You are here

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Please add a search word

Τὴ μετάβαση ἀπὸ τὴν Κλασικὴ στὴν Ἑλληνιστικὴ ἐποχὴ καὶ πιθανῶς ἀπὸ τὴν ἐπικὴ στὴ λυρικὴ ποίηση τῆς Κύπρου φαίνεται νὰ ἀντιπροσωπεύει ὁ Κλέων ὁ Κουριεύς1. Τὸ προσωνύμιό του δείχνει βέβαιη Κυπριακὴ καταγωγή, μὰ οἱ πηγὲς εἶναι ἰδιαίτερα φειδωλὲς σὲ πληροφορίες.

     (1.) Τρεῖς σημειώσεις ἀπὸ τὸν ἀρχαῖο Σχολιαστὴ στὰ Ἀργοναυτικὰ τοῦ Ἀπολ­λωνίου τοῦ Ροδίου δίνουν τὰ ἑξῆς στοιχεῖα: (Σχόλ. στὸ 1.587: κατωτ. 6 F1) Στὸ α΄ βιβλίο τῶν Ἀργοναυτικῶν του ὁ Κλέων ἀναφέρεται στὸν θάνατο τοῦ Δόλοπα. (1.623 κἑ.: F2) Καὶ ὁ Κλέων ὁ Κουριεὺς ἱστορεῖ τὴ διάσωση τοῦ Θόαντα στὴ νῆσο Οἰνόη, ποὺ μετονομάστηκε Σίκινος ἀπὸ τὸν ὁμώνυμο γιὸ τοῦ ἥρωα κατὰ τὸν Ἀπολλώνιο, καὶ Ἀσκληπιάδης ὁ Μυρλεανὸς δεικνὺς ὅτι παρὰ Κλέωνος τὰ πάντα μετήνεγκεν Ἀπολλώνιος. (1.77-78: F3) Τὸν Κάνθο συγκαταλέγει καὶ ὁ Κλέων στοὺς ἥρωες τῆς Ἀργοναυτικῆς ἐκστρατείας. Ἡ ἐδῶ εἰκόνα φαίνεται καθαρή: ὁ Κλέων ὁ Κουριεὺς ἔγραψε Ἀργοναυτικά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐπηρεάστηκε εὐρύτατα ὁ Ἀπολ­λώνιος Ρόδιος στὸ ὁμώνυμο ἔπος του καὶ στὰ ὁποῖα γινόταν λόγος γιὰ τὸν θάνα­το τοῦ Δόλοπα (στὸ α΄ βιβλίο, ποὺ σημαίνει ὅτι ἀκολουθοῦ­σαν κι ἄλλα), γιὰ τὸν Θόαντα καὶ τὸν Κάνθο. Τόσα μόνο! Λείπουν περαιτέρω ἀναφορὲς σ' αὐτὸν στὴ συνέχεια τῶν ἀρχαίων σχολίων καὶ στίχοι τοῦ ἔργου ποὺ νὰ δείχνουν τὴ μορφή του· μποροῦμε ἁπλῶς νὰ εἰκάσουμε ἐκ πρώτης ὄψεως τουλάχιστον ὅτι καὶ τοῦ Κλέωνος τὰ Ἀργοναυτικὰ εἶχαν τὴν ἴδια περίπου μορφὴ καὶ ἔκταση μὲ τοῦ Ἀπολ­λώνιου τὸ ἔργο (σὲ γλώσσα ἐπικὴ καὶ δακτυλικὸ ἑξάμετρο). Λείπουν μαρτυρίες γιὰ τὸ περιεχόμενο τοῦ ἔργου, γιὰ ἄλλα ἔργα τοῦ ἴδιου, γιὰ τὴ ζωή του. Συμπε­ραίνουμε πὼς εἶναι προγενέστερος τοῦ Ἀπολλωνίου τοῦ Ροδίου, ποὺ γεννήθηκε τὸ 295 περίπου π.Χ., διετέλεσε διευθυντὴς τῆς Ἀλεξανδρινῆς Βιβλιοθήκης μετὰ τὸν Ζηνόδοτο καὶ πρὶν ἀπὸ τὸν Ἐρατοσθένη (περ. 260-247 π.Χ.), ἐξέδωσε σὲ πρώτη ἔκδοση ἢ προέκδοσιν τὰ Ἀργοναυτικά του στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ σὲ τελικὴ ἔκδοση στὴ Ρόδο μετὰ τὴν ἐκεῖ καταφυγή του (τὸ 247 π.Χ.)2. Μποροῦμε ἔτσι νὰ θεωρήσουμε ὡς term. ante quem γιὰ τὸν Κλέωνα τὸν Κουριέα τὰ μέσα περίπου τοῦ 3ου αἰ. π.Χ. καὶ νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ἀκμάζει κατὰ τὸ α΄ ἥμισυ τοῦ ἴδιου αἰώνα. Μποροῦμε ἀκόμα νὰ εἰκάσουμε ὅτι γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε στὴν Κύπρο στὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ. π.Χ. (ὅταν ἡ πνευματικὴ ζωὴ γνωρίζει ἰδιαίτερη ἄνθηση), ἴσως δὲ νὰ ἔζησε ἕνα μέρος τῆς ζωῆς του στὴν Ἀλεξάνδρεια ἢ / καὶ στὴν Ἀθήνα, ὅπως συμβαίνει μὲ ἄλλους ἐπιφανεῖς Κυπρίους τῆς ἴδιας περιόδου. Τὸ κλίμα τῆς ἐπο­χῆς ἦταν πρόσφορο, καθὼς «οἱ ἑλληνιστικοὶ βασιλιάδες μὲ εὐχαρίστηση ἄκου­γαν νὰ διαλαλιέται τὸ ἐγκώμιό τους» καὶ «παράλληλα καλλιεργήθηκε πολὺ καὶ τὸ μυθολογικὸ ἔπος», μὲ τὰ Ἀργοναυτικὰ καὶ τὴ Θηβαΐδα, τὸν Ἡρακλῆ καὶ τὸν Διόνυσο «ἀγαπητὰ θέματα αὐτῆς τῆς ὄψιμης ἐπικῆς ποίησης»3. Στὸ ἴδιο κλίμα φαίνεται νὰ κινεῖται καὶ ὁ Θεόλυτος, ποὺ ἀναφέρεται στὴν ἀρχὴ τοῦ σχολίου στοὺς στ. 1.623 κἑ.: ἐς Οἰνοίην ἐρύ<σανταεἴληφε τὴν ἱστορίαν παρὰ Θεολύτου, ὥστε νὰ δίνεται ἡ ἐντύπωση ἑνὸς ἄλλου πιθανοῦ ποιητῆ Ἀργοναυτικῶν ἀπὸ τὸν ὁποῖο δέχεται ἐπίσης ἐπίδραση ὁ Ἀπολλώνιος ἄμεση ἢ ἔμμεση, μέσω τοῦ Κλέ­ωνα. Οὕτως ἢ ἄλλως ὅμως ἐνισχύεται ἡ ἄποψη γιὰ χρονολόγηση τοῦ Κλέωνα στὸ α΄ ἥμισυ τοῦ 3ου αἰ. π.Χ., καθὼς ὁ Θεόλυτος δὲν φαίνεται νὰ μπορεῖ νὰ τοπο­θετηθεῖ πρὶν ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς Ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς. Ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἀρχαίου σχολιαστῆ στὸν Ἀσκληπιάδη τὸν Μυρλεανὸ δὲν ἀντιστρατεύεται –ἂν δὲν ἐνισχύει– τὴν εἰκόνα αὐτή, ποὺ ἀντίθετα ἐνισχύεται ἀπὸ τὶς ἑπόμενες πηγές4.

