You are here

243

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Diogenes Laertius 7.32-34:

Ἔνιοι μέντοι, ἐξ ὧν εἰσιν οἱ περὶ Κάσσιον τὸν Σκεπτικόν, ἐν πολλοῖς

κατηγοροῦντες τοῦ Ζήνωνος, πρῶτον μὲν τὴν ἐγκύκλιον παιδείαν ἄχρη-

στον ἀποφαίνειν λέγουσιν ἐν ἀρχῇ τῆς Πολιτείας, δεύτερον ἐχθροὺς καὶ

πολεμίους καὶ δούλους καὶ ἀλλοτρίους λέγειν αὐτὸν ἀλλήλων  εἶναι πάν-

τας τοὺς μὴ σπουδαίους, καὶ γονεῖς τέκνων καὶ ἀδελφοὺς ἀδελφῶν ‹καὶ›

οἰκείους οἰκείων. (33) Πάλιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ παριστάντα πολίτας καὶ

φίλους καὶ οἰκείους καὶ ἐλευθέρους τοὺς σπουδαίους μόνον, ὥστε τοῖς

Στωικοῖς οἱ γονεῖς καὶ τὰ τέκνα ἐχθροί· οὐ γάρ εἰσι σοφοί. κοινάς τε τὰς

γυναῖκας δογματίζειν ὁμοίως ἐν τῇ Πολιτείᾳ καὶ κατὰ τοὺς διακοσίους

στίχους› μήθ' ἱερὰ μήτε δικαστήρια μήτε γυμνάσια ἐν ταῖς πόλεσιν οἰ-

κοδομεῖσθαι, περί τε νομίσματος οὕτως γράφειν· «νόμισμα δ' οὔτ' ἀλλα-

γῆς ἕνεκεν οἴεσθαι δεῖν κατασκευάζειν οὔτ' ἀποδημίας ἕνεκεν». καὶ -

σθῆτι δὲ τῇ αὐτῇ κελεύει χρῆσθαι καὶ ἄνδρας καὶ γυναῖκας καὶ μηδὲν

μόριον ἀποκεκρύφθαι. (34) ὅτι δ' αὐτοῦ ἐστιν ἡ Πολιτεία καὶ Χρύσιππος

ἐν τῷ Περὶ πολιτείας φησί.

Διογένης Λαέρτιος 7.32-34:

Μερικοὶ ὡστόσο, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους εἶναι ὁ Κάσσιος ὁ Σκεπτικὸς

καὶ οἱ μαθητές του, κατηγορώντας σὲ πολλὰ τὸν Ζήνωνα, λένε ὅτι πρῶτα

θεωρεῖ τὴν ἐγκύκλιο παιδεία στὴν ἀρχὴ τῆς Πολιτείας του ἄχρηστη,

δεύτερο λέγει ὅτι οἱ μὴ σοφοὶ εἶναι ὅλοι τους ἐχθροὶ καὶ ἀνταγωνιζόμενοι

καὶ δοῦλοι καὶ ξένοι μεταξύ τους καὶ οἱ γονεῖς πρὸς τὰ παιδιά τους καὶ οἱ

ἀδελφοὶ πρὸς τοὺς ἀδελφούς των καὶ οἱ συγγενεῖς πρὸς τοὺς συγγενεῖς.

(33) Πάλι στὴν Πολιτεία (τὸν κατηγοροῦν), ὅτι παρουσίασε μόνο τοὺς

σπουδαίους, ὅτι εἶναι πολίτες καὶ φίλοι καὶ συγγενεῖς καὶ ἐλεύθεροι, ὥστε

στοὺς Στωικοὺς οἱ γονεῖς καὶ τὰ παιδιὰ νὰ εἶναι ἐχθροί· γιατὶ δὲν εἶναι

σοφοί. Καὶ λένε, ὅτι στὴν Πολιτεία του διατυπώνει τὸ δόγμα οἱ γυναῖκες

νὰ εἶναι κοινὲς καὶ σὲ διακόσιους στίχους λέει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κτίζο-

