You are here

E18b

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

1 Μνῆμα πατὴρ Λαΐαρχος ἐπέστησεν τόδε παιδὸς

2 2 αὑτοῦ Ἀλέξωνος· Θεσσαλία δὲ πατρίς.

  1. 1 Λαΐαρχος Hadjisavvas Papachrysostomou: Λαίαρχος Nicolaou [ICA39, et SEG 50]‖ -ησ- (ΗΣ) difficilia lectu sec certa sunt (fort. ἐπέστησεν scribendum
  2. 2 αὑτοῦ Nicolaou Papachrysostomou: αὑτοῦ Hadjisavvas‖ Ἀλέξωνος· Papachrysostomou; | Ἀλέξωνος, Hadjisavvas: Ἀλέξωνος (sine interp.) Nicolaou ‖ "vacant" post πατρίς add. SEG 50. (1-2 ἀνέστ]ησεν or ἔστ]ησεν τόδε παιδός | ]ε πατρίς Nicolaou, ICA29: [- - - -] | [ἀνέστ]ησεν or [ἔστ]ησεν τόδε παιδός | [- - - -] ε πατρίς SEG 40.) στὸν στ.10 [μνεία τοῦ τελεθταίου στὸ BullÉ 55 (1942) 363 ἀρ. 182). Μνεία στὸν Björck ἐπἰσης: SEG 18 (1962) 197 ἀρ. 592 συμπλ. του στοὺς στ. 5-11 (14-20)

Τὸ μνῆμα ὁ πατέρας Λαΐαρχος ἔστησ΄ἐτοῦτο τοῦ γιοῦ
    του Ἀλέξωνα· πατρίδα δὲ ἡ Θεσσαλία.

Σχόλια: 

[Σχόλια: AΚΕΠ1 Δβ' (1980) σελ. 62 § § 31-32.]                                                  

Ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα ἑνὸς ἐλεγειακοῦ διστίχου, χαραγμένο στὸ ἀέτωμα ἀσβεστολιθικῆς στήλης, ἀκρωτηριασμένης (βλ. ἀνωτ. σελ. 149: φωτογρ. Ἀθηνᾶς Παπαχρυσοστόμου), ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο Μάριο (ΜΜΑ [Μουσεῖον ΜαρίουἈρσινόης] 516). Χρονολογεῖται στὰ τέλη τῆς Ὕστερης Κλασικῆς περιόδου ἢ τὶς ἀρχὲς τῆς Ἑλληνιστικῆς περιόδου: στὶς ἀρχὲς τοῦ 3ου αἰ. π.Χ. ἀπὸ τὴν Ἰνὼ Νικολάου2 καὶ τὸν Σοφ. Χατζησάββα3, ἀπὸ δὲ τὴν Ἀθ. Παπαχρυσοστόμου4 στὴν περίοδο 332-312 π.Χ. (στὶς δύο δεκαετίες ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν Πολιορκία τῆς Τύρου, μὲ τὴν ἐνεργὸ ἐμπλοκὴ τῶν βασιλέων τῆς Κύπρου: βλ. σημ. στὰ Ε9.3 σ.λ. Νικοκρέων, Ε12.1 σ.λ. Νικόκλεες, Ε16.2 σ.λ. Πασικράτεα), σὲ σύγκριση μὲ ἐπιγραφὲς ἀπὸ τὸ Μάριο τῆς ἴδιας περιόδου ὡς πρὸς τὴ μορφὴ τῶν γραμμάτων καὶ τὴ χρήση τῆς Κοινῆς ἀντὶ τῆς Ἀρκαδοκυπριακῆς διαλέκτου (μὲ παραπομπὴ στὸν Mitford, FCECy5 93 κἑ.) καὶ μὲ ἀναφορὰ στὴν ἐκ θεμελίων καταστροφὴ τῆς πόλης ἀπὸ τὸν Πτολεμαῖο Α΄ τὸ 312 π.Χ. καὶ τὴ μεταφορὰ τοῦ πληθυσμοῦ της στὴν Πάφο (μὲ ἐπανίδρυσή της ἀπὸ τὸν Πτολεμαῖο Β΄ ὡς Ἀρσινόης ὄχι πρὶν ἀπὸ τὸ 277 π.Χ.), ὀρθῶς (ἴσως μετὰ τὸ 323 π.Χ., κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἐμφύλιων πολέμων μεταξὺ τῶν διαδόχων τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ὅταν τὸ Μάριο τάχθηκε ἐνεργὰ στὸ πλευρὸ τοῦ Ἀντίγονου). Ὅπως σημειώνει ἡ Νικολάου (ICA392 304), ἡ ἀκρωτηρι­ασμένη στήλη τοῦ Ἀλέξωνος, μολονότι ἴχνη μόνο ζωγραφισμένης σκηνῆς εἶναι ὁρατὰ σήμερα, ἀποτελεῖ πολύτιμη προσθήκη στὸν μικρὸ κατάλογο γραπτῶν στηλῶν ποὺ βρέθηκαν στὴν Κύπρο, οἱ ὁποῖες μέχρι τώρα προέρχονταν ἀποκλει­στικὰ ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Ἀμαθοῦντος (ἀνάμεσά τους καὶ οἱ στῆλες μὲ τὰ Ε20 καὶ Ε28).