     (2.) Ὁ Κλέων ὁ Κουριεὺς ἀναφέρεται (στ. 3) σὲ σοβαρὰ ἀκρωτηριασμένο παπυρικὸ ἀπόσπασμα στὸ πίσω μέρος τοῦ P. Mich. 1316 (ποὺ ἐξέδωσε ὁ J. S. Rusten)5, μαζὶ μὲ τὸν Διονύσιο (Διονυσίωι στ. 6), τὸν Ἀπολλώνιον (στ. 10 καὶ 33) καὶ τὸν Καλλισθένην (στ. 38), μὲ προφανὲς σημεῖο ἀναφορᾶς τοὺς Ἀργοναύτας (στ. 3, καὶ τὸ ὅλο ἀπόσπ.), ὥστε νὰ φαίνεται ὅτι πρόκειται γιὰ ἀπόσπασμα ἀπὸ κάποια σχετικὴ πραγματείαν (στ. 4) ὅπου γίνεται συγκριτικὴ ἀναφορὰ στὴν οἰκονομίαν (στ. 14) ἑνὸς ἔργου σχετικοῦ μὲ τοὺς Ἀργοναῦτες: τῶν Ἀργοναυτικῶν τοῦ Ἀπολλωνίου σὲ σύγκριση μὲ τὰ Ἀργοναυτικὰ τοῦ Κλέωνος τοῦ Κουριέως καὶ μὲ ἀναφορὰ στὸν Διονύσιο τὸν Σκυτοβραχίονα ἐκ πρώτης ὄψεως, ἐνδεχομένως ὅμως –καθὼς οἱ κύριοι μύθοι ποὺ μνημονεύονται δὲν ἀπαντοῦν στὸν Ἀπολ­λώνιο– ἑνὸς ἄλλου ἔργου, τοῦ Καλλιμάχου ἢ τοῦ Ἀντιμάχου κατὰ τὸν Rusten6. Δὲν μπορεῖ ὅμως ἀναντίρρητα νὰ ἀποκλειστεῖ ἡ εὔλογη ὑπόθεση ὅτι ὑποκείμενο τῆς ὅλης ἐδῶ ἀναφορᾶς εἶναι ὁ Κλέων, καθώς: (α΄) Μόνου αὐτοῦ τὸ ὄνομα εἶναι σὲ ὀνομαστική, τῶν ἄλλων σὲ δοτικὴ καὶ αἰτιατική. (β΄) Οἱ κύριοι μύθοι ποὺ ἀναφέρονται θὰ μποροῦσαν κάλλιστα νὰ ἐμπεριέχονται στὰ Ἀργοναυτικὰ τοῦ Κλέωνα, ἐνῶ ἡ μνεία τῆς Ἀφροδίτης μαζὶ μὲ τὴν Ἀθηνᾶ καὶ τὴν Ἀριάδνη μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὸν Ὁμηρ. ὕμν. ὑπ' ἀρ. V. (5 Υ1) Εἰς Ἀφροδίτην καὶ στὴν Κύπρο7. (γ΄) Συγγραφέας τῆς πραγματείας μπορεῖ εὔλογα νὰ θεωρηθεῖ ὁ Ἀσκληπιάδης ὁ Μυρλεανός, ποὺ κατὰ τὸν σχολιαστὴ τοῦ Ἀπολλωνίου ἱστορεῖ καὶ αὐτὸς τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Θόαντα δεικνὺς ὅτι παρὰ Κλέωνος τὰ πάντα μετήνεγκεν Ἀπολλώνιος. Μαθητὴς τοῦ Διονύσιου τοῦ Θρακὸς ὁ Ἀσκληπιάδης, ὅπως παρα­τηρεῖ ὁ A. Lesky8, «ἐκτὸς ἀπὸ ἑρμηνεῖες ποιητῶν καὶ ἱστορικὸ ἔργο, ἔδωσε μιὰ συστηματικὴ παρουσίαση τῆς Φιλολογίας», ζώντας δὲ κατὰ τὸν 1ον αἰ. π.Χ. θὰ μποροῦσε νὰ γράψει ὅσα ἐδῶ ἀναφέρονται, καθὼς οἱ σχολιαζόμενοι συγγραφεῖς εἶναι σαφῶς προγενέστεροι, ἐκτὸς ἂν μὲ τὴ φράση πρὸς Καλλισθένην (στ. 38) γίνεται ἀναφορὰ στὸν Ψευδοκαλλισθένη καὶ ἰδιαίτερα στὸν ὄγκο ἐπιστολῶν μὲ φανταστικὴ ἀλληλογραφία τοῦ Ἀλέξανδρου ἀπὸ τὸν ὁποῖο ξεκινᾶ, κατὰ τὸν A. Lesky, ἕνα ἐπιστολικὸ μυθιστόρημα γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο (περίπου 100 π.Χ.)9, ὁπότε πρόκειται γιὰ ἐλαφρῶς προγενέστερη ἢ καὶ σύγχρονη τοῦ Ἀσκληπιάδη διεργασία ποὺ εὔλογα κεντρίζει τὸ ἐνδιαφέρον του καὶ αἰτιολογεῖ τὴν ἐδῶ ἀναφορά. (δ΄) Τὸ ὄνομα τοῦ Θεολύτου δὲν ἀναφέρεται στὸ ἀκρωτηριασμένο παπυρικό μας ἀπόσπασμα. Τυχαίνει ὅμως νά 'ναι ποιητὴς Βακχικῶν ἐπῶν κατὰ τὸν Ἀθήναιο καὶ νὰ ἀναφέρεται στὴν Ἀριάδνη, ὅπως κι ἐδῶ, ὥστε νὰ μὴ μπορεῖ νὰ ἀποκλειστεῖ ἡ πιθανότητα νὰ γινόταν καὶ γι' αὐτὸν –κύριος ἢ δευτερεύων– λόγος στὴν προκείμενη πραγματεία. Σὲ κάθε περίπτωση, δίνεται ἡ εἰκόνα ἑνὸς ἀποσπάσματος ἔργου γνωστοῦ στὴν ἀρχαιότητα ποὺ ὁ σχολιαστὴς τοῦ Ἀπολλω­νίου εἶχε μπροστά του, πιθανῶς μιᾶς πραγματείας τοῦ Ἀσκληπιάδη τοῦ Μυρλε­ανοῦ· καὶ ἐνισχύονται οἱ ὑποθέσεις καὶ τὰ συμπεράσματα ποὺ διατυπώθηκαν πιὸ πάνω γιὰ τὸν Κλέωνα καὶ τὴν ἐποχή του.