νται στὶς πόλεις οὔτε ἱερά, οὔτε δικαστήρια, οὔτε γυμναστήρια. Γιὰ τὸ

νόμισμα γράφει τὰ ἑξῆς· «τὸ νόμισμα δὲν πρέπει νὰ τὸ κατασκευάζουμε

οὔτε χάριν ἀνταλλαγῆς οὔτε γιὰ ταξίδι στὸ ἐξωτερικό». Καὶ παραγγέλλει

τὸ ἴδιο ἔνδυμα νὰ χρησιμοποιοῦν καὶ οἱ ἄνδρες καὶ οἱ γυναῖκες καὶ κα-

νένα μέρος τοῦ σώματός των νὰ μὴν εἶναι κρυμμένο. (34) Ὅτι δὲ ἡ

Πολιτεία εἶναι αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ Ζήνωνος, τὸ λέει καὶ ὁ Χρύσιππος

στὸ βιβλίο του Περὶ Πολιτείας.

Σχόλια: 

ἀπ. 243, 244 καὶ 244α:

Ὁ Κάσσιος (ἀπ. 243) ἦταν Σκεπτικὸς φιλόσοφος, ὀπαδὸς τοῦ Πύρρωνος. Πιθανὸν νὰ ἔζησε τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 1ου αἰ. π.Χ., ὅταν ἡ κριτικὴ ἐναντίον τῆς Πολιτείας τοῦ Ζήνωνος βρισκόταν στὸ ἀποκορύφωμά της. Εἶναι πιθανὸν ὁ Κάσσιος νὰ εἶχε ὑπόψη του τὸ ἴδιο τὸ βιβλίο τοῦ Ζήνωνος γιὰ τὴν Πολιτεία. Ἡ ἰδιότητά του ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὸν Γαληνό. Ἦταν σύγχρονος τοῦ Αἰνεσίδημου. Γιὰ τὸν ρόλο τοῦ Κάσσιου καὶ τὴ σημασία τῆς μαρτυρίας του, δὲς Malcolm Schofield, The stoic idea of the city1, Cambridge 1991, τὸ κεφ. Cassius the sceptic, σσ. 3-21.
Ἡ πρώτη μομφὴ γιὰ τὴ ζηνώνεια πολιτεία: ὅτι ὁ Ζήνων θεωρεῖ τὴν ἐγκύκλιον παιδείαν ἄχρηστη. Πρόκειται γιὰ τὴν παραδοσιακὴ ἑλληνικὴ παιδεία, ποὺ περιλάμβανε τρεῖς κύκλους, τὰ γράμματα, τὴ μουσικὴ καὶ τὴ γυμναστική. Ἀνάλογη τοποθέτηση ἀπέναντι στὴν παιδεία παίρνουν καὶ οἱ Κυνικοὶ (Διογ. Λ. 7. 11: (ἔλεγε ὁ Ἀντισθένης) «τὴν ἀρετὴν τῶν ἔργων εἶναι, μήτε λόγων πλείστων δεομένην μήτε μαθημάτων, αὐτάρκη τ' εἶναι τὸν σοφόν.»)
Πολὺ πιθανὸν ὁ Ζήνων νὰ ἀσκεῖ ἐδῶ κριτικὴ στὴν πλατωνικὴ Πολιτεία προβάλλοντας, ὅτι ἡ προτεινόμενη σ' αὐτὴν παιδεία δὲν ἔχει καμιὰ χρησιμότητα γιὰ τὴν ἀρετή. Ὁ Stein (Die Erkenntnistheorie d. Stoa2, σ. 303, σημ. 689) ὑποστηρίζει ὅτι ὁ Ζήνων στὰ συγγράμματά του «Περὶ τῆς ἑλληνικῆς παιδείας», «Ὁμηρικὰ προβλήματα» καὶ «Περὶ ποιητικῆς ἀκροάσεως», ποὺ ἀναφέρει ὁ Διογένης Λαέρτιος, προτείνει ἕνα ἐναλλακτικὸ ἐκπαιδευτικὸ πρόγραμμα, ποὺ περιλαμβάνει τὴν ἀλληγορικὴ ἑρμηνεία τοῦ Ὁμήρου. Ὁπωσδήποτε τὸ θέμα τῆς παιδείας εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς σπάνιες περιπτώσεις, στὴν ὁποία ὁ Χρύσιππος διαφωνεῖ μὲ τὴν κυνίζουσα στάση τοῦ δασκάλου του.
Στὴν ἀρχὴ λοιπὸν τοῦ βιβλίου τοῦ Ζήνωνος πρέπει νὰ ἀναφέρονται τὰ ἐλαττώματα, ποὺ συναντᾶ στὴ σύγχρονή του κοινωνία. Ἀκολουθοῦν μετὰ οἱ προτάσεις γιὰ θεραπεία των.