1. μνῆμα (...) τόδε: μὲ τὴ σημερινὴ σημασία, τοῦ τάφου· σᾶμασῆμα ἀλλοῦ στὰ ἀρχαῖα Κυπριακὰ ἐπιγράμματα: βλ. ἀναλυτικὰ Ε4.1 σ.λ. τόδε σᾶμα καὶ Ε63.1 σ.λ. [ὑπὸ σ]άματι τῶιδε τ[έθαπται], Ε26.1 σ.λ. Τύμβε, τίνος τόδε σῆμα, Ε42.1 σ.λ. τόδε σῆμα πέλει, Ε60.2 σ.λ. σῆμ̣̣[α ?]· στὸ Ε14.1 ἡ λέξη μνᾶμα, στὴ φράση [μ]νᾶμα θυαπολίας (γιὰ τὸ ἄγαλμα ποὺ ὁ Νικοκλῆς ἀφιερώνει στὴν Ἀφροδίτη, βλ. καὶ ἀνωτ. σ.λ.), σημαίνει τὸ ἐνθύμιο (: τῆς ἱερουργίας του ἐνθύμιο). Βλ. καὶ Ἀθ. Παπαχρυσοστόμου [στὰ ἑπόμενα: Ἀ. Π.] σ.λ. μνῆμα (μὲ σημ. 8).

    πατὴρ: βλ. καὶ Ε13.1-2, Ε52.3 καὶ Ε63.2 (μὲ τὶς σημ. σ.λλ.), πβ. Ε22.2 (γενέτας), Ε26.6 (ματέρι καὶ γενέται), καὶ Ε41.3 (γενέταν κ̣̣[αὶ μ]ατ̣̣έ̣̣ρα). Τὸ μοτίβο τοῦ δύστυχου πατέρα ποὺ κηδεύει τὸ παιδί του ἢ θρηνεῖ τὸν θάνατό του ἀπαντᾶ καὶ στὰ Ε19, Ε29, Ε33, Ε41, Ε48, Ε49, Ε61α, Ε62 (ἴσως καὶ Ε63)· γιὰ τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα, τοὺς γονεῖς: Ε26, Ε27 (4 γηραλέοι γενέται), Ε28 (3 τοκέεσσι), Ε31 (5 [τοκεῦσι]), Ε34 (12 γονεῦσι), Ε41· γιὰ τὴ μητέρα: Ε43, Ε61β. Βλ. καὶ Ἀ. Π., μὲ σημ. 10 (καὶ 11).