     (3.) Στὸ Μέγα Ἐτυμολογικὸν (389.24) σ.λ. εὐβύριον μνημονεύεται μαζὶ μὲ τὸν Εὐφορίωνα ὁ Κλέων ὁ ἐλεγ(ει)οποιὸς καὶ παρατίθεται ἕνα ἐλεγειακὸ δίστιχό του. Πέρα ἀπὸ τὰ προβλήματα κριτικῆς τοῦ κειμένου, σύνταξης καὶ ἑρμηνείας ποὺ συζητοῦνται στὴ συνέχεια (6 F5), ἡ μὴ ἀναφορὰ τῆς καταγωγῆς τοῦ συγγραφέα καὶ τοῦ τίτλου τοῦ σχετικοῦ ἔργου του ἐγείρουν δύο τεμνόμενα ἐρωτήματα γιὰ τὴ φύση τοῦ ἔργου καὶ τὴν ταυτότητα τοῦ Κλέωνος τοῦ ἐλεγοποιοῦ, ποὺ μπορεῖ νὰ ταυτίζεται ἢ ὄχι μὲ τὸν συγγραφέα Ἀργοναυτικῶν Κλέωνα τὸν Κουριέα. Χαρα­κτηριστικὴ τοῦ προβλήματος εἶναι ἡ ἀντιμετώπισή του ἀπὸ ἐκδότες καὶ κριτι­κούς: Ὁ Meineke στὴν ἔκδοση τῶν ἀποσπασμάτων τοῦ Εὐφορίωνα δὲν θεωρεῖ βέβαιη τὴν ταύτιση τοῦ Κλέωνα τοῦ μνημονευόμενου ἀπὸ τὸν λεξικογράφο μὲ αὐτὸν ποὺ φέρεται ὅτι ἔγραψε Ἀργοναυτικά, στὴν καταγωγὴ Κουριέα, γιατὶ μνημονεύεται ἄλλος ἕνας Κλέων, Σικελιώτης τὸ γένος· ἡ χρήση ὅμως τῶν γλωσ­σηματικῶν λέξεων βαυριόθεν καὶ νέποδες τὸν ὁδηγεῖ στὴν Ἀλεξανδρινὴ ἐποχή, μὲ βεβαιότητα στὴν α΄ ἔκδοση καὶ μὲ μικρὴ ἀμφιβολία εἴκοσι χρόνια ἀργότερα στὴ β΄ ἔκδοση τὸ 184310. Τὸν ἀκολουθεῖ τὸ 1848 ὁ Gaisford παραπέμποντας ἀποκλειστικὰ σ' αὐτὸν καὶ παραθέτοντας ἐντὸς εἰσαγωγικῶν τὸ σχετικὸ σχόλιό του στὴν α΄ ἔκδοση11. Ὁ Bergk ἐκδίδει τὸ ἀπόσπασμα ὑπὸ τὸ ὄνομα CLEON (SICULUS)12. Ὁ Müller διακρίνει τὸν Κλέωνα τὸν Μάγνητα ἀπὸ τὸν Συρακούσιον καὶ τὸν Κουριέα καὶ σημειώνει ὅτι ὁ τρίτος ἴσως εἶναι ὁ ἴδιος μὲ τὸν Κλέωνα τὸν ἐλεγοποιόν13. Ὁ Hiller ἐκδίδει τὸ ἐλεγειακὸ δίστιχο ὑπὸ τὸ ὄνομα CLEON14.

     Τὸ 1921 ὁ Weinberger στὸ σχετικὸ ἄρθρο τῆς RE σημειώνει ἀνάμεσα στ' ἄλλα πὼς δὲν ἀποδεικνύεται ὅτι τὰ Ἀργοναυτικὰ τοῦ Κλέωνος τοῦ Κουριέως ἔχουν συνταχθεῖ σὲ στίχους, πὼς λίγο μόνο πιθανὴ εἶναι ἡ ταύτισή του μὲ τὸν Κλέωνα τὸν ἐλεγοποιό, καὶ πὼς ὁ τελευταῖος ἀνήκει ὡς κυνηγὸς γλωσσηματικῶν λέξεων (βαυριόθεν, νέποδες) σὲ κάποια ὕστερη ἐποχή15. Τὸ 1925 στὴν Anthologia Lyrica Graeca τοῦ Diehl (vol. I σελ. 111 ἀρ. LI) τὸ ἀπόσπασμα ἐκδίδεται ὑπὸ τὸ ὄνομα CLEO, ἐνῶ ἀργότερα στὴν τρίτη ἔκδοση Diehl – Beutler (fasc. 1 σελ. 128) κάτω ἀπὸ τὸ CLEO μὲ μεγαλύτερα στοιχεῖα γράφεται τὸ ΚΛΕΩΝ Ο ΚΟΥΡΙΕΥΣ, μὲ τὴ σημείωση «ad νέπ. Alexandrinorum cf. Nepotes» στὸ τέλος τοῦ σχετικοῦ σχολίου νὰ ὑποδηλώνει προφανῶς τοποθέτηση τοῦ Κλέωνα στὴν Ἀλεξανδρινὴ ἐποχή. Ὁ Χατζηιωάννου[16] παραθέτει τὸ ἀπόσπασμα ὑπὸ τὸ ὄνομα ΚΛΕΩΝ Ο ΚΟΥΡΙΕΥΣ καὶ ἀνάγει τὸν ποιητὴ μὲ ἀμφιβολίες στὸν 4ον αἰ. π.Χ.16. Στὸ Supplementum Helleni­sticum (1983) τῶν Lloyd-Jones καὶ Parsons, τέλος, ὑπὸ τὸ ὄνομα CLEO (CURIENSIS) παρατίθενται τὰ ἀποσπάσματα 339 Cleonis Curiensis Ἀργοναυτικὰ α΄ – ? (: τὰ σχόλια στὸν Ἀπολλώνιο), 339 A Cleonis Curiensis Argonautica? (τὸ παπυρικὸ ἀπόσπασμα, μὲ σύντομα σχόλια κριτικὰ καὶ ἑρμηνευτικά), καὶ 340 Cleonis Elegi (: τὸ ἐλεγειακὸ δίστιχο, μὲ κριτικὸ ὑπόμνημα). Ἡ διάσταση ἀπόψεων εἶναι ἐμφανὴς καὶ τὰ ἐρωτήματα παραμένουν.

