You are here

159α

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Seneca, Epistulae 117.13:

(1) «sunt» inquit «naturae corporum , tamquam hic homo est, his equus; has

deinde sequuntur motus animorum enuntiativi corporum. (2) hi habent pro-

prium quiddam et a corporibus seductum, tamquam video Catonem ambulan-

tem: hoc sensus ostendit, animus credidit. corpus est quod video, cui et oculos

intendi et animum. dico deinde: 'Cato ambulat'. non corpus» inquit «est quod

nunc loquor, sed enuntiativum quiddam de corpore, quod alii effatum vocant,

alii enuntiatum, alii edictum1. (3) sic cum dicimus 'sapientiam', corporale

quiddam intellegimus; cum dicimus 'sapit', de corpore loquimur. plurimum

autem interest utrum illud dicas an de illo2».

  1. 7 edictum φψ: dictum B
  2. 9 illud ς: illum cod.
Seneca, Ep. 117.13:

(1) (Οἱ Στωικοὶ) λένε, ὅτι ὑπάρχουν σωματικὲς φύσεις, ὅπως αὐτὸς ὁ

ἄνθρωπος, αὐτὸς ὁ ἵππος· αὐτὲς συνοδεύονται ἀπὸ κινήσεις τῆς σκέψης,

ποὺ δηλώνουν κάτι γι' αὐτές. (2) Οἱ κινήσεις αὐτὲς ἔχουν ἕνα ἰδιαίτερο

χαρακτηριστικό, ποὺ τὶς ξεχωρίζει ἀπὸ τὰ σωματικὰ ἀντικείμενα. Βλέπω

π.χ. τὸν Κάτωνα νὰ βαδίζει: μοῦ τὸ ἀποκαλύπτει ἡ αἴσθηση τῆς ὅρασης,

καὶ ὁ νοῦς μου τὸ πιστεύει. Αὐτὸ ποὺ βλέπω εἶναι ἕνα σῶμα καὶ σ' αὐτὸ

τὸ σῶμα κατευθύνω τὰ μάτια καὶ τὸν νοῦ μου. Ἔπειτα λέω: «Ὁ Κάτων

βαδίζει». Αὐτὸ ποὺ τώρα λέω δὲν εἶναι ἕνα σωματικὸ ἀντικείμενο, ἀλλὰ

μιὰ ἔκφραση γιὰ τὸ σωματικὸ ἀντικείμενο, ποὺ μερικοὶ ὀνομάζουν πρό-

ταση, ἄλλοι ἀξίωμα καὶ ἄλλοι λεκτόν. (3) Ἔτσι ὅταν λέμε «σοφία», ἐννο-

οῦμε κάτι σωματικό. Ὅταν ὅμως λέμε «αὐτὸς εἶναι σοφός», μιλοῦμε γιὰ

κάτι σωματικό. Ἔχει πολὺ μεγάλη διαφορὰ ἀνάμεσα στὸ νὰ ἀναφέρεσαι

ἄμεσα σὲ κάτι καὶ στὸ νὰ μιλᾶς γι' αὐτό.

Σχόλια: 

