You are here

E30

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

  Στοργῆι Λαοδάμε̣̣̣̣̣[ια1  περίκλυτος  ἠδ' Ἄλκηστις] ,
        καὶ πινυτὴν  Ὀρ̣̣̣̣̣[φεὺς2  εὐκλέϊσ' Εὐρυδίκην]·
  Ἡρώιδου  συνό[μευνος , ὁδοιπόρε – – – – –] 
         κεῖνα3 παραΐσ̣̣̣̣̣[σει4  δείγμαθ'5 ὁμοφροσύνης] ·
5   ἀρκεῖν οἱ6 πόσ[ις7 οὐ θάνατον δύνατ' , ἀλλὰ συνεύνωι]
          συνζῶ κα[ὶ8 φθιμένηι , πόλλ' ἐν ὀνείρωι ὁρῶν]9.
   χαῖρε καὶ εἰ[ν Ἀίδαο10 , δάμαρ φίλη, οὔποτε σεῖο]
          [λήσ]ε̣̣̣̣̣τα̣̣̣̣̣[ι11 , εἰς ὅ κεν ἦι, σὸς πόσις, ὅς σε ποθεῖ].

  1. 1 Λαοδάμε̣̣̣̣̣[ια Mitf.: Λαοδάμ[εια Myres Peek (ΛΑΟΔΑΜ leg. Pier.)
  2. 2 Ὀρ̣̣̣̣̣[φεὺς Mitf.; Ὀρ[φεὺς Peek (OP leg. Pier., ὁρ scr. Cesn.1): οἴ[κου Myres
  3. 4 κεινὰ Cesn.1 ‖
  4. παραΐσ̣̣̣̣̣[σει Peek; παραΐσ[σει] Mitf. (παραισ[ Myres): παραΐζ[ει] Cesn.1 (ΠΑΡΑΙΖ leg. Pier.; E pro Z dubit. leg. Cesn.2) ‖
  5. δείγμαθ' ὁμοφροσύνης suppl. Peek: num δείγματα σωφροσύνης? (vid. infra ad loc.)
  6. 5 ἀρκεῖν οἱ (= αὐτῆι) scripsimus (cf. Z 16 ἀλλά οἱ οὔ τις τῶν γε τότ' ἤρκεσε λυγρὸν ὄλεθρον, al. sim.: vid. infra s.v.); ἀρκεῖν οἲ  Peek Mitf.: ἀρκεῖ μοι cett. (μοί Myres) ‖
  7. πόσ[ις suppl. Myres, it. Peek Mitf.
  8. 6 κα[ὶ Myres, it. Peek Mitf. ‖
  9. ὁρῶν e.g. supplevimus: ἰδών Peek
  10. 7 εἰ[ν Ἀΐδαο Peek Mitf.; εἰ[ς Ἀΐδην dubit. Cesn.1: ἐν [φθιμένοισι Myres (cf. Cesn.2)
  11. 8 [λήσ]ε̣̣̣̣̣τα̣̣̣̣̣[ι Peek Mitf. Cett. (vv. 1-8) suppl. Peek, e.g. it. Mitford, et nos haesitanter (vid. infra ad loc.).

Γιὰ τὴ στοργή της ἡ Λαοδάμεια ξακουστὴ κι ἡ Ἄλκηστη,
     καὶ ὁ Ὀρφέας τὴ συνετὴ δόξασεν Εὐριδίκη·
Τοῦ Ἡρώδη ἡ γυναίκα, ὁδοιπόρε,
     ἐκεῖνα ξεπερνᾶ ὁρμητικὰ τὰ παραδείγματα ὁμοφροσύνης·
ὁ ἄντρας της τὸν θάνατο ν' ἀποσοβήσει δὲν μπορεῖ, μὰ μὲ τὴ σύνευνη
     συζῶ καὶ πεθαμένην, καὶ συχνὰ στὸν ὕπνο μου τὴ βλέπω.
Χαῖρε καὶ στὸν Ἅδη, γυναίκα ἀγαπημένη, ποτὲ ἐσὲ
     δὲν θὰ ξεχάσει, ὄντας ζωντανός, ὁ σύζυγος, ποὺ σὲ ποθεῖ.