     Πιὸ εὔκολη φαίνεται ἡ ἀπάντηση στὸ πρόβλημα χρονολόγησης. Τὸ σχετικὸ ἐπιχείρημα τοῦ Meineke, ὅτι ἡ χρήση τῶν γλωσσηματικῶν λέξεων βαυριόθεν καὶ νέποδες17 ὁδηγεῖ στὴν Ἀλεξανδρινὴ ἐποχὴ καὶ ὄχι σὲ ὕστερους χρόνους, καὶ εὔλογο εἶναι ἀφ' ἑαυτοῦ –ὅπως δείχνει ἡ ἄμεση ἢ ἔμμεση υἱοθέτησή του ἀπὸ πολλοὺς– καὶ πρόσθετη στήριξη μπορεῖ νὰ βρεῖ στὸ γεγονὸς ὅτι κανένας ὁμώνυμος ποιητὴς μεταγενέστερων χρόνων μὲ τὸν ὁποῖο νὰ μπορεῖ νὰ ταυτιστεῖ ὁ ἐλεγοποιὸς δὲν μνημονεύεται. Ἀντίθετα, μπορεῖ νὰ εἶναι σημαντικὴ ἡ ἐδῶ παράλληλη ἀναφορὰ στὸν Εὐφορίωνα18, ποὺ φαίνεται νὰ ἔχει κοινὸ χαρακτη­ριστικὸ μὲ τὸν Κλέωνα τὴ ροπὴ στὴ χρήση γλωσσῶν· ἀνήκει στὴν ἴδια περίπου ἐποχὴ μὲ τὸν Ἀπολλώνιο, τὸν Καλλίμαχο, τὸν Ἀντίμαχο (μὲ τοὺς ὁποίους καὶ συνδέεται συχνὰ στὶς ἀρχαῖες πηγές), τὸν Κλέωνα τὸν Κουριέα (ποὺ ἀσκεῖ εὐρύ­τατη ἐπίδραση στὸν Ἀπολλώνιο, μαζὶ μὲ τὸν Θεόλυτο κατὰ τὸν ἀρχαῖο σχολια­στή)· στὰ ἔργα του ἀνήκει καὶ τὸ Διόνυσος, ποὺ δὲν ἀποκλείεται νὰ ἀποτελεῖ πηγὴ τῶν Διονυσιακῶν τοῦ Νόννου μαζὶ μὲ τὰ Βακχικὰ ἔπη τοῦ Θεόλυτου19, ἐνῶ σ' ἕνα ἀπόσπασμά του ἀναφέρεται στὸν Βέβρυκα, ὁδηγώντας μας ἔτσι στὸ παπυρικὸ ἀπόσπασμα ποὺ ἐξετάσαμε παραπάνω· ὅπως πολλοὶ διαπρεπεῖς ποιη­τὲς τῆς ἐποχῆς του, γράφει καὶ ὑπομνήματαπραγματεῖες. Ὅλα τοῦτα δύσκολο φαίνεται νὰ εἶναι ἁπλὲς συμπτώσεις. Τὰ νήματα ποὺ δένουν τὸν Εὐφορίωνα μὲ τὸν Κλέωνα τὸν ἐλεγοποιὸν εἶναι, νομίζουμε, ἀρκετὰ γιὰ νὰ στηρίξουν τουλάχιστο τὴ χρονολόγηση τοῦ δεύτερου στὶς ἀρχὲς τῆς Ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς.

     Βρισκόμαστε ἔτσι, ὅμως, στὴν ἴδια ἐποχὴ μ' αὐτὴν τοῦ Κλέωνος τοῦ Κουριέως, ὁ ὁποῖος ἀσκεῖ μὲ τὰ Ἀργοναυτικά του ἐπίδραση στὸ ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Ἀπολλώνιου μαζὶ μὲ τὸν Θεόλυτο. Τὸ ἐλεγειακὸ δίστιχο τοῦ Κλέωνος τοῦ ἐλεγοποιοῦ δὲν φαίνεται νὰ ἀποτελεῖ τμῆμα ἐπυλλίου, μολονότι δὲν λείπουν ἀπὸ τὴν Ἑλληνιστικὴ ἐποχὴ «δείγματα ἐλεγειακῆς διήγησης» μὲ τὰ ὁποῖα «βρισκό­μαστε ἀκόμα κοντὰ στὸ ἑξαμετρικὸ ἐπύλλιο», κατὰ τὸν Lesky20, καὶ μολονότι τὸ ἐδῶ Γοργοφόνου μπορεῖ εὔκολα νὰ ὁδηγήσει σ' ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ ἐπεισόδια τοῦ Ἀργοναυτικοῦ καὶ τοῦ Διονυσιακοῦ κύκλου στὰ ὁποῖα ἐμπλέκεται ὁ Γοργοφόνος Περσεύς ἢ αὐτοὶ ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ χαρακτηριστοῦν νέποδες τοῦ Γοργοφόνου (ὁ Ἡρακλῆς, π.χ., καὶ οἱ Ἡρακλεῖδες). Συνδυαζόμενα ὅλα αὐτὰ δὲν ἀποκλείουν τὴ δυνατότητα νὰ μιλᾶ κανεὶς γιὰ Ἀργοναυτικὰ τοῦ Κλέωνα τοῦ Κουριέα σὲ ἐλεγειακὸ μέτρο (καθὼς μάλιστα λείπουν στίχοι τοῦ ἔργου ποὺ ἐπέδρασε στὸν Ἀπολλώνιο), ἀπόσπασμα τῶν ὁποίων ἀποτελεῖ τὸ ἐδῶ ἐλεγειακὸ δίστιχο. Πιὸ βάσιμη ὅμως καὶ ἑλκυστικὴ εἶναι ἡ ὑπόθεση γιὰ ἕνα αὐτοτελὲς ἔργο τοῦ Κλέωνα μὲ τὶς περιπέτειες τοῦ Διονύσου (ΒακχικὰΔιονυσιακά), ποὺ δέχτηκε τὴν ἐπίδραση τοῦ Θεολύτου καὶ ἐπέδρασε στὸν Διόνυσον τοῦ Εὐφορίωνα ἀπὸ τὴ Χαλκίδα καὶ –ἀπὸ κοινοῦ ἢ ἀπὸ μόνο του ἢ ἔμμεσα– στὰ Διονυσιακὰ τοῦ Νόννου. Τὸ ἐπεισόδιο Διονύσου – Περσέα – Ἀριάδνης θά 'χε ἀσφαλῶς θέση σ' ἕνα τέτοιο ἔργο Κύπριου ποιητῆ21.

