You are here

3. ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ. Η ΑΚΜΗ ΤΗΣ ΛΥΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Please add a search word

Μετὰ τὴ σημαντικὴ αὐτὴ περίοδο ἀκμῆς τῆς ἐπικῆς ποίησης, ἀκολουθεῖ μιὰ μακρὰ περίοδος φαινομενικῆς τουλάχιστο παρακμῆς, ποὺ χαρακτηρίζεται κυρίως ἀπὸ τὴν ἀπουσία πανελλήνια γνωστῶν ποιητῶν καὶ συμπίπτει μὲ τὸ δεύτερο ἥμισυ τῆς Κυπροαρχαϊκῆς καὶ τὸ μέγιστο μέρος τῆς Κυπροκλασικῆς ἐποχῆς (κατὰ κύριο λόγο, μὲ τὴν Περσικὴ κυριαρχία). Ἡ ἑπόμενη περίοδος ἀκμῆς ποιητικῆς ἐμφανίζεται στὴν Ἑλληνιστικὴ περίοδο καὶ ἀφορᾶ στὴ ΛΥΡΙΚΗ καὶ τὴ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, κατὰ τὸν τρίτο κυρίως αἰώνα π.Χ. Κατὰ τοὺς τρεῖς σχεδὸν ἐνδιάμεσους αἰῶνες, ὅμως, ἡ ποιητικὴ παραγωγὴ δὲν φαίνεται νὰ ἐκ­λείπει. Οἱ περὶ τούτου ἄμεσες καὶ ἔμμεσες μαρτυρίες εἶναι πολλὲς καὶ ποικίλες, κι οἱ εὔλογες εἰκασίες βάσει ἀνάλογων περιπτώσεων μποροῦν νὰ συμπληρώ­σουν μιὰν εἰκόνα πνευματικῆς ζωῆς καὶ δημιουργίας, ποὺ δὲν ἐμφανίζεται ἀνά­λογη μὲ τὴν ποικίλη πνευματικὴ παραγωγὴ ἄλλων κέντρων τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατὰ τὴν ἴδια ἐποχή (μὲ τὴν Ἀθηναϊκὴ κυρίως ἀκμὴ τῆς Κλασικῆς περιόδου) ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι εὐκαταφρόνητη.

     Ἡ Κύπρος, καταρχήν, ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχει στενὲς ἐμπορικὲς καὶ πολιτι­στικὲς σχέσεις μὲ τὸν λοιπὸ Ἑλληνικὸ κόσμο καθ' ὅλη τὴ διάρκεια τῆς περιόδου αὐτῆς, ὅπως μαρτυροῦν ἱστορικὲς πηγὲς καὶ ἐπιβεβαιώνει ἡ ἀρχαιολογικὴ ἔρευ­να. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ἡροδότου στὴν –πολυσυζητημένη– ἐπίσκεψη τοῦ Ἀθηναίου νομοθέτη καὶ ποιητῆ Σόλωνα στὸν Κύπριο βασιλιὰ Φιλόκυπρο1, πάμπολλες δὲ οἱ μαρτυρίες γιὰ τὴ φιλαθηναϊκὴ πολιτικὴ τοῦ Εὐαγόρα Α΄ τῆς Σαλαμίνας καὶ τῶν διαδόχων του, στὴν αὐλὴ τῶν ὁποίων συρρέουν ἄνθρωποι τῶν Γραμμάτων καὶ τῶν Τεχνῶν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα κι ἀλλοῦ, συντελώντας τὰ μέγιστα στὴ δημιουργία πνευματικῆς ζωῆς ἀξιόλογης2. Ἀκόμα καὶ κατὰ τὰ δύσκολα χρόνια μετὰ τὴν κατάπνιξη τῆς Ἰωνικῆς Ἐπανάστασης καὶ τῆς Κυπριακῆς ἐξέγερσης κατὰ τῶν Περσῶν μέχρι τη βασιλεία τοῦ Εὐαγόρα δὲν φαίνεται νὰ ἀποκόπτεται ἡ Κύπρος πολιτιστικὰ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα3, ὅπως δὲν φαίνεται νὰ συμβαίνει τοῦτο οὔτε μετὰ τὴ Βασίλειο εἰρήνη (386 π.Χ.). Οἱ μετὰ τοὺς Περσικοὺς πολέμους Ἑλληνικὲς ἐπιχειρήσεις κατὰ τῶν Περσῶν στὴν Κύπρο καὶ ἡ στρατιωτικὴ συνεργασία τοῦ Εὐαγόρα μὲ τὴν Ἀθήνα ἔφεραν σὲ προσωπικὴ ἐπαφὴ πολλούς καὶ ἐνίσχυσαν τοὺς ἐθνικοὺς δεσμούς4. Ἡ «ἐκβαρβάρωση» τῆς Σαλαμίνας ἀπὸ τὸν Φοίνικα σφετεριστὴ τοῦ θρόνου πρὶν ἀπὸ τὸν Εὐαγόρα, ποὺ μνημονεύει ὁ Ἰσοκράτης στὸν Κυπριακὸ λόγο του Εὐαγόρας, φαίνεται νὰ ἀναφέ­ρεται κυρίως στὴν ἐξωτερικὴ ὑποδούλωση κι ὄχι σὲ ἐσωτερικὸ ἀφελληνισμό5. Αὐτὰ ὅμως δὲν σημαίνουν ὅτι ὁ Περσικὸς ζυγὸς δὲν ἦταν –κατὰ περιόδους τουλάχιστον– ἰδιαίτερα ἐπαχθής, οὔτε ὅτι ἡ συνακόλουθη συνεχὴς ἐμπλοκὴ τῆς Κύπρου σὲ πολεμικὲς ἐπιχειρήσεις6 δὲν ἀποτέλεσε παράγοντα ἀνασχετικὸ τῆς πνευματικῆς δημιουργίας. Ἄλλη θά 'ταν ὑπὸ καθεστὼς ἐλευθερίας ἡ ποιητικὴ τουλάχιστο παραγωγή.

     Τοῦτο ἰσχύει κατὰ κύριο προφανῶς λόγο γιὰ τὴ δραματικὴ ποίηση, τῆς ὁποίας ἡ ἀκμὴ συμπίπτει μὲ τὴν ἀπογείωση τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας μετὰ τὰ Μηδικά. Μὴ ἔχοντας ἀνάλογες καταβολὲς καὶ ζώντας ὑπὸ διαφορετικὲς συνθῆκες ἡ Κύπρος δὲν ἀντιδρᾶ ἄμεσα καὶ δημιουργικὰ στὰ νέα μηνύματα τῶν Κλασικῶν χρόνων. Στὴν ἐπικὴ καὶ τὴ λυρικὴ ποίηση, ὅμως, οἱ ρίζες ἦταν βαθιὲς καὶ τὰ νάματα τὰ παραδοσιακὰ πλούσια, οἱ συνθῆκες ζωῆς γόνιμες κι οἱ μνῆμες ζωντανές. Ἡ λατρεία τῆς Ἀφροδίτης δὲν ἔσβησε ποτὲ ὣς τοὺς μεταγενέστερους χρόνους. Ἡ λατρεία τοῦ Ἄδωνη καὶ οἱ περὶ αὐτὸν μύθοι ἐξακολουθοῦσαν νὰ ἐμπνέουν. Οἱ Κινυράδες συνέχιζαν νὰ φέρουν καὶ τὸν τίτλο τοῦ ἀρχιερέα τῆς Ἀφροδίτης καὶ νὰ ἀσκοῦν τὴ μαντικὴ στὴν Πάφο, καὶ οἱ γόνοι ἄλλων μυθικῶν οἴκων (ὅπως οἱ Τευκρίδες στὴ Σαλαμίνα) φαίνεται νὰ βάδιζαν στὰ ἴδια ἀχνάρια. Οἱ πανελλήνια ὀνομαστὲς γιορτὲς τῆς Ἀφροδίτης καὶ τοῦ Ἄδωνη μὲ τοὺς πρὸς τιμήν τους καὶ πρὸς τιμὴν τοῦ Κινύρα ὕμνους, οἱ πανάρχαιοι ποιητικοὶ ἀγῶνες καὶ ἡ μαντικὴ ἀπὸ τὴ μιά, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ γνωστὴ –καὶ σὲ περιόδους δουλείας– διαδικασία παραγωγῆς καὶ διάδοσης «προφορικῆς» ἢ «δημοτικῆς» ποίησης (μὲ τὴ βοήθεια ραψωδῶν καὶ Ὁμηροδιδασκάλων) δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ἀφήσουν τὴν ἐπικὴ καὶ τὴ λυρικὴ ποίηση νὰ ξεψυχήσουν. Ὅτι ὄντως δὲν συνέβη αὐτό, μπορεῖ νὰ ἀποδειχθεῖ ποικιλοτρόπως, τόσο ἀπὸ τὰ σχετικὰ πορίσματα τῆς Ἀρχαιολογίας7 καὶ τῆς Λαογραφίας (ποὺ μαρτυροῦν ἐπιβίωση ἐκπληκτικὴ Ὁμηρικῶν ταφικῶν καὶ ἄλλων ἐθίμων)8, ὅσο καὶ ἀπὸ τὶς γραπτὲς μαρτυρίες. Παραθέτουμε τὶς πιὸ σημαντικές:

     1. Γιὰ τὴ λειτουργία τῶν μαντείων καὶ τὴν ἐνάσκηση τῆς μαντικῆς στὴν Κύπρο οἱ πληροφορίες εἶναι πολλὲς καὶ ποικίλες καὶ ἀπὸ διάφορες ἐποχές. Π.χ., (α΄) Κατὰ τὸν Ἡσύχιο, Ἀχαιομάντεις· οἱ τὴν τῶν θεῶν ἔχοντες ἱερωσύνην ἐν Κύπρωι. Ὁ Χατζηιωάννου (ΑΚΕΠ Γβ΄ 56) σημειώνει: «Οἱ Κύπριοι ἱερεῖς φέρουν τὴν ἐπωνυμία Ἀχαιομάντεις, δηλαδὴ Ἀχαιοὶ μάντεις, ποὺ εἶναι δηλωτικὴ τῆς καταγωγῆς τους. Εἶναι γνωστὸ ὅτι τὸ θρησκευτικὸ λεκτικό, ὅπως καὶ τὰ θρησκευτικὰ ἔθιμα, κρατοῦν πολὺ αὐστηρὰ τὴν παράδοση». Οἱ τὴν τῶν θεῶν ἔχοντες ἱερωσύνην ἐν Κύπρωι ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι καὶ μάντεις. Τοῦτο ἐπιβεβαιώνουν καὶ ἄλλοι ἀρχαῖοι συγγραφεῖς, ὅπως ὁ μυθιστοριογράφος Χαρίτων ὁ Ἀφροδισιεὺς9 καὶ ὁ Τάκιτος (διηγούμενος τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Τίτου στὸν ναὸ τῆς Παφίας Ἀφροδίτης καὶ σημειώνοντας ὅτι μόνο ὁ Κινυράδης ἱερέας δίνει χρησμούς)10. (β΄) Ὁ Ἰσοκράτης στὸν Κυπριακὸ λόγο του Εὐαγόρας11 μνημονεύει τὰς μαντείας ποὺ ἀναφέρονταν στὸν ὑμνούμενο βασιλιὰ τῆς Σαλαμίνας Εὐαγόρα. (γ΄) Ὁ Πλούταρχος κάνει λόγο γιὰ μαρτυρία τοῦ ρήτορα Ναυσικράτη ὅτι καὶ οἱ Κιτιεῖς τιμοῦσαν κάποιον τάφο τοῦ Κίμωνα, ἐν λοιμῶι καὶ γῆς ἀφορίαι τοῦ θεοῦ προστάξαντος αὐτοῖς μὴ ἀμελεῖν Κίμωνος12. (δ΄) Οἱ ἀνωτέρω μαρτυρίες δὲν ὁδηγοῦν ἀναντίρρητα ἀπὸ μόνες τους στὴν ὑπόθεση γιὰ συνέχιση τῆς τοπικῆς παράδοσης ἔμμετρων χρησμῶν, ποὺ ἀνάγεται στὸν Εὖκλο καὶ δὲν ἀποκλείεται νὰ συμπεριλαμβάνει χρησμοὺς μεταγενέστερους, ἀποδιδόμενους στὸν ὀνομαστὸ Κύπριο χρησμολόγο. Ἡ ὑπόθεση συνέχισης ὅμως βρίσκει ἔρεισμα ἰσχυρὸ στὴ γνωστὴ ἔμμετρη ἐπιγραφὴ τῶν Σόλων, ὅπου διαβάζεται ἡ αἰτ. τὸ[ν χρ]ησμόν13. Σὲ κάθε περίπτωση τὰ παραδοσιακὰ μαντεῖα φαίνεται πὼς ἐξακολουθοῦσαν νὰ εἶναι καὶ λογοτεχνικὰ ἐργαστήρια, ποίησης ἐπικῆς καὶ λυρικῆς (κυρίως στίχων σὲ δακτυλικὸ ἑξάμετρο καὶ ἰαμβικὸ τρίμετρο).

     2. Γιὰ τὴν ἔκταση τῆς διάδοσης καὶ καλλιέργειας στὴν Κύπρο τῆς «Ὁμηρικῆς» ποίησης μετὰ τὴν περίοδο τῆς ἀκμῆς κατὰ τὴν ἀρχαϊκὴ περίοδο, μποροῦμε νὰ μι­λοῦμε μὲ σχετικὴ μόνο βεβαιότητα. Στὸ νησὶ πρέπει νὰ ἐξακολούθησε νὰ λει­τουργεῖ «σχολὴ ραψωδῶν» ἀνάλογη μ' αὐτὴ τῆς Χίου, ὅπως στὴν Κρήτη καὶ ἀλ­λοῦ, ποὺ κρατοῦσε ζωντανὸ τὸ παρελθόν14. Γραμματοδιδάσκαλοι διδάσκουν τὴν Ὁμηρικὴ ποίηση, ὅπως δείχνει τὸ ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα γιὰ τὸν Κιτιέα Κιλικᾶν, ἔξοχον ἠϊθέων, | ὅς ποθ' Ὁμηρείαισι μετέπρεπεν (σὲ α΄ ἑν. πρόσ. στὸ κείμενο) ἐν σελίδεσσιν | δεικνὺς ἡρώων ἠνορέην προτέρων15. Οἱ διφθεραλοιφοὶ τῆς Κύπρου, ποὺ μνημονεύει ὁ Ἡσύχιος (σ.λ. διφθεραλοιφός· γραμματοδιδάσκαλος παρὰ Κυπρί­οις)16, δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἀμέτοχοι τῆς παράδοσης τοῦ Ὁμηρικοῦ κειμένου στὴν Κύπρο, ὅπως μαρτυροῦν οἱ πληροφορίες γιὰ Κυπριακὲς κατὰ πόλεις καὶ κατ' ἄνδρα ἐκδόσεις, ἐπὶ φθαρτῶν διφθερῶν. Ὁ Στήσανδρος ὁ Σαλαμίνιος, ἂν εἶναι –ὅπως νομίζουμε– ὀρθὴ ἡ γραφὴ τοῦ Wilamowitz στὸ κείμενο τοῦ Ἀθήναιου, «κιθαρωδεῖ» πρῶτος στοὺς Δελφοὺς τὶς Ὁμηρικὲς μάχες, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν Ὀδύσσεια17. Ἡ ἐπικὴ ποίηση, μὲ ἄλλα λόγια, κρατιέται ζωντανή18, κι ἂς λείπουν ὀνόματα ποιητῶν καὶ τίτλοι ἔργων, καὶ μετὰ τὴν Κυπριακὴ περίοδο ἀκμῆς της κατὰ τὸν 7ον αἰ. π.Χ., ὣς τὶς ἀρχὲς τῆς Ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς, ὁπότε ἀκμάζει ὁ ποιητὴς τῶν Ἀργοναυτικῶν ΚΛΕΩΝ Ο ΚΟΥΡΙΕΥΣ, κι ἀργότερα.

