You are here

160

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Cicero, De natura deorum 3.24, 63:

Magnam molestiam suscepit et minime necessarium primus Zeno post

Cleanthes deinde Chrysippus, commenticiarum fabularum reddere rationem,

vocabulorum cur quidque ita appellatum sit causas explicare .

Cicero, De natura deor. 3.24, 63:

Πρῶτα ὁ Ζήνων, ὕστερα ὁ Κλεάνθης καὶ κατόπιν ὁ Χρύσιππος ἀνέλα-

βαν μεγάλο, ὄχι ὅμως ἀναγκαῖο, μόχθο, νὰ δώσουν σὲ ποιητικοὺς μύθους

ἐπιστημονικὴ αἰτιολογία καὶ γιὰ κάθε λέξη νὰ ἐξηγήσουν τὶς αἰτίες, γιατί

αὐτὸ νὰ καλεῖται ἔτσι.

Σχόλια: 

ἀπ. 160:
Ὁ Κικέρων ἀποδίδει στὸν Ζήνωνα μιὰν ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση στοὺς ποιητικοὺς μύθους, ποὺ ἐπιζητεῖ νὰ ἀναγνωρίσει μέσα τους τὸν πυρήνα μιᾶς ἐπιστημονικῆς ἀλήθειας. Αὐτὴ ἡ μεταφορὰ τοῦ μυθικοῦ-ποιητικοῦ λόγου σὲ φιλοσοφικό, ἰδιαίτερα σὲ μιὰ ἔλλογη θεωρία τῆς φύσης, ἄρχισε ἤδη μὲ τοὺς ἀρχαϊκοὺς στοχαστές. Χαρακτηριστικὰ ὁ Ἐμπεδοκλὴς βλέπει μέσα στὰ ριζώματα, τὰ ζωντανὰ αὐτὰ στοιχεῖα τῆς φύσης, τὴν παρουσία τῶν θεῶν, ἀναγνωρίζοντας σ' αὐτὰ τὶς φυσικὲς ἰδιότητές των. Ὁ Ξενοφάνης πάλι ἐπιχειρεῖ μιὰν ἀπομυθολόγηση τῆς φύσης. Ὁ Πλάτων ἐξ ἄλλου στὸν Κρατύλο παίζοντας ἑρμηνεύει τὰ ὀνόματα τῶν θεῶν μὲ βάση τὴν ἐτυμολογική τους προέλευση, συνδέοντας ἔτσι τὸ ὄνομα μὲ φυσικὲς ἢ νοητὲς ἰδιότητες, ποὺ ἀποδίδει σ' αὐτοὺς (Κρατύλος 396a-410d). Ὁ Ζήνων προφανῶς συνεχίζει τὴν παράδοση αὐτή.
Εἶναι προφανές, ὅτι ὁ Ζήνων χρησιμοποιοῦσε τὴν ἐτυμολογικὴ καὶ τὴν ἀλληγορικὴ μέθοδο ἑρμηνείας, γιὰ νὰ προσαρμόσει τὴν ποιητικὴ μυθολογία καὶ τὴν παραδεδομένη θρησκεία στὴ δική του ἑρμηνεία τοῦ κόσμου, ὅπου κυρίαρχη θέση ἔχει ὁ πύρινος λόγος καὶ τὰ στοιχεῖα ποὺ συνιστοῦν τὸν κόσμο. Ἀκολουθεῖ ἔτσι μιὰ παράδοση, ποὺ ἀνάγεται στὸν Ἐμπεδοκλή, ποὺ στηριζόμενος στὴν ἐτυμολογία τῶν ὀνομάτων τῶν θεῶν κατονομάζει τὰ δικά του ριζώματα (Ζεύς, ἀπὸ τὸ ρ. ζέω = ἡ φωτιά, Ἥρα, ἀπὸ τὸ ἀήρ = ὁ ἀέρας, Ἀιδωνεύς, ἀπὸ τὸ ἀ-ίδης (ἀ στερ. = ἰδεῖν), ἡ σκοτεινὴ γῆ, καὶ Νῆστις (νάω) = τὸ νερό). Τὴν ἐτυμολογία γιὰ τὸν σκοπὸ μιᾶς ἔλλογης ἑρμηνείας τῶν ὀνομάτων τῶν θεῶν χρησιμοποιεῖ στὸν Κρατύλο ὁ Πλάτων.
Τὸ ἐτυμολογικὸ αὐτὸ παιγνίδι συνεχίζει ὁ Κικέρων μὲ τὴ λατινικὴ γλώσσα (160ε). Ὁ Ζήνων προφανῶς συνέδεε τὸν θεὸ Οὐρανὸ μὲ τὸν αἰθέρα, δηλ. τὸ πύρινο στοιχεῖο, τὸν Κρόνο μὲ τὸ χρόνο. Ἐπίσης (ἀπ. 177 καὶ 178) μεθερμήνευε τοὺς μυθικοὺς θεοὺς σὲ κοσμικὰ στοιχεῖα (Ἥρα-ἀέρας, Ζεὺς-οὐρανός, Ποσειδώνας-νερό). Ὁ Ζήνων πάλι ἑρμηνεύει μὲ ἀναγωγὴ στὸν Θαλῆ καὶ τὸν Ἡσίοδο τὸ νερὸ-χάος ὡς προερχόμενο ἀπὸ τὸ ρ. χέεσθαι (ἀπ. 179).
Δὲς συμπληρωματικὰ τὰ σχόλια στὰ ἀπ. 177, 178, 179, 181, 182, 183.