     Μὲ ὅσες ἀμφιβολίες ἐπιβάλλει ἡ πενιχρότητα τῶν σχετικῶν πληροφοριῶν, μποροῦμε νὰ μιλοῦμε γιὰ ἕνα ποιητὴ Ἀργοναυτικῶν ποὺ ἀκμάζει κατὰ τὸ α΄ ἥμισυ τοῦ 3ου αἰ. π.Χ. καὶ ἀσκεῖ εὐρύτατη ἐπίδραση στὸν Ἀπολλώνιο τὸν Ρόδιο, συνθέτει δὲ ἐλεγειακὰ δίστιχα κατὰ κύριο λόγο ὥστε νὰ ὀνομάζεται ἐλεγοποιός: γιὰ τὸν Κλέωνα τὸν Κουριέα.22

  1. Χρήσιμο ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι τὸ σχετικὸ ἄρθρο τοῦ W. Weinberger, "Kleon" (9), von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart . 11.1 (1921) 719 (34 στίχοι, μὲ παραπομπὲς στὴν παλαιότερη βιβλιογραφία). Σύντομη ἀναφορὰ στὸν Κλέωνα (μὲ παραπομπὴ καὶ στὸ ἀνωτέρω ἄρθρο): Rusten, J. S. (1982), Dionysius Scytobrachion, Papyrologica Coloniensia,X Opladen. (βλ. κατωτ.) 60-1 (σχόλ. σ.στ. 3). Περισ­σότερα: D' Alessio, G. B. (2000), Le Argonautiche di Cleone Curiense, La Letteratura Ellenistica. Problemi e prospettive di ricerca (Atti del Colloquio Internationale, Università di Roma “Tor Vergata”) 29-30 aprile 1997, Roma. 91-112., μὲ βιβλιογραφία (βλ. καὶ κατωτ.).
  2. Βλ. Παπανικολάου, Α. Δ. (1992), Εἰσαγωγὴ στὴν Κλασσικὴ Φιλολογία, Ἀθήνα., 39-41 (μὲ τὶς ἐκεῖ παραπομπές), πβ.Hammond, N G L. & Scullard H H. (1970 [1992]), The Oxford Classical Dictionary, Oxford. σ.λ. "Apollonius Rhodius". Τὰ Wendel, C. (1935), Scholia in Apollonium Rhodium Vetera, Bibliothecae Graecae et Latinae Auctarium Weidmannianum, edendum curavit O. Regenbogen, vol. IV Berlin.. Πβ. Merkel, R. & Keil H. (1854), Apollonii Argonautica, Leipzig.. Γιὰ τὸν Ἀπολλώνιο (μὲ ἐπισκόπηση τῆς σύγχρονης βιβλιογραφίας) βλ. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη . 1005-16 (κ.ἀ.) καὶ Easterling, P. E. & Knox B. M. W. (2000), Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, μτφρ. Κονομή, Ν., Γρίμπα Χρ, Κονομή Μ. & Στεφανή Α. Ἀθήνα. 768-85 καὶ 1031-2 (κ.ἀ.)· περισσότερα:Hutchinson, G. O. (1988), Hellenistic Poetry, Oxford. 85-142 καὶ 355-61 (κυρίως 359) / Citekey 1111 not found 99-157 καὶ 385-93 (κυρίως 385-86)· βλ. ἐπίσης (σὺν τοῖς ἄλλοις): Rengakos, A. (1992), Zur Biographie des Apollonios von Rhodos, WS 105: 39-67..
  3. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη . 1014. Στὴν ἴδια σελ. σημειώνεται: «Στὰ σχόλια στὸν Ἀπολλώνιο ἀναφέρονται τὰ Ἀργοναυτικὰ ἑνὸς Κλέωνα ἀπὸ τὸ Κούριο κι ἑνὸς Θεόλυτου» (ποὺ ἀποτελεῖ τὴ μόνη ἀναφορὰ τῶν δυό τους στὴν Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .).
