You are here

1. ΟΙ ΑΡΧΕΣ, Ο ΚΙΝΥΡΑΣ

Please add a search word

ΚΙΝΥΡΑΣ καὶ ὁ ΕΥΚΛΟΣ βρίσκονται στὴν ἀρχὴ καὶ στὸ τέλος μιᾶς μακρόχρονης πνευματικῆς διαδικασίας ποὺ συνέδεσε τὴ θρησκεία μὲ τὴν ποίηση καὶ ἀπετέλεσε τὴ βάση γιὰ τὴν ἀκμὴ τοῦ ἔπους στὴν ἀρχαϊκὴ Κύπρο. Βασιλιὰς καὶ ἱερέας τῆς Ἀφροδίτης, μουσικῆς τεχνίτης καὶ χρησμολόγος ὁ πρῶτος θεωρεῖται δίκαια γενάρχης τῆς Κυπριακῆς λογοτεχνίας. Μάντις τὴν ἐπιστήμην ὁ Φρασίος ἀνάγεται συνήθως στὴν ἴδια ἐποχὴ ἢ σὲ χρόνους παλαιότερους ἀπὸ τὸν Κινύρα, ἀλλὰ ἡ μορφή του δὲν ἀποκλείεται νὰ ἀποτελεῖ σύμφυρση παλαιῶν μυθικῶν μοτίβων μὲ νεώτερα γεγονότα. Πιὸ δύσκολη ἀκόμα εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Ἄδωνη. Τὰ σχετικὰ μ' αὐτούς, ὅμως, ὁδηγοῦν οὕτως ἢ ἄλλως στὴν ὑπόθεση μιᾶς πανάρχαιης πνευματικῆς κληρονομιᾶς καὶ μιᾶς πλούσιας θρησκευτικῆς ποίησης καὶ κυρίως μιᾶς πολὺ παλιᾶς καὶ μακρόχρονης ἔμμετρης χρησμολογικῆς παράδοσης, ποὺ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ ποικίλες πληροφορίες καὶ ἀπὸ τὸν πιὸ παλαιὸ σωζόμενο χρησμὸ τοῦ Εὔκλου ποὺ «προφητεύει» ὅτι μέγας ἔσσεται ἀοιδὸς στὴν Κύπρο.

     Ὁ ΦΡΑΣΙΟΣ δὲν συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν ποίηση, ὅπως ὁ Κινύρας καὶ –κυ­ρίως– ὁ Εὖκλος. Κατὰ τὸν Ἀπολλόδωρο (2.113), ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ γιοῦ τοῦ Ποσειδώνα Βούσιρη κατέλαβε τὴν Αἴγυπτο ἀνομβρία ἐννιάχρονη, Φρασίος δὲ ἐλθὼν ἐκ Κύπρου, μάντις τὴν ἐπιστήμην, ἔφη τὴν ἀφορίαν παύσασθαι ἐὰν ξένον ἄνδρα τῶι Διὶ σφάζωσι κατ' ἔτος. Ὁ Βούσιρις ἔσφαξε πρῶτον ἐκεῖνον καὶ συνέχι­σε νὰ σφάζει τοὺς ξένους ποὺ ἔφταναν στὴ χώρα, μέχρις ὅτου ὁ Ἡρακλῆς σκότωσε τὸν Βούσιρη καὶ τὸν γιό του Ἀμφιδάμαντα. Ὁ Hyginus (Fab. 56) καὶ ὁ Ovidius (Ars Amatoriae 1.649) δίνουν στὸν μάντη τὸ ὄνομα Thrasius1, ἐνῶ ὁ πρῶτος παραδίδει καὶ τὴν πληροφορία ὅτι ἦταν Pygmalionis fratris filius, τοποθετώντας τον ἔτσι χρονολογικὰ μιὰ γενιὰ μετὰ τὸν μυθικὸ βασιλιὰ τῆς Κύπρου Πυγμαλίωνα, ποὺ ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Ἀπολλόδωρο (3.182) ὡς