You are here

238α

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Πλούταρχος, Ἠθικὰ 33 D:

Κι' ὁ Ζήνων διορθώνοντας τὸν στίχο τοῦ Σοφοκλῆ:
       «ὅποιος τραβᾶ καὶ πάει σὲ τύραννο
       ἐκείνου δοῦλος εἶναι κι ἂς πάει ἐλεύθερος»
τὸ μετέτρεπε
       «δὲν εἶναι δοῦλος, ἂν πάει ἐλεύθερος»,
ὑποδηλώνοντας μαζὶ μὲ τὸν ἐλεύθερο καὶ τὸν ἄφοβο καὶ τὸν μεγαλόψυ-

χο καὶ τὸν ἀταπείνωτο.

Σχόλια: 

ἀπ. 238 καὶ 238α:
«Οὐ μόνον τ'ἐλευθέρους εἶναι τοὺς σοφοὺς ἀλλὰ καὶ βασιλέας»:
Τὰ δυὸ αὐτὰ γνωρίσματα τοῦ σοφοῦ φαίνεται ὅτι ἔχουν κυνικὴ προέλευση. (Πρβλ. τὸ παράδειγμα τοῦ Ἡρακλῆ. Βλ. σχετικά: R. Hoistad, Cynic hero and cynic king1, Uppsala 1948). Ὁ Ἐπίκτητος ἐπίσης λέει, ὅτι δὲν εἶναι πιὰ δοῦλος, ἀφ' ὅτου τὸν ἐλευθέρωσε ὁ Ἀντισθένης διδάσκοντάς τον νὰ ξεχωρίζει «τὰ ἐμὰ καὶ τὰ οὐκ ἐμά», τί εἶναι δηλ. στὴν ἐξουσία μας καὶ τί δὲν εἶναι. (Ἐπικτ. Διατρ. ΙΙΙ 24, 67 κ.ἑ.). Ἡ πλατωνικὴ ἰδέα τοῦ ἄρχοντος φιλοσόφου κατὰ κάποιο τρόπο βρίσκει τὴ συνέχειά της στὸν Κυνισμό, ὅπου ὁ φιλόσοφος εἶναι βασιλεὺς-κυβερνήτης καὶ παιδαγωγὸς συνάμα. Τὸ ἰδεῶδες ὡστόσο τῆς κυνικῆς παιδείας ἔχει ἕνα χαρακτήρα ἠθικὸ καὶ ἀτομικό, ἐνῶ τῆς στωικῆς εἶναι περισσότερο κοινωνικὸ καὶ πολιτικό. (Δὲς ἐπίσης: De Vogel2, ἔ.ἀ. σσ. 163-4). Ἡ ἔννοια τοῦ βασιλέως προσλαμβάνει στοὺς Στωικοὺς μιὰ χροιὰ κοσμικὴ καὶ θρησκευτική, εἶναι τὸ γήινο ἀντίγραφο τοῦ Διὸς-βασιλέως, ὁ πρῶτος καὶ ἄριστος θεὸς (Δίων Χρυσ. Λόγοι, 3, 50).
Ἡ ἐλευθερία χαρακτηρίζεται ὡς ἐξουσία αὐτοπραγίας, ἀφοῦ ὁ σοφὸς τὴν ἀντλεῖ ἀπὸ τὸ θεῖο νόμο, ποὺ δείχνει αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ αὐτεξούσιο τῆς ἠθικῆς ἐλευθερίας.
«ἐλεήμονάς τε μὴ εἶναι»:
Ὁ ἔλεος καὶ ὁ φόβος εἶναι πάθη, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀποδεκτά. Ὁ ἔλεος εἶναι μιὰ ὑποδιαίρεση τῆς λύπης («ἐπὶ τῷ δοκοῦντι ἀναξίως κακοπαθεῖν», Στοβ. Ἐκλ. ΙΙ 7, 10c, p. 92, 12). Τὴν ἴδια περιγραφὴ τοῦ σοφοῦ θὰ βροῦμε στὸν Κικέρωνα (Pro Murea 61 κ.ἑ.). Ἡ ἐπιείκεια, ὅπως νοεῖται ἐδῶ, δὲν ἔχει τὸ περιεχόμενο τῆς ἀντίστοιχης ἀριστοτελικῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ ἔχει τὸν χαρακτήρα μιᾶς προσποίησης χρηστότητας, εἶναι κι' αὐτὴ ἕνα πάθος ποὺ ἐξουθενώνει τὴ δικαιοσύνη καὶ τὸν νόμο, ἀφοῦ «νόμος πάντων ἐστὶ βασιλεύς», ὅπως λέει ὁ Χρύσιππος (SVF3 3, 314) ἐπαναλαμβάνοντας τὴ ρήση τοῦ Πινδάρου.
«οὐδὲν θαυμάζειν»:
Τὸ πάθος τοῦ θαυμασμοῦ, ποὺ τόσο ἐκτιμήθηκε ἀπὸ τὸν Πλάτωνα καὶ τὸν Ἀριστοτέλη ὡς ἕνα κατ' ἐξοχὴν φιλοσοφικὸ πάθος, ἀπορρίπτεται, γιατὶ ἀποτελεῖ ταραχὴ τῆς ψυχῆς. Τίποτε τὸ παράδοξο δὲν μπορεῖ νὰ ἐπηρεάσει τὸν ἄνθρωπο ποὺ στερεώνεται ἀμετακίνητος στὸν ὀρθὸ λόγο. Πρβλ. Marc Aurel. I 15 καὶ Ἐπικτ. Διατρ. Ι 18, 11: «μὴ θαύμαζε κάλλος γυναικὸς καὶ τῷ μοιχῷ οὐ χαλεπανεῖς».
«κοινωνικὸς γὰρ φύσει καὶ πρακτικός»:
Τὸ ἰδεῶδες τοῦ σοφοῦ δὲν ἀποβλέπει στὴ σωτηρία τοῦ ἀτόμου, ὅπως τὸ κυνικὸ ἰδεῶδες, ἀλλὰ εἶναι συνδεδεμένο ἄρρηκτα μὲ τὴ ζωὴ τῆς πολιτείας. Ὁ σοφὸς εἶναι πάνω ἀπ' ὅλα πολίτης, κι' αὐτὸ συνεχίζει, μέσα σὲ διαφορετικὰ βέβαια πλαίσια, τὴ σωκρατική, πλατωνικὴ παράδοση. («Πολιτεύεσθαί φασι τὸν σοφὸν ἂν μή τι κωλύῃ». Διογ. Λ. 7. 121). Βλ. καὶ Seneca De Otio 30. 2: «Zenon ait accedet ad rempublicam (sapiens), nisi si quid impedierit».
Τὸ πολιτεύεσθαι εἶναι μιὰ περίπτωση καθήκοντος κατὰ περίστασιν.

  1. Hoistad, R. (1948), Cynic Hero and Cynic King, Uppsala.
  2. Vogel, C. J. (1959), Greek Philosophy , Vol. 3, Leiden - Berlin.
  3. von Armin, J. (1964), Stoicorum Veterum Fragmenta, Vols. I-IV, Stuttgart.