You are here

E26

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

3      Τύμβε, τίνος τόδε σῆμα ; τεὰν ὑπὸ λισσάδα  κε[ῖται]1,2
             τίς, φράσον, οἰκτροτάταν μοῖραν3 ἐνεγκάμενο[ς]; 
        Δημῶναξ , Σαλαμὶς ὃν ἐθρέψατο παῖδα φέριστον4
             ἐμπορίαις , πικρὸν δ' εἰς Ἀχέροντ' ἔμολεν5
5      πόντον ἐπιπλώσας  ἁλιμυρέα καὶ πολυκλαύτωι 
             ματέρι καὶ γενέται στυγνὰ λιπὼν6  δάκρυα7·
        οὐχ ἧψαν φῶς γὰρ8  τὸ γαμήλιον οὐδ' ὑμέναιον9
             ἔκλαγον , ἀλλὰ γόους ὀκτακαιεικοσέτους10.
        οὐ κακός ἐστ' Ἀίδας· πάριθι11, ξένε, «χαῖρε» προσείπας12 ,
10         κοινὸς13 ἐπεὶ14 θνατοῖς ὁ πλόος εἰς φθιμένους 

  1. 1-2 κε[ῖται] et ἐνεγκάμενο[ς] plerique (sine symb. crit. epigr. edd. Sch. Peek2 et Hadj.) ‖
  2. vv. 1-2 sic primus interp. Sch., et post eum plerique: Τύμβε ... κε [ῖται]; | Τίς φράσον ... ἐνεγκάμενο[ς]; Pier., cf. LBW et Sak.; sine interp. v. 1 ed. Mill.‖
  3. σῆμα omnes: num σᾶμα? (vid. adnot. s.v.) ‖ μοῖραν plerique: μοίραν Pier. Cou.
  4. 3-4 φέριστον | ἐμπορίαις, interpunximus; φέριστον | ἐμπορίαις· LBW et Sak.: φέριστον, | ἐμπορίαις plerique
  5. 4 ἔμολεν (sine interp.) scripsimus; ἔμολεν, plerique: ἔμολεν. Pier.
  6. 6 λιπὼν omnes: num λίπεν? (vid. infra s.v.) ‖
  7. δάκρυα· plerique: δάκρυα. Pier. Sch. Cou.
  8. 7 φῶς γὰρ Pier. Cou. (sic in lap., vid. Peek1 et PRM ad loc.): γὰρ φῶς cett.
  9. 7-8 interp. alii aliter (vid. adnot. ad loc.)
  10. 8 ὀκτακαιεικοσέτους plerique (ὀκταεικοσέτους Sak.); ὀ[κ]τακαιεικοσέτους Kaib.: ὀκτακαιεικοσέτει Sch.
  11. 9 οὐ κακός ἐστ' Ἀίδας· πάριθι, leg. LBW Sak. (κακὸς) et multi post eos (κακός Kaib. Cou. Peek, κακὸς ἔστ' Hadj.; πάρι[θ]ι Mill. Kaib. PRM, cf. ΟΥΚΑΚΟΣΕΣΤΑΙΔΑΣΠΑΡΙΟΙ in apogr. Pier.); οὐ κ. ἔστ' Ἀίδας; Peek2 PRM: οὐ κ. ἔσται δ' ἀσπασμὸς, Egger apud Vog. (pp. 442-43) et apud Hagen (p. 369); οὐκ ἄκος ἔσται δ' ἀσπάριοι, Pier. (-ιον, scr. Hagen); οὐκ ἄκος ἔσται δ' , ὡς παριὼν, Sch. ‖
  12. προσείπας Mill., it. LBW et omnes post eos: προσεῖπας Pier. Sch.; προσεῖπαι Egger apud Vog. et Hagen (προσείπας, plerique; προσεῖπαι– Egger apud Hagen; sine interp. Pier. et Hadj.
  13. 10 κοινὸςvulgo: κοινὸν PRM ‖
  14. ἐπεὶ vulgo: ἐπε (= ἐπεὶ, vid. apogr.) Pier., ἔπε (et φθιμενούς) scr. Hagen.

Τύμβε, τίνος ἐτούτη ἡ στήλη; στὴν πλάκα σου ἀποκάτω κείτεται

    ποιός, πές, οἰκτρότατη τὴ μοίρα φέροντας;

Ὁ Δημώνακτας, ἡ Σαλαμίνα τὸν ὁποῖον ἀνέθρεψε τέκνο λαμπρὸ

    στὰ ἐμπορικά, μὰ στὸν πικρὸν Ἀχέροντα ἔφτασε

τὸν πόντο διαπλέοντας τὸν ἁλμυρό καὶ στὴν πολύκλαυτη

     τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα δάκρυα ἀφήνοντας στυγνά·

γιατὶ δὲν ἄναψαν γαμήλιο φῶς οὔτε τραγούδι γάμου

     βροντολάλησαν, μὰ μοιρολόγια ὀκτὼ καὶ εἴκοσι χρονῶν.

Δὲν εἶν' κακὸς ὁ Ἅδης· προσπέρνα, ξένε, «χαῖρε» ὅντας πεῖς,

     γιατὶ γιὰ τοὺς θνητοὺς κοινὸς ὁ πλοῦς στοὺς πεθαμένους.