πεθερὸς τοῦ Κινύρα. Στὴν ἴδια ἢ σὲ μιὰ παλαιότερη ἀπὸ τὸν Κινύρα γενιὰ κατατάσσεται πιθανῶς ὁ Φρασίος ἂν λάβουμε ὑπ' ὄψιν τὴ γενεαλογία τοῦ Βούσιρη (Ποσειδῶνος παῖς καὶ Λυσιανάσσης τῆς Ἐπάφου, κατὰ τὸν Ἀπολλόδωρο 2.116). Οἱ παλαιότατες σχέσεις τῆς Κύπρου μὲ τὴν Αἴγυπτο ἐνισχύουν τὴν ἀναγωγὴ τῆς ἀφετηρίας καὶ τοῦ πυρήνα τοῦ μύθου στοὺς πρὸ τοῦ Τρωικοῦ πολέμου χρόνους, μολονότι δὲν ἀποκλείεται ἡ πειστικὴ τοποθέτηση τῆς ἐπέκτασης καὶ διάδοσης τοῦ μύθου σὲ μεταγενέστερους χρόνους, ὅταν οἱ σχέσεις τῆς Κύπρου μὲ τὴν Αἴγυπτο ἦταν ἰδιαίτερα στενές (6ος αἰ. π.Χ. κυρίως)2.

     Ὁ ΑΔΩΝΙΣ3 εἶναι ἡ πιὸ σημαντικὴ μορφὴ τῆς Κυπριακῆς μυθολογίας καὶ θρησκείας μετὰ –ἢ μαζὶ μὲ– τὴν Ἀφροδίτη, τῆς ὁποίας ὑπῆρξε ἐραστὴς καὶ μὲ τὴν ὁποία συνδέεται λατρευτικὰ σὲ διάφορα μέρη, ὅπως στὴν Ἀμαθούντα τῆς Κύπρου, στὴν Ἀθήνα καὶ στὴν Ἀλεξάνδρεια4. Φέρεται συνήθως ὡς υἱὸς τοῦ Κινύρα (καὶ τῆς Σμύρνας ἢ τῆς κόρης τοῦ Πυγμαλίωνος Μεθάρμης ἢ τῆς Θυμαρέτης), ἐνῶ ὁ Ἡσίοδος τὸν θεωρεῖ υἱὸ τοῦ Φοίνικος καὶ τῆς Ἀλφεσίβοιας καὶ ὁ Πανύασσις υἱὸ τοῦ βασιλέα τῶν Ἀσσυρίων Θείαντος καὶ τῆς Σμύρνας, ἡ ὁποία κατὰ μῆνιν Ἀφροδίτης (οὐ γὰρ αὐτὴν ἐτίμα) ἴσχει τοῦ πατρὸς ἔρωτα. Θαμπωμένη ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ νεογέννητου ἡ Ἀφροδίτη τὸν κρύβει σὲ μιὰ λάρνακα καὶ τὸν ἐμπιστεύεται στὴν Περσεφόνη, ποὺ ὅμως τὸν ἐρωτεύεται σὰν μεγαλώσει καὶ δὲν θέλει νὰ τὸν δώσει πίσω. Μὲ ἀπόφαση τοῦ Δία ὁ χρόνος μοιράζεται στὰ τρία: στὸν Ἄδωνη, στὴν Περσεφόνη καὶ στὴν Ἀφροδίτη. Ὁ Ἄδωνις χαρίζει καὶ τὸ δικό του μερίδιο στὴν τελευταία, κυνηγώντας ὅμως χτυπιέται ἀπὸ ἕναν κάπρο καὶ πεθαίνει5. Τὰ Ὀρφικὰ ποιήματα φέρουν τὸν Ἄδωνη νὰ περνᾶ μετὰ τὸν θάνατό του τὸν μισό του χρόνο στὸν Κάτω κόσμο καὶ τὸν ἄλλο μισὸ στὸν Ἄνω κόσμο μὲ τὴν Ἀφροδίτη, συμβολίζοντας ἔτσι τὴ χειμέρια νάρκη τῆς φύσης καὶ τὴν ἀναζωογόνησή της τὴν Ἄνοιξη. Ὁ θρῆνος τῆς γυναίκας ποὺ χάνει τὸν ἀγαπημένο της κυριαρχεῖ στὴ λατρεία τοῦ Ἄδωνη (μὲ τὶς γυναῖκες νὰ χτυποῦν τὰ στήθη καὶ νὰ ξεσκίζουν τὰ ροῦχα τους μὲ ὀδυρμούς).