Σχόλια: 

Ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα ἀποτελούμενο ἀπὸ τέσσερα ἐλεγειακὰ δίστιχα, χαραγμένο σὲ πλάκα ἀπὸ ἀσβεστόλιθο, τῆς ὁποίας ἕνα μεγάλο κομμάτι βρέθηκε στὸ Κούριο ("From Curium" κατὰ τὸν Louis Palma di Cesnola, "and not therefore in the Temple of Apollon, presumably about 1874, in the excavation of some Hellenistic cemetery" κατὰ τὸν Mitford1). Χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ εἶδος τῶν γραμμάτων στὸν 1ον αἰ. π.Χ. ("I. Jh. v. Chr." Peek, "the letters are of the Augustan age" Cesnola Cyprus2 429, "From its letter-forms this epigram may be dated rather to the close of the Ptolemaic period than to the Republican episode which preceded the Augustan annexation of Cyprus: but cursive omega is rare in this type of document for pre-Roman times" Mitford1 132). Τὸ σωζόμενο κομμάτι τῆς ἐπιτύμβιας στήλης ("Width 0,24m.; height 0.23m.; thickness ca. 0.09 m." κατὰ τὸν Mitford1, ὅπου περισσότερα γιὰ τὴν ἐπιγραφή) περιέχει τὴν ἀρχὴ τῶν ἑπτὰ πρώτων στίχων καὶ ἐλάχιστα ἴχνη ἀπὸ τὸν ὄγδοο. Πρῶτος διάβασε τὴν ἐπιγραφὴ ὁ Δ. Πιερίδης (βλ. α΄ ἔκδοση, Cesnola Cyprus3 428 ἀρ. 34), εὔστοχα στὰ πλεῖστα σημεῖα (βλ. κριτ. ὑπόμν.)· τὰ πρῶτα συμπληρώματα, σὲ λέξεις κυρίως τῶν ὁποίων σώζεται ἡ ἀρχή, ὀφείλονται στοὺς Cesnola3 καὶ Myres4 καὶ εἶναι πολὺ πιθανά, ἐνῶ ὁ Peek5 προχώρησε σὲ πλήρη σχεδὸν συμπλήρωση τοῦ ἐπιγράμματος, μὲ συμπληρώματα ἀβέβαια, ποὺ ὅμως δίνουν ἱκανοποιητικὸ νόημα στὸ ὅλο ἐπίγραμμα (κατὰ τὸν Mitford1, ποὺ ἐπαναλαμβάνει τὰ συμπληρώματα τοῦ Peek5 "exempli gratia", ὅπως κι ἐμεῖς): Τὴν ἐπιτύμβια στήλη μὲ τοὺς ἐλεγειακοὺς στίχους ἀφιερώνει ὁ Ἡρώιδης στὴν ἀγαπημένη του σύζυγο, τὴ Λαοδάμεια κατὰ τὸν Cesnola3 (ἴσως ὀρθῶς, βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λ.), ποὺ ἔμμεσα χαρακτηρίζεται στοργικὴ καὶ πινυτή (βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λ.). Πβ. τὸ ἐπιτύμβιο ἐπίγρ. GVI5 2005 (1/2 μ.Χ. αἰ.) γιὰ τὴν Πώμπτιλλα, μὲ μυθολογικὰ παράλληλα στοὺς στ. 22-31 (στ. 24 [Λαοδάμ]ε[ιαν], στ. 26 Ἄλκη[σ]τις).