Σχόλια: 

Ἐπίγραμμα ἐπιτύμβιο τοῦ 2ου αἰ. π.Χ. (βλ. Peek1,2, Χατζηιωάννου3 καὶ PRM4, πβ. ὅμως De Vogüé5 καὶ Kaibel6) γιὰ τὸν Δημώνακτα τὸν Σαλαμίνιο, ἔμπορον εἰκοσι­οκτάχρονο. Εἶναι χαραγμένο πάνω σὲ πλάκα ἀπὸ λευκὸ μάρμαρο (ὕψους 23, μήκους 28 καὶ μέσου πάχους 5 ἑκ., κατὰ τὸν Δ. Πιερίδη), ποὺ βρέθηκε στὸν Ἅγιο Σέργιο κοντὰ στὰ ἐρείπια τῆς Σαλαμίνας καὶ ἔφτασε ἀμέσως στὰ χέρια τοῦ Πιερίδη (βλ. εἰσαγ. σημ. LBW7, πβ. PRM4), ὁ ὁποῖος καὶ παρουσιάζει πρῶτος τὴν ἐπιγραφή, μὲ ἀπόγραφο σὲ κεφαλαιογράμματη γραφὴ καὶ κείμενο (μαζὶ μὲ τρεῖς ἄλλες ἐπιγραφές), σὲ ἐπιστολή του ἡμερομηνίας 25 Δεκ. 1865 πρὸς τὸν κόμητα DE VOGÜÉ5, ποὺ δημοσιεύει στὸ RA 13 (1866) 437-43 αὐτούσια τὴν ἐπιστολὴ τοῦ Δ. Πιερίδη (σσ. 437-41) προσθέτοντας δικές του παρατηρήσεις καὶ μεταφράσεις (σσ. 441-43), μαζὶ μὲ τὴν ἄποψη τοῦ Egger8 γιὰ τὸν στ. 9 (σσ. 442-43). Τὸ συγκείμενο ἀπὸ 5 ἐλεγειακὰ δίστιχα ἐπίγραμμα εἶναι ἀξιόλογο τόσο ἀπὸ ἄποψη περιεχο­μένου (μὲ ἰδιαίτερα ἀξιοσημείωτο τοῦ οὐ κακός ἐστ' Ἀίδας τοῦ στ. 9) ὅσο καὶ ἀπὸ ἄποψη μορφῆς: μέτρο ἄψογο (μὲ ἀνεπαίσθητη ἴσως ἀδυναμία στὴ θέση κάποιων τομῶν σὲ σχέση μὲ τὸ νόημα), ὕφος γλαφυρὸ καὶ ζωντανό (μὲ ἔντονο διάλογο: βλ. καὶ ΕΚυΕ9 5.2ε΄), γλώσσα Κυπριακή (ὁμοιόμορφη, μὲ ἐξαίρεση τὸ σῆμα: ἀντὶ σᾶμα στὸν στ. 1 [βλ. ΑΚΕΠ3 Δβ΄ 98], ποὺ δὲν ἀποκλείεται ὅμως νὰ ὀφείλεται στὸν χαράκτη κι ὄχι στὸν ποιητή (βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λ.).

1. Τύμβε, τίνος τόδε σῆμα: πβ. ἀνωτ. Ε4.1 Γλευκίτα τόδε σᾶμα (βλ. σχόλ. σ.λ. τόδε σᾶμα, γιὰ τὴ φράση καὶ τὴ σημασία τῶν ὅρων σῆμα / σᾶμα, τύμβος κ.τ.τ.) καὶ κατωτ. Ε42.1 Εὐοδίας τόδε σῆμα (στὴν ἀρχὴ τοῦ στ., ὅπως ἐδῶ), πβ. ἐπίσης κατωτ. Ε62.1 π]α̣̣ρὰ κλυτὸν εἵσατο σῆμα | καὶ Ε63.1 ὑπὸ σ]άματι τῶιδε τ[έθαπται] |. Ὁ οἰκεῖος στὴν Κυπριακὴ τύπος σᾶμα (καὶ σᾶμαν: ICS10 338) θὰ ἅρμοζε περισσότερο ἀπὸ τὸν τύπο σῆμα ἐδῶ (βλ. στ. 1 τεάν, στ. 2 οἰκτροτάταν, στ. 6 ματέρι καὶ γενέται, στ. 9 Ἀίδας καὶ στ. 10 θνατοῖς [βλ. ΑΚΕΠ3 Δβ΄ 98], πβ. στ. 5 ἐπιπλώσας κ.λπ.), ὥστε νὰ διερωτιέται κανεὶς μήπως αὐτὸς ἀποτελεῖ τὴν ἀρχικὴ γραφὴ τοῦ ποιητῆ· πβ. Ε63.1 (Κίτιο, 2ος αἰ. π.Χ.) σ]άματι τῶιδε, ἀλλὰ Ε62.5 (Σόλοι, 2ος αἰ. π.Χ.) κλυτὸν... σῆμα (ἐνῶ πτόλις ἅδε στὸν στ. 3) καὶ Ε42.1 (Σόλοι, μετὰ τὰ τέλη τοῦ 2ου αἰ. μ.Χ. ὅμως) τόδε σῆμα: ἡ εὔλογη ὑπόθεση ὅτι ὁ τύπος σῆμα ἐδῶ ὀφείλεται στὸν χαράκτη κι ὄχι στὸν ποιητὴ τοῦ ἐπιγράμματος, δὲν μπορεῖ ἑπομένως νὰ ἀποκλειστῆ. Ἀντίθετα, μπορεῖ εὔλογα νὰ ἀποκλειστῆ ἡ ἀρχικὴ στίξη τοῦ κειμένου ἀπὸ τὸν Πιερίδη μὲ ἐρωτηματικὸ στὸ τέλος τοῦ στίχου (ἀντὶ μετὰ τὴ λέξη σῆμα), ποὺ ἐπανέφεραν οἱ LBW7 (πβ. καὶ Hagen8, ποὺ ἀφήνει χωρὶς σημεῖο στίξεως τὸν στ. 1): ὑποκείμενο τοῦ ὑπὸ λισσάδα κε[ῖται] στὸν στ. 1 δύσκολα μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ τὸ σῆμα (καὶ νὰ υἱοθετηθῆ ἡ μετάφραση τοῦ κόμητα De Vogüé5 "O tombe! de qui cette pierre recouvre-t-elle le monument?"). Βλ. καὶ ἑπόμενο λῆμμα.