     Ὁ Ἄδωνις στὴν Κύπρο ὀνομαζόταν Γαύας καὶ Ἀῶος. Τὸ πρῶτο ὄνομα μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸν ἀρχαῖο Σχολιαστὴ στὸν Λυκόφρονα (Ἀλεξ. 831, Γαύας δὲ ὁ Ἄδωνις παρὰ Κυπρίοις καλεῖται) καὶ φαίνεται νὰ εἶναι Ἐτεοκυπριακό, ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴ γονιμότητα τῆς γῆς6. Τὸ ὄνομα Ἀῶος μπορεῖ νὰ ἔχει ἐπίσης Ἐτεοκυ­πριακὴ ρίζα, συνδεόμενο μὲ τὰ ἀοῖα· δένδρα κοπτόμενα καὶ ἀνατιθέμενα τῆι Ἀφροδίτηι (...) πρὸς ταῖς εἰσόδοις (κατὰ τὸν Ἡσύχιο), πιὸ πιθανὸ ὅμως εἶναι νὰ σημαίνει ἁπλῶς τὸν Ἀνατολίτη7, πράγμα ποὺ ἐνισχύει τὴν ἀνατολικὴ προέλ­ευση τοῦ Ἄδωνη. Τὴν ἀνατολικὴ προέλευση ἐνισχύει καὶ τὸ ὄνομα Ἄδωνις, ποὺ ἤδη στὰ ἀρχαῖα χρόνια συνήθως θεωροῦνταν ὡς Σημιτικῆς προελεύσεως (κατὰ τὸν Ἡσύχιο Ἄδωνις καλεῖται ὁ δεσπότης ὑπὸ Φοινίκων)8. Κανένα ἀπὸ τὰ ὀνόματα αὐτά, μὲ τὰ ὁποῖα ἦταν γνωστὸς ὁ Ἄδωνις στὴν Κύπρο καὶ στὸν ὅλο Ἑλληνικὸ κόσμο, δὲν μαρτυρεῖ σχέση μὲ τὴ μουσικὴ καὶ τὸ τραγούδι. Τὸ ὄνομα ὅμως τοῦ Ἄδωνη Gingras στὰ Φοινικικὰ ὁδηγεῖ στὸ μουσικὸ ὄργανο gingras (γίγγρας, ὁ), ἕνα μικρὸν αὐλὸ μὲ ὀξεῖς καὶ θρηνώδεις τόνους9. Ὁ Ἄδωνις συνδέεται ἐπίσης μὲ θρηνητικὰ ἄσματα ποὺ τραγουδοῦνταν στὰ Ἀδώνια καὶ μὲ ἕνα εἶδος μέτρου (Ἀδώνιον) συγκείμενο ἀπὸ δακτύλους καὶ σπονδείους. Ἀλλὰ καμμιὰ ἄμεση σχέση του μὲ τὴν ποίηση δὲν μπορεῖ νὰ ἀνιχνευθεῖ.