 

ἀπ. 243:
«ἐχθροὺς καὶ πολεμίους καὶ δούλους καὶ ἀλλοτρίους λέγειν αὐτὸν ἀλλήλων»:
Ἂν ὑποθέσουμε, ὅτι, σύμφωνα μὲ τὴ στωικὴ ἄποψη, ὅλοι σχεδὸν οἱ ἄνθρωποι εἶναι φαῦλοι, ἀποκομίζουμε μιὰ σκοτεινὴ εἰκόνα τῆς συμβίωσής των μέσα σὲ μιὰ κοινωνία, ὅπου ὁ ἕνας ἐχθρεύεται τὸν ἄλλον. Οἱ φαῦλοι λοιπὸν θὰ πρέπει νὰ διασπάζουν τὴν πολιτεία καὶ νὰ τὴν ὁδηγοῦν σὲ στάσεις, ὅπως ὁδηγεῖται σὲ στάσεις ἡ φλεγμαίνουσα πολιτεία τοῦ Πλάτωνος. Ἡ διχόνοια ὅμως καὶ οἱ στάσεις εἶναι ἀδιανόητες στὴν ἰδανικὴ πολιτεία τοῦ Ζήνωνος, ὅπου κυριαρχεῖ ἡ ὁμόνοια καὶ λατρεύεται ὁ ἔρως. Ἡ πολιτεία αὐτὴ περιλαμβάνει μόνο τοὺς σπουδαίους. Δὲν ἀνέχεται ἑπομένως καμιὰ ἄλλη τάξη ἀνθρώπων, ὅπως ἀποδέχεται ἡ πλατωνικὴ περιλαμβάνοντας ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς φύλακες καὶ τοὺς φιλοσόφους, τοὺς δημιουργούς. Ὑπάρχει ὡστόσο καὶ ἡ ἄποψη ὅτι στὴ ζηνώνεια πολιτεία ἀνῆκαν καὶ οἱ φαῦλοι, μόνο ὅμως οἱ σπουδαῖοι εἶναι ἐλεύθεροι καὶ ἀληθινοὶ πολίτες. Ἔτσι ὁ Pölmann (Geschichte d. sozialen Frage u. d. Sozialismus in d. antiken Welt3, Ii, σ. 273) μὲ βάση τὸ χωρίο τοῦ Διογένη Λαέρτιου (7. 32-33) ἑρμηνεύει τὴν πολιτεία τοῦ Ζήνωνος ὡς ἀποτελούμενη ἀπὸ σοφοὺς καὶ φαύλους, ἀλλὰ μόνο οἱ σοφοὶ εἶναι πολίτες «im eigentlichen Sinne». Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Kärst (Geschichte d. Hellenismus4, II, σ. 121) λέει, ὅτι μόνο οἱ σοφοὶ μετέχουν στὴν πολιτεία ὑπὸ τὴν ὑψηλότερή της ἔννοια. Θὰ μπορούσαμε τελικὰ νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἰδανικὴ πολιτεία, ὅπως τὴν ἤθελε ὁ Ζήνων, πρέπει νὰ εἶναι μιὰ πολιτεία σοφῶν, ἀλλιῶς δὲν εἶναι ἀληθινὴ πολιτεία. Τὸ θέμα ἐξ ἄλλου τῆς δουλείας φαίνεται ὅτι δὲν ἀπασχόλησε τὸν Ζήνωνα, ἂν ὑποθέσουμε ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἄλλες τάξεις στὴν πολιτεία του. Ἀκολουθώντας τὴ φύση μόνο οἱ φαῦλοι εἶναι δοῦλοι.
