You are here

212β

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Στοβαῖος, Ἐκλογαὶ 2, p. 60, 7-8 W.:

Ἡ ἀρετὴ λένε ὅτι εἶναι διάθεση τῆς ψυχῆς σύμφωνη μὲ τὸν ἑαυτό της

σχετικὰ μὲ ὅλο τὸν βίο.

Σχόλια: 

ἀπ. 212, 212α, 212β:
Ἡ ἀρετὴ ὁρίζεται ὡς διάθεση τῆς ψυχῆς σύμφωνα μὲ τὸν λόγο ἢ τὸν ἑαυτό της. Αὐτὸς ὁ ὁρισμὸς ἀποδίδεται στὸν Ζήνωνα.
«Διάθεσις»: Ὁ ὅρος δηλώνει τὴ σταθερὴ λογικὴ στάση καὶ κίνηση τῆς συνείδησης ποὺ ἐκφράζει τὴν ἀρετή. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωση τῶν καθηκόντων κατὰ φύση. Τὰ κίνητρα τοῦ πράττοντος κατὰ φύση εἶναι ἐξωτερικά, γιατὶ προέρχονται ἀπὸ τὰ πράγματα ἢ ἀπὸ τοὺς κανόνες, ποὺ ὑπαγορεύουν τὴν ἐκτέλεσή τους. Αὐτὰ ἀποτελοῦν τὸ ὑλικὸ ἢ τὰ μέσα, ὄχι τὴν ἀρχὴ τῆς πράξης. Ἡ διάθεση εἶναι αὐτὴ ἡ ἀρχή, ὡς σταθερὴ πρόθεση γιὰ τὴν ὑλοποίηση τῆς ἀρετῆς, ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὶς περιστάσεις (Δές: Πλουτ. Περὶ κοιν. ἐνν. XXVI 107 IB: «Τέλος μὲν γὰρ τὸ ἐκλέγεσθαι καὶ λαμβάνειν ἐκεῖνα φρονίμως, ἐκεῖνα δὲ αὐτὰ καὶ τὸ τυγχάνειν αὐτῶν οὐ τέλος»).
Τὸν ὅρο «διάθεσις» κατανοοῦμε καλύτερα, ἂν ἀντιληφθοῦμε τὴ σταθερότητα ποὺ ἐκφράζει. Εἶναι «διάθεσις» τοῦ ἡγεμονικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς καὶ «δύναμις», ποὺ παράγει ὁ λόγος (ἀπ. 226). Ὁ Rist (Stoic Philosophy1, σ. 3) ὑποστηρίζει, ὅτι ὁ Ζήνων καὶ οἱ Στωικοὶ ἐπέλεξαν τὸν ὅρο «διάθεσις», τείνοντας νὰ ἀποδώσουν τὸ νόημα τῆς ἀριστοτελικῆς «ἕξεως», γιατὶ γι' αὐτοὺς σημαίνει τὴν ἀκαμψία καὶ τὴν προσήλωση πρὸς τὸν σκοπό. Ἡ «δύναμις» πάλι γιὰ τὸν Ἀριστοτέλη θὰ σήμαινε δυνατότητα, ἐνῶ γιὰ τοὺς στωικοὺς σημαίνει τὴ δύναμη, ποὺ κατέχει ὁ σοφὸς νὰ πράττει ἐνάρετα. Δύναμις σημαίνει «ἕξις». Θὰ μποροῦσε ἐν τούτοις νὰ ἀντιπαρατηρήσει κανεὶς στὸν Rist1, ὅτι ἡ «διάθεσις» ἐκφράζει πέρ' ἀπὸ τὴ σταθερότητα, ποὺ δὲν καλύπτει ἐπαρκῶς τὸ νόημά της, καὶ τὴν πρόθεση καὶ τὴ διάθεση τοῦ πράττοντος, ἄσχετα ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα. Ἡ διάθεση ἐκφράζει ἔτσι τὴν ἰδιαιτερότητα τῆς ἠθικῆς συνείδησης τῶν Στωικῶν, αὐτὴν ποὺ θυμίζει τὴν ἀγαθὴ θέληση τοῦ Kant.