  4. Mooney, G. M. (1912), The Argonautica of Apollonius Rhodius, Dublin University Press London., στὴ σελ. 16 σημειώνει ἐπιγραφικά: "Cleon was a native of Curium in Cyprus. We have no means of determining his date. That Apollonius was indebted to his Ἀργοναυτικὰ is apparent from the schol. on i 625" (προφανὴς ὅμως ἐπίδραση στὸν –χρονολογούμενο μὲ ἀσφάλεια– Ἀπολλώνιο καὶ πλήρης ἀδυναμία χρονολόγησης τοῦ Κλέωνα δὲν συμβιβάζονται). Καὶ στὴ σημ. 6 γράφει: "Two lines earlier the schol. says εἴληφε τὴν ἱστορίαν παρὰ Θεολύτου. Mueller (Frag. Gr. Hist. iv 515) assumes that Apollonius drew from Cleon, and Cleon from Theolytus" («Fortasse ...», γράφει ὁ Müller: βλ. κατωτ. σχόλ. στὸ 6 F2.1 σ.λ.Θεολύτου), συμπληρώνει δὲ τὴ σχετικὴ εἰκόνα στὴ σημ. 4 μὲ ἀνα­φορὰ στὸν Ἀσκληπιάδη τὸν Μυρλεανό: "Suidas says that this Asclepiades was a μαθητὴς Ἀπολλω­νίου who afterwards taught at Rome in the days of Pompey. Unless the word μαθητὴς is loosely used, these two statements are chronologically irreconcilable". Θεωρώντας τὸν Ἀσκληπιάδη ὡς μαθητὴν Ἀπολλωνίου μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀπ' αὐτὸν εὐρείας ἐπίδρασης ἢ / καὶ ἰδιαίτερης ἐνασχόλησης μ' αὐτόν, προκύπτει ὡς πιθανὴ ἡ χρονολόγηση τοῦ Ἀσκληπιάδη στὴν ἐποχὴ τοῦ Πομπηίου (1ος αἰ. π.Χ.: βλ. Hammond, N G L. & Scullard H H. (1970 [1992]), The Oxford Classical Dictionary, Oxford. σ.λ., Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη . 1081 καὶ Easterling, P. E. & Knox B. M. W. (2000), Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, μτφρ. Κονομή, Ν., Γρίμπα Χρ, Κονομή Μ. & Στεφανή Α. Ἀθήνα. 801) κι εὔλογο τὸ συμπέρασμα ὅτι σὲ κάποιο σχετικὸ ἔργο του (γνωστὸ ἢ μή, γιὰ τὸν Θεόκριτο π.χ. ἢ γιὰ τὸν Ἀπολλώνιο) ἀναφερόταν στὴν εὐρύτατη ἐπίδραση τοῦ Κλέωνα, ἀπ' αὐτὸν δ' ἀντλεῖ ὁ σχολιαστὴς τοῦ Ἀπολλωνίου τὶς πληροφορίες του (ποὺ ἀποκτοῦν ἔτσι πρόσθετη ἐγκυρότητα). Ἀλλὰ στὴ χρονολόγηση τοῦ Κλέωνα λίγο μόνο βοηθοῦν αὐτά, ἐνισχύοντας κυρίως τὴν εἰκόνα εὐρείας ἐπίδρασης τοῦ Κλέωνα στὸν Ἀπολλώνιο, ποὺ ἔχει ἀμφισβητηθεῖ στοὺς νεώτερους χρόνους (βλ. Weinberger, von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart . 11.1 [1921] 719: ἡ πληροφορία τοῦ ἀρχαίου σχολιαστῆ μπορεῖ νὰ εἶναι κακόβουλη διαβολή). Ἡ σχέση Θεόλυτου – Κλέωνα – Ἀπολλώνιου εἶναι ὄντως πολύπλοκη, μὰ βοηθητική. Σὲ κάθε περίπτωση δύσκολα ἐμπεδώνονται ἀντιρρήσεις τουλάχιστον ὡς πρὸς τὸν terminum ante quem ἀκμάζει ὁ Κλέων. (Γιὰ τὶς πηγὲς τῶν Ἀργοναυτικῶν τοῦ Ἀπολλώνιου βλ. ἀναλυτικὰ Mooney, G. M. (1912), The Argonautica of Apollonius Rhodius, Dublin University Press London., ὅ.π. 12 κἑ.)
  5. Rusten, J. S. (1982), Dionysius Scytobrachion, Papyrologica Coloniensia,X Opladen., κυρίως 53-64. Βλ. κατωτ. 6 F4 μὲ τὰ σχετικὰ σχόλια.
  6. Ὅ.π., κυρίως 56-7. Τὸ ἐπιχείρημα ὅμως δὲν εἶναι ἀδιάσειστο, καθὼς εἶναι ἐνδεχόμενο νὰ πρόκει­ται γιὰ τμῆμα τῆς πραγματείας ἀναφερόμενο σὲ διαφορὲς τῶν συγκρινομένων (βλ. π.χ. στ. 9-18: σύντομός τις ... ἐ̣ν̣αν̣τίως ἔχει ... συνεχέσι καὶ πολυστίχοις ...). Βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. στὸ 6 F4, καὶ D' Alessio, G. B. (2000), Le Argonautiche di Cleone Curiense, La Letteratura Ellenistica. Problemi e prospettive di ricerca (Atti del Colloquio Internationale, Università di Roma “Tor Vergata”) 29-30 aprile 1997, Roma. 91-112..
  7. Βλ. ἀνωτ. 113 κἑ. καὶ κατωτ. 5 Υ1.7-16 καὶ 34 κἑ. μὲ τὰ ἀντίστοιχα σχόλια γιὰ τὴν παρέκβαση τῆς Ἀθηνᾶς στὸν Ὁμηρ. ὕμν. V. (Υ1) Εἰς Ἀφροδίτην καὶ γιὰ τοὺς ἔρωτες ποὺ ἐμβάλλει ἡ θεὰ σὲ ἀνθρώπους καὶ θεούς, τοὺς ὁποίους καὶ περιγελᾶ. Γιὰ τὴν Ἀριάδνη καὶ τὸν τάφο της στὴν Κύπρο στὸ ἄλσος Ἀριάδνης Ἀφροδίτης (κατωτ. Εἰκ. 128, βλ. καὶ Εἰκ. 58, 107 καὶ 109.2) βλ. Πλουτ. Θησ. 20.2-4 (Βοσκός, Α. Ι. (2002), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 3. Πεζογραφία, τóμ. 3, Λευκωσία. 30 F1 καὶ Βοσκός, Α. Ι. (2007), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 4. Ἰατρική, τóμ. 4, Λευκωσία. *33 F1, μὲ ἀναλυτικὰ σχόλια). Ἀξιοσημείωτη εἶναι καὶ ἡ ἐμφάνιση τοῦ ὀνόματος τῆς θεᾶς ὅπως ἐδῶ μὲ ει (στ. 23 Ἀφροδείτην) σὲ Κυπριακὲς ἐπιγραφές (Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Δα΄ 103 Ἀφροδείτηι Παφίαι, καὶ Δα΄ / Δβ΄ 28.2).