«ἐχθροὺς... καὶ φίλους»:
Στὴ μαρτυρία αὐτὴ συμφωνοῦν ὁ Ἀθηνόδωρος καὶ ὁ Κάσσιος. Θὰ μπορούσαμε νὰ ἐπισημάνουμε καὶ σ' αὐτὴ τὴ ζηνώνεια θεωρία μιὰ κάποια ἀντιστοιχία μὲ τὶς ἀπόψεις τῶν Κυνικῶν. Ἔτσι ὁ Διογένης Λ. (6. 12) παρουσιάζει τὸν Διοκλῆ νὰ ἀποδίδει τὴ διδασκαλία τοῦ Ἀντισθένη ἀναφέροντας ὅτι «οἱ σπουδαῖοι φίλοι... Τὰ πονηρὰ νόμιζε πάντα ξενικά», δηλ. μόνο οἱ σπουδαῖοι εἶναι φίλοι, ἐνῶ οἱ πονηροὶ εἶναι ὅλοι ξένοι μεταξύ τους. Τὴ φιλία δίδαξε καὶ ὁ Σωκράτης (Ξενοφ. Ἀπομν. 2, 6, 14). Ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ φιλία θεμελιώνει τὴν πόλη καὶ ἡ ἐχθρότητα εἶναι ἰδιότητα τῶν κακῶν, μπορεῖ νὰ ἀναζητηθεῖ ὄχι μόνο στὸν Πλάτωνα (Λύσις, 214, Συμπόσιο 178d, 185d, 188cd, 192b, 209a-e, καὶ Φαῖδρος 255a-257e), ἀλλὰ καὶ στὸ ἀποκορύφωμά της, ποὺ εἶναι ἡ ἀριστοτελικὴ ἀρετὴ τῆς φιλίας. Τὴ φιλία (φιλότητα) ἐξαίρει ὁ Ἐμπεδοκλῆς, ἐνῶ ὁ Ἡσίοδος καταδικάζει τὴν ἔριν. Τὸν νόμο τῆς φύσης ἐξ ἄλλου, ποὺ ἀναδείχνει τοὺς ἀνθρώπους οἰκείους καὶ συγγενεῖς καὶ συμπολίτες (Πλάτωνος Πρωταγόρας 337c-e), κηρύττει ὁ σοφιστὴς Ἱππίας. Γιὰ τὸ ὅλο θέμα δές: Zeller5, ἔ.ἀ. σ. 317.
Ὅτι οἱ φαῦλοι γονεῖς δὲν εἶναι φίλοι μὲ τὰ παιδιά τους δικαιολογεῖται, ὅταν θεωρήσουμε τὴ γονικὴ αὐτὴ σχέση ὡς ἀνήκουσα στὰ ἀδιάφορα σὲ σύγκριση μὲ τὴν ἀρετή. Ἡ ζηνώνεια αὐτὴ θέση ἠχεῖ παράδοξα.
«Τὰς γυναῖκας κοινάς»:
Ἡ ἄποψη αὐτὴ ἀπαντᾶ καὶ πάλι στοὺς Κυνικούς. Βλ. Διογ. Λ. 6. 72: «κοινὰς δὲ εἶναι δεῖν τὰς γυναῖκας, γάμον μηδένα νομίζων, ἀλλὰ τὸν πείσαντα τῇ πεισθείσῃ συνεῖναι· κοινοὺς δὲ διὰ τοῦτο καὶ τοὺς υἱέας.» Ὁ Διογένης ὑποστηρίζει τὴν ἀπεριόριστη ἐλευθερία στὴν ἐρωτικὴ ἐπικοινωνία, ὅταν γίνεται ἑκούσια: «τῷ πείσαντι τῇ πεισθείσῃ συνεῖναι». Καὶ ὁ Φιλόδημος θεωρεῖ κυνικὸ τὸ «ὡς ἔτυχε δέ, πᾶσι καὶ πάσαις χρῆσθαι». (Φιλόδ. ἔ.