Ὅπως ὀρθὰ παρατηρεῖ ὁ Graeser (Zenon2, σ. 139, σημ. 4), ἡ ἀρετὴ ὡς διάθεσις προδίδει ἕνα κοινὸ ὑποκείμενο, ποὺ βαστάζει τὶς διάφορες ἀρετές. Ἡ διάθεσις μὲ τὴ στωική της ἔννοια δὲν ταυτίζεται μὲ τὴν ἀριστοτελικὴ ἕξη, ποὺ σημαίνει τὴ σταθερότητα μιᾶς ποιότητας, ἐνῶ ἡ διάθεσις τὴν εὐκολία τῆς ἀλλαγῆς. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Σιμπλίκιος (Ὑπ. εἰς Ἀριστ. 8Β27-29) γιὰ τὴ στωικὴ χρήση αὐτῶν τῶν ὅρων, ποὺ διαφέρει ἀπὸ τὴν ἀριστοτελική, «τὰς ἀρετὰς διαθέσεις εἶναι, οὐ κατὰ τὸ μόνιμον ἰδίωμα, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἀνεπίτατον καὶ ἀνεπίδεκτον τοῦ μᾶλλον», ἐνῶ οἱ «ἕξεις ἐπιτείνεσθαί φασιν δύνασθαι καὶ ἀνίεσθαι». Γιὰ τοὺς Στωικοὺς οἱ ἕξεις εἶναι φυσικὲς καταστάσεις ἑνὸς σώματος, ποὺ ὑπόκεινται σὲ ὁποιαδήποτε μεταβολὴ (S. Sambursky, Physics of the Stoics3, 9), ἐνῶ οἱ διαθέσεις δηλώνουν μιὰν ἀκραία κατάσταση, μὴ ἐπιδεκτικὴ προσθήκης ἢ ἀφαίρεσης. Ἐνῶ ἡ ἀριστοτελικὴ ἀρετὴ εἶναι μεσότης ἀνάμεσα σὲ δυὸ ἀρνητικὰ ἄκρα, οἱ Στωικοὶ δὲν ἐνδιαφέρονται νὰ ἐκφράσουν μὲ τὸν ὅρον αὐτὸν τόσο τὴ σταθερότητα ὅσο νὰ δηλώσουν τὴν ἀκραία σύσταση τῆς ἀρετῆς.
«ὁμολογουμένην»: Ἡ ἀρετὴ εἶναι αὐτὴ ἡ ὁμολογία, ἡ συνοχὴ καὶ ἡ συνέπεια τῆς ἐναρμόνισης ψυχῆς-λόγου στὴν πραγμάτωση τοῦ ἀγαθοῦ. Ὁ Κικέρων μιλᾶ γιὰ «constans et perpetua ratio vitae» (De legibus Ι 17, 45).
Αὐτὴ ἡ ὁμολογία μὲ τὴ φύση ποὺ εἶναι μιὰ συμφωνία μὲ τὸν λόγο ἢ τῆς ψυχῆς μὲ τὸν ἑαυτό της, ἀποτελεῖ μιὰ νέα διαμόρφωση τῆς πλατωνικῆς καὶ ἀριστοτελικῆς ἀρχῆς, ὅτι ἡ ἀρετὴ εἶναι μιὰ τελείωση τῆς φύσης. Συγκεκριμένα ὁ Πλάτων στὸν Λάχητα (190b) περιγράφει τὴν ἀρετὴ ὡς αὐτό, μὲ τὴν παρουσία τοῦ ὁποίου γίνεται κανεὶς καλύτερος στὴν ψυχή. Καὶ στὴν Πολιτεία (353b) ἀναφέρει ὅτι κάθε τὶ ποὺ ἐπιτελεῖ τὴ λειτουργία του ἐνεργοποιεῖ τὴν ἰδιάζουσα σ' αυτὸ ἀρετή, ὅπως π.χ. τὰ μάτια ποὺ λειτουργοῦν βλέποντας, τὰ ἀφτιὰ ἀκούοντας. Ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἡ ἰδιαίτερη ἐκείνη ἀρετὴ τῆς ψυχῆς, ποὺ τὴν καθιστᾶ ἱκανὴ νὰ ἐκπληρώνει σωστὰ τὴ λειτουργία της. Ἡ ἀρετὴ εἶναι λοιπὸν μιὰ τελείωση τῆς φύσεως κατὰ τὸν Πλάτωνα. Ἀνάλογη εἶναι καὶ ἡ θέση τοῦ Ἀριστοτέλη. Ἔτσι ὁ Ἀριστοτέλης στὰ Φυσ. 7, 3, 246α, 13-17 γράφει: «Ἡ μὲν γὰρ ἀρετὴ τελείωσίς τις – ὅταν γὰρ λάβῃ τὴν ἑαυτοῦ ἀρετήν, τότε λέγεται τέλειον ἕκαστον· τότε γὰρ ἔστι μάλιστα τὸ κατὰ φύσιν, ὥσπερ κύκλος τέλειος ὅταν μάλιστα γένηται κύκλος καὶ ὅταν βέλτιστος». Δὲς σχετικά: C. J. Vogel, Greek Philosophy4, Leiden 1959, τόμ. III σσ. 131, 132.

  1. Rist, J. M. (1969), Stoic Philosophy, Cambridge.a↑ b↑
  2. Graeser, A. (1975), Zenon von Kition, Berlin-New York.
  3. Sambursky, S. (1959), Physics of the Stoics, London.
  4. Vogel, C. J. (1959), Greek Philosophy , Vol. 3, Leiden - Berlin.