You are here

158β

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Διογένης Λαέρτιος 7.69-70:

(1) Ἀνάμεσα στὰ ἁπλὰ ἀξιώματα εἶναι τὸ ἀρνητικό, τὸ ἀρνητικὸ βε-

βαιωτικό, τὸ στερητικό, τὸ κατηγορικὸ (βεβαιωτικό), τὸ δεικτικὸ καὶ τὸ

ἀόριστο... (5) Κατηγορικὸ εἶναι αὐτὸ ποὺ συντίθεται ἀπὸ ὀρθὴ (ὀνομα-

στικὴ) πτώση καὶ κατηγόρημα, ὅπως «ὁ Δίων βαδίζει». (6) Δεικτικὸ εἶναι

αὐτὸ ποὺ συντίθεται ἀπὸ ὀρθὴ (ὀνομαστικὴ) πτώση (ἀντωνυμία) δεικτι-

κὴ καὶ κατηγόρημα, ὅπως «αὐτὸς ἐδῶ βαδίζει». (7) Ἀόριστο δὲ εἶναι

αὐτὸ ποὺ συνίσταται ἀπὸ ἕνα ἀόριστο ἢ ἀόριστα μέρη (τοῦ λόγου) καὶ

κατηγόρημα, ὅπως «κάποιος βαδίζει», «ἐκεῖνος κινεῖται».

Σχόλια: 