1. Στοργῆι Λαοδάμε̣̣[ια περίκλυτος:Λαοδάμεια, κόρη τοῦ Ἄκαστου ἀπὸ τὴν Ἰωλκὸ καὶ σύζυγος τοῦ Πρωτεσιλάου σὲ διάφορες παραλλαγὲς τοῦ μύθου γιὰ τὸν πρῶτο νεκρὸ τοῦ Τρωικοῦ πολέμου (κατ' ἄλλη ὅμως παραλλαγὴ σύζυγος εἶναι ἡ Πολυδώρα: βλ. ΑΚυΓ6 1β´ 3 F19 σχόλ. σ.στ. 4-5 σ.λλ. Πρωτεσιλάου καὶ Πολυδώραν, ὅπου παραπομπὲς στὶς πηγὲς καὶ βιβλιογραφία), προβάλλει συχνὰ ὡς παράδειγμα συζυγικῆς ἀγάπης μαζὶ μὲ τὴν Ἄλκηστη καὶ τὴν Εὐρυδίκη καὶ τὴν Πηνελόπη (πβ. EGr7 277.3-4, καὶ 648.7-8 ἣ πάσας παράμειψε φιλάνδρους ἡρωΐνας, | Ἄλκηστιν πινυτῇ...). Βλ. Karényi Μυθ.8 579 κἑ., καὶ Ελλ. Μυθ.9 3. 127 κἑ. (μὲ εἰκ. 68) καὶ 5. 85 κἑ. Βλ. ἐπίσης GVI5 2005 (ἀνωτ. σχόλ. στὸ ἐπίγρ.). – Ἡ ἐδῶ πρώτη λέξη στοργῆι δὲν φαίνεται τυχαία· μ' αὐτὴν ὁ θρηνῶν σύζυγος φαίνεται νὰ περιγράφει ἔμμεσα τὴν ἀγάπη τῆς νεκρῆς συζύγου του γι' αὐτόν (βλ. καὶ ἑπόμενα). Ἴσως δὲν εἶναι τυχαία οὔτε ἡ ἀναφορὰ στὴ Λαοδάμεια ἀμέσως μετά (πρὶν ἀπὸ τὴν Ἄλκηστη, ἂν ἡ συμπλήρωση τοῦ Peek5 εἶναι ὀρθή, καὶ τὴν Εὐρυδίκη): βλ. κατωτ. στ. 3. Γιὰ τὸ περίκλυτος βλ. ἀνωτ. Ε18 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Ἑ. ἐκλέϊζεν.

   ἠδ' Ἄλκηστις: ἡ συγκινητικὴ ἱστορία τῆς Ἄλκηστης καὶ τοῦ Ἄδμητου εἶναι εὐρύτατα γνωστή, χάρις στὸν Εὐριπίδη κυρίως. Βλ. συνοπτικά, ἀνάμεσα στὰ πάμπολλα σχετικά, Kerényi Μυθ.8 398 κἑ., καὶ Ελλ. Μυθ.9 3. 135 κἑ. (μὲ «Τεκμηρί­ωση» στὴ σελ. 134 καὶ ἕνα ἐντυπωσιακὸ Ποντιακὸ παράλληλο στὴ σελ. 136).

2. πινυτὴν: συνετή (βλ. ἀνωτ. Ε23 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. πινυτὴν δέξαιο Τάκιλλαν), ἐπίθ. ἀναφερόμενο ἄμεσα στὴ σύζυγο τοῦ Ὀρφέα Εὐρυδίκην, ὅπως εὔστοχα συμπληρώνει ὁ Peek5, καὶ ἔμμεσα στὴ νεκρὴ σύζυγο τοῦ Ἡρῴδου. Βέβαιη φαίνεται ἡ ἐδῶ ἀναφορὰ τοῦ ὀνόματος Ὀρ[φεὺς (Peek5, Ὀρ̣̣[φεὺς Mitford1), καὶ εὔλογη ἡ συμπλήρωση εὐκλέϊσ' (βλ. ἀνωτ. Ε18 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Ἑλλὰς ἐκλέϊζεν) ἀνάμεσα στὰ δύο ὀνόματα. Γιὰ τοὺς μύθους Ὀρφέα καὶ Εὐρυδίκης βλ. συνοπτικὰ Kerényi Μυθ.9 521 κἑ., καὶ Ελλ. Μυθ.9 3. 293 κἑ. (μὲ εἰκ. 156)· βλ. ἐπίσης ΑΚυΓ6 1β´ 1 Τ6 σχόλ. σ.στ. 27 σ.λ. Ὀρφέα (πβ. 2 Τ2.1 κἑ., καὶ F8.4 σχόλ. σ.λ. Εὐρυδίκην), μὲ περαιτέρω βιβλιογραφία. Γιὰ τὴν ἀναφορὰ στὶς ἀρετὲς τοῦ νεκροῦ στὰ ἐπιτύμβια ἐπιγρ. βλ. ἀνάμεσα στ' ἄλλα Lattimore TGLE10 290 κἑ. (§ 81), κυρίως 293-94 (μὲ σημ. 225, ὅπου παραπομπὴ στὸν Coppola11, Rend. Acc. Lincei 7 [1931] 411-17, γιὰ τὴ σύγκριση μὲ ἀρχαῖες ἡρωίδες).