   Λαΐαρχος: Λαίαρχος γράφει ἡ Νικολάου2, Λαΐαρχος ὁ Χατζησάββας3 (καὶ ἡ Ἀ. Π.4). Πβ. τὰ Λαϊσθένης καὶ Λαΐστρατος, καὶ τὰ Λαΐδης, Λαΐς, Λάϊος (βλ. LGPN16 σ.λλ.)· τὸ τελευταῖο ἀπαντᾶ σὲ ἐπιγραφὴ τῆς Αὐτοκρατορικῆς περιόδου ἀπὸ τὴν Ἀμαργέτη τῆς Πάφου (βλ. GHJ7, IKAm7 262 no. 10, καὶ T. B. Mitford, "Religious Documents from Roman Paphos", JHS8 66 [1946] 38 σημ. 49 ἀρ. 8: []πάο[νι Μελανθίω] Λάϊος ...). Τὸ Λαΐαρχος ἀπαντᾶ μόνον ἐδῶ στὴν Κύπρο, σπανίως δὲ ἀλλοῦ: σὲ μιὰν ἐπιγραφὴ τοῦ 4ου αἰ. π.Χ. ἀπὸ τὴν Ἐπίδαυρο καὶ μιὰν ἄλλη τοῦ 2ου αἰ. π.Χ. ἀπὸ τὴν Αἰτωλία (βλ. LGPN3A9 σ.λ., καὶ Ἀ. Π. [σ.λ.], μὲ σημ. 12). Τὸ ὄνομα ἁρμόζει σὲ πολεμιστή, καὶ δὴ ἀξιω­ματοῦχο· ἡ προβολὴ τοῦ ὀνόματος τοῦ πατρὸς φαίνεται νὰ ὑποδηλώνει ὅτι αὐτὸς κατεῖχε ἐξέχουσα θέση (πβ. τὸ Ε19 [βλ. σημ. σ.στ. 3-4 καὶ 4 σ.λ. Μεννέα], καὶ τὸ Ε20)· βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.λ. Ἀλέξων.

     ἐπέστησεν: ἀναμφίβολα ἔτσι στὴν ἐπιγραφή (βλ. ἀνωτ. κριτ. ὑπόμν., πβ. στ. 1 μνῆμα), καὶ ὄχι στὸν Ἀρκαδοκυπριακὸ τύπο -α-, ὅπως στὸ Ε61 (ἀπὸ τὸ Μάριο ἐπίσης), στὴν πεζὴ συλλαβικὴ ἐπιγραφὴ ποὺ προηγεῖται τοῦ τετράστιχου ἐπιγράμματος, καὶ ὅπως σὲ ἄλλες Κυπροσυλλαβικὲς ἐπιγραφές (βλ. σημ. στὸ Ε61a σ.λ. ΖωϜίyας ἐπέστασε ..., μὲ περαιτέρω παραπομπές). Ὁ τύπος ἐπέστησεν, ὅπως εὔστοχα σημειώνει ἡ Ἀ. Π.4 (σ.λ. ἐφίστημι, μὲ παραπομπὴ στὸν Mitford: FCECy5 93-98), ἀπαντᾶ –μὲ τὴν ἴδια σημασία– καὶ σὲ ἄλλες δύο ἐπιγραφὲς ἀπὸ τὸ Μάριο τῆς ἴδιας περιόδου· βλ. κυρίως τὴν –πεζὴ– ἐπιγραφὴ ὑπ' ἀρ. 2 Ἐπέστησεν ἡ γυνὴ Τιμαγοράτις Ἀελλαίου Ὀνασίλωι γναφεῖ, μὲ τὴν παρατήρηση τοῦ Mitford ὅτι ἡ συνύπαρξη τύπων τῆς Κοινῆς καὶ τῆς Ἀρκαδοκυπριακῆς ὁδηγεῖ ἀναμφίβολα στὴν περίοδο 332-312 π.Χ. (νὰ προστεθεῖ ὅτι ἡ –μὴ ἐπιβαλλόμενη ἀπὸ τὸ μέτρο– μὴ ἀνάμιξη τύπων στὸ ἐπίγραμμα τοῦ Ἀλέξωνος ἴσως ὁδηγεῖ πρὸς τὸ τέλος τῆς περιόδου αὐτῆς). Εὔστοχα ἐπίσης σημειώνει ἡ Ἀ. Π. ὅτι ἡ χρήση τοῦ ἴδιου ρήματος μὲ τὴν ἴδια σημασία σὲ τέσσερεις ἐπιγραφὲς τῆς ἴδιας περιόδου ἀπὸ τὸ Μάριο φαίνεται νὰ ὑποδηλώνει τουλάχιστο τοπικὴ χρήση, ἴσως δὲ καὶ τὸν ἴδιο χαράκτη ἢ συνθέτη.