ἀπ. 158β καὶ γ:
Στὸ ἀπ. 158β (Διογ. Λαέρτ. 7. 69-70) τὰ ἀξιώματα χαρακτηρίζονται ἁπλὰ (ἐφ' ὅσον συντίθενται ἀπὸ ὑποκείμενο καὶ κατηγόρημα) καὶ διακρίνονται σὲ ἀρνητικὰ καὶ θετικά. Ἀνάμεσα στὰ θετικὰ ξεχωρίζουν τρεῖς τύποι προτάσεων: Οἱ ὁρισμένες, οἱ κατηγορικὲς καὶ οἱ ἀόριστες. Ὁρισμένες εἶναι αὐτές, στὶς ὁποῖες τὸ ὑποκείμενο δηλώνεται μὲ δεικτικὴ ἀντωνυμία, συνοδεύεται δὲ ἀπὸ μιά, πρέπει νὰ ὑποθέσουμε, χειρονομία δείξης. Κατηγορικὲς εἶναι αὐτές, ποὺ ἔχουν ὡς ὑποκείμενο ἕνα γενικὸν ὅρο (π.χ. ὁ Σωκράτης, ἕνας ἄνθρωπος) καὶ ἀόριστες αὐτές, στὶς ὁποῖες τὸ ὑποκείμενο εἶναι μιὰ ἀόριστη ἀντωνυμία (π.χ. κάποιος βαδίζει). Κατ' ἐξοχὴν ἀξιώματα, ποὺ ἀληθεύουν ἢ ψεύδονται, εἶναι γιὰ τοὺς Στωικοὺς τὰ ὁρισμένα, δεικτικὰ ἀξιώματα, γιατὶ ἡ ἀλήθεια τους βεβαιώνεται ἐμπειρικὰ μὲ τὴ δείξη καὶ ἔχουν ὡς γνωστικὸ κριτήριο τὴν καταληπτικὴ ἐντύπωση (φαντασία), «ὅταν τὸ κατηγόρημα, λ.χ. βαδίζει, ἀνήκει στὰ πράγματα ποὺ δείχνουμε» (ἀπ. 159α). Ἡ ἀλήθεια τῶν κατηγορικῶν καὶ τῶν ἀορίστων ἀξιωμάτων ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τῶν δεικτικῶν ἀξιωμάτων, μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ συνδέονται.
Τὰ σύνθετα, μὴ ἁπλὰ ἀξιώματα (ἀπ. 158γ), συγκροτοῦνται ἀπὸ τὸν συσχετισμὸ ἁπλῶν μὲ ἀντίστοιχους συνδέσμους ὑπὸ μορφὴ μιᾶς ἀκολουθίας. Τότε προκύπτουν συλλογιστικὰ σχήματα ὅπως τὸ ὑποθετικόν, τὸ συμπερασματικόν, τὸ συμπλεκτικόν, τὸ διαζευκτικόν, τὸ αἰτιολογικόν.
Γιὰ τὸν Ζήνωνα καὶ τοὺς Στωικοὺς κυρίαρχη σημασία ἔχει ἡ ὑποθετικὴ μορφὴ τῶν συνθέτων ἀξιωμάτων, γιατὶ ἐξ ἀρχῆς μπορεῖ νὰ στηριχθεῖ ἡ ἀκολουθία τῶν συμβαινόντων στὸν κόσμο. Δὲν εἶναι λοιπόν, ὅπως στὸν Ἀριστοτέλη, ἡ κατηγορικὴ πρόταση καὶ οἱ συλλογισμοί, ποὺ θεμελιώνονται σ' αὐτήν, ποὺ ὁδηγοῦν στὴ γνώση τῶν οὐσιῶν, π.χ.: ὁ Σωκράτης εἶναι Ἀθηναῖος, οἱ Ἀθηναῖοι εἶναι Ἕλληνες, ὁ Σωκράτης εἶναι Ἕλληνας, ἀλλὰ ἡ ὑποθετικὴ πρόταση, ποὺ ἀναφέρεται σ' ἕνα ἐπὶ μέρους ὑπαρκτὸ ὑποκείμενο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο προκύπτει τὸ κατηγόρημα, ποὺ τοῦ ἀποδίδεται. Π.χ. ἂν εἶναι ἡμέρα, εἶναι φῶς.
Φαίνεται, ὅτι ὁ Ζήνων εἶχε τὴν εὐαισθησία νὰ ἀνοίξει τὴν ὁδὸ γιὰ τὴ νέα αὐτὴ λογική, ποὺ ὁ Χρύσιππος ἀνέπτυξε διατυπώνοντας μιὰ ποικιλία συλλογιστικῶν σχημάτων.
Βεβαίως γιὰ τὸν Ζήνωνα ἦταν, ὅπως καὶ γιὰ τὸν Ἀριστοτέλη, σημαντικὴ ἡ διατύπωση ὁρισμοῦ τῶν ἐννοιῶν καὶ διαίρεσης τοῦ γένους σὲ εἴδη. Αὐτὸ ὅμως ποὺ ἐνδιέφερε στὶς λογικές του ἀναλύσεις τὸν Ἀριστοτέλη ἦταν οἱ ἔννοιες, τὰ ἴδια τὰ σημαινόμενα καὶ ὄχι τὰ συμβαίνοντα. Ἀντίθετα βασικὴ μέριμνα τοῦ Ζήνωνος καὶ τῶν Στωικῶν ἦταν μὲ τὴν ἀνάλυση τῆς γλώσσας καὶ τῶν σημείων της νὰ φθάσουν στὰ πράγματα, νὰ εἰσδύσουν στὸν εἱρμὸ τῶν συμβαινόντων καὶ νὰ πράττουν. Προέχουσα λοιπὸν σημασία εἶχε ἡ σύλληψη τῆς αἰτιώδους σχέσης, ποὺ καθορίζει τὴν ἐμπειρικὴ πραγματικότητα καὶ σ' αὐτὴ ἀνταποκρινόταν ὁ ὑποθετικὸς συλλογισμὸς καὶ ὁ συναφὴς πρὸς αὐτὸν διαζευκτικός. (Δὲς ἐπίσης Max Pohlenz, Stoa1 I, σσ. 50-51).
Τοὺς τρόπους τοῦ συλλογισμοῦ, ποὺ ἀνέπτυξε ὁ Χρύσιππος, μποροῦμε νὰ τοὺς ἀναγάγουμε σὲ πέντε ὡς ἀκολούθως:
1. Ἂν Α, τότε Β. Ἀλλὰ εἶναι Α. Τότε εἶναι καὶ Β.
2. Ἂν Α, τότε Β. Ἀλλὰ Α δὲν εἶναι. Ἄρα οὔτε Β.
3. Δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ταυτόχρονα Α καὶ Β. Ἀλλὰ εἶναι Α. Τότε δὲν εἶναι Β.
4. Ἢ εἶναι Α ἢ Β. Ἀλλὰ εἶναι Α. Τότε δὲν εἶναι Β.
5. Ἢ εἶναι Α ἢ Β. Ἀλλὰ δὲν εἶναι Β. Ἄρα εἶναι Α.
Σημ. Οἱ διάφοροι μελετητὲς κατὰ τὸν 19ο αἰώνα δὲν εἶχαν ἀναγνωρίσει τὴ σημασία τῆς στωικῆς λογικῆς. Τέτοια παραδείγματα εἶναι ὁ Prantl (Geschichte der Logik im Abendlande2, τόμ. I, Leipzig 1885), καθὼς ἐπίσης ὁ Zeller3 καὶ ὁ Überweg. Πρῶτοι οἱ Γάλλοι μελετητὲς ἀνακάλυψαν τὴν ἰδιαιτερότητά της καὶ τὴν ἀντιστοιχία της πρὸς σύγχρονες μορφὲς λογικῆς. Ἀναφέρουμε σχετικὰ τοὺς Brochard, La logique des Stoïciens4. (Archiv für Geschichte der Phil. 1892), E. Bréhier, Chrysippe5, Paris 1910, A. Reymond, La logique stoïcienne6 (Revue de théol. et de phil. modern, Paris 1929, σσ. 161-171) καὶ Mme A. Virieux-Reymond, La logique et l'épistémologie des Stoïciens7, Lausanne, 1949. Ἐπίσης τούς: J. Lukasiewicz, Zur Geschichte der Aussagenlogik8 (Annalen der Phil. τόμ. XIII, Heft I, Congress of Prague, 1935), M. Pohlenz, Die Stoa1 I, Göttingen 1948, σσ. 4, 7-51, καὶ B. Mates, Stoic Logic9 (Un. of California, Berkeley 1953).

  1. Pohlenz, M. (1964), Die Stoa. Geschichte einer geistigen Bewegung, Vols. I-II, Götingen.a↑ b↑
  2. Prantl, C. (1855), Geschichte der Logic im Abendlande, Vol. I, Leipzig.
  3. Zeller, E. (1880), Die Philosophie der Griechen, 3d ed., Leipzig.
  4. Brochard, V. (1892), La Logique des Stoiciens , Archiv für Geschichte der Philosophie 5: 449-468.
  5. Bréhier, E. (1950), Chrysippe et l'ancien stoïcisme, Paris.
  6. Reymond, A. (1929), La logique stoïcienne, Revue de théol. et de phil. modern 161-171.
  7. Virieux-Reymond, A. (1950), La logique et l'épistémologie des Stoïciens, Lausanne.
  8. Lukasiewicz, J. (1935), Zur Geschichte der Aussagenlogik , Leipzig.
  9. Mates, B. (1973), Stoic Logic, Berkeley.