λισσάδα: ὀνομ. λισσάς = γυμνή, λεία, ἀπότομη πέτρα (βράχος), θεωρούμενο συνήθως ὡς ἀνωμ. θηλ. τοῦ ἐπιθ. λισσός (βλ. LSJ911 / LSK12 σ.λ., πβ. σ.λ. λίς, ἡ: λεία), ποὺ προσδιορίζει κατὰ κανόνα τὸ οὐσ. πέτρα: Ἀνθ. Παλ. 10.10.1 ἱερῆς ἐπὶ λισσάδος, ἀλλὰ λισσάδα πέτραν GVI1 1918.13 (Κρήτη, 2/1 αἰ. π.Χ.), πβ. Αἰσχ. Ἱκέτ. 794 λισσὰς αἰγίλιψ πέτρα καὶ Εὐρ. Ἀνδρ. 533 λισσάδος ὡς πέτρας, πβ. ἐπίσης Ἀνθ. Παλ. 15.25.11 λισσαῖσιν ἀμφὶ δειράσιν (ὁμαλὸ θηλ. ἐπίθ. λισσή, μὲ οὐσ. δειράς, ἀντὶ τοῦ πέτρα). Ἐδῶ σαφῶς σημαίνει τὴ γυμνὴ καὶ λεία σκληρὴ ταφόπλακα ("of a tombstone" LSJ911 σ.λ. λισσάς), δηλώνοντας εὔστοχα τὴν παγερὴ ἀτμόσφαιρα θανάτου («στὴ γύμνια σου ἀποκάτω» μεταφράζει ὁ Χατζηιωάννου3). Ἡ λέξη ἀνήκει στὴν ἴδια οἰκογένεια μὲ τὰ λίς, λιτός, λίσσωμα κ.λπ. (βλ. Chantraine13 σ.λ. 2 λίς: "lisse", πβ. LSK12 σ.λ. καὶ Hofmann – Παπαν.14 σ.λλ. λίς, λίσπος, λιτός), ἴσως καὶ μὲ τὸ β΄ συνθ. τοῦ αἰγί-λιψ: πβ. τὸ τοῦ Αἰσχύλου λισσὰς αἰγίλιψ πέτρα καὶ τὸ τοῦ Ὁμήρου κατ' αἰγίλιπος πέτρης στὸ Ι 15 πρὸς τὸ τοῦ Ἡσυχίου λίψ· ἐπιθυμία. πέτρα ἀφ' ἧς ὕδωρ στάζει. Τὸ Ι 15 αἰγίλιπος πέτρης μαρτυρεῖ ὅτι ἤδη στὸν Ὅμηρο ἡ –πιθανῶς ἀρχικὴ– σημασία τοῦ β΄ συνθ. τῆς λέξεως αἰγίλιψ (= ἡ αἰγὸς πέτρα, ἡ ὑπὸ αἰγὸς μόνον προσπελαζομένη πέτρα, ὁ ἀπότομος βράχος) δὲν γινόταν ἀντιληπτή, ἀλλὰ κατανοούμενη ὡς ἐπίθ. μὲ β΄ συνθ. τὸ θέμα λιπ- τοῦ λείπω (= ὁ καὶ ὑπὸ τῆς αἰγὸς ἐγκαταλελειμμένος, λίαν ἀπότομος) συναπτόταν μὲ τὸ οὐσ. πέτρα (πβ. καὶ εἰνάνυχες... νύκτας στὸ Ι 470, μολονότι ἀναντίρρητα τὸ νύκτας εἶναι τὸ β΄ συνθ. τοῦ εἰνάνυχες). Στὰ ἀνωτ. παραδείγματα τὸ λισσάς σαφῶς χρησιμοποιεῖται χωρὶς ἐτυμ. συσχέτιση μὲ τὸ λίψ, μὲ ἀποκορύφωμα τὸ τοῦ Αἰσχύλου λισσὰς αἰγίλιψ πέτρα. (Πβ. Comm. Il.15 στὸ Ι 15 αἰγίλιψ.)