ἀ. col. 9). Τὴν ἄποψη τοῦ Ζήνωνος ὅτι στὴν πολιτεία οἱ γυναῖκες πρέπει νὰ εἶναι κοινὲς τὴν ἐπιβεβαιώνει πάλι ὁ Δ. Λ. (7. 131), ἀπ. 247. Ὡστόσο ὁ ἴδιος ἀναφέρει σὲ ἄλλο χωρίο (7. 121), ἀπ. 246, ὅτι ὁ σοφὸς θὰ προσάψει γάμο καὶ θὰ κάνει παιδιά. Τὸ ἴδιο βλ. καὶ στὸν Στοβ. (ΙΙ 109, 10-20) καὶ στὸν Cic. (de fin. 3, 68). Εἶναι οἰκεῖο στὸν σοφὸ νὰ συγκαταβαίνει σὲ γάμο καὶ νὰ τεκνοποιεῖ τόσο γιὰ τὸν ἑαυτό του ὅσο καὶ γιὰ τὴν πατρίδα του (Στοβ. ΙΙ 94. 13-15). Πῶς νὰ ἐξηγήσουμε τὶς δυὸ αὐτὲς διαφορετικὲς τοποθετήσεις; Μήπως ὁ ὅρος γάμος σημαίνει ἁπλῶς τὸ ἐρωτικὸ σμίξιμο καὶ ὄχι τὸν θεσμό; Ἢ μήπως ὁ γάμος εἶναι ἀναγκαῖος σὲ μιὰ κοινωνία, ὅπως τὴν ὑφιστάμενη, ὅταν δὲν ἔχει ἀκόμη ἐφαρμοσθεῖ ἡ ζηνώνεια πολιτεία, ὁπόταν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ καθήκοντα;
Ὁ Ζήνων ἀναμφισβήτητα ἀπέβλεπε, ὅπως καὶ ὁ Πλάτων, στὴν ἁρμονία, ποὺ πρέπει νὰ διέπει τὶς σχέσεις τῶν πολιτῶν μέσα στὸ πλαίσιο τῆς πολιτείας, ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν καλλιέργεια τῆς φιλίας καὶ τοῦ ἔρωτα. Ἔτσι ὑποστηρίζει στὴν Πολιτεία του αὐτὴ τὴν ἐλευθερία θέτοντας ὅμως ὡς ὅρο τὸν εὐγονισμὸ (περίοδος τεκνογονίας, 458d) καὶ τὴν ἀποφυγὴ τῆς αἱμομιξίας (461d). Μὲ τὸ πνεῦμα ἀκριβῶς αὐτῆς τῆς ἁρμονίας θὰ πρέπει πιθανὸν νὰ ἐξηγήσουμε τὴν ἄποψη «τὸν ἐντυχόντα τῇ ἐντυχούσῃ χρῆσθαι», ἀφοῦ σὲ μιὰ κοινωνία σοφῶν δὲν θὰ ὑπάρχει ἀνάγκη εὐγονισμοῦ καὶ θὰ δοθεῖ ἀφορμὴ γιὰ ἐξάλειψη ὁποιασδήποτε ζηλοτυπίας. (Δὲς H. C. Baldry, Zeno's ideal state6. The Journal of Hellenic Studies, vol. LXXIX, 1959, σ. 9). Μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα θὰ ἰσχύσει καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῆς μοιχείας ἐκ μέρους τῶν σοφῶν, ἐφ' ὅσον αὐτὸ θὰ γίνεται μέσα στὰ πλαίσια τῶν καθηκόντων του ὄχι ὅμως σὲ μιὰν ἰδανικὴ πολιτεία (ἀπ. 248, Ὤριγ. Κατὰ Κέλσ. 7. 63).

