You are here

158

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Διογένης Λαέρτιος 7.65:

Πρόταση (ἀξίωμα) εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀληθινὸ ἢ ψευδὲς ἢ μιὰ αὐτοτε-

λὴς κατάσταση, ποὺ μπορεῖ νὰ βεβαιωθεῖ, σ' ὅ,τι ἀφορᾶ τὸν ἑαυτό της,

ὅπως λέει ὁ Χρύσιππος στοὺς διαλεκτικούς του ὁρισμούς· «πρόταση (ἀ-

ξίωμα) εἶναι αὐτό, γιὰ τὸ ὁποῖο ἀποφαινόμαστε ἢ καταφάσκουμε σὲ ὅ,τι

ἀφορᾶ τὸν ἑαυτό του, ὅπως "εἶναι ἡμέρα, ὁ Δίων περπατεῖ"». Ἔχει δὲ

ὀνομασθεῖ τὸ ἀξίωμα ἀπὸ τὸ ἀξιώνω ἢ ἀθετῶ· γιατὶ αὐτὸς ποὺ λέει «εἶναι

ἡμέρα», φαίνεται ὅτι ἔχει τὴν ἀξίωση νὰ εἶναι ἡμέρα. Ὅταν λοιπὸν εἶναι

ἡμέρα, ἡ προκείμενη πρόταση εἶναι ἀληθινή· ὅταν δὲ ὄχι, εἶναι ψευδής.

Σχόλια: 

ἀπ. 158 καὶ 158α:
Ἡ λέξη «ἀξίωμα» ἀποδίδεται στὰ ἀγγλικὰ μὲ τὴ λέξη proposition. Ὁ Boschenski (Formale Logik1, Freiburg 1956) τὴν ἀποδίδει μὲ τὴ λέξη «Urteil», ὁ Hossenfelder μὲ τὴν ἔκφραση «Satz-Urteil», ὁ Pohlenz2 μὲ τὸν ὅρο «Urteilssatz», ὁ Frede (Die Stoische Logik3, Göttingen 1974, σ. 32) μὲ τὸν ὅρο «Aussage».
Σύμφωνα μὲ τὸν Διογ. Λαέρτιο (2. 112) ὁ Μεγαρικὸς Κλεινόμαχος εἶχε γράψει γιὰ τὰ «ἀξιώματα». Εἶναι πιθανὸν τὸν μεγαρικὸν αὐτὸν ὅρο «ἀξίωμα» νὰ παρέλαβε καὶ νὰ υἱοθέτησε ὁ Ζήνων καθιερώνοντάς τον στὴ στωικὴ παράδοση. Δές: K. Döring, Die Megariker4, Amsterdam 1972, σ. 101.
Ἡ λέξη «ἀξίωμα», ποὺ στὴ μετάφρασή μας θὰ διατηρήσουμε, παράγεται ἀπὸ τὸ ῥ. ἀξιῶ καὶ σημαίνει «προβάλλω ὡς ἀξίωση». Π.χ. αὐτός, ποὺ λέει «εἶναι ἡμέρα» προβάλλει τὴν ἀξίωση ὅτι εἶναι ἡμέρα. Τὸ ἀξίωμα λοιπὸν εἶναι μιὰ πρόταση, ποὺ ἔχει ἕνα νόημα, τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ ἀληθεύει ἢ νὰ ψεύδεται. Ἂν πράγματι εἶναι μέρα, τότε ἀληθεύει, ἀλλιῶς, ἂν εἶναι νύχτα, ψεύδεται. Ἀληθεύει λοιπὸν στὶς ἀξιώσεις του, ἐφ' ὅσον αὐτὲς ἀνταποκρίνονται πρὸς τὶς πραγματικὲς καταστάσεις. Τὸ ἀξίωμα μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι εἶναι μιὰ ἀποφαντικὴ πρόταση, μιὰ πρόταση δηλ. λογικὴ ποὺ ἀποφαίνεται γιὰ κάτι. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴ τὸ ἀξίωμα εἶναι ἕνα εἶδος «λεκτοῦ». Τὸ λεκτὸν ὡς μιὰ εὐρύτερη τοῦ ἀξιώματος ἔννοια (ἀπ. 159 καὶ 159α) δηλώνει τὸ σημαινόμενο νόημα αὐτοῦ ποὺ λέγεται. Τὸ λεκτὸν ἀπαρτίζεται: α) ἀπὸ ἕνα ὑποκείμενο καὶ ἕνα κατηγόρημα (τότε εἶναι αὐτοτελὲς π.χ. ὁ Κάτων βαδίζει) ἢ β) μόνο ἀπὸ ἕνα κατηγόρημα, δηλ. ἕνα ρῆμα (τότε λέμε ὅτι εἶναι ἐλλιπές, π.χ. γράφει, ἀγαπᾶ). Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ καὶ τὸ ἀπ. 158α (Διογ. Λαέρτ. 7. 66-68), ἄλλες μορφὲς λεκτῶν εἶναι ἡ ἐρώτηση, ἡ ἀγγελία, ἡ προσταγή, ὁ ὅρκος, ἡ εὐχή, ἡ προσφώνηση. Ἡ σημαντικότερη ὅμως μορφὴ λεκτοῦ εἶναι τὸ ἀξίωμα. Σ' αὐτὸ εἶναι ποὺ ἀποδίδονται, ὅπως εἴδαμε, τὰ κατηγορήματα ἀληθὲς ἢ ψευδές. (Δὲς A.A. Long, Ἑλληνιστικὴ φιλοσοφία5, σσ. 226-27).

  1. Bochénski, I. M. (1956), Formale Logik, Freibourg.
  2. Pohlenz, M. (1964), Die Stoa. Geschichte einer geistigen Bewegung, Vols. I-II, Götingen.
  3. Frede, M. (1974), Die stoische Logik, Göttingen.
  4. Döring, K. (1972), Die Megariker. Kommentierte Sammlung der Testimonien, Amsterdam.
  5. Long, A. A. (1987), Ἡ Ἑλληνιστικὴ Φιλοσοφία. Στωικοί, Ἐπικούρειοι, Σκεπτικοί, μτφρ. Δημόπουλος, Στ. και Δραγώνα-Μονάχου, Μ. Ἀθήνα.