You are here

Ο ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ

Please add a search word

Ἡ ἄφιξη καὶ ἐγκατάσταση τῶν Ἀχαιῶν στὴν Κύπρο, ἡ σταδιακὴ ἀφομοίωση τοῦ αὐτόχθονος πληθυσμοῦ καὶ οἱ σχέσεις μὲ τοὺς ἀνατολικοὺς λαοὺς ἀπεικονί­ζονται ὄχι μόνο στὰ ἀρχαιολογικὰ εὑρήματα, μὰ καὶ στοὺς πλούσιους σχετικοὺς μύθους, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἦταν εὐρύτατα διαδεδομένοι.

     Ὁρόσημο στὸν μύθο ἀποτελεῖ ὁ Τρωικὸς πόλεμος. Πρὶν ἀπ' αὐτὸν οἱ σχέσεις τῆς Κύπρου μὲ τὸν Ἑλληνικὸ κόσμο φαίνονται καὶ στὸν μύθο (ὅπως καὶ στὴν ἱστορία) περιορισμένες1, ἐνῶ οἱ σχέσεις μὲ τὴν Ἀνατολὴ ἀντικατοπτρίζονται σὲ μύθους διάφορους2, κυρίως στοὺς σχετικοὺς μὲ τὸν Πυγμαλίωνα καὶ τὸν Κινύρα3, ὅπου ἀντικατοπτρίζεται ἐπίσης ἡ βαθμιαία ἐπιβολὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου.

     Ὁ Ὅμηρος, ἡ πρώτη σωζόμενη γραπτὴ πηγὴ γιὰ τὸν Τρωικὸ πόλεμο, ἀναφέρεται στὴν Κύπρο τόσο στὴν Ἰλιάδα (στὸ Λ 19-23, μιλώντας γιὰ τὸν θώρακα ποὺ ὁ βασιλιὰς τῆς Κύπρου Κινύρας δώρισε στὸν Ἀγαμέμνονα)4 ὅσο καὶ στὴν Ὀδύσσειαν (στὸ δ 83 γιὰ τὸν Μενέλαο, ποὺ περιπλανώμενος φθάνει καὶ στὴν Κύπρο, στὸ ρ 442 κἑ., ὅπου ὁ Δμήτωρ Ἰασίδης –ὄνομα προφανῶς Ἑλληνικό– ἐμφανίζεται ὡς βασιλιὰς τῆς Κύπρου καὶ φίλος ἀπὸ φιλοξενία μὲ τὸν Ὀδυσσέα5, καὶ στὸ θ 362 κἑ., μὲ τὴν Ἀφροδίτη ποὺ φτάνει στὸν –πανελλήνια ὀνομαστὸ– ναό της στὴν Κύπρο, στὴν Πάφο, ὅπου τὴ λούζουν καὶ τὴ στολίζουν οἱ Χάριτες).