2. οἰκτροτάταν μοῖραν ἐνεγκάμενο[ς]: βλ. ἀνωτ. Ε3 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. μο̣̣ῖραν ἔχων μὲ παραπομπὲς καὶ ἐτυμ. – ἑρμην. ἀνάλυση τοῦ μοῖρα), πβ. κατωτ. Ε31 σχόλ. σ.στ. 4. Ἡ φράση οἰκτροτάτη μοῖρα ἀπαντᾶ κ.ἀ. σὲ ἐπιτύμβια ἐπιγράμματα (βλ. Ἀνθ. Παλ. 8.63 κ.ἄ.).

3. Δημῶναξ: μὲ β΄ συνθ. τὸ Ϝάναξ (πβ. ἀνωτ. Ε22.2 Σωσιάναξ καὶ κυρίως Ε19.1 Ἀριστ>ώ<νακτος μὲ σχόλ.), ἐκ τοῦ ΔημοϜάναξ (πβ. ICS10 121 ἈριστοϜάναξ, 150 Τιμο­Ϝάνακτος καὶ 162b Τιμοάνακτος), θηλ. Δημώνασσα (ἡ γνωστὴ βασίλισσα καὶ νομο­θέτρια τῆς Κύπρου, βλ. σχετικὸ κεφ. ἑπόμ. τόμου). Περιφανὴς εἶναι ὁ ὁμώνυμος Δημῶναξ ὁ Κύπριος φιλόσοφος (βλ. ΑΚΕΠ3 Γα΄ 68 κἑ., καὶ κατωτ. ΑΚυΓ616).

3-4. παῖδα φέριστον | ἐμπορίαις: πβ. Ὁμηρ. ὕμν. IV (Εἰς Ἑρμ.). 208 παῖδα... φέριστε (βλ. καὶ ἀνωτ. Ε13 σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. Παφίων [βασιλῆα φέριστον]: τὸ φέριστος συνδέεται μὲ τὴν ἰδέα τοῦ κύρους), EGr6 466.1 [Γαῖα κατ' ἐμπ]ορίην σ' ἐλθόντα πο[τ' ἥ]δε κέκευθ[εν], GVI1 349 Κρὴς γενεὰν Βρόταχος Γορτύνιος ἐνθάδε κεῖμαι, | οὐ κατὰ τοῦτ' ἐλθών, ἀλλὰ κατ' ἐμπορίαν, κ.τ.τ. (ἐμπορία, συχνὰ Ἰων. ἐμπορίη, εἶναι γενικὰ τὸ ἐμπόριο, οἱ συναλλαγές, ἡ ἐνασχόληση μὲ μεταφορὲς προϊόντων, κυρίως καὶ εἰδικὰ μέσω θαλάσσης, γιατὶ αὐτὲς ἦταν οἱ πιὸ ἀξιόλογες μεταφορές, κι αὐτοὶ ποὺ τὶς ἐκτελοῦσαν θεωροῦνταν οἱ πιὸ ριψοκίνδυνοι καὶ ἱκανοὶ ἔμποροι: βλ. π.χ. Ἡρόδ. 3.139, Πλάτ. Πολ. 371a, Ἀριστοτ. Πολ. 1258b). Τὰ παράλληλα χωρία φαίνονται νὰ ὁδηγοῦν στὴ σύνδεση τοῦ ἐδῶ ἐμπορίαις μὲ τὰ ἑπόμενα μᾶλλον (κατὰ τὴ συνήθη στίξη τοῦ κειμένου: ...φέριστον, | ἐμπορίαις πικρὸν δ' εἰς Ἀχέροντ' ἔμολεν) παρὰ μὲ τὰ προηγούμενα (φέριστον | ἐμπορίαις· πικρὸν δ' εἰς Ἀ. . LBW7). Προτιμήσαμε ὅμως τὴ στίξη μὲ κόμμα μετὰ τὸ ἐμπορίαις (πβ. GG2 194.4 καὶ μητρός, στυγνὴ δ' εἰς Ἀχέροντ' ἔμολες), καὶ γιατὶ δίνει ἄριστο νόημα (: τέκνο λαμπρὸ στὰ ἐμπορικά, στὸ θαλάσσιο ἐμπόριο) καὶ γιατὶ τὸ ἐδῶ –μ' αὐτὴ τὴ στίξη– ὑπερβατὸ σχῆμα βρίσκει στήριγμα στὸ κε[ῖται] | τίς, φράσον, οἰ. μ. ἐνεγκάμενο[ς]; (στ. 1-2, πβ. καὶ στ. 5-6 πολυκλαύτωι | ματέρι καὶ στ. 7-8 ὑμέναιον | ἔκλαγον,) καὶ γιατὶ ἑρμηνεύεται ἔτσι καλύτερα ἡ θέση τοῦ δ' μετὰ τὸ πῑκρὸν ἀντὶ μετὰ τὸ ἐμπορίαις (ἐμπορίαις δὲ πικρὸν εἰς Ἀ. ., μὲ τὸ πῐκρὸν νὰ κλείνει τὸ α΄ ἡμιεπὲς τοῦ πεντάμετρου στίχου καὶ τὴ συλλ. πι- βραχύχρονη κατὰ correptionem Atticam πιθανή, πβ. EGr6 640.6 πῐκρὸν καὶ 218.7 πῐκράν). Πβ. καὶ ἀνωτ. Ε22.1-2 τίκτε δὲ μάτηρ | Νικώ, Σωσιάναξ δ' ἦ̣̣[ε]ν ἐμὸς γενέτας (σχῆμα ὑπερβατόν, στίξη στὴν ἴδια θέση, θέση τοῦ δ' ). Γιὰ τὸν στ. 4 –κυρίως τὸ Ἀχέροντ'– βλ. ἀνωτ. Ε23 σχόλ. σ.στ. 5 σ.λ. στυγερὴν [δὸν εἰ]ς Ἀχέροντος.