     3. Τὰ ἀνωτέρω συμπεράσματα μποροῦν νὰ ἐνισχυθοῦν καὶ ἀπὸ ἀναφορὲς στὴ θεραπεία τῶν Μουσῶν, σὲ μουσικὰ ὄργανα γνωστὰ ἀπὸ τὸν Ὅμηρο καὶ συνδεόμενα μὲ τὴν ἀπαγγελία τῶν ἐπῶν μετὰ μουσικῆς, σὲ μουσικοὺς ἀγῶνες καὶ χορούς. Τὰ σχετικὰ χωρία ὅμως ὁδηγοῦν μᾶλλον στὴν καλλιέργεια τοῦ λυρικοῦ καὶ τοῦ χορικοῦ ἄσματος: (α΄) Σὲ ἐπίγραμμα ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα τοῦ α΄ ἡμίσεος τοῦ 2ου αἰ. π.Χ. ὁ Φιλέας χαρακτηρίζεται ὡς ὁ σὺμ Μούσαις στέρξας βίον19. (β΄) Στὸν τέταρτο Νεμεόνικό του (στ. 44-7: ΑΚΕΠ Γα΄ 111, μὲ τὰ σχετικὰ ἀρχαῖα σχόλια στὸ 111α) ὁ Πίνδαρος τραγουδᾶ: ἐξύφαινε, γλυκεῖα, καὶ τόδ' αὐτίκα, φόρμιγξ, | Λυδίαι σὺν ἁρμονίαι μέλος πεφιλημένον | Οἰνώναι τε καὶ Κύπρωι, ἔνθα Τεῦκρος ἀπάρχει | ὁ Τελαμωνιάδας. Ἡ φόρμιγξ ἀναφέρεται σὲ διάφορα ἀποσπάσματα, τόσο στὴν Ἰλιάδα καὶ στὴν Ὀδύσσεια ὅσο καὶ στοὺς Ὁμηρικοὺς ὕμνους, συχνὰ μὲ τὴν τυπικὴ φράση φόρμιγγα λίγειαν, μὲ πιὸ χαρακτηριστικὰ τὰ χωρία Ι 186 κἑ. τὸν (sc. Ἀχιλλέα) δ' εὗρον φρένα τερπόμενον φόρμιγγι λιγείηι, (...) ἄειδε δ' ἄρα κλέα ἀνδρῶν, Σ 569-72 τοῖσιν δ' ἐν μέσσοισι πάϊς φόρμιγγι λιγείηι | ἱμερόεν κιθάριζε, λίνον δ' ὑπὸ καλὸν ἄειδε | λεπταλέηι φωνῆι· τοὶ δὲ ῥήσσοντες ἁμαρτῆι | μολπῆι τ' ἰυγμῶι τε ποσὶ σκαίροντες ἕποντο, θ 246 κἑ., ὅπου ἡ ἀναφορὰ στὸν θεῖον ἀοιδὸ Δημόδοκο ποὺ φορμίζων ἀνεβάλλετο καλὸν ἀείδειν, Ὁμηρ. ὕμν. ΧΧΙ.3 κἑ. (Εἰς Ἀπόλλ.), ὅπου ἀοιδὸς ἔχων φόρμιγγα λίγειαν | ἡδυεπὴς πρῶτόν τε καὶ ὕστατον αἰὲν ἀείδει ὕμνο στὸν θεό, κ.τ.τ., χωρία ὅπου ἡ φόρμιγξ συνοδεύει ἔπη καὶ ὕμνους, μὲ ἢ χωρὶς παράλληλη ὄρχηση. «Τὸ ὅτι ὁ ἑξάμετρος ἀρχικὰ δὲν ἀπαγγελλόταν ἀλλὰ τραγουδιόταν, εἶναι ἀρκετὰ σαφές», ὅπως σημειώνει ὁ M. Bowra20. Ὅτι αὐτὸ δὲν ἀποκλείεται νὰ συνεχιζόταν σὲ τόπους «συντηρητικοὺς» ὅπως ἡ Κύπρος, εἶναι μιὰ εὔλογη ὑπόθεση. (γ΄) Ὁ Ἀθήναιος 4, 177a (: ΑΚΕΠ Γα΄ 111.1) πληροφορεῖ ὅτι τῶν ἐλύμων αὐλῶν μνημο­νεύει καὶ Καλλίας ἐν Πεδήταις (...) χρῆσθαι δ' αὐτοῖς καὶ Κυπρίους φησὶ Κρατῖνος ὁ νεώτερος ἐν Θηραμένει. Ὁ αὐλὸς συνδέεται μὲ τὴ φόρμιγγα στὸ Σ 495 αὐλοὶ φόρμιγγές τε βοὴν ἔχον21, ὅπου ὅμως ἀναφέρονται γάμοι καὶ ὑμέναιος, γεγονὸς ποὺ ὁδηγεῖ σὲ μέλος κι ὄχι σὲ ἐπικὸ ποίημα. Καὶ σὲ ἐπικὸν ὕμνο, ἀντίθετα, μπορεῖ νὰ ἀναφέρεται ὁ Ὁμηρ. ὕμν. IV.450-52 (Εἰς Ἑρμ.) ἐγὼ Μούσηισιν Ὀλυμπι­άδεσσιν ὀπηδός, | τῆισι χοροί τε μέλουσι καὶ ἀγλαὸς οἶμος ἀοιδῆς | καὶ μολπὴ τεθαλυῖα καὶ ἱμερόεις βρόμος αὐλῶν. Ἀξιοσημείωτη εἶναι καὶ ἡ ἐπιγραφικὴ μαρτυρία γιὰ τὸν αὐλητὴν Π. Αἴλιο Αἰλιανό, ποὺ νικᾶ σὲ διάφορους ἀγῶνες καὶ στὰ Πύθια, τὸν ὀνομάζει δὲ ὁ ἀνώνυμος ἐπιγραφοποιὸς πυθαύλην, «αὐλητὴ ὕμνου στὸν Πύθιον Ἀπόλλωνα» κατὰ τὸν Χατζηιωάννου22, καὶ γιὰ τὸν πυθαύλην καὶ χοραύλην Εὔφημο23. Ἂν προσθέσει κανεὶς καὶ ἀνάλογες περιγραφές, ὅπως αὐτὴ τοῦ Κλαυδιανοῦ (Insula laeta choris, blandorum mater Amorum: «Νησί, μέσ' στοὺς χοροὺς χαρούμενο, μητέρα τῶν τερπνῶν Ἐρώτων», κατὰ τὸν Χατζηιωάν­νου24), ἀβίαστα συμπεραίνει πὼς τὸ ποιητικὸ κλίμα ἦταν κατὰ κανόνα εὔκρατο στὴν Κύπρο, παρὰ τὶς ὅποιες πρόσκαιρες βαρυχειμωνιές.

     4. Η ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ εἶχε στέρεες βάσεις στὴν Κύπρο, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Κινύρα (καὶ τῆς κινύρας), τῶν «λυρικῶν» περιγραφῶν τοῦ στολισμοῦ τῆς Ἀφροδίτης στὰ Κύπρια ἔπη, τῶν «λυρικῶν» ἀποσπασμάτων στοὺς ὕμνους στὴν Ἀφροδίτη. Λείπουν τὰ ὀνόματα ποιητῶν καὶ τίτλων κατὰ τὴν περίοδο τοῦ πρώιμου καὶ τοῦ ὥριμου Ἀρχαϊκοῦ λυρισμοῦ, ὄχι ὅμως καὶ οἱ πληροφορίες γιὰ μιὰν ἀξιόλογη λυρικὴ ποίηση τῆς Κύπρου. Χαρακτηριστικὲς εἶναι οἱ σχετικὲς μνεῖες τοῦ Πινδάρου καὶ τοῦ Ἡροδότου: (α΄) Ὁ Πίνδαρος, Πυθ. 2.13-7 (κατωτ. 1 Τ4, πβ. 1 Τ5), ὑμνώντας τὸν Ἱέρωνα –τοῦ ὁποίου ὁ πατέρας κατὰ τὸν ἀρχαῖο σχολιαστὴ εἶναι Κύπριος– καὶ ἀναφερόμενος στὸν Κινύρα κάνει μνεία ὕμνων Κυπριακῶν πρὸς αὐτόν. Κατὰ τὸν ἀρχαῖο σχολιαστή (βλ. κατωτ. σχόλ. στὸ ἀπόσπ.), ὁ δὲ νοῦς· χορεύουσι μὲν περὶ τὸν Κινύραν πολλάκις οἱ τῶν Κυπρίων ὕμνοι (...). ἡ δὲ ἀνταπόδοσις τοῦ λόγου αὕτη· περὶ μὲν τὸν Κινύραν οἱ τῶν Κυπρίων ὕμνοι, περὶ δὲ σὲ ὁ ἐμὸς καὶ τῶν Συρακουσίων. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ J. H. Molyneux, «Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ποιητὴς ἀναφέρεται στὸ δικό του τραγούδι γιὰ τὸν Ἱέρωνα καὶ στοὺς ἐπαίνους τῶν Κυπρίων γιὰ τὸν Κινύρα, ἀντίστοιχα πρὶν καὶ μετὰ τὴ γενικὴ πρόταση γιὰ ὕμνους σὲ βασιλεῖς, ὑποδηλώνει ἀναντίρρητα ὅτι θεωρεῖ τοὺς ἐπαινετικοὺς ὕμνους τῶν Κυπρίων ὡς ποίηση τοῦ αὐτοῦ ἐπιπέδου μὲ τοὺς δικούς του στίχους (...). Φαίνεται ὅτι ὁ Πίνδαρος εἶχε ὑπ' ὄψιν ἕνα σῶμα Κυπριακῆς ποίησης ποὺ ἔχει χαθεῖ. Μποροῦμε ἴσως νὰ σκεφτόμαστε κάτι παρόμοιο μὲ τὰ ἀνώνυμα Ἀττικὰ σκόλια πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁρμόδιου καὶ τοῦ Ἀριστογείτονα»25. Ὁ Πίνδαρος (518 περ.- 438 π.Χ.) γράφει τὸν δεύτερο Πυθιόνικό του τὸ 472. (β΄) Λίγα χρόνια ἀργότερα στὸν Ἡρόδοτο (περ. 485-425 π.Χ.) ἀναφέρεται ἄεισμα Λίνος, ὅς περ ἔν τε Φοινίκηι ἀοίδιμός ἐστι καὶ ἐν Κύπρωι καὶ ἄλληι, κατὰ μέντοι ἔθνεα ὄνομα ἔχει· συμφέρεται δὲ ὡυτὸς εἶναι τὸν οἱ Ἕλληνες Λίνον ὀνομάζοντες ἀείδουσι (...)26. Μὲ ποιό ὄνομα ἦταν γνωστὸς στὴν Κύπρο ὁ Λίνος δὲν λέει ὁ Ἡρόδοτος. Ὁ Χατζηιωάννου εἰκάζει πὼς πρόκειται γιὰ τὸ «Ἄδωνιν ἀείδειν», τὸ «τραγούδι τοῦ Ἄδωνι» ποὺ ἀναφέρεται στὶς Ἀδωνιάζουσες τοῦ Θεοκρίτου27, ὑπόθεση ποὺ συμφωνεῖ μὲ τὰ συμπεράσματα τῆς Platthy ὅτι τὸ τραγούδι τοῦ Λίνου ἄκουσε ὁ Κινύρας στὸ παλάτι του μαζὶ μὲ τὸν θρῆνο γιὰ τὸν Ἄδωνη, ἀλλὰ καὶ στηρίζεται στὶς ὁμοιότητες τῶν μύθων γιὰ τὸν Λίνο καὶ τὸν Ἄδωνη28. Οὕτως ἢ ἄλλως, στὰ χωρία αὐτὰ τοῦ Πινδάρου καὶ τοῦ Ἡροδότου ἔχουμε πρώιμες καὶ ρητὲς ἀναφορὲς γιὰ πλούσια καὶ ἀξιόλογη μουσικὴ παράδοση καὶ λυρικὴ ποίηση στὴν Κύπρο στὶς ἀρχὲς τῆς Κλασικῆς ἐποχῆς, ὅταν ὁ Πίνδαρος συνθέτει τὸν δεύτερο Πυθιόνικό του (472 π.Χ.) κι ὁ Ἡρόδοτος συντάσσει τὴν Ἱστορία του (στὰ μέσα περίπου τοῦ 5ου αἰ. π.Χ.). Στίχους ὅμως λυρικοὺς καμιὰ ἀπὸ τὶς ἀνωτέρω πηγὲς δὲν ἔχει δυστυχῶς διασώσει.