  8. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη . 1081. Βλ. ἐπίσης ἀνωτ. σημ. 113· Adler, A. (1914), Die Commentare des Asklepiades von Myrlea, Hermes 49: 39-46. 39 κἑ.· Susemihl, F. (1892), Geschichte der griechischen Literatur in der Alexandrinerzeit, Vols. I-II, Leipzig. I 382 κἑ. καὶ ΙΙ 17 κἑ. (μὲ σημ. 98)· von Wilamowitz-Moellendorff, U. (1962), Hellenistische Dichtung in der Zeit des Kallimachos, Berlin. 189 σημ. 1· D' Alessio, G. B. (2000), Le Argonautiche di Cleone Curiense, La Letteratura Ellenistica. Problemi e prospettive di ricerca (Atti del Colloquio Internationale, Università di Roma “Tor Vergata”) 29-30 aprile 1997, Roma. 91-112. 92 κἑ., μὲ βιβλιογραφία.
  9. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη . 1054. Γιὰ τὴ χρονολόγηση τοῦ Διονυσίου τοῦ Σκυτοβραχίονος βλ. Rusten, J. S. (1982), Dionysius Scytobrachion, Papyrologica Coloniensia,X Opladen. 85 κἑ.: β΄ ἥμισυ 3ου αἰ. π.Χ. Γιὰ τοὺς λοιποὺς βλ. προηγούμενα (μὲ σημ. 113), καὶ D' Alessio, G. B. (2000), Le Argonautiche di Cleone Curiense, La Letteratura Ellenistica. Problemi e prospettive di ricerca (Atti del Colloquio Internationale, Università di Roma “Tor Vergata”) 29-30 aprile 1997, Roma. 91-112. 91 κἑ., μὲ βιβλιογραφία.
  10. Meineke, A. (1843), Analecta Alexandrina, Berlin. ἀρ. XCIII σελ. 125: «Cleon ab Etymologo commemoratus num idem sit cum eo qui Argonautica scripsisse perhibetur, patria Curiensis, pro certo non affirmaverim. Nam alius etiam Cleo, genere Siculus, commemoratur a Curtio (...). Certe Alexandrinae aetati eum adscribendum esse, dubitare vix sinit [: ἔτσι τὸ 1843, dubitare nos non sinit στὴν α΄ ἔκδ. τοῦ Εὐφορίωνα εἴκοσι χρόνα πρωτύτερα] usus vocum glossematicarum βαυριόθεν et νέποδες, in quo postremo, sive id pro piscibus sive pro posteris usurparunt, mirum est quantopere sibi placuerint poetae Alexandrini et qui horum vestigiis insisterent.»
  11. Gaisford, T. (1848), Etymologicum Magnum, Oxford. 389 σημ. 26.
  12. Bergk, T. (1853), Poetae Lyrici Graeci, Vols. I-III, 2nd ed., Leipzig., 666 ἀρ. XLVII.
  13. Müller, K. & Müller T. (1841-1872), Fragmenta Historicorum Graecorum, Vols. I-V, Paris. IV 365 (Parisiis 1868): Cleon Magnesius. Cleon Syracusanus, Περὶ λιμένων. «Tertius Cleon est Curiensis, Ἀργοναυτικῶν poeta (...), idem fortasse cum Cleone ἐλεγοποιῷ, cuius meminit auctor Etym. M. p. 389 (cf. Meinek. ad Euphor. p. 154) et Pollux X, 97». (Ἡ σημείωση στὸ τέλος τοῦ κεφαλαίου γιὰ τὸν Κλέωνα τὸν Συρακούσιο. Παραπέμπει καὶ αὐτὸς στὴν α΄ ἔκδοση τῶν ἀποσπ. τοῦ Εὐφορίωνα ἀπὸ τὸν Meineke, ὄχι στὴν ἔκδοση τοῦ 1843.)
  14. Hiller, E. & Crusius O. (1897), Anthologia Lyrica: sive lyricorum Graecorum veterum praeter Pindarum reliquiae potiores, Leipzig. (Lipsiae 1890, βλ. καὶ Hiller – Crusius, Lipsiae 1897) 157 ἀρ. LX.
  15. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart . 11.1 (1921), 719 σ.λ. "Kleon" ἀρ. 9: Kleon von Kurion [ἀρ. 7: Kleon von Magnesia am Sipylos, ἀρ. 8: Kleon von Syracus] μὲ παραπομπὲς σὲ πηγὲς καὶ βιβλιογραφία (ἡ δεύτερη παραπομπὴ στὸν "Meineke 155" φαίνεται παρμένη ἀπὸ τὸν Gaisford, ὅ.π. [σημ. 120], καὶ παρερμηνευμένη). Καὶ ὁ D'Alessio (D' Alessio, G. B. (2000), Le Argonautiche di Cleone Curiense, La Letteratura Ellenistica. Problemi e prospettive di ricerca (Atti del Colloquio Internationale, Università di Roma “Tor Vergata”) 29-30 aprile 1997, Roma. 91-112. 95 κἑ., κυρίως 97) ὑποστηρίζει πὼς εἶναι πιὸ πιθανὸ νὰ μὴ ταυτίζεται ὁ Κλέων ὁ Κουριεὺς μὲ τὸν Κλέωνα τὸν ἐλεγειοποιό, καὶ πὼς ὁ δεύτερος εἶναι μεταγενέστερος τοῦ πρώτου.
  16. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Γα΄ (Λευκωσία 1975) σελ. 38 ἀρ. 5. (Βλ. καὶ ἀρ. 5.1 «Σχόλ. εἰς Ἀπολ. Ῥόδ. 1.585»: κατωτ. 6 F1 [Σχόλ. στὸ 1.587] καὶ τμῆμα τοῦ 6 F2 [Σχόλ. στὸ 1.623-626a]:Lloyd-Jones, H. & Parsons P. J. (1983), Supplementum Hellenisticum, Berlin – New York. ἀρ. 339, πρώτη καὶ δεύτερη παράγραφος.)
  17. Βλ. κατωτ. Σχόλ. στὸ 6 F5.6 (στ. 2 ) σ.λ. νέποδες. Ἀπαντᾶ κυρίως σὲ συγγραφεῖς τῶν ἀρχῶν τῆς Ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς (Καλλίμαχος, Θεόκριτος) καὶ πολὺ ἀργότερα στὰ Διονυσιακὰ τοῦ Νόννου (τὸν 5ον αἰ. μ.Χ. πιθανῶς), ἐποχὴ στὴν ὁποία δὲν φαίνεται νὰ μπορεῖ νὰ τοποθετηθεῖ ὁ Κλέων.
