τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Λατινικῆς Γραμματείας,3 Ἀθῆναι.a↑ b↑ c↑ d↑
  3. Ieraci, A. M. Bio (1996), Paolo di Nicea. Manuele medico, Hellenica et Byzantina Neapolitana. Collana di Studi e Testi,16 Napoli.
  4. van der Eijk, P. J. (2000-2001), Diocles of Carystus: A Collection of the Fragments with Translation and Commentary, Studies in Ancient Medicine,22 Leiden – Boston – Köln.a↑ b↑
  5. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .
  6. Pollak, K. (2005), Ἡ ἰατρικὴ στὴν ἀρχαιότητα. Ἑλλάδα – Ρώμη – Βυζάντιο. Ἡ ἰατρικὴ στὴ Βίβλο καὶ τὸ Ταλμούδ, Ἀθήνα.a↑ b↑
  7. Krug, A. (1997), Αρχαία Ιατρική: Επιστημονική και Θρησκευτική Ιατρική στην Αρχαιότητα, Αθήνα.a↑ b↑
  8. Μανιάτης, Π. (2002), Ιστορία της Ιατρικής (Από τους προϊστορικούς χρόνους έως σήμερα), Καισαριανή.a↑ b↑
  9. Steckerl, F. (1958), The Fragments of Praxagoras of Cos and his School, Leiden.
  10. Smith, W. D. (1979), The Hippocratic Tradition, Ithaca and London.
  11. von Staden, H. (1989 / 1994), Herophilus: The Art of Medicine in Early Alexandria, Cambridge – New York – New Rochelle – Melbourne – Sydney .