3. Ἡρώιδου: τὸ ὄνομα –συχνὸ ἀλλοῦ (βλ. LGPN12 σ.λ.)– δὲν ἀπαντᾶ, ἐξ ὅσων γνωρίζουμε, σὲ ἄλλη Κυπριακὴ ἐπιγραφή (βλ. ὅμως EpAP13 1.221.1, 1.263.12, 1.264.33 κ.ἄ., πβ. Ἀνθ. Παλ. 1.119.10 ὡς κτάνεν Ἡρῴδης ἀταλάφρονας εἰσέτι παῖδας). Σὲ κείμενα ἀναφερόμενα –ἄμεσα ἢ ἔμμεσα– στὴν Κύπρο τὸ ὄνομα ἐμφανίζεται σπάνια (βλ. ΑΚΕΠ14 Ε΄ σελ. 335, πίν.), γιὰ πρώτη φορὰ στὸν Ἰώσηπο (Ἰουδ. ἀρχ. 16.128 καὶ 18.131 = ΑΚΕΠ14 Α΄ 109.10 καὶ 10γ, γιὰ τὸν Κύπριο Φίλιο τὸν σύγγαμπρο τοῦ Ἡρώδη Ἀγρίππα τὸ δεύτερο καὶ τὸ πρῶτο γιὰ τὴν ἐκμίσθωση τῶν μεταλλείων τῆς Κύπρου στὸν Ἡρώδη τῆς Ἰουδαίας ἀπὸ τὸν Καίσαρα τὸ 12 π.Χ., γεγονότα ποὺ δύσκολα θὰ μποροῦσαν νὰ συσχετιστοῦν μὲ τὴν παρουσία τοῦ ὀνόματος Ἡρῴδης στὸ ἐδῶ ἐπίγραμμα).

   συνό[μευνος: συμπλήρωση εὔστοχη τοῦ Myres4. Πολυσύνθετο ἀπὸ τὸ σύν + ὁμοῦ + εὐνή = στρωμνή (κατ' ἀντίθεση πρὸς τὸ λέχος: ἀρχικὰ ὁ σκελετὸς τῆς κλίνης ὅπου τοποθετεῖται ἡ στρωμνή), κλίνηκοίτη (εἰδικὰ ἡ γαμήλιος ἢ συζυγικὴ κλίνη), καὶ κατοικία (ἄγνωστης ἐτυμ., βλ. Chantraine15 σ.λ. εὐνή)· ἀπαντᾶ κυρίως σὲ ἐπιγράμματα (βλ. EpAP13 2.228.1, 339.13, 620.8, 644.1 κἑ. Χαῖρε καλή, πασῶν προφερεστάτη εἵνεκα πάντων, | σεμνοτάτη συνόμευνε, καλῶν ὑπόδειγμα φιλάνδρων, κ.λπ. [πβ. πρὸς τὰ ἐδῶ ἑπόμενα], 2.481.9 ξυνόμευνος, κ.ἄ.), καὶ θηλ. συνομευνίς· πβ. σύνευνος (Πινδ. Ὀλ. 1.88, κ.ἀ., συχνὰ σὲ ἐπιγράμματα) καὶ συνευνέτης / -τις, ὅμευνος καὶ ὁμευνέτης / -τις (οἱ σὲ -ος τύποι εἶναι σχετικὰ μεταγεν.), βλ. καὶ κατωτ. στ. 5 [συνεύνωι]. Ὅλα τὰ ἀνωτ. σημαίνουν τὸν / τὴν σύζυγο, τὸν ἄντρα ἢ τὴ γυναίκα (αὐτὸν ἢ αὐτὴ ποὺ μοιράζεται τὴ συζυγικὴ κλίνη μὲ τὴν / τὸν σύζυγο). Σύνθετα μὲ τὸ εὐνή εἶναι καὶ τὰ κατευνάζω (κατευνασμός, κατευναστικός, κ.λπ.) καὶ εὐν-οῦχος (στὴν κυριολεξία: ὁ τὴν εὐνὴν ἔχων, ὁ τὴν εὐνὴν φυλάσσων, θαλαμηπόλος, ρῆμα εὐνουχίζω, κ.λπ.), ποὺ χρησιμοποιοῦνται συχνὰ καὶ σήμερα.