για τον ΚΙΝΥΡΑ κλικ εδώ

  1. Θρασίος εἶναι Ὁμηρικὸς ἥρωας ὁ ὁποῖος σκοτώνεται ἀπὸ τὸν Ἀχιλλέα (Φ 210). Ἡ ρίζα θρασ- (θαρσ-), ποὺ δείχνει τὸ θράσος / θάρρος, ἀποτελεῖ τὸ πρῶτο συνθετικὸ μιᾶς σειρᾶς ὀνομάτων (Θρασυμήδης καὶ Θρασύμηλος στὸν Ὅμηρο, Θρασύβουλος κ.λπ. στὰ μεταγενέστερα χρόνια), ἀπαντᾶ δὲ καὶ σὲ Λατινικὰ ὀνόματα. Δὲν ἀποκλείεται λοιπὸν νὰ πρόκειται γιὰ ὁμιλοῦν ὄνομα (Reddende-Personennamen) ποὺ ὀφείλεται στὸ θάρρος/θράσος τοῦ μάντη νὰ μεταβεῖ στὴν Αἴγυπτο καὶ νὰ δώσει τὸν χρησμὸ ποὺ ὁδήγησε στὸν θάνατό του. Τὸ Thrasius μπορεῖ νὰ εἶναι νεώτερο ὄνομα τοῦ Φρασίος (ἴσως καὶ ἀπὸ τὸν Ὀβίδιο), ἀλλὰ καὶ παλαιότατο ὄνομα τοῦ μάντη (δεδομένου τοῦ Ὁμηρικοῦ Θρασίος). Τὸ τοῦ Ἡσυχίου θράσις· θραῦσις. φθορά. θάνατος. ἀρρωστία. ἧττα ἐν πολέμωι (πβ. θράσος· δαίμων. ἀλαζον(ε)ία, φρύαγμα. ὀξύτης, μάχη, κ.ἄ.) ἐνισχύει τὴ δεύτερη πιθανότητα. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὸ ὄνομα Φρασίος μαρτυρεῖται σταθερὰ ἀπὸ τὶς Ἑλληνικὲς πηγὲς καὶ ἐνισχύεται ἀπὸ τὸ Ὁμηρικὸ ὄνομα Φραδμονίδης (θ 257 Φραδμονίδην Ἀγέλαον=τὸν Ἀγέλαο τὸν γιὸ τοῦ Φράδμονα: ὁμιλοῦντα καὶ τὰ δύο ὀνόματα, ποὺ δείχνουν αὐτὸν ποὺ ὁδηγεῖ τὸν στρατὸ μὲ τὸ –κληρονομικὸ– χάρισμα τοῦ λόγου καὶ τῆς σύνεσης, ἴσως καὶ τῆς μαντείας [ὅπως ὁ Κάλχας, Α 69-72], πβ. φράδμων: συνετός, νοήμων, ὀξύς, ἔμπειρος, φραδμοσύνη, φραδὴς καὶ φραδῶςφραστικῶς, φανερῶς, κατὰ τὸν Ἡσύχιο–, φράζω καὶ φράζομαι: δηλώνω, φανερώνω, κ.λπ.), ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ τοῦ Ἡσυχίου Φρασίδαι· γένος Ἀθήνησιν. Μπορεῖ, ἑπομένως, νὰ εἶναι παλαιότατο ὄνομα τὸ Φρασίος, ποὺ τὸ πῆρε ὁ μάντης ἐξαιτίας τῆς ἱκανότητάς του νὰ δίνει συνετὲς συμβουλές, νὰ ὑποδεικνύει τὸ πρέπον μὲ τὸ χάρισμα τῆς μαντείας. Συνυπολογίζοντας ὅλα τοῦτα τὰ δεδομένα, φαίνεται πιὸ πιθανὴ ἡ ἄποψη γιὰ μεταγενέστερη μετονομασία τοῦ Φρασίου σὲ Thrasius ἀπὸ τοὺς Λατίνους.
  2. Πβ. Βαρβούνης, Μ. Γ. (1988-1989), Ὁ μύθος τοῦ Φρασίου, ΚυΣπ 52-53: 21 κἑ., ὅπου ἀναλυτικὰ οἱ πηγές, οἱ νεώτερες ἀπόψεις γιὰ τὴ σχέση ἱστορίας – μύθου καὶ ἡ λαογραφικὴ ἀνάλυση τοῦ μύθου.