     Οἱ οἰκιστικοὶ μύθοι ἀνάγουν τὴν ἵδρυση πολλῶν πόλεων τῆς Κύπρου στοὺς μετὰ τὸν Τρωικὸ πόλεμο χρόνους. Γνωστότατος –καὶ πιθανῶς παλαιότατος– εἶναι ὁ μύθος γιὰ τὸν Τεῦκρο τὸν Τελαμώνιο, ὁ ὁποῖος –διωγμένος ἀπ' τὸν πατέρα του, γιατὶ δὲν ἐμπόδισε τὸν ἀδελφό του Αἴαντα νὰ αὐτοκτονήσει– φτάνει στὴν Κύπρο καὶ ἱδρύει τὴν ὁμώνυμη μὲ τὴν πατρίδα του Σαλαμίνα6. Ἄλλοι τέσσερεις ἥρωες τοῦ Τρωικοῦ πολέμου, κατὰ τὸν Λυκόφρονα (Ἀλεξ. 447 κἑ.), θὰ φθάσουν μετὰ τὸν πόλεμο στὴν Κύπρο: Ὁ Ἀγαπήνωρ, ποὺ ὁδηγεῖ τοὺς Ἀρκάδες στὴν Τροία (Β 603 κἑ.), προσαράζει στὴν Κύπρο καὶ γίνεται οἰκιστὴς τῆς Νέας Πάφου καὶ ἱδρυτὴς τοῦ ἱεροῦ τῆς Ἀφροδίτης στὴν Παλαίπαφο7. Ὁ Ἀκάμας, ὁ γιὸς τοῦ Θησέα, ποὺ ἱδρύει τοὺς Σόλους (μαζὶ μὲ τὸν Φάληρο)8. Ὁ Κηφεὺς ἀπὸ τὴν Αχαΐα καὶ ὁ Πράξανδρος ἀπὸ τὴ Λακεδαίμονα (ὁ δεύτερος ἱδρύει τὴ Λάπηθο)9. Ὡς ἱδρυτὲς Κυπριακῶν πόλεων ἀναφέρονται ἐπίσης ὁ γιὸς τοῦ Θησέα καὶ ἀδελφὸς τοῦ Ἀκάμαντα Δημοφῶν (ἱδρυτὴς τῆς Αἰπείας, ἡ ὁποία κατὰ τὴν παράδοση μετονομάστηκε ἀπὸ τὸν βασιλιὰ Φιλόκυπρο σὲ Σόλους πρὸς τιμὴν τοῦ Ἀθηναίου νομοθέτη Σόλωνα)10. Ὁ Φείδιππος11. Ὁ Γόλγος12. Ὁ Χύτρος13. Ὁ Χαλκάνωρ (Χαλκήνωρ), ὁ ἱδρυτὴς τοῦ Ἰδαλίου14. Ἐνῶ ἡ πόλη Κούριο θεωρεῖται κτίσμα Ἀργείων15.

     Οἱ πιὸ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς αἰτιολογικοὺς αὐτοὺς μύθους ἔχουν ἀναντίρρητο ἱστορικὸ πυρήνα, ἐπιβεβαιωμένο ἀπὸ τὰ ἀρχαιολογικὰ εὑρήματα καὶ ἀπὸ τὰ γλωσσικὰ δεδομένα. Τὸ γεγονὸς ὅτι στοὺς σχετικὰ νεώτερους μύθους (ἢ στὰ νεώτερα στρώματα τῶν μύθων) ἐπικρατεῖ ἡ εἰκόνα Ἑλλήνων οἰκιστῶν καὶ ἀπο­γόνων, ἐνῶ στὰ παλαιότερα στρώματα ἐμφανίζονται συχνὰ μὴ Ἑλληνικὰ ἢ ἐξ­ελληνισμένα ὀνόματα16, ἐπιβεβαιώνει τὴν ἐπιμειξία τῶν αὐτοχθόνων Ἐτεοκυπρί­ων μὲ τοὺς Ἕλληνες οἰκιστὲς καὶ τὴν ἐπικράτηση τοῦ ποιοτικὰ ὑπέρτερου Ἑλλη­νικοῦ πολιτισμοῦ κατὰ τοὺς ἱστορικοὺς χρόνους (παρὰ τὶς ἐπάλληλες κατακτή­σεις τῆς Κύπρου ἀπὸ ἀνατολικοὺς λαούς). Τὸ τελευταῖο μαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ ἕνα ἄλλο σχετικὸ γεγονός, τὴν ἐκπλήσσουσα ἐπικράτηση τῶν πανελλήνιων μύθων στὰ σωζόμενα κείμενα τῆς Ἀρχαίας Κυπριακῆς Γραμματείας (σὲ βάρος τῶν τοπικῶν μύθων). Σπάνιες εἶναι οἱ περιπτώσεις ποὺ μπορεῖ νὰ ἐπισημάνει κανεὶς μιὰ χαρακτηριστικὴ Κυπριακὴ παραλλαγὴ στὰ κείμενα αὐτὰ (καὶ πολὺ σπάνια μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ αὐτὸ ὡς ἐπιχείρημα γιὰ τοπικὴ σύνθεση), πράγμα ποὺ ἰσχύει σὲ ἀνάλογη ἔκταση καὶ γιὰ τὴ γλώσσα τῶν ἔντεχνων κειμένων.