   [ὁδοιπόρε]: συμπλ. Peek5, εὔστοχο ἀπὸ κάθε ἄποψη, μὰ ἀβέβαιο. Στὸ β΄ ἡμιστίχιο, ἀναμένει κανεὶς τὸ ὄνομα τῆς νεκρῆς συζύγου τοῦ Ἡρώδη, ἴσως μὲ κάποιο συνοδευτικὸ ἐπίθετο. Τὸ ὄνομα Λαοδάμεια, γιὰ ὅσους πιστεύουν ὅτι σ' αὐτὴν ἀναφέρεται τὸ ἐδῶ ἐπίγραμμα, μπορεῖ νὰ συμπληρώσει τὸν στ., μετὰ τὸ ὁδοιπόρε τοῦ Peek5 (ὅπως ὅμως καὶ τὸ Εὐρυδάμεια, κ.ἄ.) ἢ μετὰ τὸ συνόμευνος, χωρὶς τὸ ὁδοιπόρε, μὲ ἕνα ἐπαινετικὸ ἐπίθ. στὸ τέλος τοῦ στ. (π.χ. φίλανδρος, πβ. EGr7 648.7: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1). Μὰ πιὸ πιθανὸ φαίνεται νὰ μὴν ἀναφέρεται τὸ παράδειγμα τοῦ στ. 1 σὲ ὁμώνυμη γυναίκα.

4. παραΐσ̣̣[σει: τοῦ παραΐσσω (Ε690 καὶ Θ98 παρήϊξεν [ἀμετάβ.], Λ615 ἵπποι γάρ με παρήϊξαν πρόσσω μεμαυῖαι [μὲ αἰτ.], Υ 414 παραΐσσοντος: μὲ τὸ α τῆς συλλ. -ρα- μακρό, ὅπως ἐδῶ), Ἀττ. παρᾴσσω, = "dart past" LSJ916, «παρέρχομαι ὁρμητικῶς, παρατρέχω δρομαίως» LSK17, προσπερνῶ, ξεπερνῶ· ἀπὸ τὸ ἀΐσσω καὶ συνῃρ. ᾄσσω καὶ ᾄττω = κινοῦμαι ὁρμητικά, ἀναπηδῶ ἢ ὁρμῶ, κ.τ.τ. (ἀβέβαιης ἐτυμ. κατὰ τὸν Chantraine15 σ.λ. ἀΐσσω, συγγ. πρὸς τὸ εἴκω κατὰ τοὺς Hofmann – Παπαν.18).

   [ὁμοφροσύνης]: συμπλ. Peek5 (ὅπως καὶ τὸ δείγμαθ'), εὔστοχο ὄχι ὅμως βέβαιο· μπορεῖ νὰ συμπληρώσει κανεὶς: δείγματα σωφροσύνης. Τὸ τελευταῖο ἀπαντᾶ συχνότατα σὲ ἐπιγράμματα. Γιὰ τὸ ὁμοφροσύνης πβ. ζ 180-4 σοὶ δὲ θεοὶ ... | ἄνδρα τε καὶ οἶκον καὶ ὁμοφροσύνην ὀπάσειαν | ἐσθλήν· οὐ μὲν γὰρ τοῦ γε κρεῖσσον καὶ ἄρειον, | ἢ ὅθ' ὁμοφρονέοντε νοήμασιν οἶκον ἔχητον | ἀνὴρ ἠδὲ γυνή («... τὸ μόνιασμα ποτὲ νὰ μὴ σᾶς λείψει | τὸ ζηλεμένο· τὶ δὲ βρίσκεται στὸν κόσμον ἄλλο τόσο | τρανὸ καλό, παρὰ τὸ σπίτι του μὲ μιὰ μονάχα γνώμη | νὰ κυβερνάει μαζὶ τὸ ἀντρόγενο», κατὰ τοὺς Καζαντζάκη – Κακριδῆ), κ.ἄ. (: ὁμο­φροσύνη = ὁμόνοια, «ἑνότης φρονήματος καὶ αἰσθημάτων», καὶ ὁμοφρονέω = «ἔχω τὸ αὐτὸ φρόνημα, τὰς αὐτὰς σκέψεις» LSK17, ἀπὸ τὸ ὁμόφρων < ὁμοῦ + φρήν, φρενός, ἀπ' ὅπου κύρια ὀνόμ. Φρονίμη καὶ Φρόντις, Ἀλκίφρων, Ἐχέφρων, Λυκόφρων, Φρανιώ, Εὐφρανείδας κ.ἄ. πολλά: βλ. Chantraine15 σ.λ. φρήν).