5. πόντον ἐπιπλώσας: ἡ φράση Ὁμηρική· βλ. Γ 47 (πβ. Ζ 291 κ.ἄ.) καὶ Εὐστάθ. ad loc. πόντον ἐπιπλώσας ἤγουν ἐπιπλεύσας (...) τὸ δὲ ἐπιπλώσας γίνεται μὲν ἐκ τοῦ πλώω (...) εὕρηται δὲ ἀλλαχοῦ ἐπιπλώς κατὰ ἀποκοπήν κ.τ.τ., πβ. Σοῦδ. σ.λ. Ἐπιπλώσας· ἐπιπλεύσας, καὶ Ἐπιπλώς, παρ' Ὁμήρῳ καὶ Ἡσύχ. σ.λ. ἐπιπλώσας· πλεύσας. Τὸ ἐπίθ. ἁλιμυρέα, προσδ. τοῦ πόντον ἐδῶ, σημαίνει κατὰ τοὺς LSJ9[bib1116][/bib] σ.λ. ἁλιμυρής Ι.2 "salt-surging" καὶ Ἀνθ. Πλαν. [16.]180.1 ἁλιμυρέος ἀφροῦ, "of the flowing sea": "salzigen Schaume", κατὰ τὴ μετάφρ. Beckby): «ἁλμυρός» κ.τ.τ. (πβ. «στοῦ πόντου τὴν ἁρμύρα» Χατζηιωάννου3, «océan marin» PRM4, «sur les flots de la mer» De Vogué5· στὴν κυριολεξία «στὴ φουσκοθαλασσιά» ἢ «στὸν γεμάτο ἁλάτι πόντο», ἐνῶ γιὰ ποταμὸ δηλώνει αὐτὸν ποὺ χύνεται στὴ θάλασσα, κ.ο.κ.: βλ. LSJ911 σ.λλ. ἁλιμυρήεις καὶ ἁλιμυρής, Chantraine13 σ.λ. μύρομαι, καὶ κατωτ. Ε27 σχόλ. σ.στ. 5). Πρὸς τὸ ἐδῶ πόντον ἐπιπλώσας ἁλιμυρέα πβ. τὸ ι 227 ἐπιπλεῖν ἁλμυρὸν ὕδωρ· γιὰ ω στὴν Κυπριακὴ πβ. ἀνωτ. Ε5.2 μώσας καὶ ΑΚυΓ17 1β´ 169-70] σημ. 155 καὶ 7 F1 σχόλ. σ.στ. 9 [στ. 5] σ.λ. μωσοπόλε (ἀντὶ ου ἐκεῖ).

5-8. Γιὰ τὸ θέμα τοῦ πρόωρου θανάτου βλ. ἀνωτ. Ε19 (εἰσαγωγικὴ σημ. καὶ σχόλ. στοὺς στ. 3-4) καὶ κατωτ. Ε31 (σχόλ. σ.στ. 5 κἑ.).

6. λιπὼν: ἔτσι στὴν ἐπιγραφὴ καὶ σ' ὅλες τὶς ἐκδόσεις, πολλὰ δὲ παράλληλα χωρία συνηγοροῦν (πβ. π.χ. κατωτ. Ε28.3 γοερὰς ὀδύνας τοκέεσσι λιποῦσα | καὶ Ε.31.6 [δάκρυα] κ̣̣αὶ τυπετῶν λυγρὰ λιπὼν ἄχεα | [βλ. σημ.], GVI1 714.4 μητρὶ λιπὼν δάκρυα |, κ.τ.τ.). Ἁρμόζει ὅμως καλύτερα ἐδῶ ὁριστικὴ λίπεν: ἔμολεν |π. . . καὶ π. | μ. κ. γ. σ. λίπεν δάκρυα (πβ. EGr6 224.3-4 τοκεῦσιν | δυστήνοις ἔλιπον δάκρυα, GVI1 977-3 λυγρὰ δ' ἐμῷ γενέτᾳ πένθη λίπον, κ.ἄ.)· διερωτιόμαστε λοιπὸν μήπως ἔχουμε ὄντως ἐδῶ σφάλμα τοῦ χαράκτη.