     Οἱ πρῶτοι σωζόμενοι Κυπριακοὶ στίχοι σὲ λυρικὰ μέτρα ἀνήκουν σὲ κάποια ἀπὸ τὰ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ ἀνώνυμων ποιητῶν ποὺ παρουσιάζονται καὶ σχολιά­ζονται στὸν ἑπόμενο τόμο μαζὶ μὲ τοὺς ἀξιόλογους στίχους ποὺ ἔχει συνθέσει ὁ μόνος ἐπώνυμος Κύπριος ἐπιγραμματοποιὸς ΑΝΤΙΣΘΕΝΗΣ Ο ΠΑΦΙΟΣ (2/1ος αἰ. π.Χ.). Τὰ ἐπιγράμματα αὐτὰ29 καλύπτουν ὅλη τὴν Ἑλληνιστικὴ καὶ Ρωμαϊκὴ περίοδο τῆς Κυπριακῆς ἱστορίας, μερικὰ ἀνήκουν ἀποδεδειγμένα στὴν Κυπρο­κλασικὴ περίοδο, κάποια δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶναι παλαιότερα. Ἕνα μέρος ἀπὸ αὐτὰ μπορεῖ νὰ ἔχουν συντάξει μὴ Κύπριοι ποιητές, κυρίως αὐτοὶ ποὺ ἔφτασαν στὸ νησὶ στὸ πλαίσιο τῶν στενῶν κατὰ περιόδους πολιτιστικῶν καὶ στρατιωτι­κῶν σχέσεων τῆς Κύπρου μὲ τὴν Ἀθήνα καὶ τὰ λοιπὰ Ἑλληνικὰ κέντρα κατὰ τὴν περίοδο τῆς βασιλείας τοῦ Εὐαγόρα Α΄ καὶ τῶν διαδόχων του. Ἀναντίρρητα ὀφείλεται καὶ σ' αὐτοὺς ἡ μεγάλη ἄνθηση τῆς Κυπριακῆς ποίησης ποὺ σημει­ώνεται στὶς ἀρχὲς τῆς Ἑλληνιστικῆς περιόδου. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ παραγνω­ρί­ζεται ἡ σημαντικὴ συμβολὴ στὴν ἀκμὴ αὐτὴ –ἀλλὰ καὶ στὴν προβολὴ καὶ διάσω­ση τῆς Κυπριακῆς πνευματικῆς παραγωγῆς– ἀνώνυμων καὶ ἐπώνυμων Κυπρίων ποὺ πέρασαν μεγάλο ἢ μικρὸ μέρος τῆς ζωῆς τους στὴν Ἀθήνα καὶ στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ σ' ἄλλα μέρη Ἑλληνικὰ ἐκτὸς Κύπρου, μὲ πιὸ χαρακτηριστικὰ παραδείγματα τὸν Ζήνωνα τὸν Κιτιέα, τὸν Σώπατρο τὸν Πάφιο καὶ τὸν μαθητὴ τοῦ Πλάτωνα καὶ φίλο τοῦ Ἀριστοτέλη Εὔδημο. Μέρος τῆς ζωῆς τους δὲν ἀποκλείεται νὰ πέρασαν στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ στὴν Ἀθήνα –καὶ γι' αὐτὸ νὰ ἔσπασαν τὸ κέλυφος τῆς ἀνωνυμίας– καὶ οἱ γνωστοὶ Κύπριοι λυρικοὶ ποιητὲς τῶν ἀρχῶν τῆς Ἑλληνιστικῆς περιόδου ΚΛΕΩΝ Ο ΚΟΥΡΙΕΥΣ, ΚΑΣΤΟΡΙΩΝ Ο ΣΟΛΕΥΣ καὶ ΕΡΜΕΙΑΣ Ο ΚΟΥΡΙΕΥΣ. Μὰ προφανῶς συμβάλλουν ἀποφασιστικὰ σ' αὐτὸ οἱ συνθῆκες ποὺ δημιουργοῦνται ἐπὶ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καὶ τῶν διαδόχων του, ἡ πλήρης ἐνσωμάτωση τῆς Κύπρου στὸν Ἑλληνικὸ κόσμο ἀπὸ τὴν Πτολεμαϊκὴ περίοδο κι ἡ παράλληλη μοίρα τοῦ νησιοῦ ὣς τὸ τέλος τῆς Ρωμαϊκῆς περιόδου30. Ἡ σχετικὴ παρακμὴ ποὺ παρατηρεῖται μετὰ τὴν ἐντυπωσιακὴ ἄνθηση στὶς ἀρχὲς τῆς Ἑλληνιστικῆς περιόδου ἀντικατοπτρίζει καὶ τὴν εἰκόνα τῶν λοιπῶν Ἑλληνικῶν κέντρων.

     Η ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ τῆς Κύπρου φαίνεται νὰ ἐμφανίζει τὴν ἴδια εἰκόνα ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς Ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς. Ὁ ΣΩΠΑΤΡΟΣ Ο ΠΑΦΙΟΣ σφραγίζει μὲ τὴν παρουσία του τὴν περίοδο αὐτή. Κατὰ τὴν Κλασικὴ ὅμως ἐποχή, ὅταν στὴν Ἀθήνα συντελοῦνταν τὸ θαῦμα τῆς Ἀττικῆς τραγωδίας τοῦ Αἰσχύλου καὶ τοῦ Σοφοκλῆ καὶ τοῦ Εὐριπίδη καὶ τῆς Ἀττικῆς κωμωδίας τοῦ Ἀριστοφάνη (κι ἄλλων πιὸ ἄσημων τραγικῶν καὶ κωμικῶν ποιητῶν), ἡ Κύπρος δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ ἀκολουθήσει. Στὴν ἐξαιρετικὴ συγκυρία ἐλευθερίας καὶ δημοκρατίας ποὺ ὁδήγησε στὸ Ἀθηναϊκὸ θαῦμα τῆς Κλασικῆς ἐποχῆς, τὸ νησὶ τῆς Ἀφροδίτης δὲν εὐτύχησε νὰ βρεθεῖ. Κι ἡ λατρεία τοῦ Διονύσου, μὲ τὴν ὁποία συνδέεται ἐξαρχῆς στενὰ ἡ δραματικὴ ποίηση, δὲν φαίνεται νὰ εἶχε παλιὰ ἰδιαίτερη ἀπήχηση στὴν Κύπρο, ὅπως δείχνουν τὰ πορίσματα τῆς ἀρχαιολογικῆς σκαπάνης, μολονότι δὲν λείπουν οἱ ἐνδείξεις γιὰ πρώιμη λατρεία τοῦ θεοῦ στὸ νησί31. Ἡ ὕπαρξη πλούσιου μυθολογικοῦ ὑλικοῦ στὰ Κύπρια ἔπη κι ἀλλοῦ ποὺ εὔκολα προσ­φερόταν γιὰ τραγωδίες δὲν ἄρκεσε. Ὅταν οἱ συνθῆκες θὰ καλυτερεύσουν ἐπὶ Πτολεμαϊκῆς ἐποχῆς –καὶ μὲ τὴν εἰσαγωγὴ κάποιων μορφῶν τοπικῆς αὐτοδιοίκησης– τὸ θέατρο θὰ εἶναι ἤδη στραμμένο σὲ ἁπλούστερες καὶ πιὸ εὐχάριστες στοὺς πολλοὺς μορφές, ὅπως εἶναι ἡ «Νέα» καὶ ἡ μεταγενέστερη κωμωιδία καὶ ἡ παρωιδία, οἱ φλύακες καὶ οἱ μῖμοι, ἔστω κι ἂν ἀναφέρονται καὶ ἀργότερα ποιητὲς δραμάτων καὶ τραγωιδιῶν32. Ἡ τραγωιδία ἔμεινε Ἀττικὸ θαῦμα, δημιούργημα τῆς Κλασικῆς Ἀθήνας.

     Δὲν φαίνεται ἐν τούτοις νὰ ἔμεινε ἐντελῶς ἀνεπηρέαστη ἡ Κύπρος ἀπὸ τὸ Ἀττικὸ θέατρο. Στοὺς ποιητὲς καὶ καλλιτέχνες ποὺ συρρέουν στὸ νησὶ κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Εὐαγόρα καὶ τῶν διαδόχων του πρέπει νὰ περιλαμβάνονταν καὶ ἄνθρωποι τοῦ θεάτρου, κι οἱ πρόχειρες παραστάσεις στὶς βασιλικὲς αὐλὲς δὲν θὰ ἔλειπαν. Μιὰν τέτοια παράδοση, μολονότι δὲν ἐμφανίζεται στὸ προσκήνιο ὄνομα Κυπρίου δραματικοῦ ποιητῆ ἀπὸ τὴν περίοδο αὐτή, φαίνεται νὰ ὑποδηλώνει γιὰ τὰ τέλη τῆς Κλασικῆς καὶ τὶς ἀρχὲς τῆς Ἑλληνιστικῆς περιόδου ἡ πληροφορία τοῦ Πλουτάρχου ὅτι στοὺς χορῶν κυκλίων καὶ τραγικῶν ἀγῶνας, οὐ μόνον ταῖς παρασκευαῖς ἀλλὰ καὶ ταῖς ἁμίλλαις λαμπροὺς γενομένους, ποὺ ὀργάνωσε ὁ Ἀλέξανδρος τὸ 331 π.Χ. στὴν Τύρο, ἐχορήγουν οἱ βασιλεῖς τῶν Κυπρίων, ὥσπερ Ἀθήνησιν οἱ κληρούμενοι τὰς φυλάς (...), μάλιστα δὲ Νικοκρέων ὁ Σαλαμίνιος καὶ Πασικράτης ὁ Σόλιος διεφιλονίκησαν, καθὼς ἔλαχον τοῖς ἐνδοξοτάτοις ὑποκριταῖς χορηγεῖν, Πασικράτης μὲν Ἀθηνοδώρωι (ποὺ ἦταν ὁ τελικὸς νικητής), Νικοκρέων δὲ Θεσσαλῶι33. Στὴν ὕπαρξη θεατρικῆς παράδοσης στὴν Κύπρο τὴν ἴδια ἐποχὴ συνηγοροῦν δύο πήλινα συμπλέγματα Κυπριακά, χρονολογούμενα στὴν τελευ­ταία τριακονταετία τοῦ 4ου αἰ. π.Χ. καὶ προερχόμενα ἀπὸ τὸ ἴδιο καλούπι, ποὺ παριστάνουν μορφὴ ἠθοποιοῦ-Σιληνοῦ καὶ φαίνεται νὰ ἔχουν «ἄμεση σχέση μὲ τὸ θέατρο καὶ εἰδικὰ μὲ τὴν κωμωδία», ὅπως συμπεραίνει ὁ Π. Φλουρέντζος34 συνεξετάζοντας ἀνάλογα συμπλέγματα ἀπὸ τὴν Ἀττικὴ καὶ τὴ Ρόδο. Χωρὶς τὴν παράδοση αὐτὴ δὲν θά 'ταν δυνατὴ ἡ ἀκμὴ τῆς Ἑλληνιστικῆς περιόδου, ποὺ σφραγίζει ὁ κωμικός, παρωιδός, φλυακογράφος, ποιητὴς δραμάτων Σώπατρος ὁ Πάφιος.

     Ἡ ἑπόμενη μαρτυρία γιὰ Κυπριακὴ δραματικὴ ποίηση προέρχεται ἀπὸ ἀκρωτηριασμένη ἐπιγραφὴ τῆς Πάφου τῶν μέσων περίπου τοῦ 2ου αἰ. π.Χ., ἀρκετὰ ἐνδιαφέρουσα, καθὼς ἀναμφίβολα κάνει μνεία ἑνὸς Διονυσίου ποιητοῦ τραγω(ι)[διῶν] –ἐπίσης, ἑνὸς Κρίτωνος κιθαρωι[δοῦ] καὶ ἑνὸς συναγωνιστοῦ τραγικοῦ–, φαίνεται δὲ νὰ μνημονεύει συνάμα ἕναν ποιητὴ [σατύ]ρων καὶ ἕναν ποιητὴ [κωμ]ω̣(ι)διῶν, μαζὶ μὲ τοὺς ἄρχοντες ποὺ συναπαρτίζουν τὸ «Κοινὸν τῶν περὶ τὸν Διόνυσον τεχνιτῶν»35. Τῆς ἴδιας περίπου ἐποχῆς ἀκρωτηριασμένη ἐπιγραφὴ ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα ἀναφέρει τὸν [Ν]ικαγ[ό]ραν Εὐπολέμου (...) ποητὴν διθυράμβω[ν]36. Ἕνα δὲ ἐπίγραμμα τοῦ 2ου αἰ. μ.Χ. μνημονεύει ἕνα Μοψαῖον (...) Ἀγαθοκλέα παῖδα (...) | μειμολόγων πάντων ἔξοχον ἐν χάρισιν, ἐμβάλλοντάς μας σὲ δίλημμα ἂν πρόκειται γιὰ ποιητὴ μίμων ἢ γιὰ ἠθοποιὸ μίμο ἀλλ' οὕτως ἢ ἄλλως κάνοντας λόγο γιὰ παραστάσεις μίμων στὸ Κίτιο, ἐνῶ σ' ἕνα ἄλλο ἐπίγραμμα χρονολογούμενο στὸν 2/3ον αἰ. μ.Χ. ὁ Παφιανὸς Πάφιος χαρακτη­ρίζεται κωμωδός, ἠθοποιὸς κωμικὸς ἢ ποιητὴς κωμωδιῶν37. Ἡ συγκομιδὴ ὀνομάτων δραματικῶν ποιητῶν εἶναι σὲ κάθε περίπτωση πενιχρὴ γιὰ τοὺς ἑπτὰ ὁλόκληρους αἰῶνες τῆς Ἑλληνιστικῆς καὶ Ρωμαϊκῆς περιόδου, ἐνῶ δὲν φαίνεται νὰ συμβαίνει τὸ ἴδιο μὲ τὶς θεατρικὲς παραστάσεις στὸ νησί, γιὰ τὶς ὁποῖες ἀφθονοῦν οἱ ἐπιγραφικὲς καὶ ἀρχαιολογικὲς μαρτυρίες.