5. ἀρκεῖν οἱ πόσ[ις οὐ θάνατον δύνατ': πλὴν τοῦ πόσις (συμπλ. Myres4), τὰ λοιπὰ (ὅπως καὶ τὰ ἑπόμενα ἀλλὰ συνεύνωι, στὸ τέλος τοῦ στ.) ἀποτελοῦν εὔστοχο συμπλ. τοῦ Peek5, ὁ ὁποῖος ὅμως γράφει οἲ (= ἄχ, ἀλλοίμονο), ὅπως καὶ ὁ Mitford1, ἐνῶ οἱ πρῶτοι ἐκδότες γράφουν ἀρκεῖ μοι (μοί Myres4). Γράψαμε οἱ (= αὐτῇ, δοτ. ἑν. τῆς προσ. ἀντων. γ΄ προσώπου), παραβάλλοντας πρὸς τὰ Ζ 16 ἀλλά οἱ οὔ τις τῶν γε τότ' ἤρκεσε λυγρὸν ὄλεθρον καὶ δ 292 οὐ γάρ οἵ τι τάδ' ἤρκεσε λυγρὸν ὄλεθρον, Υ 289 σάκος, τό οἱ ἤρκεσε λυγρὸν ὄλεθρον (πβ. 296 οὐδέ τί οἱ χραισμήσει λ. .) καὶ 534 ὅς οἱ καὶ τότε παιδὸς ἀπὸ χροὸς ἤρκεσ' ὄλεθρον (sc. θώρηξ: 529 πυκινὸς δέ οἱ ἤρκεσε θώρηξ, πβ. Ν 371 καὶ 397 οὐδ' ἤρκεσε θώρηξ), Ὅμηρ. ὕμν. ΙΙΙ (Εἰς Ἀπόλλ.). 367-8 οὐδέ τί τοι (=σοι) θάνατόν γε δυσηλεγέ' οὔτε Τυφωεὺς | ἀρκέσει οὔτε Χίμαιρα δυσώνυμος, κ.ἄ., ὅπου τὸ ἀρκέω (Λατ. arceo) συντάσσεται μὲ δοτ. τοῦ προσ. (συχνὰ οἷ = αὐτῷ) καὶ αἰτ. τοῦ πράγμ. (ὄλεθρονθάνατον), μὲ τὴ σημασία τοῦ ἀποσοβῶ ἢ ἀποκρούω (βλ. LSJ916 / LSK17 σ.λ. ἀρκέω Ι.1, πβ. ἐπαρκέω Ι.1), ἀπ' ὅπου καὶ ἡ σημασία εἶμαι ἀρκούντως ἰσχυρός, εἶμαι ἄρκιος (Κ 304 / σ 358 μισθὸς δέ οἱ / τοι ἄρκιος ἔσται, πβ. Ο 392-3 οὔ οἱ ἔπειτα | ἄρκιον ἐσσεῖται, κ.ἄ.) ἢ ἐπαρκήςἀρκετός, ἐπαρκῶ (βλ. ὅ.π. ΙΙΙ.). Ἀπὸ τὴν ἴδια ρίζα καὶ τὰ ἄρκος, αὐτάρκης καὶ ποδάρκης, ἄρκεσις, ἀρκεσίβουλος, Ἀρκεσίλαος, κ.λπ. (βλ. Chantraine15 σ.λ. ἀρκέω), στὴν Ὀδ. καὶ Ἀρκείσιος καὶ Ἀρκεισιάδης. Γιὰ τὸ πόσ[ις] βλ. κατωτ. Ε62 σχόλ. σ.στ. 6 σ.λ. πόσιν (καὶ Ε23.6 σὸμ πόσιν).

6. καὶ φθιμένηι: συμπλ. Myres4 τὸ πρῶτο καὶ τὸ δεύτερο Peek5, ποὺ μὲ τὸ προηγού­μενο συνζῶ δίνουν νόημα πολὺ πιθανὸ γιὰ τὸ α΄ ἡμιεπὲς τοῦ στ. (κι ἁρμόζουν ἐπίσης σὲ ὀνομ. φθιμένη στὰ συμφραζόμενα, μὲ γραφὴ ἀρκεῖ μοι στὸν στ. 5). Τὸ πόλλ' ἐν ὀνείρωι στὸ β΄ ἡμιεπὲς ἀνήκει στὸν Peek5, τὸ ὁρῶν σ' ἐμᾶς (ἰδών Peek)· τὸ σύνολο δίνει νόημα εὔλογο, μὰ ἀβέβαιο· θὰ μποροῦσε ἐπίσης νὰ γράψει κανεὶς πολλὰ βλέπων ἐν ὕπνωι, πολλάκις ὕπνωι ὁρῶν (ἢ ἰδών), κ.τ.τ. (ἀλλὰ καὶ πολλὰ ὁρῶσ' [ἢ ἰδοῦσ'] ἐν ὕπνωι).