1-2. παιδὸς αὑτοῦ: πβ. Ε18.3 κ.ἄ. (βλ. Πίν. 1 σ.λλ. παῖς καὶ αὐτός).

2. Ἀλέξωνος: ἡ μοναδικὴ μαρτυρία ἀπὸ τὴν Κύπρο, μολονότι τὸ ὄνομα Ἀλέξων (κατ' ἀντίθεση μὲ τὸ Λαΐαρχος) δὲν εἶναι σπάνιο ἀλλοῦ: μαρτυρεῖται σὺν τοῖς ἄλλοις ἀπὸ ἕξι Θεσσαλικὲς ἐπιγραφές (βλ. Ἀ. Π.4 [σ.λ.], μὲ σημ. 13: παραπομπὴ στοὺς τόμους τοῦ LGPN6 [σ.λ.], καὶ –γιὰ τὴ νομισματικὴ μαρτυρία– στὸν Münsterberg10 [19732, 34])· τὸ ἴδιο φαίνεται νὰ ἰσχύει γιὰ ὅλα τὰ παραγόμενα ἀπὸ τὸ ρῆμα ἀλέξω –ἁπλᾶ καὶ σύνθετα– κύρια ὀνόματα, μὲ εὔλογη ἐξαίρεση τὸ Ἀλέξανδρος (βλ. λ.χ. PPC11 A 21-23). Τὸ ὄνομα Ἀλέξων ἁρμόζει σὲ πολεμιστή, ὅπως καὶ τὸ Λαΐαρχος (τὸ δεύτερο ἰδίως σὲ ἀξιωματοῦχο). Ἀνάλογη ὡς πρὸς τὰ ὀνόματα φαίνεται ἡ περίπτωση τοῦ μονόστιχου Ε29: Υἱὸς Ἀριστάρχου Πολέμων (βλ. σημ. σ.λ.), ὅπου ὅμως τὸ β΄ ἡμιστίχιο τριετὴς λίπεν ἦμαρ δὲν ἀφήνει ἀμφιβολία για τὴ μοίρα τοῦ Πολέμωνος. Ἀνάλογη πρὸς τὴν ἐδῶ δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Νικογένους τοῦ δίστιχου Ε20, ποὺ χάνει σὲ ἀκμα̣̣ί̣̣α̣̣ν τὴ ζωή του []λικία[ν] (μὲ τὴ ζωγραφισμένη στὴ στήλη μορφὴ ἔνοπλου πολεμιστῆ νὰ μὴν ἐπιτρέπει ἀμφιβολίες γιὰ τὴν ἰδιότητα τοῦ νεκροῦ), ἴσως δὲ καὶ τοῦ Κρητικοῦ Πραξαγόρα στὸ τετράστιχο Ε22: Σωσιάναξ ὁ πατέρας του καὶ μὲ ὄνομα ἐπικλεέςΠραξαγόρας, τὸν ὁποῖο ὁ Πτολεμαῖος βασιλιὰς ἐπ' ἀνδρῶν κατέστησε ἁγεμόνα (βλ. τὰ ἀναλυτικὰ σχόλιά μας στὰ δύο αὐτὰ ἐπιγράμματα, καὶ στὴ σελ. 58 τῆς Εἰσαγωγῆς γιὰ τὰ ὁμιλοῦντα ὀνόματα στὸ ἀρχαῖο Κυπριακὸ ἐπίγραμμα, μὲ περαιτέρω παραπομπές). Εὔλογη προβάλλει κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἡ ὑπόθεση ὅτι ἡ ἰδιότητα τοῦ πολεμιστῆ (μισθοφόρου, στὸ στράτευμα τοῦ Ἀντίγονου ἢ τῶν Πτολεμαίων) ἦταν ποὺ ἔφερε στὴν Κύπρο τὸν πατέρα Λαΐαρχο ἢ / καὶ τὸν γιό του Ἀλέξωνα στὸ Μάριο (βλ. καὶ Ἀ. Π.4, ἑνότητα ''From Thessalia to Cyprus'', a, μὲ σημ. 14-15). Ἡ ἔλλειψη ὅμως βασικῶν πληροφοριῶν στὸ λακωνικὸ ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα τοῦ Ἀλέξωνος ἐπιτρέπει τὴ διατύπωση καὶ ἄλλων εὔλογων –ἀλλ' ἀβέβαιων– σχετικῶν ὑποθέσεων (βλ. Ἀ. Π.4 ὅ.π., b-d, μὲ σημ. 16-18): εἴτε ὡς τεχνίτες κάποιου εἴδους, εἴτε ὡς ταξιδευτὲς ἔμποροι ἢ ὡς προσκυνητὲς στὸν ἀνακαινισμένο ναὸ τῆς Ἀφροδίτης (μὲ τὸν Ἀλέξωνα νὰ ἀσθενεῖ σοβαρὰ καὶ νὰ πεθαίνει κατὰ τὴ διάρκεια τῆς σύντομης παραμονῆς στὸ νησί, νὰ τὸν θάβει δὲ ἐπὶ τόπου μὲ τιμὲς ὁ πατέρας Λαΐαρχος).