ἀπ. 159 καὶ 159α:
Τὸ ἀπ. 159 (Σέξτος, Μαθ. 8.11-12) ἀναφέρεται στὴ βασικὴ συζυγία: 1) τὸ σημαῖνον (φωνητικὴ διατύπωση, λέξη), 2) τὸ σημαινόμενον (τὸ δηλωνόμενο πράγμα ὅπως ὑφίσταται στὴ διάνοιά μας) καὶ ποὺ ὀνομάζεται καὶ λεκτὸν καὶ 3) τὸ ὑπάρχον, τὸ ἐξωτερικὸ ἀντικείμενο.
Ἡ συζυγία αὐτὴ εἶναι, ὅπως ἀναφέραμε, βασικῆς σημασίας γιὰ τὴ στωικὴ θεωρία τῆς γλώσσας, τὴ λογικὴ καὶ τὴν ὀντολογία, γιατὶ δηλώνει τὸν στενὸ συσχετισμό τους καὶ συνάμα τὰ διαφορετικά τους ἐπίπεδα. Ἡ διάκριση αὐτὴ διαφοροποιεῖται ριζικὰ ἀπὸ τὴν πλατωνικὴν-ἀριστοτελική, στὴν ὁποία ὑπάρχει μιὰ θεμελιώδης ἰσομορφία καὶ μορφικὴ ἀντιστοιχία μεταξὺ σκέψης καὶ πράγματος, γιατὶ στὴ στωικὴ συζυγία τὰ σημαινόμενα λεκτά, δηλ. οἱ σκέψεις, ποὺ ἀναφέρονται στὰ πράγματα, εἶναι ἀσώματα, εἶναι δηλ. ἀφαιρέσεις, ποὺ δὲν ἔχουν καμιὰ πραγματικὴ ὑπόσταση. Σωματικὰ εἶναι ἡ φωνητικὴ διατύπωση (οἱ λέξεις) καὶ τὰ ἐξωτερικὰ ἀντικείμενα. Τὴ διαφοροποίηση αὐτὴ τὴ βλέπουμε καὶ στὸ ἀπ. 159α (Seneca, Ep. 117. 13). Τὰ πράγματα, ὅπως λέει, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ὁ συγκεκριμένος, αὐτὸ τὸ ἄλογο, εἶναι σωματικά. Σ' αὐτὰ κατευθύνω τὰ μάτια καὶ τὴ σκέψη μου. Ὅταν λέω ὅμως «Ὁ Κάτων βαδίζει», εἶναι μιὰ ἔκφραση γιὰ ἕνα σωματικὸ ἀντικείμενο, μιὰ πρόταση, ἕνα λεκτόν, ποὺ δὲν ἔχει σωματικὴ ὑπόσταση. Μόνο ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ ἀληθεύει ἢ ψεύδεται. Ὁ Ζήνων εἶχε λοιπὸν προχωρήσει σ' ἕνα εἶδος νομιναλισμοῦ ὅσον ἀφορᾶ τὶς ἔννοιες τῶν πραγμάτων, ποὺ τὶς θεωρεῖ ἀφαιρέσεις τοῦ νοῦ μας ἐκφραζόμενες μὲ λέξεις (λεκτά), ποὺ συνοδεύονται ὡστόσο ἀπαραίτητα ἀπὸ τὶς φαντασίες, δηλ. τὶς παραστάσεις, ποὺ μᾶς ἀποκαλύπτουν οἱ αἰσθήσεις ὠθώντας τὸν νοῦ μας νὰ συγκατατεθεῖ στὰ πράγματα. (Βλ. Διογ. Λαέρτ. 7. 63: «φασὶ δὲ τὸ λεκτὸν εἶναι τὸ κατὰ φαντασίαν λογικὴν ὑφιστάμενον» καὶ Σέξτος Πρὸς λογ. 2. 70: «λεκτὸν δὲ ὑπάρχειν φασὶ τὸ κατὰ λογικὴν φαντασίαν ὑφιστάμενον, λογικὴν δὲ εἶναι φαντασίαν καθ' ἣν τὸ φαντασθέν ἐστι λόγῳ παραστῆσαι.»)
Παρατηροῦμε λοιπὸν ἐδῶ μιὰ στενὴ συνυφὴ γλωσσικῆς ἔκφρασης, νοητικῆς σύλληψης καὶ κατ' αἴσθηση παράστασης. Ἀπὸ τὴ μιὰ λοιπὸν ἡ ἀφαίρεση τῆς σκέψης καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ ἀναφορὰ στὴ συγκεκριμένη, ἐμπειρικὴ πραγματικότητα ἀποτελοῦν δυὸ συνιστῶσες, ποὺ συγκροτοῦν μιὰ διαφορετικὴ γνωστικὴ καὶ ὀντολογικὴ σχέση, ποὺ δὲν στηρίζεται στὶς οὐσίες-ἰδέες. Ὁ Ζήνων ἀντιμαχόταν, ὅπως εἴδαμε, τὶς πλατωνικὲς ἰδέες καὶ ἀμφισβητοῦσε τὴ μεταφυσική τους ὑπόσταση (Στοβ. Ἐκλ. Ι 136, 21 - 137, 6 καὶ Ἀέτιος Περὶ ἀρεσκ. Ι 10, 5). Ὁ Ζήνων θεωροῦσε τὶς ἰδέες ἀνύπαρκτες. Δεχόταν μόνο τὰ ἐννοήματα, ποὺ χαρακτήριζε «φαντάσματα τῆς ψυχῆς», «ὡσανεί τινα καὶ ὡσανεί ποια», εἰκόνες τῆς ψυχῆς μας στερούμενες συγκεκριμένης ὕπαρξης.