     Δεσπόζουσα καὶ καταλυτικὴ θέση σ' ὅλη αὐτὴ τὴν περίοδο κατέχει τὸ Κοινὸν τῶν περὶ τὸν Διόνυσον τεχνιτῶν, ποὺ ἁπλώνεται σ' ὅλον τὸν Ἑλληνικὸ κόσμο κατὰ τὴν Πτολεμαϊκὴ περίοδο κι ἔχει τὶς ρίζες του στὸν Θίασον Μουσῶν τὸν ὁποῖο ἵδρυσε ὁ Σοφοκλῆς καὶ στὶς πρῶτες ἑνώσεις μουσικῶν καλλιτεχνῶν ποὺ ἀπέβλεπαν στὴν ὑποστήριξη τοῦ ἐπαγγέλματος τῶν μελῶν τους κι εἶχαν καὶ χαρακτήρα θρησκευτικό38. Σημαντικὲς γιὰ τὸ Κοινὸν τῶν ἐν Κύπρωι περὶ τὸν Διόνυσον (καὶ Θεοὺς Εὐεργέτας) τεχνιτῶν εἶναι οἱ ἐπιγραφικὲς μαρτυρίες καὶ χαρακτηρι­στικὴ γιὰ τὴν ὀργάνωσή του ἡ ἀκρωτηριασμένη δυστυχῶς ἐπιγραφὴ ἀπὸ τὸ ἱερὸ τῆς Ἀφροδίτης στὴν Πάφο ἡ ὁποία μνημονεύτηκε καὶ προηγουμένως: [Θεόδωρον, τῶν πρώτων φίλω]ν, τὸν [υἱὸν τοῦ Σελεύκου τοῦ συγγενοῦς] | [τοῦ βασιλέως καὶ στρατηγ]οῦ καὶ ναυάρ[χου καὶ ἀρχιερέως τῆς νήσου,] | [τὸ Κοινὸν τῶν ἐν τῶι κ]ατὰ Πάφον γραμματε<ί>ω<ι> π̣ερ[ὶ τὸν Διόνυσον] | [καὶ Θεοὺς Ἐπιφανεῖς (?) τεχ]νιτ<>ν, εὐεργεσίας ἕνεκεν τῆς εἰ[ς ἑαυτό·] | [ἱερέως τοῦ δεῖνος - - - ca. 9 - - - ], ἀρχόντων Κρίτωνος κιθαρωι[δοῦ], | [- - - ca. 12 - - - ποιητοῦ σατύ]ρων, Διονυσίου ποιητοῦ τραγω(ι)| [διῶν, ταμιεύοντος - - - ca. 9 - - -] συναγωνιστοῦ τραγικοῦ, γραμ]|[ματεύοντος - - -c a. 10 - - - ποιητοῦ κωμ]ω̣(ι)διῶν. Παρὰ τὰ προβλήματα συμπλήρωσης καὶ τὶς σοβαρὲς διαφορὲς ἀπόψεων τῶν ἐκδοτῶν, εἶναι φανερὸ ὅτι τὸ Κοινὸν τῶν π. τ. Δ. τεχνιτῶν τὴν ἐποχὴ αὐτὴ στὴν Κύπρο ἀποτελοῦν οἱ ἄρχοντες (α΄) Κρίτων ὁ κιθαρωδός, (β΄) ἕνας ποιητὴς σατυρικῶν δραμάτων, (γ΄) ὁ ποιητὴς τραγωδιῶν Διονύσιος, (δ΄) ἕνας συναγωνιστὴς τραγικός (ἠθοποιὸς ἢ –μᾶλλον– ποιητής, ὅπως ἐπιτρέπει ἡ σημασία τῶν λέξεων καὶ φαίνεται νὰ ὑποδηλώνει ἡ σειρὰ τῆς ἀναφορᾶς), (ε΄) ἕνας ποιητὴς κωμωδιῶν. Καθὼς ἡ Πάφος ἀποκτοῦσε ὅλο καὶ περισσότερη σπουδαιότητα σὲ βάρος τῆς Σαλαμίνας, δὲν ἀποκλείεται νὰ μεταφέρθηκε ἤδη στὴν Πάφο ἡ ἕδρα τοῦ γραμματείου τῶν π. τ. Δ. ἐν Κύπρωι τεχνιτῶν (ποὺ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸν γραμματέα κάθε πόλεως), ἀλλὰ ἐξακολούθησαν νὰ λειτουργοῦν στὴ Σαλαμίνα καὶ τὶς ἄλλες πόλεις τὰ τοπικὰ Κοινὰ τῶν π. τ. Δ. τεχνιτῶν, μὲ εὐρεῖες ἁρμοδιότητες καὶ κοινωνικὴ ἀπήχηση καὶ προσφορὰ πολὺ σημαντική39. Οἱ ἐπιγραφικὲς ἀναφορὲς σὲ σημαντικὲς προσωπικότητες ποὺ τιμῶνται ἀπ' αὐτὸ γιὰ τὴν προσφορά τους σ' αὐτὸ ἢ στὸν τόπο γενικὰ εἶναι δηλωτικὲς τῶν ἀνωτέρω, μὲ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τὴν ἐπιγραφὴ ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα τῆς τελευταίας εἰκοσαετίας τοῦ 2ου αἰ. π.Χ. μὲ τὴν ὁποία τιμᾶ τὸν̣λενον τὸν συγγενῆ καὶ τροφέα | τοῦ βασιλέος (sic) καὶ ἀρχιερέα καὶ | στρατηγὸν τῆς νήσου, τὸ Κοι|νὸν τῶν ἐν τῶι | κατὰ Κύπρον | γραμματείω̣ι περὶ τὸν Διόνυ|σον τεχνιτῶν εὐνοίας ἕνε|κεν τῆς εἰς ἑαυτό40, ὅπως καὶ οἱ τιμητικὲς ἀναφορὲς ἀπὸ τὸ Κοινὸν Κυπρίων σὲ ἄρχοντες τοῦ Κοινοῦ τῶν π. τ. Δ. τεχνιτῶν, μὲ ἰδιαίτερα σημαντικὴ τὴν ἐπιγραφὴ Ἀφροδίτηι Παφίαι ἀπὸ τὴν Πάφο τῆς ἴδιας ἐποχῆς ὅπου τιμᾶ ἡ πόλις ἡ Παφίων Κάλλιππον Καλλίππου, δὶς γραμμα|τεύσαντα τῆς βουλῆς καὶ τοῦ δήμου καὶ ἠρχευκότα τῆς | πόλεως καὶ τῶν περὶ τὸν Διόνυσον καὶ Θεοὺς Εὐε­γέ|τας τεχνιτῶν, τὸν γραμματέα τῆς πόλεως, γυμ̣[να]|σιαρχήσαντα καλῶς τὸ ιβ΄ L41. Ὅλα τοῦτα κι ἄλλα παρόμοια μαρτυροῦν πόσο μεγάλη ἀπήχηση εἶχε τὸ θέατρο στὴν Κύπρο. Σ' αὐτὸ συνηγοροῦν κι ἄλλες –Κυπριακὲς καὶ μὴ– μαρτυρίες γιὰ ἀνθρώπους τοῦ Κυπριακοῦ θεάτρου ποὺ διακρίνονται, στὴν Κύπρο ἢ ἀλλοῦ, ὅπως στοὺς Δελφοὺς οἱ ἱματιομίσθαι Στρατοκλῆς Ἀπολλοδώρου Σαλαμίνιος καὶ (μὲ ἐπιφυλάξεις) Νίκων Μενεκλέους Σολεύς, ὁ σαλπιστὴς [Ἀριστῶν]αξ Ἀριστώ­νακ[τ]ος Πάφιος ἀπὸ Κύπρο[υ], ὁ χορηγὸς Χάρης Κύπριος, καὶ ἄλλοι42.

     Ζωντανοὶ μάρτυρες τῆς θεατρικῆς κίνησης στὴν Κύπρο κατὰ τὴν Ἑλληνι­στικὴ καὶ τὴ Ρωμαϊκὴ περίοδο στέκουν καὶ σήμερα τὰ θέατρα τοῦ Κουρίου, τῆς Σαλαμίνας, τῶν Σόλων καὶ τῆς Πάφου. Τὸ ἀρχικὸ θέατρο τοῦ Κουρίου σύμφωνα μὲ τὰ ἀρχαιολογικὰ δεδομένα κτίστηκε περὶ τὰ τέλη τοῦ 2ου αἰ. π.Χ., ὑπέστη σοβαρὲς μετατροπὲς κατὰ τὴ Ρωμαϊκὴ ἐποχή (πιθανῶς ἐπὶ τῆς αὐτοκρατορίας τοῦ Νέρωνα, 54-68 μ.Χ.), μὰ καταστράφηκε σύντομα ἀπὸ τοὺς σεισμοὺς τοῦ 77 μ.Χ., ἀνοικοδομήθηκε καὶ ἐπεκτάθηκε στὶς σημερινές του διαστάσεις στὶς ἀρχὲς τῆς βασιλείας τοῦ Τραϊανοῦ (98-117 μ.Χ.), διαρρυθμίστηκε γιὰ θηριομαχίες γύρω στὸ 200 μ.Χ., ἀνασκάφηκε ἀπὸ ἀποστολὴ τοῦ Πανεπιστημιακοῦ Μουσείου τῆς Πενσυλβανίας κατὰ τὰ ἔτη 1946-1950, ἀνακαινίστηκε καὶ χρησιμοποιεῖται σήμε­ρα γιὰ θεατρικὲς παραστάσεις καὶ ἄλλες καλλιτεχνικὲς ἐκδηλώσεις. Τὸ θέατρο τῆς Σαλαμῖνος φαίνεται νὰ ἔχει παράλληλη ἀρχικὰ ἱστορία: καταστρέφεται ἀπὸ σεισμὸ καὶ ἀνοικοδομεῖται ἐπὶ Αὐγούστου (27 π.Χ.-14 μ.Χ.), πλήττεται καὶ αὐτὸ ἀπὸ τὸν καταστρεπτικὸ σεισμὸ τοῦ 77 μ.Χ. καὶ ἀνοικοδομεῖται ἐπὶ τῶν αὐτοκρα­τόρων Τραϊανοῦ καὶ Ἀδριανοῦ (117-138 μ.Χ.), καταστρέφεται ἀπὸ νέο σεισμὸ στὰ μέσα τοῦ 4ου αἰ. μ.Χ. καὶ ἐγκαταλείπεται, ἀνασκάπτεται ἀπὸ τὸ Τμῆμα Ἀρχαιο­τήτων τῆς Κύπρου καὶ ἀναστηλώνεται ἐν μέρει λίγο πρὶν τὴν Τουρκικὴ εἰσβολή, γιὰ νὰ βρεθεῖ καὶ πάλι ἐγκαταλειμμένο μετὰ τὸ 1974. Τὸ θέατρο τῶν Σόλων, καὶ αὐτὸ στὴν κατεχόμενη σήμερα περιοχὴ τῆς Κύπρου, ἀνεγέρθηκε στὰ τέλη τοῦ 2ου αἰ. μ.Χ., καταστράφηκε ἐπίσης ἀπὸ σεισμὸ στὰ μέσα τοῦ 4ου αἰ. μ.Χ. καὶ ἐγκαταλείφθηκε, γιὰ νὰ ἀναστηλωθεῖ ἐν μέρει στὰ 1961-1964 καὶ νὰ χρησιμο­ποιηθεῖ ὣς τὸ 1974 ἀπὸ τὰ Γυμνάσια τῆς περιοχῆς γιὰ παραστάσεις ἀρχαίου δράματος. Ἐντυπωσιακὸ εἶναι καὶ τὸ θέατρο τῆς Πάφου, ποὺ ἀνακαλύφθηκε πρόσφατα43. Ἄλλα θέατρα δὲν ἔχει φέρει ὣς σήμερα στὸ φῶς ἡ ἀρχαιολογικὴ σκαπάνη. Φαίνεται ὅμως ὅτι θέατρα ὑπῆρχαν καὶ στὶς ἄλλες πόλεις, τουλάχιστο στὸ Κίτιο, ὅπως μαρτυρεῖ ἐπιγραφὴ μὲ τὴν ὁποία τιμᾶ ἡ πόλις (δηλ. τῶν Κιτιέων) Σώδαμον Σωδάμ[ου] | τ[ὸν] φιλόπατριν τὸν γυμν[α]|[σι]αρχήσαντα καὶ ἀγορ[ανο] ­|μήσαντα καὶ τὸ θέατρ[ον] | κατασκευάσαντα ἐκ θ[ε]|μελίων καὶ τὰ ἐν αὐτ[ῶι] | [ἰδί]οις ἀναλώμ[ασι]44.

     Ἡ εἰκόνα τῆς Ἑλληνιστικῆς καὶ Ρωμαϊκῆς ποίησης τῆς Κύπρου δὲν ὁλοκλη­ρώνεται στὸν τόμον αὐτόν. Ἡ Ρωμαϊκὴ Κύπρος ἰδιαίτερα προβάλλει κατὰ μεγάλο μέρος στὸν ἑπόμενο τόμο, μὲ τὰ πολλὰ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ. Μὰ κι ἔτσι μποροῦμε νὰ μιλοῦμε γιὰ μιὰν ἀξιόλογη Ἑλληνικὴ ποιητικὴ κληρονομιὰ ἀπὸ τὸ νησὶ τῆς Ἀφροδίτης.