     Οἱ μύθοι τῶν αὐτόχθονων Ἐτεοκυπρίων κατὰ τὸ μέγιστο μέρος, ὅπως συνέβη καὶ στὸν Ἑλλαδικὸ χῶρο, ἀφομοιώθηκαν σταδιακά. Πολλοὶ ἀπ' αὐτοὺς πρέπει νὰ ἦταν γνωστοὶ στοὺς ἀρχαϊκοὺς χρόνους καὶ στὴν Κυπροκλασικὴ ἐποχή. Ἡ ἀπώλεια τοῦ ἔργου τῶν Κυπρίων μυθογράφων μᾶς στέρησε τὴ δυνατότητα νὰ γνωρίσουμε τὴ συνολικὴ εἰκόνα τῆς Κυπριακῆς μυθολογίας κατὰ τὴν ἀρχαιότητα. Ἡ ἐκπληκτικὴ ὅμως «συντηρητικότητα» τῶν Κυπρίων συνέτεινε στὴν ἐπιβίωση τέτοιων μύθων μέχρι σήμερα, μὲ πιὸ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τὸ «παραμύθι» γιὰ τὸν νεαρὸ ἥρωα τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ εἶναι συνδεδεμένη μὲ ἕνα μαγικὸ δαυλό, τὸ ὁποῖο ἐμφανίζει ἐκπληκτικὴ ὁμοιότητα μὲ τὸ πανάρχαιο παραμύθι ποὺ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὴν «ἱστορία τοῦ Μελεάγρου» (γνωστὴ κυρίως ἀπὸ τὸν Ὅμηρο καὶ τὸν Βακχυλίδη) καὶ ἀνάγεται σὲ «μητριαρχικὴ» κοινωνία17:

      Μιὰβ βολὰν τζ' ἕναν τζ'αιρὸν εἶσ'εν μιὰγ γεναῖκαν, ποὺ ἐγέννησεν ἕναγ γυιόν. Ἅμα ἐπεράσασιν ἑφτὰ μέρες ποὺ τὴν ἡμέραν ποὺ γεννήθηκεν, ἐπῆαν τὴν νύχταν οἱ τρεῖς Μοῖρες γιὰ νὰ ποῦν τὴν τύχην τοῦ μωροῦ.

     Ἡ μιὰ εἶπεν πὼς ἐννὰ γινῇ ὄμορφος· ἡ ἄλλη τραουιστής, τζ' ἡ ἄλλη πὼς ἐν' νὰ πεθάνῃ ἅμα κρούσῃ ὁ ζαυλός, ποὺ ἦταν μέσα στὸ λαμπρόν. Ἡ μάνα τοῦ μωροῦ, ποὺ τ' ἄκουσεν, ἔβκαλεν τὸζ ζαυλὸν ποὺ τὴφ φωθκιὰν τζ' ἅμαν τὸν ἔσβυσεν ἔχωσέν τον μέσα σὲ μιὰν ἀμπούσταν. Ἐμεάλυνεν ὁ γιός της, τζ' ἐγίνηκεν ὄμορφος τζ'αὶ τραου­ιστής.

     Μιὰν ἡμέραν ὁ βασιλέας τοῦ τόπου εἶσ'εν τραπέζιν. Ἕνας ποὺ τοὺς καλεσμένους ἔξερεν τὸν τραουιστὴν τζ' ἐζήτησεν νὰ τὸφ φέρουν εἰς τὸ παλάτιν νὰ τοὺς τραουήσῃ νὰ διασκεδάσουν. Ἡ κόρη τοῦ βασιλέα ἅμα τὸν εἶεν τζ' ἄκουσεν τζ'αὶ τὴφ φωνήν του, ἀγάπησέν τον, τζ' ἔτσι ἐπαντρευτῆκαν.

      Οἱ ἀρφοῦες τοῦ τζ'υροῦ του ἀζουλέψαν του πὼς ἔμπην μέσ' στὴβ βασιλικὴν γενιὰν τζ' ἐγυρεῦκαν αἰτίαν νὰ τοῦ κάμουν κακό. Ἐσκεφτῆκαν τζ' εἶπαν του ψευκιές, πὼς ὁ θκειός του –ὁ ἀρφὸς τῆς μάνας του– ἦταν νὰ σκοτώσῃ τὴμ μάναν του. Ὁ γυιός, ἅμα τζ' ἄκουσέν το, ἐθυμώθην τζ' ἐμήνυσεν τοῦ θκειοῦ του νά 'ρτῃ στὸ παλάτιν τζ'αὶ θέλει τον. Ὅσον τζ' ἔφτασεν εἰς τὸ παλάτιν ὁ θκειός του, ἐσκότωσέν τον. Ἡ μάνα του ὅσον τζ' ἔμαθέν το ἐθυμώθηκεν πολλὰ τζ' ἔβαλεν τὸν ζαυλὸν μέσ' τὴφ φωθκιὰν τζ' ἔκρουσέν τον· ὅσον τζ' ἐκάην ὁ ζαυλός, ἔτσι σὰν ἐστέκετουν τὸ κοπέλλιμ μέσ' στὸ παλάτιν, ἔγυρεν τζ' ἐπέθανεν.