  3. Βλ. συνοπτικὰFrazer, J G. (1913-1914 ), Adonis, Attis, Osiris: Studies in the History of Oriental Religion, Vols. I-II, 3d ed., London. Adonis ΙΙ 84 κἑ. καὶ Platthy, J. (1985), The Mythical Poets of Greece, Washington . 47-8, ὅπου καὶ ἡ παλαιότερη βιβλιογραφία· βλ. ἐπίσηςΚακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα . Β΄ 184 κἑ. (κ.ἀ.). Γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Ἄδωνη στὴν Ἑλληνικὴ λογο­τεχνία καὶ τέχνη βλ. τὴ μονογραφία τοῦ Atallah, W. (1966), Adonis dans la littérature et l'art grecs, Vol. 62, 'Etudes et Commentaires Paris .. Τὴ λατρεία τοῦ Ἄδωνη ἀπὸ ἐθνολογικὴ πλευρὰ ἔχει ἐξετάσει ὁ Frazer, J G. (1913-1914 ), Adonis, Attis, Osiris: Studies in the History of Oriental Religion, Vols. I-II, 3d ed., London., Adonis 35-56, ὅπου καὶ ἡ προη­γούμενη βιβλιογραφία. Ἀξιοσημείωτες παρατηρήσεις: Burkert, W. (1993), Ἀρχαία Ἑλληνική Θρησκεία: Ἀρχαϊκή καί Κλασσική Ἐποχή, μτφρ. Μπεζαντάκος, Ν Π. και Αβαγιανού, Α Ἀθήνα. 374 κἑ. (μὲ βιβλιογραφία)· Br. Servais-Soyez, «Adonis», (1981-1999), Lexicon Iconographicum Mythologiae Classicae, Vols. I-IX2, Zürich und München. II 222-9· Παπαδόπουλλος, Θ. (1997-2000), Ἱστορία τῆς Κύπρου, τóμ. Α΄-Β΄, Λευκωσία. Ββ΄ 733-7, 897-901, κ.ἀ. (Εὑρετ., σ.λ.: σελ. 1226)· White, H. (1979), New Chapters in Hellenistic Poetry, London Studies in Classical Philology,28 Athens Greece . 11 κἑ.· καὶ Βοσκός, Α. Ι. (2002), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 3. Πεζογραφία, τóμ. 3, Λευκωσία. σχόλ. σ.στ. 28 F1.4-5 (σσ. 600-1).
  4. Ἀξιοσημείωτο εἶναι ὅτι ἡ Ἀφροδίτη ἀποκαλεῖται καὶ Ἀδωναίη (Ὀρφ. Ἀργ. 30 Ἀδωναίην Ἀφροδίτην) καὶ Ἀδωνιάς (Νόνν. Διον. 33.25 Ἀδωνιὰς ... Κύπρις). Ὁ μύθος τοῦ ἔρωτα τῆς Ἀφροδίτης γιὰ τὸν Ἄδω­νη ἐμφανίζεται σὲ πάμπολλες ἀρχαῖες πηγές (βλ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Β΄ 228 κἑ. [ἀρ. 75 κἑ.], πβ. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα . Β΄ 184 κἑ.). Ἡ λατρεία τοῦ Ἄδωνη καὶ τῆς Ἀφροδίτης στὴν Ἀμαθούντα ἀναφέρεται καὶ ἀπὸ τὸν Παυσανία (9.41.2), ποὺ θεωρεῖ τὸ Ἀδώνιδος ... καὶ Ἀφροδίτης ἱερὸν στὴν Κυπριακὴ αὐτὴ πόλη ὡς ἀρχαῖον. Τὴ λατρεία στὴν Ἀθήνα ἔφεραν πιθανῶς Κύπριοι (βλ.Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Δβ΄ 15.1, ὅπου καὶ ἀναφορὰ σὲ ἐπιβίωση σχετικῶν ἀρχαίων λατρευτικῶν ἐθίμων στὴν Κύπρο). Γιὰ τὰ Ἀδώνια τῆς Ἀλεξανδρείας ἀξίζει νὰ δεῖ κανεὶς τὸ ἄρθρο τοῦ Citekey 1209 not found (μὲ ἀναλυ­τικὴ βιβλιογραφία).