  1. Ἡρόδ. 5.113.2 ὁ Σολίων βασιλεὺς Ἀριστόκυπρος ὁ Φιλοκύπρου, Φιλοκύπρου δὲ τούτου τὸν Σόλων ὁ Ἀθηναῖος ἀπικόμενος ἐς Κύπρον ἐν ἔπεσι αἴνεσε τυράννων μάλιστα· πβ. Πλουτ. Σόλ. 26.2-4 καὶ Βίος Ἀράτου σ. 77.8 Maass, ὅπου διασώζονται στίχοι σχετικοὶ τοῦ Σόλωνος (βλ. Σόλ. ἀπόσπ. 19 West καὶ Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 39.1-2), κ.ἄ. (βλ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 39, 39.6 καὶ 39.7). Ἡ κατὰ τὴν παράδοση ἐπίσκεψη (ἢ –ἁπλῶς– ἡ φιλικὴ σχέση Σόλωνα – Φιλόκυπρου) τοποθετεῖται στὸ α΄ ἥμισυ τοῦ 6ου αἰ. π.Χ. (βλ. π.χ. Καραγιώργης, Β. (1978), Ἀρχαία Κύπρος: Ἀπὸ τὴ Νεολιθικὴ Ἐποχὴ ὣς τὸ τέλος τῆς Ρωμαϊκῆς, Αθήνα . 94 κἑ. καὶ Καραγιώργης, Β. (2002), Κύπρος: Το Σταυροδρόμι της Ανατολικής Μεσογείου, 1600-500 π.Χ., Αθήνα. 195 [μὲ βιβλιογραφία],  (1970-1979), Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τóμ. Α΄- ΙΣΤ΄, Ἀθῆναι. Γβ΄ 156 καὶ Παπαδόπουλλος, Θ. (1997-2000), Ἱστορία τῆς Κύπρου, τóμ. Α΄-Β΄, Λευκωσία. Αα΄ 317-18 καὶ Ββ΄ 496-97 καὶ 511). Σημαντικὴ εἶναι καὶ ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ἡροδότου στὸν βασιλιὰ τῆς Σαλαμίνας Εὐέλθοντα, ποὺ δείχνει στενὲς σχέσεις μὲ τοὺς Δελφοὺς καὶ τὴν Κυρήνη κατὰ τὴν ἴδια περίοδο (Ἡρόδ. 4.162: Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 43, πβ. 43.1), κι ἀκόμα πιὸ σημαντικὴ ἡ ἔκθεση τῶν γεγονότων τῆς Ἰωνικῆς ἐπανάστασης καὶ τῆς ἐξέγερσης τοῦ Ὀνήσιλου (Ἡρόδ. 5.103-16 [Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 45-50]· βλ. ἀναλυτικὰ Ἀ. Β. Ὀνήσ. 3 κἑ. [μὲ βιβλιογραφία] καὶ «6+3 Ηροδότεια ποιήματα του Κυριάκου Χαραλαμπίδη», πόρφυρας τεύχος 124 [Ιούλ. - Σεπτ. 2007] 285 κἑ.).
  2. Βλ. ἀνάμεσα στ' ἄλλα: Spyridakis, K. (1935), Evagoras I. von Salamis: Untersuchungen zur Geschichte des kyprischen Königs, Stuttgart. (καὶ Ἑλλ. ἔκδοση, Λευκωσία 1945), 1 κἑ., τοῦ ἴδιου: Σπυριδάκις, K. (1972-1974), Μελέται, Διαλέξεις, Λόγοι, Ἄρθρα, τóμ. Α΄- Γ΄, Λευκωσία. Αβ΄ 241 κἑ. καὶ Αγ΄ 37 κἑ. (καὶ τὸ κεφ. «Ἡ Κύπρος μετὰ τὰ Μηδικὰ» στὴν  (1970-1979), Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τóμ. Α΄- ΙΣΤ΄, Ἀθῆναι. Γβ΄ 162 κἑ.)· Καραγιώργης, Β. (1978), Ἀρχαία Κύπρος: Ἀπὸ τὴ Νεολιθικὴ Ἐποχὴ ὣς τὸ τέλος τῆς Ρωμαϊκῆς, Αθήνα . 111-5· Γεωργιάδης, K. (1978), Ἱστορία τῆς Κύπρου/History of Cyprus, 2η εκδ./2nd ed., Nicosia. 70 κἑ.· Παπαδόπουλλος, Θ. (1997-2000), Ἱστορία τῆς Κύπρου, τóμ. Α΄-Β΄, Λευκωσία. Ββ΄ 571-602 (μὲ πλούσια βιβλιογραφία), 619-20 (μὲ σημ. 1), κ.ἀ. (βλ. Εὑρετήριο σσ. 1241-2). Οἱ ἀρχαῖες πηγὲς στὸν Χατζηιωάννου, Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ σσ. 122-97, κυρίως τὰ κείμενα ὑπ' ἀρ. 66.9-12, 66.14-14ζ («Ὁ ῥήτωρ Ἀνδοκίδης εἰς Κύπρον»), 66.44 («Ὁ Νικοκλῆς τιμᾶ τὸν τάφον τοῦ πατρός του Εὐαγόρου διὰ χορῶν, μουσικῆς καὶ ... ἀγώνων» [βλ. καὶ Βοσκός, Α. Ι., Καράλλης, Γ. & κ.ά. (2004), Ἡ Κυπριακὴ συμβολὴ στοὺς Πανελλήνιους ἀγῶνες τῆς ἀρχαιότητας, Η Διδασκαλία της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού. Πρακτικά Η΄ Σεμιναρίου του Συμβουλίου της Ευρώπης: "Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ως διαχρονικός θεσμός προαγωγής της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών σε Δημοκρατικές Κοινωνίες" 12-16 Μαΐου 2003, Λεμεσός - Κύπρος. 22-41. 24 κἑ.]), 67 (σχέση Ἰσοκράτους μὲ Ἱππόνικο καὶ Δημόνικο), 77 (Κύπριοι χορηγοὶ σὲ τραγικοὺς ἀγῶνες), 77.3 («... Νικοκρέων καὶ Δωρίων ὁ αὐλητής»), 77.4 («... Νικοκρέων καὶ Μενέδημος ὁ φιλόσοφος»), 77.5 («... Νικοκρέων καὶ Ἰσοκράτης ὁ ῥήτωρ»), 77.6 («... Νικοκρέων καὶ Ἀνάξαρχος ὁ φιλόσοφος»), 77.7. καὶ 81.2 (Στρατόνικος ὁ Ἀθηναῖος κιθαρωδός), κ.ἄ.
  3. Βλ. κυρίως Maier, F. G. (1985), Factoids in Ancient History: The Case of Fifth-Century Cyprus, JHS 105: 32-39. μὲ βιβλιογραφία (37: «Finally the results of recent archaeological research do not support the hypothesis that the civilisation of Cyprus in the time between the Ionian Revolt and the reign of Evagoras was marked by an "anti-Greek movement favoured by the Persians", while "the island was culturally almost isolated from Greece"», μὲ παραπομπὴ στὴ σημ. 29 στοὺς Spyridakis, K. (1935), Evagoras I. von Salamis: Untersuchungen zur Geschichte des kyprischen Königs, Stuttgart. 112-3, καὶ Gjerstad, E., Lindros J., Sjöqvist E. & Westholm A. (1934-1972), The Swedish Cyprus Expedition: Finds and Results of the Excavations in Cyprus., Vols. I-IV 2, Stockholm und Lund . IV2. 476-7 καὶ 485-9). Πβ. Καραγιώργης, Β. (1978), Ἀρχαία Κύπρος: Ἀπὸ τὴ Νεολιθικὴ Ἐποχὴ ὣς τὸ τέλος τῆς Ρωμαϊκῆς, Αθήνα . 98 κἑ. (κ.ἀ.).
  4. Βλ. Γεωργιάδης, K. (1978), Ἱστορία τῆς Κύπρου/History of Cyprus, 2η εκδ./2nd ed., Nicosia. 68 κἑ. (κυρίως 70), καὶ Καραγιώργης, Β. (1978), Ἀρχαία Κύπρος: Ἀπὸ τὴ Νεολιθικὴ Ἐποχὴ ὣς τὸ τέλος τῆς Ρωμαϊκῆς, Αθήνα . 100 κἑ., μὲ τὴν ἐπιτύμ­βια στήλη τοῦ πολεμιστῆ Διονύσιου Καρδιανοῦ στὴ σελ. 102 (τῶν μέσων τοῦ 5ου αἰ., ποὺ βρέθηκε στὴ Λύση τῆς ἐπαρχίας Ἀμμοχώστου). Χαρακτηριστικὸ εἶναι καὶ τὸ δίστιχο ἐπίγραμμα τῶν ἀρχῶν τοῦ 5ου αἰ. π.Χ. ἀπὸ τὴν Ἀμαθοῦντα (Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία. 11 Ε3: ἀνωτ. Εἰκ. 9.1): Ἐνθάδε μο̣ῖραν ἔχων Ἁλικαρ­νησσεὺς Ἰδάγυγος | κεῖται, Ἀριστοκλέος παῖς Ἄρεος θεράπων.
  5. Ἰσοκρ.Εὐαγ. 19-20 ἀφικόμενος ἐκ Φοινίκης ἀνὴρ φυγὰς καὶ πιστευθεὶς ὑπὸ τοῦ τότε βασιλεύοντος (...) τὸν μὲν εὐεργέτην ἐξέβαλεν, αὐτὸς δὲ τὴν βασιλείαν κατέσχεν. ἀπιστῶν δὲ τοῖς πεπραγμένοις καὶ βουλόμενος ἀσφαλῶς κατασκευάσασθαι τὰ περὶ αὑτὸν τήν τε πόλιν ἐξεβαρβάρωσε καὶ τὴν νῆσον ὅλην βασιλεῖ τῶι μεγάλωι κατεδούλωσεν. Ὁ Φοίνικας βασιλιὰς θέλοντας κατασκευάσασθαι τὰ περὶ αὑτὸν χρησιμοποίησε προφανῶς βαρβάρους συμβούλους καὶ ἀκολούθους, στὴ θέση Ἑλλήνων (Καραγιώργης, Β. (1978), Ἀρχαία Κύπρος: Ἀπὸ τὴ Νεολιθικὴ Ἐποχὴ ὣς τὸ τέλος τῆς Ρωμαϊκῆς, Αθήνα . 112 καὶ Γεωργιάδης, K. (1978), Ἱστορία τῆς Κύπρου/History of Cyprus, 2η εκδ./2nd ed., Nicosia. 70). Ὡς ἀναξιόπιστη ἱστορικὴ πηγὴ γιὰ τὴν Κύπρο χαρακτηρίζει ὁ Maier, F. G. (1985), Factoids in Ancient History: The Case of Fifth-Century Cyprus, JHS 105: 32-39. 33, τὸν Ἰσοκράτη, κυρίως γιὰ ὅσα λέγει στὰ κεφ. 47 καὶ 49, καὶ συμφωνεῖ μὲ τὴν ἄποψη τῶν "ρητορικῶν ὑπερβολῶν» (μὲ παραπομπὴ στοὺς Hill, Gjerstad, Pouilloux, στὴ σημ. 5), ἐνῶ ὁ Σπυριδάκις (βλ. π.χ. Σπυριδάκις, K. (1972-1974), Μελέται, Διαλέξεις, Λόγοι, Ἄρθρα, τóμ. Α΄- Γ΄, Λευκωσία. Αβ΄ 242 κἑ.) βλέπει ἐδῶ τὴν ἱστορικὴ εἰκόνα πλήρους ἐκβαρβάρωσης. Ἡ ἀλήθεια φαίνεται νὰ βρίσκεται κάπου στὴ μέση.
  6. Οἱ κύριες στρατιωτικὲς ἐπιχειρήσεις: 501-495 Ἰωνικὴ ἐπανάσταση καὶ Κυπριακὴ ἐξέγερση. 480 Ναυμαχία Σαλαμίνας. 478 Κοινὴ ἐκστρατεία τῶν Ἑλλήνων ὑπὸ τὸν Παυσανία στὴν Κύπρο. 459-458 Ἐκστρατεία Ἀθηναίων στὴν Κύπρο ὑπὸ τὸν Χαριτιμίδη. 450-449 Ὁ Κίμων στὴν Κύπρο. 411 Ὁ Εὐα­γόρας ἀνακτᾶ γιὰ τοὺς Τευκρίδες τὸν θρόνο τῆς Σαλαμίνας, καὶ στέλνει βοήθεια στοὺς Ἀθηναίους. (405 Ὁ Κόνων στὸν Εὐαγόρα, ποὺ τὸν συνεπικουρεῖ. 394 Νίκη Κόνωνα στὴ ναυμαχία τῆς Κνίδου). 398 (390)-379 Ἀγῶνες τοῦ Εὐαγόρα πρὸς ἀποτίναξη τοῦ Περσικοῦ ζυγοῦ. 351-344 Κυπριακὴ ἐξέγερ­ση ὑπὸ τὸν Πνυταγόρα τῆς Σαλαμίνας. 332-323 Κυπριακὴ συστράτευση μὲ τὸν Μ. Ἀλέξανδρο.
  7. Βλ. ἀνωτ. 68 μὲ σημ. 28, καὶ 105 μὲ σημ. 56. Βλ. ἐπίσης Kourou, N., Παπαδόπουλλος Θ. & Χατζηστυλλής Στέλιος (1985), Musical Procession in Early Greek Art: Their Oriental and Cypriot models, Πρακτικὰ τοῦ Δευτέρου Διεθνοῦς Κυπρολογικοῦ Συνεδρίου (Λευκωσία, 20-25 Ἀπριλίου 1982)τóμ. A': Ἀρχαῖον Τμῆμα, Λευκωσία. 415 κἑ.· Maier, F. G. & Peltenburg E. (1989), Priest Kings in Cyprus, Early Society in Cyprus Edinburgh University Press. 376-391. 376 κἑ. (μὲ σημειώσεις καὶ βιβλιογραφία, σσ. 387-91)· Robert, L. (1978), Sur un Apollon oraculaire à Chypre, CRAI 122.2: 338-344. σσ. 338 κἑ.· Sophocleous, S. (1985), Atlas des représentations chypro-archaiques des divinités, Studies in Mediterranean Αrchaeology Göteborg.. Χρήσιμα στοιχεῖα: Nikolaou, K. (1976), The Historical Topography of Kition, Vol. XLIII, Studies in Mediterranean Archaeology Göteborg . passim.
  8. Βλ. π.χ. Παπαχαραλάμπους, Γ. Χ. (1946), Πρόκλησις μαντικῶν ὀνείρων καὶ λατρεία τοῦ Ἀδώνιδος ἐν Κύπρῳ, ΚυΣπ 10: 25 κἑ., καὶ Παπαχαραλάμπους, Γ. (1973), Ὁμηρικὰ ἔθιμα ἐν Κύπρῳ, ΚυΣπ 37: 157 κἑ. Πβ. Βαρβούνης, Μ. Γ. (1992), Λαογραφικὰ σημειώματα στοὺς Ὁμηρικοὺς Ὕμνους “Εἰς Ἀφροδίτην” (Allen V καὶ VI), Ἐπετηρὶς τοῦ Κέντρου Ἐπιστημονικῶν Ἐρευνῶν (Λευκωσία, Κύπρος) 19: ὅ.π. (σημ. 57) 547 κἑ.
  9. Τὰ περὶ Χαιρέαν καὶ Καλλιρόην 8.2.9 (Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Β΄ 56.4):ἀπήγγειλαν οἱ ἱερεῖς (οἱ αὐτοὶ δέ εἰσι καὶ μάντειςὅτι καλὰ γέγονε τὰ ἱερά. Ὁ Χαρίτων χρονολογεῖται πρὶν ἀπὸ τὸν 2ον αἰ. μ.Χ.: βλ. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη . 1170-1 καὶ 1177 μὲ σημ. 1 (ὅπου καὶ βιβλιογραφία, βλ. καὶ Papanicolaou, A. D. (1973), Chariton-Studien: Untersuchungen zur Sprache und Chronologie der griechischen Romane, Göttingen.).
  10. Tacit. Hist. 2.2-4 (Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Δα΄ 254, πβ. 256: Suet. Titus 5 Paphiae Veneris oraculo καὶ βλ. σχόλια στὰ ἀνωτ. χωρία: Δβ΄ σσ. 229-32). Ὁ Τάκιτος ἀναφέρει στὴ συνέχεια ὅτι ὁ ἱερέας τῆς Ἀφροδίτης ὀνομαζόταν Σώστρατος.
  11. §21 (βλ. καὶ Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 66.2): περὶ οὗ τὰς μὲν φήμας καὶ τὰς μαντείας καὶ τὰς ὄψεις τὰς ἐν τοῖς ὕπνοις γενομένας, ἐξ ὧν μειζόνως ἂν φανείη γεγονὼς ἢ κατ' ἄνθρωπον, αἱροῦμαι παραλιπεῖν, οὐκ ἀπιστῶν τοῖς λεγομένοις (...). Δὲν ἔχουμε λόγους νὰ ἀποκλείσουμε Κυπριακή –ἤ: καὶ Κυπριακή– προέλευση τῶν μαντειῶν.