     Ἀπὸ τὶς 13 σημερινὲς παραλλαγὲς τοῦ παραμυθιοῦ ποὺ ἔχουν καταγραφεῖ (στὴν Ἀνατολή, στὴν Κύπρο, στὴ Μακεδονία καὶ στὴν Αἰτωλία, τὴν πατρίδα τοῦ Μελεάγρου), μόνο ἡ Κυπριακὴ διασώζει ὅλα τὰ κύρια στοιχεῖα τοῦ μύθου: τριπλὴ μοίρανση καὶ μαγικὴ σύνδεση τοῦ δαυλοῦ μὲ τὸ νεογνό, φόνος τοῦ ἀδελφοῦ τῆς μάνας ἀπὸ τὸν ἀνδρωθέντα ἥρωα, καύση τοῦ δαυλοῦ ἀπὸ τὴν ἐξοργισμένη μητέρα καὶ ἄμεσος θάνατος τοῦ νέου. Μόνο στὴν Κυπριακὴ παραλλαγὴ ἡ μάνα τοῦ ἥρωα καίει τὸν μαγικὸ δαυλὸ καὶ ἐπιφέρει τὸν θάνατο τοῦ γιοῦ της ἐπειδὴ ἐκεῖνος φονεύει τὸν ἀδελφό της (βάζοντας, ἔτσι, πάνω ἀπὸ τὸν γιὸ τὸν ἀδελφό της)18.