Σημ. Ἡ συζήτηση γύρω ἀπὸ τὴ σημασία τῶν λεκτῶν ἀφήνει πολλὰ ἐρωτηματικὰ (βλ. καὶ σημ. 10). Μαζὶ μὲ τὸν B. Mates (Stoic Logic1, 33 κ.ἑ.) καὶ ὁ G. Watson2 θεωρεῖ τὰ λεκτὰ ὡς «patterns which the mind tends naturally to impose on reality». Ὁ Kneal ἀντίθετα (The Development of Logic3, 153) ἔχει τὴν ἄποψη ὅτι «the true proposition has a structure corresponding to a similar structure in the object described». Μὲ τὴν ἄποψη, ὅτι τὰ λεκτὰ εἶναι κάτι, ποὺ ἐπιβάλλει ὁ νοῦς μας στὰ πράγματα (Watson), διαφωνεῖ καὶ ὁ A.A. Long (Problems in Stoicism4, σ. 94) προβάλλοντας τὴν ἀναφορὰ τῶν λεκτῶν στὴν ἐμπειρία. Ὅταν οἱ Στωικοὶ λένε, «it is day», αὐτό, κατὰ τὸν Long, «is a statement which describes an empirical situation.» Ὁ Graeser ἀπὸ τὴν ἄλλη (Zenon5, σ. 27) ἀντιπαρατηρεῖ ὅτι «bejaht oder verneint wird nicht eine Tatsache, sondern der Sinn des Satzes.»
Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ὅτι τὸ λεκτὸ ὡς πρόταση ἀποφαίνεται γιὰ τὰ πράγματα, ἑπομένως ἀποτελεῖ ἀναφορὰ σ' αὐτά. Οὔτε ἐπιβάλλεται σ' αὐτὰ ὡς κάτι αὐθαίρετο, οὔτε ἁπλῶς ἀντιστοιχεῖ, ἀλλὰ ἡ λειτουργία τοῦ λεκτοῦ εἶναι νὰ φανερώνει τὴν πραγματικὴ σχέση. Λειτουργεῖ φανερωτικὰ ἐκφράζοντας μὲ λόγο αὐτό, ποὺ ἡ «φαντασία» φέρνει στὸ φῶς. Δές: Κ. Π. Μιχαηλίδη: «Ἡ στωικὴ ἔννοια τῶν λεκτῶν»6 (Κέντρο Ἐπιστ. Ἐρευνῶν, Φιλοσοφικὸν Παράρτ. ΙΙ, Στωικισμός, Λευκωσία 1985, σσ. 157-190).
Τέλος, ἂν καὶ ὁ ὅρος «λεκτὰ» δὲν φαίνεται σαφῶς ἀπὸ τὶς μαρτυρίες, ὅτι ἔχει εἰσαχθεῖ ἀπὸ τὸν Ζήνωνα, ἐν τούτοις ἡ ἀδιαμφισβήτητη ἀναφορά του σὲ ἀξιώματα, τὰ ὁποῖα ἀληθεύουν ἢ ψεύδονται καὶ ὁ συσχετισμὸς τῆς καταληπτικῆς φαντασίας μὲ τὴ γλωσσικὴ ἔκφραση καθιστᾶ ἀναγκαία τὴν ὑπόθεση, ὅτι εἰσηγητὴς τῆς χρήσης τοῦ ὅρου αὐτοῦ θὰ πρέπει πιθανότατα νὰ εἶναι ὁ Ζήνων. Θὰ διαφωνοῦσα λοιπὸν στὸ σημεῖο αὐτὸ μὲ τὸν Frede (Die stoische Logik7, σσ. 14-15 καὶ 26), ποὺ ἀποδίδει στὸν Κλεάνθη τὴν πρώτη χρήση τῶν λεκτῶν.
Ὡς πρὸς τὴ σημασία τῆς στωικῆς λογικῆς τέλος ἡ Mme Virieux8 συνοψίζει τὶς κρίσεις της μὲ τὰ ἀκόλουθα (ἔ.ἀ., σ. 153): «Αὐτὴ (δηλ. ἡ στωικὴ λογικὴ) μοιάζει μ' ἐκείνη τοῦ Stuart Mill: συγκεκριμένα καὶ ἀτομικὰ δεδομένα τῆς κρίσης· ὁρισμοὶ καθαρὰ ὀνομαστικοὶ (ἀρίθμηση τῶν ἰδιοτήτων ἑνὸς ὑποκειμένου)· συμπεράσματα καὶ προτάσεις ὑποθετικὲς κτλ. Ἡ λογικὴ τῆς Στοᾶς ἔχει τὴν τάση νὰ εἶναι ἐπαγωγική. Ὑπάρχει μιὰ κάποια διακύμανση στὴ στωικὴ λογικὴ μεταξὺ μιᾶς τάσης πρὸς τὸν ἐμπειρισμὸ καὶ μιᾶς ἄλλης πρὸς τὸν λογικὸ φορμαλισμό: καὶ εἶναι ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ τελευταίου –στὸ χῶρο τῆς καθαρῆς λογικῆς– ποὺ οἱ Lukasiewicz9 καὶ Reymond10 ἔχουν ἀνακαλύψει συγχρόνως τὴν ἀναντίρρητη ὁμοιότητα, ποὺ ὑφίσταται μεταξὺ τῆς λογιστικῆς καὶ τῆς στωικῆς διαλεκτικῆς».
Ὡστόσο πρόσφατα ἄλλοι μελετητὲς ἐξέφρασαν ἀμφιβολίες σὲ ποιὸ βαθμὸ ὁ συσχετισμὸς τῆς νεώτερης λογικῆς μὲ τὴ στωικὴ θὰ μποροῦσε νὰ βοηθήσει στὴν ὀρθὴ κατανόηση τῆς δευτέρας. Δές: W.H. Hay, «Stoic use of logic»11, Archiv für Geschichte der Philosophie 51 (1969) καὶ Charles Kahn, Stoic Logic and Stoic Logos12, σσ. 158-172. Δὲς ἐπίσης A.A. Long «Language and thought in Stoicism»4, Problems in Stoicism, κεφ. 5.