  12. Πλουτ. Κίμων 19.4 (βλ. καὶ Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 61.13). Εὔλογα μπορεῖ νὰ ὑποθέσει κανεὶς ὅτι πρόκειται γιὰ χρησμό –πιθανῶς τοῦ Ἀπόλλωνος– ἀπὸ μαντεῖο Κυπριακό, μολονότι τὸ μαντεῖο τῶν Δελφῶν δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκλειστεῖ (βλ. τὰ σχετικὰ μὲ τὸν χρησμὸ γιὰ τὸν Ὀνήσιλο [Ἡρόδ. 5.114.2]: Βοσκοῦ, Ἀ. Ἰ. (1997), Ὀνήσιλος: Ἀπὸ τὸν Ἡρόδοτο στὴ Σύγχρονη Κυπριακὴ Λογοτεχνία, Κυπριακαί σπουδαί 61: Λευκωσία . 3-33. 11-2 μὲ σημ. 23-4).
  13. Βλ. καὶ ἀνωτ. 122 σημ. 65. Ἡ ἐπιγραφὴ ἀνάγεται στὸν 2ον αἰ. μ.Χ., εἶναι ἔμμετρη (σὲ ἰαμβικὸ μέτρο) καὶ μὲ ἀκροστιχίδα. Ἡ ὑπόθεση γιὰ ὕμνο στὴν Ἀφροδίτη δὲν φαίνεται πιθανή. Πιὸ εὔλογη εἶναι ἡ ἄποψη ὅτι διασώζει τὸ κείμενο ἔμμετρου χρησμοῦ ἢ παραινετικοῦ-γνωμικοῦ ἀλφαβήτου (στηριγμένου σὲ χρησμικὸ κείμενο). Τὰ προβλήματα συζητοῦνται στὸν ἑπόμενο τόμο (Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία. 11 Ε71 [σσ. 144-7 καὶ 452-6], ὅπου καὶ κριτικὴ ἔκδοση καὶ σχολιασμὸς τοῦ κειμένου, καὶ πλήρης βιβλιογραφία.
  14. Βλ. π.χ. Bowra, C. M. (1966/1970), Landmarks in Greek Literature, London and Berkeley. 5: "there may have been similar schools (sc. of bards) in Crete and Cyprus and elsewhere. In each case the tradition must have worked in the same lines, keeping the past alive" (προσμαρτυροῦν οἱ Ὁμηρικὲς σκηνὲς στὴ σαρκοφάγο τῆς Παλαιπάφου: [ἀνωτ. Εἰκ. 22], ἀλλὰ καὶ ἡ ἐντυπωσιακὴ παρουσία στὴν Πάφο [τέλη 2ου-ἀρχὲς 3ου αἰ. μ.Χ.] τοῦ Λαρανδέως Νέστορος τοῦ ποιητοῦ, ποὺ σύνθεσε σὺν τοῖς ἄλλοις Ἰλιάδα λειπογράμματον: βλ. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία. 11 Ε46, μὲ σχόλια).
  15. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin. 1305:  Supplementum Epigraphicum Graecum, Amsterdam/Leiden. 6 (1932) ἀρ. 829:Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Δα΄ 91. Βλ. καὶ Κυριαζῆς, Ν. Γ. (1924), Ἐπιτύμβιος στήλη Κιτιέως, ΚυΧρ 2: 216-217.· Seyrig, H. (1927), Inscriptions de Chypre, BCH 51: 138-154. 147 ἀρ. 6· Sykutris, J. (1928), Epigramm aus Kition, Hermes 63: 110-111.· Nicolaou, I. (1971), Cypriot Inscribed Stones (Picture Book no 6), Cyprus . Pl. XL· Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία. 11 Ε24 (σσ. 92-5 καὶ 294-9). Ἀξιοσημείωτο εἶναι καὶ τὸ ἀοίδιμον (πιθανῶς: τὸν ξακουστὸν ἀοιδό) στὸ Ε46 (ὅ.π. σσ. 118-21 καὶ 383-6).
  16. Βλ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Γβ΄ 88 καὶ –γιὰ τὸν ρόλο τῶν διφθεραλοιφῶν στὴν ἀρχαία Κύπρο– σσ. 11 κἑ. (§ 2.6 καὶ 4), πβ. καὶ Δβ΄ 119, ὅπου σχόλια γιὰ τὴν ἐπιγραφὴ ἀπὸ τὸ Μάριο (: Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Δα΄ 119) Ὀνασαγόρου τῶ Στασαγόραυ τῶ διφθεραλοιφῶν ἡμί (βλ. Masson, O. (1961), Les Inscriptions Chypriotes Syllabiques: Recueil critique et commenté, École Française d' Athènes, Études Chypriotes 1: Paris. ἀρ. 143 [σσ. 167-8] μὲ βιβλιογραφία): τοῦ «γραμ­ματοδιδασκάλου», ὅπως μεταφράζει ὁ Χατζηιωάννου. Τὸ πρῶτο συνθετικὸ τῆς λέξεως μαρτυρεῖ χρήση διφθερῶν σὲ εὐρεία ἔκταση, γεγονὸς ποὺ πιθανὸν αἰτιολογεῖ καὶ τὴ μὴ διάσωση περισσό­τερων ἔργων στὴν Κύπρο (πβ. Β. Καραγιώργη, «Ἡ Κύπρος τῆς Ἀρχαϊκῆς ἐποχῆς 1000-479 π.Χ.»,  (1970-1979), Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τóμ. Α΄- ΙΣΤ΄, Ἀθῆναι. Β΄ 365).
  17. Ἀθήν. 14, 638a: Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Γα΄ 97 Τιμόμαχος δ' ἐν τοῖς Κυπριακοῖς Στήσανδρον λέγει τὸν Σαλαμίνιον (ὡς δα | σαμίτωνα Α) ἐπὶ πλεῖον αὐξῆσαι τὴν τέχνην καὶ πρῶτον ἐν Δελφοῖς κιθαρωιδῆσαι τὰς καθ' Ὅμηρον μάχας, ἀρξάμενον ἀπὸ τῆς Ὀδυσσείας. Ὁ Τιμόμαχος ἀναφέρει τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Στήσανδρο στὸ ἔργο του Κυπριακά, γεγονὸς ποὺ ἐνισχύει τὴν ὑπόθεση γιὰ Κυπριακὴ καταγωγὴ τοῦ κιθαρωδοῦ (βλ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Γα΄ 111.2*). Ἕνας ἄλλος κιθαρωδός, ὁ Κρίτων, συνδέεται μὲ τὸ κοινὸν τῶν περὶ τὸν Διόνυσον τεχνιτῶν, μαζὶ μὲ τὸν ποιητὴ τραγωδιῶν Διονύσιο (βλ. κατωτ. σσ. 143 κἑ. [μὲ σημ. 100]), χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι ὁ Κρίτων ἀποκλείεται νὰ κιθαρωδοῦσε καὶ τὰς καθ' Ὅμηρον μάχας, ἐνῶ ὁ Ἀθήναιος 8, 347f-352d (: Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 77.7 καὶ 81.2, Γα΄ 57.2δ καὶ 62.1) ἐμφανίζει τὸν Ἀθηναῖο κιθαριστὴν Στρατόνικο νὰ ζεῖ καὶ στὴν Κύπρο καὶ νὰ πεθαίνει ἐκεῖ ἐπὶ τῶν διαδόχων τοῦ Εὐαγόρα, συμβάλλοντας ἀναμφίβολα κι αὐτὸς στὴν ἀναζωογόνηση τῆς πνευματικῆς καὶ καλλιτεχνικῆς ζωῆς.
  18. Ζωντανὴ κρατήθηκε ἡ Ὁμηρικὴ ποίηση στὴν Κύπρο κι ἀργότερα, ὣς τὶς μέρες τοῦ Σεφέρη κι ὣς σήμερα. Βλ. χαρακτηριστικὰ Hadjistephanou, C. E. (1979-1980), Seferis on the “Homeric World” of Cyprus, Στασῖνος 7: 27-36., καὶ Χρυσάνθης, Κ. (1979-1980), Μεταφράσεις Ὁμηρικῶν ἔργων ἀπὸ Κυπρίους, Στασῖνος 7: 37-43., ὅ.π. 37-43. Περισσότερα (μὲ βιβλιογραφία): Βοσκός, Α. Ι. & Chadzisavas Α. (1998), Ὁμηρικὰ πρότυπα στὴν ποίηση τοῦ Κυριάκου Χαραλαμπίδη, Chypre et l'Europe Besançon. 286-303.: βλ. καὶ ἀνωτ. 63 κἑ. μὲ σημ. 20 καὶ 127 κἑ. μὲ σημ. 73. (Βλ. ἐπίσης Μητσάκης, Κ. (1976), Ὁ Ὅμηρος στὴ νέα ἑλληνικὴ λογοτεχνία, Ἀθήνα..)
  19. di Cesnola, A P. (1882), Salaminia, Cyprus: The History, Treasures, & Antiquities of Salamis in the Island of Cyprus, London. 103-5: Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin. 842: Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Δα΄/Δβ΄ 99: Pouilloux, J., Roesch P. & Marcillet-Jaubert J. (1987), Salamine de Chypre, XIII: Testimonia Salaminia, 2. Corpus épigraphique, Vol. XIII, Paris . 192: «Ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα ἑνὸς ἀνύπαντρου μουσικοῦ νέου 23 χρονῶν» χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὸν συγγραφέα τῆς Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία., ὅ.π., στὸν τίτλο τῆς μετάφρασης. Γιὰ νέο μὲ ἔφεση στὰ Γράμματα καὶ τὶς Τέχνες γενικά, μπορεῖ πιὸ εὔλογα νὰ μιλᾶ κανείς (ἀναλυτικά: Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία. 11 Ε27, σσ. 98-9 καὶ 309-12 [βλ. καὶ κατωτ. Εἰκ. 43]).
  20. Wace, A. J. B. & Stubbings F. H. (1962/1974), A Companion to Homer, London . 22 (Ἑλλην. μετάφρ. 26, βλ. καὶ ἑπόμενα). Πβ. Kirk, G S. (1976), Homer and the Oral Tradition, Cambridge – London – New York – Melbourne . 123 κἑ. (κ.ἀ.), καὶ Schadewalt, W. & Κακριδῆς Φ. Ἰ. (1980), Ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Ὁμήρου, Α΄ τόμος: Τὸ Ὁμηρικὸ ζήτημα, Ἀθήνα. 80 κἑ. (κυρίως 81, 87, 89 κἑ.). Πβ. ἐπίσης CIl σημ. στὸ Σ 569-70 (V 225/Ε΄ 371-2: μὲ βιβλιογραφία), καὶ COd σημ. στὸ θ 256 κἑ. (Ι 362 κἑ. / Α΄ 607 κἑ.). Γιὰ τὸν λίνον βλ. ἀμέσως ἑπόμενα. Γιὰ τὴ χρήση ἐλύμων αὐλῶν στὴν Κύπρο βλ. καὶ Barker, A. (1984), Greek Musical Writings: Volume 1, The Musician and his Art, Cambridge. 267: στὸν ἴδιο τόμο καὶ στὸν Barker, A. (1989), Greek Musical Writings: Volume 2, Harmonic and Acoustic Theory, Cambridge. χρήσιμη ἐπισκόπηση τῶν ἐπιμέρους θεμάτων καὶ πλούσια βιβλιογραφία. Μὲ εἰδικὲς ἀναφορὲς στὴν Κύπρο: Γεωργίου, M. (2007), Ἀρχαῖα Ἑλληνικὰ Μουσικὰ Ὄργανα: ἀναζητῶντας τὸν συμπαντικὸ ἦχο / Ancient Greek Instruments: the quest for the resonance of the universe, 2η εκδ. / 2nd ed., Λευκωσία..
  21. Βλ. καὶ CIl σημ. στὸ Σ 491-6 (V 213 / Ε΄ 355-6). Πβ. Κ 13, ὅπου ὁ ποιητὴς μνημονεύει αὐλῶν συρίγγων τ' ἐνοπὴν ὅμαδόν τ' ἀνθρώπων, καὶ Ὁμηρ. ὕμν. XIV.3 (Εἰς Μητέρα θεῶν) βρόμος αὐλῶν (βλ. καὶ συμφραζόμενα, μὲ ἀξιοπρόσεκτη τὴ σύνδεση τοῦ ἐπιθ. λίγεια μὲ τὴ Μοῦσα: 2 ὕμνει Μοῦσα λίγεια, πβ. φόρμιγξ λίγεια).
  22. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Δα΄ 132 (: É. Bourgouet, Fouilles de Delphes III1 ἀρ. 547) καὶ σημ. Δβ΄ 132. Βλ. καὶ Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι . σ.λ.Πυθαύλης: «ὁ τὰ Πύθια αὐλῶν, ὁ αὐλῶν τὸ μέλος ὅπερ παριστάνει τὴν μάχην μεταξὺ τοῦ Ἀπόλλωνος καὶ τοῦ Πύθωνος» (βλ. καὶ ἑπόμενα μὲ παραπομπές, πβ. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.σ.λ.). Πβ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Δα΄ 133 (... καὶ οἵδε ἐχορήγησαν εἰς Ἀπολλώνια (...)ἐκ μετοίκων· Χάρης Κύπριος, μὲ σημ. στὸ χωρίο: Δβ΄ 133 (ὑπὸ τὸν τίτλο «Χορηγοὶ σὲ μουσικοὺς ἀγῶνες»). Περισσότερα: Βοσκός, Α. Ι., Καράλλης, Γ. & κ.ά. (2004), Ἡ Κυπριακὴ συμβολὴ στοὺς Πανελλήνιους ἀγῶνες τῆς ἀρχαιότητας, Η Διδασκαλία της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού. Πρακτικά Η΄ Σεμιναρίου του Συμβουλίου της Ευρώπης: "Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ως διαχρονικός θεσμός προαγωγής της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών σε Δημοκρατικές Κοινωνίες" 12-16 Μαΐου 2003, Λεμεσός - Κύπρος. 22-41. 36 κἑ. (μὲ σημ. 39-41), ὅπου καὶ περαιτέρω ἀναφορὲς καὶ βιβλιογραφία.
  23. Moretti, L. (1972), Inscriptiones Graecae Urbis Romae, Rome., 156-7 ἀρ. 551: []καὶ Εὔφημος [π]υθαύλης καὶ χοραύλης [Κ]ύπριος (...) [τὸ] γένο[ς].
  24. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Δα΄ 259 (: Claudian. In Eutr. II. Praefatio 63).
  25. Molyneux, J. H., Παπαδόπουλλος Θ. & Χατζηστυλλής Στέλιος (1985), Cyprus and Cypriot Myth in Ancient Greek Lyric Poetry, Πρακτικὰ τοῦ Δευτέρου Διεθνοῦς Κυπρολογικοῦ Συνεδρίου (Λευκωσία, 20-25 Ἀπριλίου 1982)τóμ. Α΄: Ἀρχαῖον Τμῆμα, Λευκωσία. 499-507.,ΠραΚυΣΒ Α΄ 505 (ἡ μετάφραση εἶναι δική μας), βλ. καὶ σημ. 26. Βλ. ἐπίσης κατωτ. σχόλ. στὸ 1 Τ4.4 (16) λ. φᾶμαι. Τὸ ρῆμα κελαδέοντι (σὲ ἐνεστ.) φαίνεται νὰ ὑποδηλώνει ὅτι ὁ Πίνδαρος γνωρίζει καὶ σύγχρονή του Κυπριακὴ ποίηση.