 

ἀπ. 243 καὶ 244:
«Μήθ' ἱερὰ μήτε δικαστήρια μήτε γυμνάσια ἐν ταῖς πόλεσιν οἰκοδομεῖσθαι»:
Ἡ διάταξη αὐτὴ ἀποτελεῖ μιὰ προσβολὴ στοὺς ἰσχύοντες θεσμοὺς καὶ τὰ δημόσια ἱδρύματα τῶν πόλεων, ἰδιαίτερα τῆς Ἀθήνας, φτάνει νὰ σκεφθοῦμε τὸν Παρθενώνα καὶ τὰ ἄλλα δημόσια κτίσματα καὶ τὶς λειτουργίες, ποὺ ἐτελοῦντο σ' αὐτά, καθὼς καὶ τὰ ἀθλήματα. Ὁ Ζήνων καταργεῖ ἔτσι τὴν ἰδιοτυπία τῶν πόλεων ποὺ σφράγιζε τὸ ἦθος καὶ τὴν καθημερινή τους ζωή.
Ὡστόσο προτείνοντας τὴν ἐπαναστατικὴν αὐτὴν ἐξοστράκιση θεσμῶν καὶ ἱδρυμάτων ὁ Ζήνων πιθανὸν νὰ ἔνιωθε τὴν ἀνάγκη νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν ἀλλοτρίωση, στὴν ὁποία εἶχαν περιπέσει. Ἤδη ὁ Ἡράκλειτος καταφέρεται ἐνάντια στὸν ἀνίερο τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο οἱ μάγοι, οἱ μύστες, οἱ νυχτοπλάνοι μυοῦνται στὰ μυστήρια ποὺ καθιέρωσαν οἱ ἄνθρωποι. Καὶ προσεύχονται, λέει, σ' αὐτὰ τὰ ἀγάλματα, σὰν νὰ συνομιλοῦν μὲ σπίτια, χωρὶς νὰ γνωρίζουν ποιοὶ εἶναι οἱ θεοὶ καὶ οἱ ἥρωες (ἀπ. 14 καὶ ἀπ. 5). Εἶναι λοιπὸν ἰσχυρὸ τὸ αἴτημα τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς πολιτείας τῶν σοφῶν ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρεία τῶν κτισμάτων καὶ τῶν ἀγαλμάτων. Θὰ πρέπει ἑπομένως νὰ σταθοῦμε καὶ σ' αὐτό, ποὺ ἀποδίδει στὸν Ζήνωνα ὁ Ἐπιφάνιος (ἀπ. 244ε), χωρὶς νὰ κάνει μνεία τῆς Πολιτείας: «ἐν μόνῳ τῷ νῷ, μᾶλλον δὲ θεὸν ἡγεῖσθαι τὸν νοῦν· ἔστι γὰρ ἀθάνατος». Ὁ Ζήνων ἐξ ἄλλου, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Κλήμης (ἀπ. 244), θεωρεῖ τὰ κτίσματα αὐτὰ ἔργα τῶν οἰκοδόμων καὶ τῶν βαναύσων, ποὺ δὲν περιέχουν τίποτε τὸ ἱερό. Θὰ μπορούσαμε ἐξ ἄλλου νὰ συνδέσουμε τὴν ἄποψη αὐτὴ μὲ τὴν ἀποδιδόμενη στὸν Διογένη γνώμη (Διογ. Λαέρτ. 6. 73) ὅτι «μηδὲν ἄτοπον ἐξ ἱεροῦ τι λαβεῖν», δὲν ὑπάρχει δηλ. τίποτε ἀπρεπές, ἂν κλέψει κανεὶς κάτι ἀπὸ ἕνα ναό. Ὁ Ζήνων μᾶς θυμίζει τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ὅταν ἀπευθύνεται στοὺς Ἀθηναίους: «Ὁ θεὸς ὁ ποιήσας τὸν κόσμον καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ, οὗτος οὐρανοῦ καὶ γῆς Κύριος ὑπάρχων οὐκ ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ.» (Πράξεις XVII. 24). Ἡ ἀναφορὰ στὴ σημασία, ποὺ ἔχουν οἱ ἀρετὲς τῶν πολιτῶν καὶ ὄχι τὰ ἀναθήματα (244α), ἐκφράζει αὐτὴ ἀκριβῶς τὴν ἀντίθεση τοῦ Ζήνωνος στὰ ἐξωτερικὰ εἴδωλα καὶ τὴν ἔκπτωση τοῦ ἤθους τῶν ἀνθρώπων. Παρόμοια καὶ ὁ Κράτης ὑποσχόταν νὰ τιμᾶ τὸν Ἑρμῆ καὶ τὶς Μοῦσες «οὐ δαπάναις τρυφεραῖς ἀλλ' ἀρεταῖς ὁσίαις» (Ἰουλ. Λόγ. 6. 200Α).