  1. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ διήγηση τοῦ Πλουτάρχου (Θησ. 20.3-7) γιὰ τὸν Θησέα καὶ τὴν Ἀριάδνη, ποὺ τοὺς ρίχνει τρικυμία στὴν Κύπρο, ὅπου οἱ ἐγχώριες γυναῖκες περιποιοῦνται τὴν ἔγκυο Ἀριάδνη (βλ. Βοσκός, Α. Ι. (2002), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 3. Πεζογραφία, τóμ. 3, Λευκωσία. 30 F1 καὶ Βοσκός, Α. Ι. (2007), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 4. Ἰατρική, τóμ. 4, Λευκωσία. 33 F1, μὲ σχόλια). Βλ. ἐπίσης τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἄφιξη Τελχίνων ἀπὸ τὴν Κρήτη (Στράβ. 14.653-4, κ.ἀ.: Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 6-6.2), Ἰδαίων Δακτύλων (Κλήμ. Ἀλεξ. Στρωμ. 1.16: Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 6.3) καὶ Δρυόπων (Διόδ. Σικ. 4.37: Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 8). Δὲν λείπουν καὶ οἱ μαρτυρίες γιὰ τὸ ἀντίθετο ρεῦμα, ὅπως ἡ ἐγκατάσταση μοίρας τῶν ἐν Κύπρωι ποτὲ οἰκησάντων Τελχίνων στὴ Βοιωτία (Παυσ. 9.19.1: Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 6.2) καὶ ἡ παρουσία Κυπρίου στὴ Χίο περὶ τὰ μέσα τοῦ 10ου αἰ. π.Χ., κατὰ τὴν ἐπιτύμβια ἐπιγραφὴ τοῦ Ἡρόπυθου (Μουσεῖο Χίου, ἀρ. 800: περὶ τὸ 475 π.Χ.), τοῦ ὁποίου ὁ 14ος πρόγονος φέρει χαρακτηριστικὰ τὸ ὄνομα Κύπριος (ΤΟ ΚΥΠΡΙΟ, σειρὰ 15: βλ. ἀνωτ. Εἰκ. 3). Γιὰ τὸ θέμα βλ. Cassirer, E. (1946), The Myth of the State, New Haven., καὶ Gomme, A. W. (1954), The Greek Attitude to Poetry and History , Berkeley..
  2. Βλ. π.χ. Σχόλ. Διον. Περιηγ. 509: Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 1 (ὁ Αἰγύπτιος Ὕων ἀποικίζει τὴν Κύπρο, τὴν καλουμένη Κεραστίν), Διόδ. Σικ. 2.16: Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 3 (ναυπηγοὶ ἀπὸ τὴν Κύπρο βοηθοῦν τὴ βασίλισσα τῶν Ἀσσυρίων Σεμίραμη), Τζέτζ. Χιλ. 7.752 κἑ.: Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 5 (ὁ ἀδελφὸς τοῦ Κάδμου Κίλιξ ἔρχεται στὴν Κύπρο), κ.ἄ.
  3. Ὁ Πυγμαλίων, ὁ μυθικὸς βασιλιὰς τῆς Κύπρου ποὺ ἐρωτεύτηκε τὸ ἄγαλμα τῆς γυμνῆς Ἀφροδίτης (κατὰ τὸν Φιλοστέφανο) κι ἡ θεὰ τὸ ζωντάνεψε, φέρεται ὡς πατέρας τοῦ τῆς Πάφου καὶ παπποὺς τοῦ Κινύρα, ὡς πατέρας τῆς Μεθάρμης (ἀπὸ τὴν ὁποία γεννιέται ὁ Ὀξύπορος καὶ ὁ Ἄδωνις) ἢ τῆς Θυμαρέτης καὶ πεθερὸς τοῦ Κινύρα, ὡς θεῖος τοῦ Φρασίου (βλ. κατωτ. 75 κἑ.), κ.τ.τ. Ὁ Πυγμαλίων θεωρεῖται Φοίνιξ στὰ Σχόλια στὸν Διον. Περιηγ. 509 (Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 11.1), ἐνῶ ὁ ἴδιος τὸν θεωρεῖ πατέρα τῆς Θυμαρέτης (ὄνομα προφανῶς Ἑλληνικό). Ἀκόμα μεγαλύτερη σύγχυση ἐπικρατεῖ σχετικὰ μὲ τὸν Κινύρα (βλ. κατωτ. 71 κἑ. καὶ 1 Τ1 κἑ., μὲ τὰ σχετικὰ σχόλια).
  4. Κατὰ τὸν ἀρχαῖο Σχολιαστὴ τῆς Ἰλιάδος (Λ 20), ὁ βασιλιὰς τῆς Κύπρου Κινύρας φιλοξενεῖ τοὺς Ἕλληνες ποὺ περνοῦν γιὰ νὰ πᾶνε στὴν Τροία καὶ ὑπόσχεται βοήθεια. Βλ. καὶ κατωτ. 1 Τ3 (μὲ τὰ σχετικὰ σχόλια)· βλ. ἐπίσης 1196 31 κἑ.