  26. Ἡρόδ. 2.79.1-2:Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Β΄ 81α. Καὶ τῶν Ἡροδότειων ρημάτων ὁ χρόνος (ἀοίδιμός ἐστι ... ἔχει ... ἀείδουσι) δείχνει ὅτι πιθανῶς γίνεται ἀναφορὰ σὲ σύγχρονη Κυπριακὴ λυρικὴ ποίηση, τουλάχιστο σὲ ζωντανὰ στὶς μέρες τοῦ Ἡροδότου παραδοσιακὰ τραγούδια.
  27. Σημείωση πάνω ἀπὸ τὸ κείμενο καὶ τὴ μετάφραση τοῦ ἀνωτέρω χωρίου τοῦ Ἡροδότου (Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Β΄ σσ. 248 καὶ 249). Εἶναι ὄντως πιθανὸ νὰ ἔχει ὑπ' ὄψιν ὁ Ἡρόδοτος λίνους ποὺ τραγουδιοῦνται στὰ Ἀδώνια, ἴσως μὲ τὸ ὄνομα Ἀδώνιον / Ἀδώνια (πβ. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford. /Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι . σ.λλ. Ἀδώνια καὶ Ἀδώνιος). Οἱ γιορτὲς πρὸς τιμὴν τοῦ Ἄδωνη, τὰ Ἀδώνια, ποὺ ἀκμάζουν τὴν Ἑλληνιστικὴ ἐποχὴ στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ σὲ ἄλλα κέντρα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἦταν ἀπίθανο νὰ εἶχαν ποτὲ ἀτονήσει στὴν Κύπρο ὣς τότε, κι ἀσφαλῶς θὰ ἀποτελοῦσαν εὐκαιρία γιὰ λυρικὴ ποίηση νέα. Τὸ Ἀδώνιον (ἐνν. μέτρον), «εἶδος στίχου συγκειμένου ἐκ δακτύλου καὶ σπονδείου» (βλ. καὶ Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford. /Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι . σ.λ., μὲ παραπομπή), φαίνεται νὰ ἔχει σχέση μὲ τὴν ποίηση αὐτή, παλαιὰ καὶ νέα. Διαφορετικὰ εἶναι τὰ μέτρα ποὺ μνημονεύει ὁ Διομήδης (Keil, H. (1857), Diomedis Artis Grammatici: Libri III, Vol. I, Leipzig., στὸ Grammatici Latini, ex recensione Henrici Keilii, vol. I [Lipsiae 1857], σελ. 482: κεφ.De pedibus [3.5.55 p. 439]: Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Δα΄ 342):cyprios (sc.pes) ex brevi et longa et duabus brevibus et longa temporum septem, anticyprios ex longa et brevi et duabus longis et brevi temporum octo: «Ὁ κύπριος (ἐνν. πούς) ἀποτελεῖται ἀπὸ βραχεία καὶ μακρὰ καὶ δύο βραχεῖες καὶ μακρὰ συλλαβὴ χρόνων ἑπτά. Ὁ ἀντικύπριος ἀπὸ μακρὰ καὶ βραχεία καὶ δύο μακρὲς καὶ βραχεία συλλαβὴ χρόνων ὀκτώ». Δηλ., ὁ κύπριος: È – È È – (χρόνοι ἑπτὰ) καὶ ὁ ἀντικύπριος (βλ. καὶ Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι . /Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford. σ.λ.): – È – – È (χρόνοι ὀκτώ), ἐνῶ ὁ Ἀδώνιος (ἐνν. πούς): – È È – – (χρόνοι 7). Εἶναι ἀσφαλῶς ἀξιοσημείωτη ἡ ὕπαρξη τριῶν πιθανῶς Κυπριακῶν μέτρων (γιὰ τὸν κύπριον βλ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Δβ΄ 342, γιὰ τὸν ἀντικύπριον εἰκάζουμε ὅτι πῆρε τὴν ὀνομασία του ἀπὸ τὴν ἀντίθετη πρὸς τὸν κύπριον τροχαϊκή του ἀρχή).
  28. Γιὰ τὸν Λίνο καὶ τὸν λίνον βλ. ἀνάμεσα στ' ἄλλα West, M L. (1983), The Orphic Poems, Oxford. 56-87 καὶ Platthy, J. (1985), The Mythical Poets of Greece, Washington . 103-109 κ.ἀ. (ποὺ στὴ σελ. 106 σημειώνει ὅτι "The linus-song was not Greek, but Phoenician Cyprian in origin: the Greeks absorbed its foreign influence, and assimilated its character-hero"), πβ.Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα . Γ΄ 170 κἑ. Βλ. ἐπίσης Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι . σ.λ., καὶ τὴν πολὺ περιεκτικὴ σημ. τοῦ M. W. Edwards στὸ Σ 569-70 (CIl V 225/Ε΄ 371-2). Ὁ Ἀθήν. 14, 619c σημειώνει: λίνος δὲ καὶ αἴλινος οὐ μόνον ἐν πένθεσιν, ἀλλὰ καὶ «ἐπ' εὐτυχεῖ μολπᾶι» κατὰ τὸν Εὐριπίδην (Ἡρακλ. 348 κἑ. αἲ Λίνον μὲν ἐπ' εὐτυχεῖ μολπᾶι Φοῖβος ἰαχεῖ | τὸν κάλλει φθιτόν, κιθάραν | ἐλαύνων πλήκτρωι χρυσέωι), ἐνῶ στὸ 4, 174f συνδέει τοὺς αὐλοὺς μὲ τοὺς θρήνους γιὰ τὸν Ἄδωνη (: ὀνομάζονται δὲ οἱ αὐλοὶ γίγγροι ὑπὸ τῶν Φοινίκων ἀπὸ τῶν περὶ Ἄδωνιν θρήνων· τὸν γὰρ Ἄδωνιν Γίγγρην καλεῖτε ὑμεῖς οἱ Φοίνικες, ὡς ἱστορεῖ Δημοκλείδης) καὶ στὸ 4, 177a ἀναφέρει γιὰ τοὺς ἐλύμους αὐλούς: χρῆσθαι δ' αὐτοῖς καὶ Κυπρίους φησὶ Κρατῖνος ὁ νεώτερος ἐν Θηραμένει, ὅπως εἴδαμε παραπάνω (132 μὲ σημ. 86). Γιὰ τὸν Ἄδωνη βλ. ἀνωτ. 72-4.
  29. Βλ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Δα΄ 78 κἑ., μὲ σχόλια Δβ΄ σσ. 147 κἑ. καὶ Στ΄ σσ. 75-8. Ἀναλυτικά: Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία. (1997), μὲ Εἰσαγωγή (σσ. 49-62), Κείμενο – Μετάφραση (μὲ ἀναλυτικὸ κριτ. ὑπόμν. καὶ τὶς προηγούμενες δημοσιεύσεις) καὶ Σχόλια (11 Ε1-71, σσ. 63-147 καὶ 149-452)· βλ. ἐπίσης Βοσκός, Α. Ι. (2007), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 4. Ἰατρική, τóμ. 4, Λευκωσία. σχόλ. σ.στ. *40 Τ1.3 (σελ. 710, μὲ Εἰκ. 143), γιὰ τὸ ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα Ἀλέξωνος [:Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία. Ε18b, ἠλεκτρονικὴ ἔκδοση 2010 σσ. 146-7 καὶ 456-9] καὶ Mitford, T B. (1971), The Inscriptions of Kourion, Memoirs of the American Philosophical Society 83: Philadelphia. 104: "Antinoos, the favorite of Hadrian, honored in a dactylic hymn by a Legatus Provincial. A.D. 130/1" (γιὰ τὰ δύο αὐτὰ δημοσιεύονται σύντομα εἰδικὲς μελέτες τῆς Ἀθηνᾶς Παπαχρυσοστόμου).
  30. Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ σχετικὰ κεφάλαια στὶς γνωστὲς Ἱστορίες τῆς Κύπρου (μὲ ἰδιαίτερα χρήσιμη τὴν εὐσύνοπτη θεώρηση τοῦ Καραγιώργης, Β. (1978), Ἀρχαία Κύπρος: Ἀπὸ τὴ Νεολιθικὴ Ἐποχὴ ὣς τὸ τέλος τῆς Ρωμαϊκῆς, Αθήνα . 117-48), βλ. καὶ Σακελλάριος, Α. Α. (1890-1891), Τὰ Κυπριακά, ἤτοι Γεωγραφία, Ἱστορία καὶ Γλῶσσα τῆς Νήσου Κύπρου ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, Ἀθήνα. Α΄ 347 κἑ. καὶ 609 κἑ. Γιὰ τὴν Ἑλληνιστικὴ Κύπρο βλ. καὶ τὴν ὁμότιτλη μονογραφία τοῦ Βράχας, Φ. (1984), Ἑλληνιστικὴ Κύπρος, Ἀθήνα.. Γιὰ τὴν Πτολεμαϊκὴ εἰδικὰ περίοδο βλ., ἐκτὸς ἀπὸ τὸ γνωστὸ ἔργο τῆς Michaelidou-Nicolaou, I. (1976), Prosopography of Ptolemaic Cyprus, Studies in Mediterranean Archaeology,vol. XLIV Göteborg ., καὶ τὴ διδακτορικὴ διατριβὴ τῆς el Hommossany, N. (1994), Μελέτες πάνω στους θεσμούς των πόλεων της Κύπρου κατά την Πτολεμαϊκή περίοδο, Αθήνα.. Γιὰ τὴ Ρωμαϊκὴ περίοδο χρήσιμο ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι τὸ ἔργο τοῦ Chapot, V. & Cagnat R. (1912), Les Romains et Chypre, Mélanges Cagnat: Recueil de mémoires concernant l'épigraphie et les antiquités romaines; dédie par ses anciens élèves du College de France à René Cagnat Paris. 59-83.. Γιὰ περαιτέρω βιβλιογραφία βλ.Kitromelides, P. M., Evriviades M. L. & Collison R. L. (1982), Cyprus, Vol. 28, World Bibliographical Series Oxford-Santa Barbara .. Περισσότερα: Παπαδόπουλλος, Θ. (1997-2000), Ἱστορία τῆς Κύπρου, τóμ. Α΄-Β΄, Λευκωσία. Ββ΄ 617 κἑ. (κεφ. ΙΒ΄: «Ἑλληνιστικὴ Κύπρος» [A. Mehl] καὶ ΙΓ΄: «Ἡ Κύπρος ἐπαρχία τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας» [D. Potter], μὲ πλούσια βιβλιογραφία).
  31. Ἀβέβαιες σχετικὲς ἐπιγραφικὲς μαρτυρίες στὸν Masson, O. (1961), Les Inscriptions Chypriotes Syllabiques: Recueil critique et commenté, École Française d' Athènes, Études Chypriotes 1: Paris. ἀρ. 186, 307, 458 (μὲ βιβλιογραφία). Βλ. ὅμως: Ὁμηρ. ὕμν. VII.28 (Εἰς Διόν.) (...) ἔλπομαι ἢ Αἴγυπτον ἀφίξεται ἢ ὅ γε Κύπρον, καὶ Ὀρφ.Ὕμν. XLII.7 (Μίσης) (...) ἢ Κύπρωι τέρπηι (sc.Διόνυσε) σὺν ἐϋστεφάνωι Κυθερείηι (:Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Β΄ 95 καὶ 95.1). Μεταγενέστερη εἶναι ἡ μαρτυρία γιὰ λατρεία τοῦ Διονύσου στὴν Ταμασό (Βίος Ἡρακλείδους 16.190: Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Β΄ 15 καὶ 95.2, ὅπου σημ.: «Ὁ Διόνυσος λατρεύεται ἐν Ταμασῷ κατὰ τὸν Α΄ αἰ. μ.Χ.», πβ. Δβ΄ σελ. 61 § 28 καὶ σσ. 78-79 § 37-39 καὶ ἀρ. 23). Ἔνδειξη γιὰ πιθανὴ παλαιὰ λατρεία –μαζὶ μὲ τὴν Ἀφροδίτη, ὅπως ἀργότερα στὴν Ταμασό– τοῦ Διονύσου ἀποτελεῖ ἡ σύνδεση τοῦ Ἄδωνη μὲ Ἀφροδίτη καὶ Διόνυσο στοὺς σχετικοὺς μύθους, κατὰ μαρτυρία τοῦ Ἀθήναιου (10, 456a-b): Πλάτων δ' ἐν τῶι Ἀδώνιδι χρησμὸν δοθῆναι λέγων Κινύρᾳ ὑπὲρ Ἀδώνιδος τοῦ υἱοῦ φησιν· «Ὦ Κινύρα, βασιλεῦ Κυπρίων, ἀνδρῶν δασυπρώκτων, | παῖς σοι κάλλιστος μὲν ἔφυ θαυμαστότατός τε | πάντων ἀνθρώπων, δύο δ' αὐτὸν δαίμον' ὀλεῖτον, | ἣ μὲν ἐλαυνομένη λαθρίοις ἐρετμοῖς, ὃ δ' ἐλαύνων». λέγει δ' Ἀφροδίτην καὶ Διόνυσον· ἀμφότεροι γὰρ ἤρων τοῦ Ἀδώνιδος (: Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 14.17), πβ. καὶ Πλουτ. Ἠθικ. 671c (Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Β΄ 77) καὶ Φανοκλῆς, ἐρωτικὸς ἀνήρ, οὐκ εἰκῆι δήπου πεποίηκεν· ἡδ' ὡς θεῖον Ἄδωνιν ὀρειφοίτης Διόνυσος | ἥρπασεν, ἠγαθέην Κύπρον ἐποιχόμενος. Οὕτως ἢ ἄλλως ὅμως ὁ Διόνυσος ἔμεινε στὴ σκιὰ τῆς λατρείας τῆς Ἀφροδίτης στὴν Κύπρο, καὶ αὐτὸ δὲν εὐνοοῦσε τὴν ἀνάπτυξη τῆς τραγωδίας. Πβ. Σπυριδάκις, K. (1972-1974), Μελέται, Διαλέξεις, Λόγοι, Ἄρθρα, τóμ. Α΄- Γ΄, Λευκωσία. Αβ΄ 229 κἑ. Περισσότερα: Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1980), Προομηρικά, Ὁμηρικά, Ἡσιόδεια, Ἡ Βιβλιοθήκη τοῦ Φιλολόγου 13: Ἀθήνα . 228-33 κ.ἀ. (κυρίως 258 κἑ.)· βλ. καὶ ἐδῶ Εἰκ. 21, 24 καὶ 130.
  32. Βλ. π.χ. τὴν ἐπιγραφικὴ μαρτυρία γιὰ τὸν Κύπριο ποιητὴ τραγωδιῶν Διονύσιο στὰ ἑπόμενα, καὶ τὴ μαρτυρία τοῦ Ἰωσήπου, Ἰουδ. Ἀρχ. 19.94 (Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 14.26): καὶ γὰρ μ ῖ μ ο ς εἰσάγεται, καθ' ὃν σταυροῦται ληφθεὶς ἡγεμών, ὅ   τ ε   ὀ ρ χ η σ τ ὴ ς   δ ρ ᾶ μ α   ε ἰ σ ά γ ε ι   Κ ι ν ύ ρ α ν, ἐν ὧι αὐτός τε ἐκτείνετο καὶ ἡ θυγάτηρ Μύρρα, αἷμά τε ἦν τεχνητὸν πολὺ καὶ τὸ περὶ τὸν σταυρωθέντα ἐκκεχυμένον καὶ τὸ περὶ τὸν Κινύραν. (Ἡ διαφορὰ μίμου καὶ δράματος θὰ ἦταν ἀνύπαρκτη ἢ μικρὴ στὴν πράξη.) Γιὰ σύνδεση τραγωιδῶν καὶ Κινύρα βλ. Σχόλ. Πινδ. Νεμ. 8.32c (Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 14.43): οἱ μέγα φωνεῖν θέλοντες, οἷον  τ ρ α γ ω ι δ ο ί, προαναπνέουσιν ἐπιπολύ, ἵν', ὅταν ἀναφωνήσωσιν, ἐξαρκέσηι ἐπιπλέον ἡ φωνή· πολλαὶ οὖν, φησί,  π ε ρ ὶ   τ ο ῦ   Κ ι ν ύ ρ ο υ  καταβέβληνται ἱστορίαι καὶ διάφοροι, διὸ ἀναπνέω πρὶν εἰπεῖν. Περισσότερα: Βοσκός, Α. Ι. (2002), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 3. Πεζογραφία, τóμ. 3, Λευκωσία. σχόλ. σ.στ. 28 F1.4-5 σ.λ. περί τε Κινύραν καὶ Μύρραν καὶ Ἄδωνιν.