7. χαῖρε καὶ εἰ[ν Ἀΐδαο: συμπλ. Peek5· εἰ[ς Ἀΐδην? γράφει ὁ Cesnola στὴν πρώτη ἔκδοση (Cyprus3, 1877), ἐνῶ στὴ δεύτερη ἔκδοση (Atlas19, 1903) γράφει ἐν στὸ κείμενο καὶ προτείνει συμπλ. φθιμένοις στὴ σημ. του, καὶ ὁ Myres4 γράφει ἐν [φθιμένοισι (πιθανῶς εἰ[ν φθιμένοισι, πβ. κατωτ. Ε38.2 καὶ Ε39.2 χαῖρε καὶ ἐν φθιμένοις, στὸ β΄ ἡμιεπὲς τοῦ στ.). Τὸ δάμαρ φίλη, οὔποτε σεῖο τοῦ Peek5 συμπληρώνει εὔστοχα τὸ β΄ ἡμιστίχιο, μὲ τὸ οὔποτε σεῖο νὰ ἁρμόζει ἄριστα στὸ [λήσ]ε̣̣τα̣̣[ι] τοῦ ἑπόμ. στ. (βλ. κατωτ.) καὶ νὰ ἀποκτᾶ ἔτσι αὐξημένα ποσοστὰ πιθανότητας, ἐνῶ τὸ δάμαρ φίλη παραμένει ἀβέβαιο.

8. [λήσ]ε̣̣τα̣̣[ι: ἀνάγνωση – συμπλήρωση Peek5, υἱοθετούμενη ἀπὸ τὸν Mitford1. Τὸν στ. συμπληρώνει ὁ Peek μὲ τὸ εἰς ὅ κεν ᾖ, σὸς πόσις, ὅς σε ποθεῖ, ποὺ εἶναι ἄψογο ἀπὸ κάθε ἄποψη, ἀποδίδει νόημα πολὺ πιθανὸ γιὰ τὸ τέλος τοῦ ἐπιγρ., μὰ εἶναι ἀβέβαιο (καθὼς μπορεῖ νὰ συμπληρωθῆ ὁ στ. καὶ μὲ ἄλλους εὔλογους τρόπους).

  1. Mitford, T B. (1971), The Inscriptions of Kourion, Memoirs of the American Philosophical Society 83: Philadelphia.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  2. Couat, A. (1931), Alexandrian Poetry under the first three Ptolemies (324-222 B.C.), London.
  3. di Cesnola, L. P. (1877), Cyprus: Its Ancient Cities, Tombs, and Temples: A Narrative of Researches and Excavations during ten years' residence as American Consul in that Island, New York .a↑ b↑ c↑ d↑
  4. Myres, J. L. (1914), Handbook of the Cesnola Collection of Antiquities from Cyprus, New York.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  5. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑ p↑
  6. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑
  7. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.a↑ b↑
  8. Kerenyi, K. (1974), Ἡ Μυθολογία τῶν Ἑλλήνων, Ἀθῆναι.a↑ b↑
  9. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .a↑ b↑ c↑ d↑
  10. Lattimore, R. (1942), Themes in Greek and Latin Epitaphs, Urbana.
  11. Coppola, G. (1931), L'Heroon di Atila Pomptilla in Cagliari, Rend. Acc. Lincei 7: 388-437.
  12. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.
  13. Cougny, E. (ed.) (1890), Epigrammatum Anthologia Palatina..., Vol. ΙΙΙ, Paris.a↑ b↑
  14. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑
  15. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑
  16. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑
  17. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑
  18. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .
  19. di Cesnola, L. P. (1885-1903), A Descriptive Atlas of the Cesnola Collection of Cypriote Antiquities in the Metropolitan Museum of Art, New York, Vols. I-III2, Boston (vol. 1) - New York.