7. φῶς γὰρ: ἔτσι στὴν ἐπιγραφὴ (βλ. ἀπόγρ. Πιερίδη5, πβ. σημ. Peek11 καὶ PRM4 σ.λ.). Τὴ γραφὴ ἔχουν υἱοθετήσει μόνον οἱ Πιερίδης5 καὶ Cougny18. Οἱ λοιποὶ γράφουν γὰρ φῶς, κατὰ τὴν κανονικὴ ἐκφορὰ τοῦ γάρ (μετὰ τὴν πρώτη λέξη τῆς ἑνότητας), θεωρώντας προφανῶς ὡς σφάλμα τοῦ χαράκτη τὴ σειρὰ φῶς γὰρ στὴν ἐπιτύμβια πλάκα. Δὲν λείπουν ὅμως ἀπὸ τὴν ποίηση καὶ τὸν πεζὸ λόγο τὰ ἀνάλογα πρὸς τὸ ἐδῶ παραδείγματα· πβ. π.χ. CEG219 659.3 ]αται· εἴς τε θεοὺς γά[ρ] |, 631.4 [λυσό]μεθ'· ἦ μάλα γὰρ [σὴμ φ]ύσιν ἠγασάμην, κ.τ.τ., κυρίως ὅμως βλ. ἀνωτ. Ε1.11 οὐκ ἂν ὁ Φαιάκων γὰ[ρ ἄναξ τόσον ἤρατο κῦ]δος (στὴν κανονικὴ θέση του τὸ γὰρ μετὰ τὴν πρώτη λέξη: ἀνωτ. Ε6.3, Ε8.3, Ε17.4, Ε23.2 καὶ κατωτ. [Ε31.3,] Ε33.3 καὶ 5, Ε40.4).

7-8. οὐδ' ὑμέναιον | ἔκλαγον: πβ. GVI1 1243.5-6 οὐδ' ὑμέναιον | ᾖσέ τις (κ.τ.τ.) καὶ EGr6 877b.3-4 αὐδὰν | ἔκλαγον (κ.τ.τ.). Γιὰ τὸ κλάζω βλ. LSJ911 σ.λ. (πβ. Ἡσύχ. σ.λλ. κλάζων, κλάζοντες, ἔκλαγξαν), γιὰ τὴν ἐτυμ. Chantraine13 σ.λ. κλαγγή. Γιὰ τὴ λειτουργία τῶν ἀντιθέσεων στὸ ἐπίγρ. βλ. ΕΚυΕ9 5.3β΄.