  33. Πλουτ. Ἀλέξ. 29.1-2: Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 77, βλ. καὶ Δβ΄ § 121 (σελ. 172). Πβ. Γεωργιάδης, K. (1978), Ἱστορία τῆς Κύπρου/History of Cyprus, 2η εκδ./2nd ed., Nicosia. 81 καὶ  (1970-1979), Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τóμ. Α΄- ΙΣΤ΄, Ἀθῆναι. Δ΄ 112. Γιὰ τὸν Νικοκρέοντα καὶ τὸν Πασικράτη βλ. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία. σχόλ. σ.στ. 11 Ε9.3 καὶ Ε16.2 (μὲ πλούσια βιβλιογραφία).
  34. «Δύο πήλινα Ἑλληνιστικὰ συμπλέγματα ἀπὸ τὴν Κύπρο», ΠραΚυΣΒ Α΄ 339-41. Ἡ παράσταση τοῦ Σιληνοῦ ὁδηγεῖ μᾶλλον σὲ σχέση μὲ τὸ σατυρικὸν δρᾶμα παρὰ «εἰδικὰ μὲ τὴν κωμωδία». Γιὰ τοὺς Σ(ε)ιληνοὺς βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 5 Υ1.262.
  35. Περιστιάνης, Κυπρ. Χρον. 1 (1923) 138: Seyrig, H. (1927), Inscriptions de Chypre, BCH 51: 138-154., καὶ  Supplementum Epigraphicum Graecum, Amsterdam/Leiden. 6 (1932) ἀρ. 813: Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Δα΄ / Δβ΄ 123 καὶ Aneziri, S. (1994), Zwischen Musen und Hof: Die dionysischen Techniten auf Zypern, Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik 104: Bonn. 179-198. 194 ἀρ. 1· βλ. ἐπίσης Mitford, T B. (1953), Seleucus and Theodotus, OAth 1: 130-171. (ἀρ. 10). Περισσότερα: κατωτ., καὶ Βοσκός, Α. Ι. (2002), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 3. Πεζογραφία, τóμ. 3, Λευκωσία. σχόλ. σ.στ. 12 Ε6.2-3, ὅπου καὶ συζήτηση τοῦ ὅρου συναγωνιστὴς τραγικός (ἠθοποιὸς ἢ –μᾶλλον– ποιητὴς τραγικός) καὶ περαιτέρω βιβλιογραφία.
  36. Ἡ ἀνάγνωση –στὸ μετὰ τὸ πατρώνυμο (: Εὐπολέμου) κενό– τοῦ ἐθνικοῦ ὀνόματος Ε]ὐε[σπερίτην], ποὺ δείχνει μὴ Κυπριακὴ καταγωγή (ἀπὸ τὶς Εὐεσπερίδες [Benghazi] τῆς Λιβύης), ὅπως μὲ ἀμφιβολίες προτείνουν οἱ Mitford – Nicolaou (Mitford, T. B. & Nicolaou I. (1974), The Greek and Latin Inscriptions from Salamis, Vol. 6, Salamis Nicosia, Cyprus. 5, σσ. 16 κἑ.: μὲ ἐνδιαφέροντα σχόλια καὶ βιβλιογραφία), εἶναι «ἄκρως ἀμφίβολη» (Pouilloux, J., Roesch P. & Marcillet-Jaubert J. (1987), Salamine de Chypre, XIII: Testimonia Salaminia, 2. Corpus épigraphique, Vol. XIII, Paris . 95: « est extrâmement douteux, aucune trace de lettre n'étant identifiable », βλ. καὶ Aneziri, S. (1994), Zwischen Musen und Hof: Die dionysischen Techniten auf Zypern, Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik 104: Bonn. 179-198. 195 ἀρ. 3 [με τὴν ὅλη ἐργασία], πβ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Δβ΄ 123).
  37. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin. 125 ἀρ. 515 (Ἀγαθοκλῆς) καὶ 115 ἀρ. 466 (Παφιανός): Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Δα΄ / Δβ΄ 106-107. Βλ. ἐπίσης Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι . (πβ. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.) σ.λ. μιμολόγος (1. "actor, reciter of mimes" καὶ 2. "composer, writer of mimes", πβ. μῖμος Ι. καὶ μιμογράφος, ἀλλὰ καὶ μιμωιδός), καὶ σ.λ. κωμωιδός: "prop. singer in the κῶμος or comic chorus", 2. "later, comic actor", b. "perb. singer of comic lyrics", 3 "later still, comic poet" (μὲ τὶς ἐδῶ παραπομπές). Ἡ ὑπόθεση ὅτι στὰ ἐπιγράμματα αὐτὰ τοῦ 2ου (ἢ καὶ 3ου) αἰ. μ.Χ. μνημονεύονται μιμογράφος καὶ κωμωιδιογράφος ἀντίστοιχα κάθε ἄλλο παρὰ ἀβάσιμη εἶναι. Ἀναλυτικά (μὲ περαιτέρω βιβλιο­γραφία): Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία. 11 Ε36 (κυρίως σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. μειμολόγων) καὶ Ε47.
  38. Βλ. κυρίως Poland, F. (1909), Geschichte des griechischen Vereinswesens, Leipzig. 129 κἑ., καὶ Ziebarth, E. (1896), Das griechische Vereinswesen, Leipzig. 75 κἑ., ὅπου καὶ ἀναφορὰ στὰ προνόμια ἀσυλία, ἀσφάλεια καὶ ἀτέλεια τῶν μελῶν τῶν συλλόγων αὐτῶν καὶ στὴ γεωγραφική τους κατανομή: Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ἀθηναϊκὴν Σύνοδον, ποὺ μὲ τὴ βοήθεια τῆς Ρώμης ἀναπτύχθηκε ἀνταγωνιστικὰ πρὸς τὶς ἄλλες, ἰσχυροὶ σύλλογοι ὑπῆρξαν αὐτοὶ τῶν περὶ τὸν Διόνυσον τεχνιτῶν τῶν ἐξ Ἰσθμοῦ καὶ Νεμέας, τῶν ἐν Θήβαις, ἡ Σύνοδος τῶν ἐξ Ἰσθμοῦ καὶ Νεμέας ἐν Ἄργει, τὸ Κοινὸν τῶν π. τ. Δ. τεχνιτῶν τῶν ἐπ' Ἰωνίας καὶ Ἑλλησπόντου καὶ τῶν περὶ τὸν καθηγεμόνα Διόνυσον, ἐνῶ πιὸ νότια ἀπαντοῦν Οἱ κατὰ Κύπρον π. τ. Δ.καὶ θεοὺς Εὐεργέτας τεχνῖται καὶ στὸ Βασίλειο τῶν Πτολεμαίων Οἱ π. τ. Δ. καὶ Θεοὺς Ἀδελφούς, μὲ σημαντικὴ τῆς σχέσεώς τους τὴ συγγένεια τίτλων στὴν Κύπρο καὶ τὴν Ἀλεξάνδρεια.
  39. Βλ., ἀνάμεσα στ' ἄλλα,Σπυριδάκις, K. (1972-1974), Μελέται, Διαλέξεις, Λόγοι, Ἄρθρα, τóμ. Α΄- Γ΄, Λευκωσία. Αβ΄ 232 κἑ., Καραγιώργης, Β. (1978), Ἀρχαία Κύπρος: Ἀπὸ τὴ Νεολιθικὴ Ἐποχὴ ὣς τὸ τέλος τῆς Ρωμαϊκῆς, Αθήνα . 134 κἑ., Βράχας, Φ. (1984), Ἑλληνιστικὴ Κύπρος, Ἀθήνα. 56 κἑ., Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Δβ΄ 122 κἑ. (σσ. 172 κἑ.) καὶ el Hommossany, N. (1994), Μελέτες πάνω στους θεσμούς των πόλεων της Κύπρου κατά την Πτολεμαϊκή περίοδο, Αθήνα. ὅ.π. (σημ. 95), στοὺς ὁποίους καὶ ἀναφορὲς στὸ Κοινὸν Κυπρίων καὶ στοὺς ἄλλους θεσμοὺς τῆς περιόδου αὐτῆς στὴν Κύπρο. Γιὰ τὸ Κοινὸν Κυπρίων βλ. ἀναλυτικὰ Βοσκός, Α. Ι. (2002), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 3. Πεζογραφία, τóμ. 3, Λευκωσία. σχόλ. σ.στ. 12 Ε7.1 (μὲ βιβλιογραφία).
  40. Mitford, T. B. & Nicolaou I. (1974), The Greek and Latin Inscriptions from Salamis, Vol. 6, Salamis Nicosia, Cyprus. 6, Pouilloux, J., Roesch P. & Marcillet-Jaubert J. (1987), Salamine de Chypre, XIII: Testimonia Salaminia, 2. Corpus épigraphique, Vol. XIII, Paris . 83, Aneziri, S. (1994), Zwischen Musen und Hof: Die dionysischen Techniten auf Zypern, Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik 104: Bonn. 179-198. 195-6 ἀρ. 4: Βοσκός, Α. Ι. (2002), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 3. Πεζογραφία, τóμ. 3, Λευκωσία. 12 Ε6.
  41. Mitford, T B. (1961), The Hellenistic Inscriptions of Old Paphos, ABSA 56: 1-41. 36 ἀρ. 98: Aneziri, S. (1994), Zwischen Musen und Hof: Die dionysischen Techniten auf Zypern, Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik 104: Bonn. 179-198. 197 ἀρ. 7, βλ. καὶ σσ. 195 κἑ. ἀρ. 2, 5, 6, 8 (: μιὰ ἀπὸ τὶς πρωιμότερες ἐπιγραφικὲς ἀναφορὲς στὸ Κοινὸν τὸ Κυπρίων, ὅπου ὁ Ποτάμων ἐμφανίζεται νὰ συνδυάζει τὸ θρησκευτικὸ ἀξίωμα τῶν ἡγητορευκότων μὲ τὴν ἐνεργὸ συμμετοχὴ στὰ καλλι­τεχνικά: κατὰ τὸν Ἡσύχιο, ἁγήτωρ εἶναι ὁ τῶν Ἀφροδίτης θυηλῶν ἡγούμενος ἱερεὺς ἐν Κύπρωι), 9 (μὲ περαιτέρω βιβλιογραφία). Βλ. ἐπίσης Βοσκός, Α. Ι., Καράλλης, Γ. & κ.ά. (2004), Ἡ Κυπριακὴ συμβολὴ στοὺς Πανελλήνιους ἀγῶνες τῆς ἀρχαιότητας, Η Διδασκαλία της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού. Πρακτικά Η΄ Σεμιναρίου του Συμβουλίου της Ευρώπης: "Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ως διαχρονικός θεσμός προαγωγής της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών σε Δημοκρατικές Κοινωνίες" 12-16 Μαΐου 2003, Λεμεσός - Κύπρος. 22-41. 27 κἑ. μὲ σημ. 14.
  42. Βλ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Δα΄ / Δβ΄ 129-129β, 130, 133 (πβ. 132), καὶ ἀνωτ. σημ. 87 καὶ 88.
  43. Βλ.Μαντζουράνη, Ἑ. (1998-2002), Τὰ ἀρχαῖα θέατρα τῆς Κύπρου, Το Πανεπιστήμιο Αθηνών και η Κύπρος,Κυπριακά Αθήνα. 209-219.(μὲ βιβλιογραφία), καὶ ἀνωτ. Εἰκ. 7 (ΣΑΛΑΜΙΣ – ΚΟΥΡΙΟΝ) καὶ Εἰκ. 25 (ΠΑΦΟΣ – ΣΟΛΟΙ). Βλ. ἐπίσης Καραγιώργης, Β. (1978), Ἀρχαία Κύπρος: Ἀπὸ τὴ Νεολιθικὴ Ἐποχὴ ὣς τὸ τέλος τῆς Ρωμαϊκῆς, Αθήνα . 141 κἑ., Gjerstad, E., Lindros J., Sjöqvist E. & Westholm A. (1934-1972), The Swedish Cyprus Expedition: Finds and Results of the Excavations in Cyprus., Vols. I-IV 2, Stockholm und Lund . IV3 12 κἑ. καὶ 244 κἑ. (πβ. ΙΙΙ 548 κἑ. καὶ 563 κἑ.), καὶ Sinos, S. (1990), The Temple of Apollo Hylates at Kourion and the Restoration of its south-west Corner, Athens., 22. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ἡ μαρτυρία τοῦ Ἀρτεμίδωρου τοῦ Δαλδιανοῦ (Ὀνειροκρ. 4.41, σελ. 269.11-3 Pack γιὰ ἕνα νεανίσκο Πάφιο ποὺ ἔδοξε κατακεχρῖσθαι τὸ πρόσωπον, ὥσπερ αἱ γυναῖκες, καὶ ἐν θεάτρωι καθέζεσθαι (βλ. Βοσκός, Α. Ι. (2007), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 4. Ἰατρική, τóμ. 4, Λευκωσία. σχόλ. στὸ 36 *Τ2, Πηγή).
  44. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Δα΄ / Δβ΄ 122: LBW VArh III1 2735: Nikolaou, K. (1976), The Historical Topography of Kition, Vol. XLIII, Studies in Mediterranean Archaeology Göteborg . 133 ἀρ. 8. Βλ. καὶ Βοσκός, Α. Ι., Καράλλης, Γ. & κ.ά. (2004), Ἡ Κυπριακὴ συμβολὴ στοὺς Πανελλήνιους ἀγῶνες τῆς ἀρχαιότητας, Η Διδασκαλία της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού. Πρακτικά Η΄ Σεμιναρίου του Συμβουλίου της Ευρώπης: "Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ως διαχρονικός θεσμός προαγωγής της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών σε Δημοκρατικές Κοινωνίες" 12-16 Μαΐου 2003, Λεμεσός - Κύπρος. 22-41. 27 κἑ. μὲ σημ. 14. Γιὰ τὴ ΣαλαμῖναMitford, T. B. & Nicolaou I. (1974), The Greek and Latin Inscriptions from Salamis, Vol. 6, Salamis Nicosia, Cyprus. 101 καὶ 101h (καὶ 112.3 σ̣κη[νικὸν ἀγῶνα ?]) / Pouilloux, J., Roesch P. & Marcillet-Jaubert J. (1987), Salamine de Chypre, XIII: Testimonia Salaminia, 2. Corpus épigraphique, Vol. XIII, Paris . 112 καὶ 106 (βλ. καὶ Βοσκός, Α. Ι. (2007), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 4. Ἰατρική, τóμ. 4, Λευκωσία. σχόλ. σ.στ. 44 Τ1.4-6, μὲ Εἰκ. 149).