Ὡς πρὸς τὴν κατάργηση τῶν δικαστηρίων θὰ πρέπει νὰ λάβουμε ὑπόψη ὅτι οἱ σοφοὶ μπορεῖ νὰ εἶναι οἱ ἴδιοι κριτὲς καὶ ἑρμηνευτὲς τῶν νόμων, ἀφοῦ διαθέτουν τὸν ὀρθὸ λόγο. Ὁ Πλάτων ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ στὸν Πολιτικὸ (294a-295e) ὅτι ἡ γενικότητα τοῦ νόμου τὸν ἐκθέτει σὲ μιὰν ἀδυναμία ἀντιμετώπισης τῶν ἐπὶ μέρους περιπτώσεων καὶ γι' αὐτὸ ἡ ὀρθὴ ἐφαρμογή του βρίσκεται στὰ χέρια τοῦ σοφοῦ πολιτικοῦ. Ὁ ὀρθὸς λόγος τοῦ σοφοῦ πολιτικοῦ ἐφαρμόζει τὸν νόμο σύμφωνα μὲ τὴν ἰδιαιτερότητα τῆς περίστασης. Αὐτὸ ὅμως κάνει καὶ ὁ Ζήνων ἀφήνοντας στὸν σοφὸ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τῆς φύσεως, ποὺ ἀνταποκρίνεται στὸν λόγο του. Ἀποτελεῖ λοιπὸν αὐτὸ μιὰν ἀπάντηση στὴν πρόκληση τῆς συμβατικότητας τῶν νόμων καὶ τῶν δικαστηρίων. Ὁ Ζήνων οὐσιαστικὰ ἀνταποκρίνεται καὶ στὴν ἀναζήτηση τοῦ Σωκράτη στὴν πλατωνικὴ Πολιτεία, ποὺ ἀποβλέπει στὸ φυσικὸ δίκαιο, ἂν καὶ ἀναγκάζεται νὰ δεχθεῖ τὴν ὕπαρξη νόμων. Ὁ Πλάτων στοὺς Νόμους ἀναγνωρίζει τὴν ἵδρυση ναῶν (758a, 771α, 778c), τὴ λειτουργία δικαστηρίων (766d, 778d) καὶ γυμνασίων (778d). Ὁ σοφὸς ὡστόσο ταυτίζοντας τὸν λόγο του μὲ τὸν κατὰ φύσιν νόμο δὲν χρειάζεται στὴν πολιτεία τοὺς συμβατικοὺς θεσμούς. (Δὲς σχετικά, P. A. Vander Waerdt, Zeno's republic and natural law, ἀπὸ τὸ The socratic movement7, London 1984, σσ. 296-299). Ὁ Ζήνων θὰ μποροῦσε εὔλογα νὰ διερωτηθεῖ, σὲ τί θὰ ἐξυπηρετοῦσαν σὲ μιὰ πολιτεία σοφῶν καὶ φίλων τὰ δικαστήρια καὶ ἡ ἐπιβολὴ τῆς δικαιοσύνης. (Δὲς σχετικὰ Dyroff, Ethik d. alten Stoa8, Berliner Studien N.F. 2 (1897), σ. 210). Ἐπίσης ὁ Wellmann9, σ. 438, γράφει: «Wozu Gerichtshöfe, wo überall Gerechtigkeit waltet? Wozu Gymnasien wenn Körperkraft und Gewandtheit ohne Werte sind?» Θὰ πρέπει νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ὁ Ζήνων θὰ θεωροῦσε ἄχρηστη καὶ τὴν ὕπαρξη στρατοῦ καὶ ὅπλων.
«Περὶ νομίσματος... καὶ ἐσθῆτι»:
Ὁ Ζήνων θεωροῦσε ἄχρηστο τὸ χρῆμα σὲ μιὰ πολιτεία, ὅπου πρέπει νὰ φαντασθοῦμε ὅτι ἴσχυε ἡ φιλία καὶ γινόταν ἀπ' εὐθείας ἀνταλλαγὴ ἀγαθῶν. Δίνει ἔτσι ἔμφαση στὴ συνεργασία τῶν πολιτῶν. Ἡ μετάβαση στὸ ἐξωτερικὸ πιθανὸν νὰ δηλώνει τὴν ἐπικοινωνία ἀνάμεσα στὶς πόλεις ποὺ ἐντάσσονται στὴν εὐρύτερη πολιτεία καὶ στὶς σχέσεις τῶν ὁποίων θὰ ὑπάρχει τὸ ἴδιο πνεῦμα ὁμονοίας καὶ συνεργασίας, ὥστε νὰ μὴν ὑφίσταται ἀνάγκη διεξαγωγῆς ἐμπορίου. Ὁ Πλάτων δεχόταν στὴν Πολιτεία τὸ «νόμισμα τῆς ἀνταλλαγῆς ἕνεκα» (371b), ἀλλὰ τὸ ἀπαγορεύει στοὺς φύλακες (417α).
Ὁ Ζήνων φτάνει λοιπὸν ἀπὸ τὸν πλατωνικὸ περιορισμὸ τῆς χρήσης χρημάτων στὴν πλήρη κατάργησή τους. Τὴν ἐξάλειψη τῶν χρημάτων διδάσκει καὶ ὁ Διογένης, ὅπως μᾶς παραδίδεται ἀπὸ τὸν Διογένη τὸν Λαέρτιο 6, 20 - 1, 27. Ἡ περιφρόνηση στὰ νομίσματα ἐκλαμβάνεται ὡς περιφρόνηση σ' ὅλους τοὺς συμβατικοὺς θεσμούς, ποὺ ἐμποδίζουν τὴν κατὰ φύση ζωή.
Ὡς πρὸς τὴ χρήση τοῦ ἴδιου ἐνδύματος καὶ ἀπὸ τὰ δύο φύλα ἢ τὴ γύμνια, ποὺ πρέπει νὰ εἶναι ἀποδεκτὴ στὴν πολιτεία, παρατηροῦμε μιὰ ἀνάλογη θέση καὶ στοὺς Κυνικούς, ποὺ φοροῦσαν τὸν διπλὸ τρίβωνα Διογ. Λ. 6. 13) ὡς ἕνα κοινὸ ἔνδυμα, καὶ τὸ ὁποῖο εἶχε τὴ συνήθεια νὰ φέρει καὶ ἡ Ἱππαρχία, ἡ γυναίκα τοῦ Κράτητος. (Δ.Λ. 6. 93, 97). Καὶ στὴν Πολιτείαν (452a-b καὶ 457a-b) ὁ Πλάτων παρατηρεῖ ὅτι θὰ ἔπρεπε καὶ οἱ γυναῖκες νὰ γυμνάζονται γυμνὲς ὅπως οἱ ἄνδρες, ἀφοῦ ἀντὶ ἐνδύματος θὰ εἶναι ντυμένες μὲ τὶς ἀρετές των.

  1. Schofield, M. (1991), The stoic idea of the city, Cambridge.
  2. Stein, L. (1886), Die Psychologie der Stoa, Vols. 1-2, Berliner Studien für classische Philologie und Archaeologie Berlin.
  3. von Pöhlmann, R. (1912), Geschichte der Sozialen Frage und des Sozialismus in der Antiken Welt, München.
  4. Kaerst, A. (1927), Geschichte der Hellenismus, Vol. 1, 3d ed., Leipzig.
  5. Zeller, E. (1880), Die Philosophie der Griechen, 3d ed., Leipzig.
  6. (1959), Zeno's Ideal State, JHS 79: 3-15.
  7. Waerdt, W. H. P. Waerdt, W. H. P. (ed.) (1994), Zeno's Republic and the origins of natural law, The Socratic Movement Ithaca. 272-308.
  8. Dyroff, A. (1897), Ethik der alter Stoa, Berliner Studien für classische Philologie und Archaeologie,N. F. 2 Berlin.
  9. Wellmann, E. (1873), Die Philosophie des Stoikers Zenon, Leipzig.