  18. Βλ. κατωτ. σχόλ. στὸ 6 F5.1. Βλ. ἐπίσης Lesky 1028 κἑ. καὶ East. – Knox ΙΑΕΛ2 796-8 καὶ 1040. Τὰ Testimonia (σσ. 1-13) καὶ τὰ ἀποσπ. (σσ. 15-249, μὲ σχόλια) μαζὶ μὲ κεφάλαια γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ συγγραφέα (σσ. 249-71) συμπεριλαμβάνονται στὴν ἔκδοση τοῦ van Groningen, B. A. (1977), Euphorion, Amsterdam.: τὸ ἀπόσπ. μὲ τὴν ἀναφορὰ στὸν Κλέωνα στὴ σελ. 193 ἀρ. 129, τὰ ἀποσπ. ἀπὸ τὸ ἔργο Διόνυσος στὶς σσ. 39-61 ἀρ. 14-19k καὶ ἀπὸ τὸ ἔργο Διόνυσος κεχηνὼς 62-63 ἀρ. 20-21, γιὰ τὸν Βέβρυκα 147 ἀρ. 82, ἀπὸ τὰ πεζὰ ἔργα στὶς σσ. 226 κἑ. ἀρ. 172 κἑ. (Περὶ μελοποιῶν 231 ἀρ. 182). Ἐκτενὴς εἰσαγωγὴ καὶ ἀποσπ. καὶ στὰ Meineke, A. (1843), Analecta Alexandrina, Berlin. (βλ. ἀνωτ. σημ. 119) τοῦ Aug. Meineke σσ. 3-168, ὅπου καὶ τὸ ἐδῶ ἀπόσπασμα (124 ἀρ. XCIII), τὰ ἀποσπ. ἀπὸ τὸ ἔργο Διόνυσος (45-52 ἀρ. X-XVII), τὸ ἀπόσπ. γιὰ τὸν Βέβρυκα (130 ἀρ. CIV), τὰ περὶ ὑπομνημάτων: (26 κἑ.) Ὑπομνήματα Ἱστο­ρικά, Περὶ μελοποιῶν, Ὑπόμνημα εἰς Λυσιμάχου τοῦ Κώιου πραγματείαν, κ.λπ., μὲ ὅσα σημειώνονται στὶς σσ. 32 κἑ. γιὰ τὴν ἀπὸ κοινοῦ διδασκαλία τοῦ Εὐφορίωνος μὲ τὸν Καλλίμαχο καὶ τὸν Λυκόφρονα (: ... καὶ τὰ τούτοις παραπλήσια γυμνάσιον εἰς ἐξήγησιν γραμματικῶν ἔκκειται παισίν), γιὰ τὶς γλωσσηματικὲς λέξεις, κ.λπ. Νὰ θεωρήσει κανεὶς τὸν Εὐφορίωνα συγγραφέα πραγματείας ποὺ ἔχει ὑπ' ὄψιν ὁ Ἀσκληπιάδης γράφοντας σχετικὸ καὶ μὲ τὶς πηγὲς τοῦ Ἀπολλώνιου ἔργο του ἢ / καὶ ὁ σχολιαστὴς τοῦ Ἀπολλώνιου, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἀποκλειστεῖ, ὅπως δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκλειστεῖ τὸ ἐνδεχόμενο νὰ εἶναι αὐτὸς ὁ συγγραφέας τοῦ ὑπομνήματοςπραγματείας (περὶ τὰ τέλη τοῦ 3ου αἰ. π.Χ.) τῆς ὁποίας μέρος διασώζει ὁ P. Mich. inv. 1316v. Πιὸ πιθανὴ ὅμως φαίνεται ἡ ὑπόθεση ὅτι στὸν ΕΥΦΟΡΙΩΝΑ ἀνήκει τὸ κύριο θέμα τῆς πραγματείας αὐτῆς.
  19. Βλ. κατωτ. σχόλ. στὸ 6 F2.2 λ. Θεολύτου, καὶ ἀνωτ. (μὲ σημ. 113).
  20. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη . 1032.
  21. Βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. στὸ 6 F5.5-6 (στ. 1-2) καὶ 6 (στ. 2) σ.λλ. Γοργοφόνου καὶ νέποδες. Γιὰ τὴν Ἀριάδνη βλ. καὶ ἀνωτ. 148 μὲ σημ. 116.
  22. Οὐδόλως ἀποκλείεται νὰ ἔχει ἀκολουθήσει ὁ Κλέων τὸ πρότυπο πολλῶν συνηλίκων του καὶ νὰ ἔχει συνθέσει ὁ ἴδιος καὶ πραγματείας. Νά 'ναι ἄραγε ὁ καταβεβλημένος πραγματείαν τοῦ στ. 4 τοῦ παπυρικοῦ μας ἀποσπάσματος; Πρόσθετες δυσκολίες προκαλεῖ ἡ ἀναφορὰ σὲ Κλέωνά τινα στὰ ἀρχαῖα σχόλια στὸν Καλλίμαχο (Διήγησις στὸν Ἴαμβο 5 [Pfeiffer, R. (1949-1953), Scholia in Callimachum (Scholia vetera), Oxford. I 185, fr. 195], VII.19-24): Ὦ ξεῖνε συμβουλὴ γ[]ρ̣ ἕν τι τῶν ἱρῶν – | Γραμματο[δ]ι̣δάσκαλ[ο]ν (-κάλ[ο]υ Kapsomenos), ὄνομα Ἀπολλώνι|ον, οἱ δὲ Κλέωνά τινα, ἰαμβίζει ὡς | τοὺς ἰδίους μαθητὰς καταισχύνον|τα, ἐν ἤθει εὐνοίας ἀπαγ[ο]ρεύων τού|τωι δρᾶν, μὴ ἁλῶι. (Βλ. D' Alessio, G. B. (2000), Le Argonautiche di Cleone Curiense, La Letteratura Ellenistica. Problemi e prospettive di ricerca (Atti del Colloquio Internationale, Università di Roma “Tor Vergata”) 29-30 aprile 1997, Roma. 91-112. 106-7 [μὲ βιβλιογραφία]: ὁ Κλέων αὐτὸς εἶναι ἁπλῶς ἕνας ὁμώνυμος τοῦ ποιητῆ τῶν Ἀργοναυτικῶν· βλ. ἐπίσης Cameron, A. (1995), Callimachus and his Critics, Princeton, New Jersey . 229 [VIII.9], μὲ σημ. 196 καὶ 197. Θὰ ἐπανέλθουμε στὸ θέμα.)