  5. Βλ. κατωτ. 1 Τ1.1 κἑ. (κυρίως σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. Κύπρονδε)· περισσότερα γιὰ τὸ θ 362-66 βλ. κατωτ. 108 μὲ σημ. 57 καὶ σχόλ. στὸ 5 Υ1.58 κἑ.
  6. Τὸν μύθο παραδίδουν –μεταξὺ ἄλλων– ὁ Εὐριπίδης (Ἑλ. 144-53, πβ. 87-104), ὁ Ἰσοκράτης (Εὐαγ. 18 Τεῦκρος ..., ἐπειδὴ Τροίαν συνεξεῖλεν, ἀφικόμενος εἰς Κύπρον Σαλαμῖνά τε κατώικισεν, ὁμώνυμον ποιήσας τῆς πρότερον αὐτῶι πατρίδος οὔσης, καὶ τὸ γένος τὸ νῦν βασιλεῦον κατέλιπεν, πβ. Νικοκλ. 28), ὁ Λυκόφρων (Ἀλεξ. 450-78), ὁ Στράβων (14.6.3), τὰ ἀρχ. Σχόλ. στὸν Πίνδ. (Νεμ. 4.76) καὶ στὸν Αἰσχ. (Πέρσ. 894), κ.ἄ. Βλ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 20.1-20 καὶ Ε΄ 131 (ὅπου συζήτηση τῶν διαφόρων ἀπόψεων γιὰ τὸν οἰκιστὴ τῆς Σαλαμίνας καὶ τὴν ἐτυμολογία τοῦ ὀνόματός της). Περισσότερα: Chavane, M. J. & Yon M. (1978), Salamine de Chypre, X: Testimonia Salaminia, 1, CIS Maison de l' Orient Méditerranéen Ancien - Centre d' Archéologie Chypriote Paris. 48-162 (« Teucros », βλ. καὶ 1-47: « Généralités », 201-327: «Les temps des Teucrides», καὶ σσ. vii-x: «Intro­duction», μὲ βιβλιογραφία), καὶ Βοσκός, Α. Ι. (1999), Μορφὼ παροικήσουσι: Λυκόφρονος Ἀλεξάνδρα, Λευκωσία Κύπρου., μὲ περαιτέρω βιβλιογραφία (καὶ γιὰ τοὺς λοιποὺς μύθους) καὶ Βοσκός, Α. Ι. (1999), Μορφὼ παροικήσουσι: Λυκόφρονος Ἀλεξάνδρα, Λευκωσία Κύπρου. 11 *Ε54-55 (Ἀριστοτ. Πέπλος 640.30, γιὰ τὸν Τεῦκρο καὶ γιὰ τὸν Ἀγαπήνορα), μὲ τὰ σχετικὰ σχόλια. Τὸ Πάριο Μάρμαρο τοποθετεῖ χρονολογικὰ τὴν ἵδρυση τῆς Σαλαμίνας στὸ 1202/1 π.Χ. (βλ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 20).
  7. Παυσ. 85.3 καὶ 7. Πβ. Ἀριστοτ. Πέπλ. (640.30: Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία. 11 *Ε55), Στράβ. 14.683, Λυκόφρ. Ἀλεξ. 479-93, Ἀπολλόδ. Ἐπιτ. 6.15. Βλ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 21-21.7, καὶ Ε΄ 133.
  8. Στράβ. 14.683 (εἶτα Σόλοι πόλις ... κτίσμα δ' ἐστὶ Φαλήρου καὶ Ἀκάμαντος Ἀθηναίων), πβ. ὅμως κατωτ. σημ. 13. Ὁ Ἀκάμας δίνει τὸ ὄνομά του σὲ ὄρος: Ἡσύχ. σ.λ. Ἀκάμαντα· ἀκοπίαστον (Σ 239)· καὶ κύριον ὄνομα ἑνὸς τῶν Ἀντήνορος υἱῶν (Β 823) καὶ ὄρος ἐν Κύπρωι οὕτως καλούμενον. ὠνομάσθη δὲ ἀπὸ Ἀκάμαντος, τοῦ Δημοφῶντος μὲν ἀδελφοῦ, υἱοῦ δὲ Θησέως. Βλ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 23.
  9. Σχόλ. Λυκόφρ. 586 καὶ Τζέτζ. Λυκόφρ. 586, Στράβ. 14.6.3 (Λάπαθός τέ ἐστι πόλις ... Λακώνων κτίσμα καὶ Πραξάνδρου). Κατὰ τὸν Νόννο ὅμως (Διον. 13.432 κἑ.) ἡ πόλη ὀνομάστηκε ἔτσι ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα της Λάπηθο. Βλ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 24-24.2, πβ. Ε΄ 135.