  1. Mates, B. (1973), Stoic Logic, Berkeley.
  2. Gerald, W. (1966), The stoic theory of knowledge , Belfast.
  3. Kneal, W. & Kneal M. (1962), The development of Logic , Oxford.
  4. Long, A. A. (1971), Problems in Stoicism , London.a↑ b↑
  5. Graeser, A. (1975), Zenon von Kition, Berlin-New York.
  6. Μιχαηλίδης, Κ. (1985), Ἡ στωικὴ ἔννοια τῶν λεκτῶν , Ἐπετηρὶς Κέντρου Ἐπιστημονικῶν Ἐρευνῶν, Φιλοσοφικὸν Παράρτημα 157-190.
  7. Frede, M. (1974), Die stoische Logik, Göttingen.
  8. Virieux-Reymond, A. (1950), La logique et l'épistémologie des Stoïciens, Lausanne.
  9. Lukasiewicz, J. (1935), Zur Geschichte der Aussagenlogik , Leipzig.
  10. Reymond, A. (1929), La logique stoïcienne, Revue de théol. et de phil. modern 161-171.
  11. Hay, W. H. (1969), Stoic use of logic, Archiv für Geschichte der Philosophie 51.2: 145-157.
  12. Kahn, C. (1969), Stoic logic and stoic Logos, Archiv für Geschichte der Philosophie 51.2: 158-172.