      Θεσσαλία δὲ πατρίς: Γιὰ τὴν πατρίδα τῶν μνημονευομένων στὰ σωζόμενα ἀρχαῖα Κυπριακὰ ἐπιγράμματα βλ. σσ. 58-60 τῆς Εἰσαγωγῆς καὶ Πίν. 1 σ.λ. πατρίςπάτρη (μὲ περαιτέρω παραπομπὲς στὰ σχόλιά μας). Ἡ Θεσσαλία, ἡ πατρίδα τοῦ Λαϊάρχου καὶ τοῦ Ἀλέξωνος, δὲν μνημονεύεται ἀλλοῦ σ' αὐτά. Ἡ παρουσία ὅμως Θεσσαλῶν στὸ νησὶ μαρτυρεῖται σὲ σωζόμενες πεζὲς ἐπιγραφὲς τῆς Ἑλληνιστικῆς περιόδου (βλ. Nicolaou ICA392 303-4, καὶ PPC11 A 8, A 117 [Π 11], Δ 22 [Μ 7], Θ 17, μὲ περαιτέρω παραπομπές).

  1. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.
  2. Michaelidou-Nicolaou, I. (1963-1994), Inscriptiones Cypriae Alphabeticae”, II-XXXIII. 1962-1993, RDACa↑ b↑ c↑ d↑
  3. Hadjisavvas, S. (2000), Chornique des fouilles et découvertes archéologiques à Chypre en 1999, BCH 124: 666-699.a↑ b↑
  4. Papachrysostomou, A. (2011), Some notes on an epitaph from Hellenistic Cyprus, Τεκμήρια 10: 225-231.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  5. Mitford, T. B. (1961), Further Contributions to the Epigraphy of Cyprus, AJA 65: 93-151.a↑ b↑
  6. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.a↑ b↑
  7. Gardner, E. A., Hogarth D. G., James M. R. & Smith R. E. (1888), Excavations in Cyprus, 1887-88, JHS 9: 147-251.a↑ b↑
  8. Mitford, T. B. (1946), Religious Documents from Roman Cyprus, JHS 66: 24-42.
  9. Fraser, P. M. & Mattheus E. (1997), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. IIIA: The Peloponnese – Western Greece – Sicily and Magna Graecia, Oxford.
  10. Münsterberg, R. (1911-1927), Die Beamtennamen auf den griechischen Münzen, Wien.
  11. Michaelidou-Nicolaou, I. (1976), Prosopography of Ptolemaic Cyprus, Studies in Mediterranean Archaeology,vol. XLIV Göteborg .a↑ b↑