You are here

233α

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Diogenes Laertius 7.107-109:

Ἔτι δὲ καθῆκόν φασιν εἶναι ὃ πραχθὲν εὔλογόν ἴσχει ἀπολογι-

σμὸν οἷον τὸ ἀκόλουθον ἐν τῇ ζωῇ, ὅπερ καὶ ἐπὶ τὰ φυτὰ καὶ ζῷα δια-

τείνει· ὁρᾶσθαι γὰρ κἀπὶ τούτων καθήκοντα. (108) Κατωνομάσθαι δ' οὕ-

τως ὑπὸ πρώτου Ζήνωνος τὸ καθῆκον, ἀπὸ τοῦ κατά τινας ἥκειν  τῆς

προσονομασίας εἰλημμένης. Ἐνέργημα δ' αὐτὸ εἶναι ταῖς κατὰ φύσιν

κατασκευαῖς οἰκεῖον. τῶν γὰρ καθ' ὁρμὴν ἐνεργουμένων τὰ μὲν καθή-

κοντα εἶναι, τὰ δὲ παρὰ τὸ καθῆκον, τὰ δ' οὔτε καθήκοντα οὔτε παρὰ τὸ

καθῆκον. Καθήκοντα μὲν οὖν εἶναι ὅσα λόγος αἱρεῖ ποιεῖν, ὡς ἔχει τὸ

γονεῖς τιμᾶν, ἀδελφούς, πατρίδα, συμπεριφέρεσθαι φίλοις· παρὰ τὸ κα-

θῆκον δέ, ὅσα μὴ αἱρεῖ λόγος, ὡς ἔχει τὰ τοιαῦτα, γονέων ἀμελεῖν, -

δελφῶν ἀφροντιστεῖν, φίλοις μὴ συνδιατίθεσθαι, πατρίδα ὑπερορᾶν καὶ

τὰ παραπλήσια· (109) οὔτε δὲ καθήκοντα οὔτε παρὰ τὸ καθῆκον, ὅσα

οὔθ' αἱρεῖ λόγος πράττειν οὔτ' ἀπαγορεύει, οἷον κάρφος ἀνελέσθαι,

γραφεῖον κρατεῖνστλεγγίδα καὶ τὰ ὅμοια τούτοις.

Διογένης Λαέρτιος 7.107-109:

Ἀκόμη δὲ λένε, ὅτι καθῆκον εἶναι αὐτό, πού, ὅταν πραχθεῖ, ἔχει μιὰ

εὔλογη δικαιολογία, ὅπως εἶναι ἡ συνέπεια στὴ ζωή, αὐτὸ ἀκριβῶς

ποὺ ἐκτείνεται καὶ στὰ φυτὰ καὶ στὰ ζῶα· γιατὶ βλέπουμε καὶ σ' αὐτὰ

καθήκοντα. (108) Καὶ ἔχει ὀνομασθεῖ ἔτσι ἀπὸ τὸν Ζήνωνα τὸ καθῆκον

λαμβάνοντας τὴν ὀνομασία ἀπὸ τὸ «κατά τινας ἥκειν». Καὶ εἶναι αὐτὸ

ἀποτέλεσμα ἐνέργειας οἰκεῖο πρὸς τὰ δημιουργήματα, ποὺ γίνονται σύμ-

φωνα μὲ τὴ φύση. Γιατὶ ἀπὸ αὐτά, ποὺ ἐνεργοῦνται σύμφωνα μὲ μιὰν

ὁρμή, ἄλλα μὲν εἶναι καθήκοντα, ἄλλα ἀντίθετα πρὸς τὸ καθῆκον καὶ

ἄλλα οὔτε καθήκοντα, οὔτε ἀντίθετα πρὸς τὸ καθῆκον. Καθήκοντα λοι-

πὸν εἶναι ὅσα ὁ λόγος ἐκλέγει νὰ κάνουμε, ὅπως εἶναι τὸ νὰ τιμοῦμε τοὺς

γονεῖς, τοὺς ἀδελφούς, τὴν πατρίδα, τὸ νὰ συναναστρεφόμαστε τοὺς

φίλους· ἀντίθετα πρὸς τὸ καθῆκον ὅμως εἶναι, ὅσα δὲν ἐκλέγει ὁ λόγος,

ὅπως τὰ ἀκόλουθα, νὰ ἀμελεῖ κανεὶς τοὺς γονεῖς του, νὰ μὴ φροντίζει γιὰ

τ' ἀδέλφια του, νὰ μὴ συμπαθεῖ τοὺς φίλους, νὰ περιφρονεῖ τὴν πατρίδα

καὶ τὰ παρόμοια· (109) οὔτε δὲ καθήκοντα, οὔτε ἀντίθετα πρὸς τὸ κα-

θῆκον ὅσα, οὔτε ἐκλέγει ὁ λόγος νὰ πράττουμε, οὔτε ἀπαγορεύει, ὅπως

νὰ μαζεύουμε ξηρὰ κλαδιά, νὰ κρατοῦμε γραφίδα ἢ ξύστρα καὶ τὰ πα-

ρόμοια μ' αὐτά.

Σχόλια: 

ἀπ. 233 καὶ 233α:

Ὁ Ζήνων ἔγραψε βιβλίο «Περὶ τοῦ καθήκοντος» (Διογ. Λαέρτ. 7. 4). Πρῶτος ὁ Ζήνων καθιέρωσε τὸν ὅρο «καθῆκον» στὴ στωικὴ φιλοσοφία. Καθῆκον εἶναι κατὰ τὸν Ζήνωνα μιὰ πράξη, ἡ ἐκτέλεση τῆς ὁποίας παρέχει μιὰν εὔλογη δικαιολογία, γιατὶ εἶναι κάτι σύμφωνο μὲ τὴ φύση. Γι' αὐτὸ καὶ τὰ καθήκοντα δὲν περιορίζονται μόνο στὸν ἄνθρωπο ἀλλὰ ἐπεκτείνονται καὶ στὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῶα. Τὸ καθῆκον μὲ τὴ σημασία ποὺ τοῦ ἀπέδωσε ὁ Ζήνων δὲν ἔχει ἑπομένως ἠθικὴ χροιὰ καὶ γι' αὐτὸ εἶναι διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ κατόρθωμα, ποὺ εἶναι ἡ πράξη τοῦ ἐνάρετου, αὐτοῦ ποὺ διέπεται ἀπὸ τὴ διάθεση τοῦ ἀγαθοῦ.

ἀπ. 233α:
(108) Καθῆκον ἀπὸ τὸ «κατά τινας ἥκειν». Τὰ καθήκοντα δηλ. περιέχουν αὐτὴ τὴν κίνηση τῆς συνάντησής μας μὲ τὶς ἐξωτερικὲς περιστάσεις (κατά τινας), ποὺ μεταβάλλονται κατὰ τὴν πορεία τῆς ζωῆς, σύμφωνα μὲ τὴν ἡλικία καὶ μὲ τὶς ποικίλες σχέσεις μας πρὸς τοὺς ἄλλους. Ὁ Hirzel δίδει τὸν ἀκόλουθον εὔστοχον ὁρισμό: «diejenige Phlicht, die von aussen an uns herantritt, von der unterschieden werden soll, die in unserem eigensten Wesen, in der Vernunft selber ihre Ursprung hat.» Untersuchungen1, σσ. 403-410, ὅπου Ἐγχ. 15 γίνεται ἕνας παραλληλισμὸς μὲ μιὰ ἀνάλογη ἀναφορὰ τοῦ Ἐπικτήτου: «Μέμνησο ὅτι ὡς ἐν συμποσίῳ δεῖ σε ἀναστρέφεσθαι. περιφερόμενον γέγονέ τι κατά σε; ἐκτείνας τὴν χεῖρα κοσμίως μετάλαβε· παρέρχεται; μὴ κάτεχε, οὔπω ἥκει; μὴ ἐπίβαλλε πόῤῥω τὴν ὄρεξιν· ἀλλὰ περίμενε, μέχρις ἂν γένηται κατά σε, οὕτω πρὸς τέκνα, οὕτω πρὸς γυναῖκα, οὕτω πρὸς πλοῦτον, καὶ ἔσῃ ποτὲ ἄξιος τῶν θεῶν συμπότης

ἀπ. 233α:

«λόγος αἱρεῖ»: Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἀρχίζει νὰ ὡριμάζει, ἐκλέγει τὰ κατὰ φύση λογικά, δὲν ἀκολουθεῖ ἁπλῶς τὴ φυσικὴ παρόρμηση. Ἔτσι ἐκλέγει ὁ λόγος νὰ τιμοῦμε τοὺς γονεῖς, τοὺς ἀδελφούς, τὴν πατρίδα, νὰ συναναστρέφεται τοὺς φίλους κτλ. Τὰ καθήκοντα λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος τὰ ἐκλέγει μὲ τὸ λογικό του, ἐνῶ τὰ ἀντίθετα τὰ ἀπορρίπτει: (πρβλ. Δ. Λαέρτιος, 7. 88 «Ὁ μὲν οὖν Διογένης τέλος φησὶ ῥητῶς τὸ εὐλογιστεῖν ἐν τῇ τῶν κατὰ φύσιν ἐκλογῇ.») Αὐτά, ποὺ μᾶς πείθει ὁ λόγος νὰ πράττουμε, ἢ αὐτὰ πού, ὅταν τὰ πράττουμε, ἐπιδέχονται λογικὴ ἐξήγηση, εἶναι οἱ ἁρμόζουσες πράξεις, τὰ καθήκοντα. Ὡς καθήκοντα ὅμως δὲν ἔχουν καμιὰ ἠθικὴ ποιότητα, γιατὶ δὲν καθορίζονται ἀπὸ τὴ «διάθεσιν» τοῦ ἡγεμονικοῦ, ὅπως τὰ κατορθώματα, ἀλλὰ ρυθμίζονται ἀπὸ τὶς φυσικὲς περιστάσεις καὶ τὶς κοινωνικὲς σχέσεις. Ἡ ἔκφραση «αἱρεῖ», «αἱρετός», κατὰ τὴν ὀρθὴ στωικὴ διατύπωση ἀφορᾶ τὰ ἀγαθά. Αὐτὰ εἶναι τὰ κατ' ἐξοχὴν αἱρετά, ἐνῶ τὰ προηγμένα εἶναι ληπτά. Τὸ «αἱρετὸν» εἶναι τὸ «ὁρμἠς αὐτοτελῶς κινητικόν», ἐνῶ τὰ κατὰ φύσιν εἶναι ἁπλῶς «ὁρμῆς κινητικά». Φαίνεται ὅμως ὅτι στὴν ἐκλογὴ αὐτὴ τῶν κατὰ φύση, τοῦ ὀρθοῦ δηλ. εἴδους τῶν ἀδιαφόρων, ἔδωσε ἰδιαίτερη σημασία ὁ Χρύσιππος καὶ οἱ ἄμεσοι διάδοχοί του καθιστώντας τὸν Στωικισμὸ μιὰ φιλοσοφία τῶν προκοπτόντων. (Δές: De Vogel2, σ. 155). Γενικὰ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἠθικὴ τοῦ καθήκοντος, ὅπως τὴ θεμελίωσε ὁ Ζήνων, ἀναλαμβάνει καὶ συγχωνεύει μέσα της δυὸ ροπές: τὸν λόγο-θεὸ ὡς μιὰ προστάττουσα ἀρχὴ πέρ' ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴ φυσικὴ τάξη, ποὺ διέπει τὴν ἀνθρώπινη ζωὴ μὲ τοὺς κανόνες τῆς συμπεριφορᾶς, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει. Τὴν προστάττουσα ὅμως αὐτὴν ἀρχὴ ὁ Ζήνων τὴ βλέπει ἀπὸ τὴ μιὰ νὰ ἐσωτερικεύεται, νὰ γίνεται λόγος μέσα στὸν ἄνθρωπο, ποὺ κατοχυρώνει τὴν ἠθική του αὐτονομία, καὶ νὰ συμφιλιώνεται μὲ τὴ φύση καὶ τὴν τάξη της, τὴν προηθικὴ καὶ τὴν ἠθική. Δὲν ἔχουμε ὡστόσο ἐδῶ, ὅπως ὁ Pohlenz ἰσχυρίζεται (Stoa3, σ. 135), τὴ συγχώνευση ἑνὸς ξένου πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸ δέοντος, μιᾶς θεϊκῆς προσταγῆς, μὲ τὴν ἑλληνικὴ βίωση τῆς φύσης, ἀλλὰ τὴν ἀναβίωση μιᾶς παράδοσης, ποὺ προέλευσή της ἔχει τὸν Ἡράκλειτο. Γιατὶ ὁ λόγος στὸν Ἡράκλειτο εἶναι αὐτός, ποὺ καλεῖ σὲ ὁμολογία μὲ τὴ φύση κι' ἀποτελεῖ μιὰ θεϊκὴ τάξη μέσα στὸν κόσμο· ὁ ἴδιος αὐτὸς λόγος οἰκεῖ μέσα στὴν ἀνθρώπινη συνείδηση σὲ μιὰ σχέση οἰκείωσης καὶ ἀλλοτρίωσης. Μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι στὸν Ζήνωνα ἡ ἀνάκτηση αὐτὴ τῆς ἠθικῆς καὶ τοῦ λόγου γίνεται ὕστερα ἀπὸ τὴν καταστροφὴ τῆς πόλεως ὡς μιὰ προσπάθεια ἀνασύνδεσης αὐτοῦ ποὺ εἶχε ἀποσυνδεθεῖ.
«οὔτε δὲ καθήκοντα οὔτε παρὰ τὸ καθῆκον»:
Ἡ διάκριση λοιπὸν μᾶς δίνει τρεῖς κατηγορίες πράξεων: αὐτὲς ποὺ εἶναι καθήκοντα, αὐτὲς ποὺ εἶναι παρὰ τὰ καθήκοντα καὶ αὐτὲς ποὺ δὲν εἶναι οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο, εἶναι δηλ. οὐδέτερες, ὅπως τὸ νὰ κρατοῦμε γραφίδα ἢ νὰ μαζεύουμε ξηρὰ κλαδιά.
Ἀναμφισβήτητα ὑπάρχει ἐδῶ μιὰ στενὴ συνάφεια μεταξὺ τῶν καθηκόντων ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ τῶν προηγμένων ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὅπως καὶ μεταξὺ τῶν ἀποπροηγμένων καὶ τῶν παρὰ τὰ καθήκοντα. Καὶ τὰ δυὸ αὐτὰ προέρχονται ἀπὸ τὰ οὐδέτερα ἢ τὰ ἀντίστοιχα ἀδιάφορα. Αὐτὲς οἱ διακρίσεις προέρχονται ἀπὸ τὸν Ζήνωνα. Ὁ Bonhoefer ἐν τούτοις (Ethik4, σ. 173) ἔχει τὴν ἄποψη ὅτι ὁ Ζήνων δὲν εἶχε φθάσει στὴ διάκριση τῶν τριῶν αὐτῶν κατηγοριῶν μεταξὺ τῶν ἀδιαφόρων, διότι χωρίζοντας ὅσα εἶναι σύμφωνα μὲ τὴ φύση καὶ ὅσα εἶναι παρὰ φύση δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ μιὰ κατηγορία πραγμάτων ποὺ νὰ εἶναι ἀφύσικα. Παρατηροῦμε ὡστόσο ὅτι ὁ Διογένης Λαέρτιος (7. 108) μᾶς λέει σαφῶς ὅτι ὑπάρχουν αὐτὲς οἱ τρεῖς κατηγορίες αὐτῶν, ποὺ ἐκλέγουμε (καθήκοντα), αὐτῶν ποὺ δὲν ἐκλέγουμε (παρὰ τὰ καθήκοντα ἢ ἁμαρτήματα) καὶ αὐτῶν ποὺ οὔτε ἐκλέγουμε οὔτε ἀπορρίπτουμε. Ἡ τρίτη αὐτὴ διάκριση τῶν οὐδετέρων δὲν μπορεῖ νὰ ἀναχθεῖ ἐξ ὁλοκλήρου στὶς δύο ἄλλες· γιατί, μπορεῖ κάτι οὐδέτερο ἀνάλογα μὲ τὴ χρήση του νὰ ἐκλεγεῖ ὡς καθῆκον ἢ νὰ ἀπορριφθεῖ ὡς παρὰ τὸ καθῆκον, μπορεῖ ὅμως νὰ μὴν ἐκλεγεῖ οὔτε νὰ ἀπορριφθεῖ, διότι δὲν εἶναι οὔτε τὸ ἕνα, οὔτε τὸ ἄλλο. Ὁ Bonhoefer4 ἰσχυρίζεται ὅτι, ἐνῶ σὲ πολλὰ σημεῖα τὰ προηγμένα ἢ τὰ ἀποπροηγμένα ἀπαντοῦν ὡς ἔχοντα πολλὴν ἀξία ἢ ἀπαξία ἀντιστοίχως, δὲν ὑπάρχει ἀναφορὰ σὲ πράγματα ποὺ ἔχουν ἔστω καὶ λίγη ἀξία. Θὰ πρέπει ὅμως στὸ σημεῖο αὐτὸ νὰ δικαιώσουμε τὸν Rist (Stoic Philosophy5, σσ. 103-105), ποὺ ἀναφέρεται σὲ πηγές, οἱ ὁποῖες μαρτυροῦν ὅτι στὴν τρίτην αὐτὴ κατηγορία ἀποδίδεται σημαντικὴ ἢ λίγη ἀξία (Σέξτ. Ἐμπ. Μαθ. ΙΙ 59 καὶ Στοβ. Ἐκλ. 2, p. 80, 14, κ.