9. Στὴν ἐπιγραφὴ ΟΥΚΑΚΟΣΕΣΤΑΙΔΑΣΠΑΡΙΘΙΞΕΝΕΧΑΙΡΕΠΡΟΣΕΙΠΑΣ: -ΠΑΡΙΟΙ- στὸν Πιερίδη5, βλ. καὶ Kaibel6 καὶ PRM4 πάρι[θ]ι μὲ τὶς σημειώσεις τους: "ΠΑΡΙΟΙ post infandos aliorum labores correxit Miller Rev. archéol. 1866 ΙΙ 62" Kaibel6 καὶ "ΠΑΡΙΟΙ: πάρι[θ]ι, Miller, Rev. Arch. 1866, II, p. 62", PRM4· ἀλλὰ βλ. LBW7 σημ. σ.λ. πάριθι: "L'explication de la neuvième ligne (...) est due à Miller (...). Depuis, M. De Vogüé a examiné de nouveau l'estampage et a reconnu qu'il y a bien ΠΑΡΙΘΙ". Μιὰ ἄλλη δυσκολία ὀφειλόμενη στὴ δυνατότητα διάφορου χωρισμοῦ τῶν γραμμάτων τῆς ἐπιγραφῆς σὲ λέξεις ἔχει ἤδη ἀντιμετωπιστῆ μὲ ἐπιτυχία: Ὁ Δ. Πιερίδης5 διάβασε οὐκ ἄκος ἔσται δ' ἀσπάριοι, ξένε, χαῖρε προσεῖπας (ἀσπάριον Hagen8, δ' ὡς παριὼν Schädel20), καὶ ὁ Eggel8 μὲ ἐπιφύλαξη πρότεινε οὐ κακὸς ἔσται δ' ἀσπασμός, ξένε, χαῖρε προσεῖπαι (βλ. De Vogüé5 σσ. 442-43), διαβάζοντας ἔτσι ὀρθὰ οὐ κακὸς στὴν ἀρχὴ τοῦ στίχου, γιὰ νὰ ὁλοκληρώσει ὁ Miller21 (βλ. καὶ ἀνωτ. σημ. Kaibel6 καὶ PRM4) γράφοντας οὐ κακός ἔστ' Ἀίδας, πάριθι, ξένε, χαῖρε προσείπας (προσειπάς Philologus 25 [1867] 3728). Ἡ στίξη τοῦ ἐδῶ κειμένου ὅμως ἐξακολουθεῖ νὰ προβληματίζει. Ἔτσι, οἱ PRM4, Kaibel6, Cougny18 καὶ Χατζηιωάννου3 στίζουν μὲ ἄνω τελεία μετὰ τὸ Ἀίδας (οὐ κακός ἐστ' Ἀίδας·), ὅπως καὶ ὁ Peek1,2 στὸ κείμενο τῆς πρώτης ἔκδοσής του (GVI1 1833), ἐνῶ στὴν ἐκεῖ σχετικὴ σημ. του διερωτιέται μήπως πρέπει νὰ διαβαστῆ ἡ φράση μὲ ἐρωτηματικὸ στὸ τέλος (GVI1 1833. 9, σελ. 694: "οὐ κακός ἔστ' Ἀίδας;") καὶ στὴ δεύτερη ἔκδοσή του (GG2 425) γράφει οὐ κακός ἔστ' Ἀίδας; καὶ μεταφράζει "Ist Hades nicht ein arger Gott?" (ἐρώτηση ρητορική), ἀκολουθούμενος ἀπὸ τοὺς PRM4 στὴν πρόσφατη ἔκδοση τοῦ ἐπιγράμματος (TSal24 191, μὲ μετάφραση: "Hadès n'est-il pas cruel?"). Ὁ Miller21 στὸ σχετικὸ ἄρθρο του σημειώνει ἀνάμεσα στ' ἄλλα πὼς στὰ κείμενα καὶ στὶς παραστάσεις τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, μὲ τὴν ἠχὼ τῆς Πλατωνικῆς φιλοσοφίας καὶ τὶς ἀντιλήψεις γιὰ μεταθανάτια ζωή, ὁ Ἅδης ἀντιμετωπίζεται μὲ ἄλλο πνεῦμα (συνδεόμενος ἐτυμολογικὰ μὲ τὸ ρ. οἶδα), ὥστε νὰ ἐμφανίζονται στίχοι ὅπως αὐτοὶ τοῦ Λεωνίδα (Ἀνθ. Παλ. 7.472.5-6 μικρή σευ ζωὴ τεθλιμμένη· οὐδὲ γὰρ αὐτὴ | ἠδεῖ', ἀλλ' ἐχθροῦ στυγνοτέρη θανάτου) καὶ κυρίως ὅπως αὐτὸς ποὺ δημοσιεύει ὁ Böckh (CIG22 I ἀρ. 1067 = EGr6 462[c].14): σοὶ δὲ χάρις, Πλουτεῦ, ἀκάκῃ θεῷ (εἵνεκα μοίρης στὴ συνέχεια τοῦ στίχου). Μιὰν ἄλλη ἐξήγηση δίνει ὁ Χατζηιωάννου3 (Δβ΄ 98, σελ. 161): "ὁ νεκρός, ποὺ βρίσκεται πιὰ στὸν Ἅδη, δὲν θὰ ἤθελε φυσικὰ νὰ κατηγορηθῆ ὁ Ἅδης ὡς κακός. Ἐκεῖνος ποὺ φταίει καὶ τὸν ἔστειλε στὸν Ἅδη εἶναι «ἡ θλιβερώτατη μοῖρα του» ὅπως τὸ λέει στὸν δεύτερο στίχο. Ἑπομένως ὁ Ἅδης δὲν εἶναι κακός, κακιὰ εἶναι ἡ μαύρη του ἡ μοῖρα". Πβ. EGr6 300.1 οὐ τὸ θανεῖν ἐστι κακόν· ἐπεὶ τό γε μοῖρ' ἐπέκλωσεν. (Πβ. ἐπίσης ἀνωτ. Ε23.3 κἑ. μὲ σχόλ. σ.στ. 5 καὶ κατωτ. Ε28.4, Ε34.1 κἑ., Ε40.5-6, Ε42.3-4.) Ἀξίζει νὰ ἀναφέρει κανεὶς τὸν σχετικὸ συλλογισμὸ τοῦ Ζήνωνα τοῦ Κιτιέα (τὸν ὁποῖο παραθέτει ὁ Σενέκας, Ἐπιστ. 82.7 = ΑΚΕΠ3 Ε΄ 81): Nullum malum gloriosum est; mors autem gloriosa est; mors ergo non est malum (: «Κανένα κακὸ δὲν εἶναι ἔνδοξο· ὁ θάνατος ὅμως εἶναι ἔνδοξος· ἄρα ὁ θάνατος δὲν εἶναι κακό»).

πάριθι, ξένε, «χαῖρε» προσείπας: πβ. κατωτ. Ε28.5 (Ε38.2, Ε39.2, Ε41.5, ἀνωτ. Ε24.1), EGr6 103.5 πάριθι, ξένε καὶ 7 προ[φωνή]σας ὄνομα κλυτὸν ἔννεπε χαίρειν, κ.τ.τ. Τὸ ΠΡΟΣΕΙΠΑΣ τῆς ἐπιγραφῆς σαφῶς πρέπει νὰ διαβαστῆ ὡς μετοχή, κι ἔτσι διαβάζουν μετὰ τὸν Miller21 οἱ LBW7 καὶ μετ' αὐτοὺς ὅλοι οἱ ἐκδότες (προσεῖπας [ὁριστ.] γράφουν οἱ Πιερίδης5 καὶ Schädel23, προσεῖπαι [ἀπαρέμφ.] προτείνει μὲ πολλὲς ἀμφιβολίες ὁ Egger8· πβ. καὶ τὴ σχετικὴ διχογνωμία –μεταξὺ εἴπας καὶ εἶπας– στὸ Ε28.5, κατωτ. [βλ. σχόλ.]).

9-10. Πβ. GVI1 1066.7-8 ταῦτα μαθὼ̣̣ν ξένε, πεῖνε, τρύ̣̣[φα, κ]ώ̣̣μαζε, μυρίζου· | κοινὰ γάρ ἐστι [βροτ]οῖς ταῦτα τὰ συνθέματα (1905.14-15 μηδεὶς δ' ἐν πλούτῳ τυφωθεὶς [γαῦ]ρ̣̣α φρονείτω, | πᾶσι γὰρ εἷς ᾍδης καὶ τέλος ἐστὶν ἴσον, κ.ἄ.): μὲ τὸ γὰρ στὴ θέση τοῦ ἐδῶ στὸν στ. 10 ἐπεί. Βλ. καὶ ἑπόμ. λῆμμα.