  5. Ἀπολλόδ. 3.14.3 κἑ. (πβ. Ἡσ. ἀπόσπ. 139 M. – W.). Γιὰ τὴ Σμύρνα (καὶ ἀνάλογες περιπτώσεις) καὶ γιὰ τὴ σημασία τῆς ἁρπαγῆς τοῦ Ἄδωνη βλ.Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα . Β΄ 184 κἑ. Βλ. ἐπίσης Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Β΄ 78.1-1γ.
  6. Βλ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Γβ΄ 78. Γιὰ τὴν ἑλκυστικὴ ὑπόθεση νὰ συνδέεται τὸ ὄνομα μὲ τὴ γονιμότητα τῆς γῆς, βλ. κατωτ. σχόλ. στὸ 2 F5.
  7. Βλ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Γβ΄ 36 καὶ Ε΄ 117. Περισσότερα γιὰ τὰ ἀοῖα: Βοσκός, Α. Ι. (2002), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 3. Πεζογραφία, τóμ. 3, Λευκωσία. 22 *F2, μὲ σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. ἀοῖα (σσ. 507-8), ὅπου καὶ περαιτέρω βιβλιογραφία. Γιὰ τὸ Ἀῶος=Ἀνατολίτης βλ. καὶ Ἡσύχ. σ.λ. ἀώϊος· πρωϊνός, ὀρθρινός, πβ. ὅμως σ.λ. Ἄωοι· (...) καὶ Κίλικες ἀπὸ Ἀώου τοῦ Κεφάλου: τὸν Κέφαλο ἐρωτεύτηκε ἡ Ἠὼς καὶ γέννησε μαζί του τὸν Τιθωνό (Ἀπολλόδ. 3.14.3) καὶ τὸν Ἀῶο (Etym. Gen. σ.λ.: Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 2), ὁ ὁποῖος πρέπει ἔτσι νὰ θεωρηθεῖ πρόγονος τοῦ Κινύρα καὶ τοῦ Ἄδωνη. Ἂν πιστέψουμε τὶς πηγὲς αὐτές, τότε μποροῦμε νὰ προχωρήσουμε στὴν ὑπόθεση ὅτι ἕνας γιὸς τοῦ Κινύρα μὲ τὸ προγονικὸ ὄνομα Ἀῶος ταυτίστηκε μὲ τὸν Ἄδωνη.
  8. Κατὰ τὸν Κορνοῦτο (Περὶ θεῶν φύσεως 28), ὅμως, ἀπὸ τοῦ ἅδειν τοῖς ἀνθρώποις=γιατὶ προσφέρει εὐχαρίστηση στοὺς ἀνθρώπους (ὁ δημητριακὸς καρπός). Ὁ Kretchmer, Glotta 7 (1919) 29 κἑ. καὶ 10 (1922) 423 κἑ., ὑποστηρίζει τὴν ἐτυμολογία αὐτή, παραθέτοντας τὴν ἀρχαιότερη ἐπιγραφικὴ μαρτυ­ρία τοῦ ὀνόματος: Ἅδωνις (μὲ δασεία). Βλ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Δβ΄ 15.
  9. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι . σ.λ. γίγγρας: «μικρὸς Φοινικικὸς αὐλὸς ὀξεῖαν ἔχων φωνὴν καὶ θρηνώδη, (...) ἡ μουσικὴ ἡ διὰ τούτου τοῦ αὐλοῦ, (...) χορὸς πρὸς τὸν ἦχον τοῦ αὐλοῦ τούτου», καὶ σ.λ. γιγγρασμός: «ὁ ἦχος ὃν ἐκφέρει ὁ γίγγρας». Πβ. Ἡσύχ. σ.λλ. γιγγρασμός, γιγγρί, γιγγρίαι, γίγγρος.