ἑ.). Ἰδιαίτερα τὸ τελευταῖο κείμενο τοῦ Στοβαίου, τὸ ὁποῖο ἀποδίδει στὸν Ζήνωνα τὶς διακρίσεις αὐτές, ἔχει σημασία, διότι κατανέμει στὴν κάθε κατηγορία τὸν βαθμὸ τῆς ἀξίας ἢ ἀπαξίας, ποὺ ἀντιπροσωπεύει:
(1) «τῶν δ' ἀξίαν ἐχόντων τὰ μὲν ἔχειν πολλὴν ἀξίαν, τὰ δὲ βραχεῖαν. Ὁμοίως δὲ καὶ τῶν ἀπαξίαν ἐχόντων ἃ μὲν ἔχειν πολλὴν ἀπαξίαν, ἃ δὲ βραχεῖαν». (2) «Τὰ μὲν οὖν πολλὴν ἔχοντα ἀξίαν προηγμένα λέγεσθαι, τὰ δὲ πολλὴν ἀπαξίαν ἀποπροηγμένα, Ζήνωνος ταύτας τὰς ὀνομασίας θεμένου πρώτου τοῖς πράγμασι.» (3) «Προηγμένον δ' εἶναι λέγουσιν, ὃ ἀδιάφορον ὂν ἐκλεγόμεθα κατὰ προηγούμενον λόγον. Τὸν δ' ὅμοιον λόγον ἐπὶ τῷ ἀποπροηγμένῳ εἶναι... οὐδὲν δὲ τῶν ἀγαθῶν εἶναι προηγμένον διὰ τὸ τὴν μεγίστην ἀξίαν αὐτὰ ἔχειν.» (ἀπ. 209).
Κάνοντας ἀναφορὰ στὶς ὑποδιαιρέσεις αὐτὲς πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι μεταγενέστερα οἱ Στωικοὶ ὀνόμασαν τὰ καθήκοντα «μέσα καθήκοντα» (Στοβ. Ἐκλ., p. 86) σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὰ κατορθώματα, ποὺ χαρακτήρισαν «τέλεια καθήκοντα». (Στοβ. 2. 85, 13-86): (4) «τῶν δὲ καθηκόντων τὰ μὲν εἶναί φασι τέλεια, ἃ δὴ καὶ κατορθώματα λέγεσθαι. Κατορθώματα δ' εἶναι τὰ κατ' ἀρετὴν ἐνεργήματα, οἷον τὸ φρονεῖν, τὸ δικαιοπραγεῖν. Οὐκ εἶναι δὲ κατορθώματα τὰ μὴ οὕτως ἔχοντα, ἃ δὴ οὐδὲ τέλεια καθήκοντα προσαγορεύουσιν, ἀλλὰ μέσα οἷον τὸ γαμεῖν, τὸ πρεσβεύειν, τὸ διαλέγεσθαι, τὰ τοιούτοις ὅμοια.» Φυσικὰ τὰ κατορθώματα δὲν μποροῦν νὰ ὑπαχθοῦν μὲ κανένα τρόπο στὰ καθήκοντα, γιατὶ τὰ καθήκοντα, ὅσο κι' ἂν προάγουν τὴ ζωή, ἀνήκουν ἀκόμα στὴν περιοχὴ τῶν ἁμαρτημάτων, τῶν ἀτελῶν πράξεων.

  1. Hirzel, R. (1883), Untersuchungen zu Ciceros philosophischen Schriften II, Leipzig.
  2. Vogel, C. J. (1959), Greek Philosophy , Vol. 3, Leiden - Berlin.
  3. Pohlenz, M. (1964), Die Stoa. Geschichte einer geistigen Bewegung, Vols. I-II, Götingen.
  4. Bonhöffer, A. F. (1894), Die Ethik des Stoikers Epictet, Stuttgart.a↑ b↑
  5. Rist, J. M. (1969), Stoic Philosophy, Cambridge.