10. κοινὸς ἐπεὶ θνατοῖς ὁ πλόος εἰς φθιμένους: κοινὸς τόπος στὰ ἐπιτύμβια ἐπιγράμματα· πβ. EGr6 534.2 τὴν κοινὴν πάντων ἦλθεν ἀταρπιτὸν ἔπι [πβ. καὶ 218.1-2], GVI1 1508.16 ἵκεο τὴν κοινὴν ἀτραπὸν εἰς Ἀίδεω [πβ. καὶ 1826.1-2], 1066.8 καὶ 1905.15 [βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 9-10], 2004.24 εἰς κοινὸν Ἅιδην πάντες ἥξουσι βροτοί [πβ. καὶ 13 κἑ. πρὸς τὰ ἐδῶ 6 κἑ.], CEG219 541[ii].4 τῆς κοινῆς μοίρας πᾶσ[ιν ἔχ]ε̣̣ι̣̣ τὸ μέρος, κ.ἄ. πολλά· βλ. καὶ κατωτ. Ε40.5 ὀστέα δ' εἰς Ἀίδην ἄτροπος εἷλε νόμος, Ε38.1 μοιρίδιον τέλος ἦγέ σε γῆς ὑπὸ κόλπους, Ε42.3-4 ἀλλ' ἐκρίθη βιότου γλυκερὸν τέλος ἐν μερόπεσσιν | πᾶσιν· ὃ τοῦτο φυγεῖν οὔποτέ τις δύναται. (Περισσότερα γιὰ τὸ θέμα ΕΚυΕ9 5.4δ΄.) Γιὰ τὴ μετχ. φθιμένους βλ. ἀνωτ. Ε19.4 σημ. (μὲ παραπομπὲς σὲ παράλληλα χωρία, Κυπριακὰ καὶ μή). Ἀξίζει νὰ σημειωθῆ ἡ εὐφυὴς καὶ μοναδική –μὲ ἐξαίρεση ἴσως τὸ EGr6 *129.8 [ἀβέβαιο συμπλήρωμα]– χρήση τοῦ πλόος ἐδῶ γιὰ ἔμπορο ποὺ εἰς Ἀχέροντ' ἔμολεν | πόντον ἐπιπλώσας ἁλιμυρέα (στ. 4-5, πβ. κατωτ. Ε31.3-4 μὲ σχόλ.).

  1. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑
  2. Peek, W. (1960), Griechische Grabgedichte (griechisch und deutsch), Schriften und Quellen der alten Welt hrsg. von der Section für Altertumswissenschaft bei des Deutschen Akademie der wissenschaften zu Berlin,7 Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑
  3. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑
  4. Pouilloux, J., Roesch P. & Marcillet-Jaubert J. (1987), Salamine de Chypre, XIII: Testimonia Salaminia, 2. Corpus épigraphique, Vol. XIII, Paris .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑
  5. Piéridès, D. & de Vögué M. (1866), Inscriptions Grecques inédites de l'ile de Chypre, RA 13: 437-443.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑
  6. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑
  7. Le Bas, P. & Waddington W. H. (1870), Voyage archéologique en Grèce et en Asie Mineure, Vol. III.1-2: Inscriptions grecques et latines recueillies en Grèce et en Asie Mineure, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  8. Hagen, H. (1867), Miscellen, Philologus 25: 368-374.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  9. Θεοδωροπούλου, A. (1997), Έρευνες στο Κυπριακό Επίγραμμα , Αθήνα .a↑ b↑ c↑
  10. Masson, O. (1961), Les Inscriptions Chypriotes Syllabiques: Recueil critique et commenté, École Française d' Athènes, Études Chypriotes 1: Paris.a↑ b↑
  11. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑
  12. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑
  13. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑
  14. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .
  15. Hainsworth, B. & Kirk G. S. (1993), The Iliad: A Commentary, Vol. III: books 9-12, Cambridge.
  16. Ταϊφάκος, Ι. (2008), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 6. Φιλοσοφία: Κλέαρχος, Περσαῖος, Δημῶναξ καὶ ἄλλοι Κύπριοι φιλόσοφοι, τóμ. 6, Λευκωσία.
  17. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.
  18. Cougny, E. (ed.) (1890), Epigrammatum Anthologia Palatina..., Vol. ΙΙΙ, Paris.a↑ b↑
  19. Hansen, P. A. (1989), Carmina Epigraphica Graeca (saec. IV a. C. (CEG2)), Texte und Kommentare Berlin and New York.a↑ b↑
  20. Michaelidou-Nicolaou, I. (1967), The Ethnics in Hellenistic Cyprus, I. "The epitaphs", ΚυΣπ 31: 15-36.
  21. Miller, E. (1866), Inscription inédite de Thasos et restitution d' une inscription métrique de Chypre, RA 14: 170-176.a↑ b↑ c↑
  22. Boeckhius, A. (1843), Corpus Inscriptionum Graecorum, Vol. 2, Berlin.
  23. Schädel, K. (1867), Griechische Inschrift, Philologus 26: 445.