  10. Πλούτ. Σόλ. 26.1-4, πβ. Ἀπολλόδ. Ἐπιτ. 6.16. Βλ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 23.1-3 καὶ Ε΄ 134. Ἀξίζει ὅμως νὰ σημειωθεῖ ὅτι ἡ ὀνομασία Σόλοι ἀπηχεῖ πιθανῶς παλαιότερη τοπικὴ ὀνομασία: βλ. Ἀ. Β., «Αἴπεια – Ἀσίνη (...)», εἰσήγηση στὸ Ἐπιστημονικὸ Συνέδριο «Ὁμηρικὴ Αἴπεια – Ἀρχαία Κορώνη – Πεταλίδι: Παρελθὸν – Παρὸν καὶ Μέλλον» (Πεταλίδι, 5-7 Αὐγούστου 2005), ὑπὸ ἔκδοση στὰ Πρακτικὰ τοῦ Συνεδρίου (μὲ περαιτέρω παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία).
  11. Ἀπολλόδ. Ἐπιτ. 5.15b (Τζέτζ. 911). Βλ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 22.
  12. Γιὸς τοῦ Ἄδωνη καὶ τῆς Ἀφροδίτης (Σχόλ. στὸν Θεόκρ. Εἰδύλλ. 15.100-1) ἢ ἀρχηγὸς Σικυωνίων ἀποίκων (Στέφ. Βυζ. Ἐθν. σ.λ. Γολγοί· πόλις Κύπρου, ἀπὸ Γόλγου τοῦ ἡγησαμένου τῆς Σικυωνίων ἀποικίας). Βλ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 28-28.1 καὶ Ε΄ 139.
  13. Στέφ. Βυζ. σ.λ. Χύτροι· Κύπρου πόλις, ἣν ὠνομάσθαι μὲν Ξεναγόρας φησὶν ἀπὸ Χύτρου τοῦ Ἀλεξάνδρου τοῦ Ἀκάμαντος. Βλ.  Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 26 καὶ Ε΄ 137.
  14. Στέφ. Βυζ. σ.λ. Ἰδάλιον· πόλις Κύπρου, χρησμὸς γὰρ ἐδόθη (...)ὅπου ἴδοι τὸν ἥλιον ἀνίσχοντα, πόλιν κτίσαι. ὁ οὖν Χαλκήνωρ περιιών (...) τις τῶν σὺν αὐτῶι ἔφη· «εἶδον, βασιλεῦ, τὸν ἅλιον». ἀφ' οὗ ὠνομάσθαι τὴν πόλιν. Βλ.  Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 27 καὶ Ε΄ 138.
  15. Στράβ. 14.683 εἶτα πόλις Κούριον ... Ἀργείων κτίσμα. Κατὰ τὸν Ἡρόδ. (5.113) οἱ Κουριεῖς λέγονται εἶναι Ἀργείων ἄποικοι. Βλ.  Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Α΄ 25-25.1 καὶ Ε΄ 136, πβ. Δβ΄ 30.4 καὶ § 88-91 (σσ. 118-9).
  16. Ἀνάλογο φαινόμενο παρατηρεῖται στοὺς πανελλήνιους μύθους καὶ στὶς διάφορες τοπικὲς παραλλαγὲς ποὺ ἀναφέρονται στὴν πρὸ τοῦ Τρωικοῦ πολέμου περίοδο, γεγονὸς ποὺ μαρτυρεῖ ἀντίστοιχα τὴν ἀνατολικὴ προέλευση διάφορων μύθων καὶ τὴν ἐπιμειξία τῶν Ἑλληνικῶν φύλων μὲ τὸν αὐτόχθονα πληθυσμό. Στὸν Κυπριακὸ μύθο φαίνεται πιὸ ἔντονο τοῦτο.
  17. Βλ. Ἀ. Β., «Ὁ περὶ Μελεάγρου μῦθος καὶ ἡ Κύπρος», Στασῖνος 5 (1973-1976), 47 κἑ., καὶ Βοσκός, Α. Ι. (2008), Ο μύθος του Αιτωλού Μελεάγρου: Μια Κυπριακή παραλλαγή, Τα Αιτωλικά 10: 15-22. 15-22. Γιὰ τὴ μετάβαση ἀπὸ τὴ μητριαρχία στὴν πατριαρχία (μὲ τὴν ἔλευση τῶν Ἀχαιῶν) στὴν Κύπρο βλ. Θ. Φωτιάδη, ΠραΚυΣΒ Α΄ 161 κἑ.
  18. Ἀπόηχοι μητριαρχίας ἐπιβιώνουν ὄχι μόνο στοὺς μύθους μὰ καὶ στὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Πιὸ χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ «σώγαμπρου» (ἀντὶ τῆς «σώνυφης»), τοῦ ἄντρα δηλαδὴ ποὺ ὅταν νυμφεύεται ζεῖ στὸ σπίτι τῆς νύφης μαζὶ μὲ τὴν οἰκογένειά της, σὲ πολλὲς περιοχὲς τῆς Κύπρου. Βλ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1969), Πτυχὲς Κοινωνικῆς ὀργανώσεως τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ», Πνευματικὴ Κύπρος 351-3, ὅπου καὶ πολὺ χρήσιμες παρατηρήσεις γιὰ τὴ δομὴ τῆς Κυπριακῆς κοινωνίας.