You are here

141

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Galenus, De placitis Hippocratis et Platonis 3.7, 42-44, p. 220 De Lacy:

Ἐμοὶ μὲν δὴ δοκεῖ τῷ περὶ τῆς φωνῆς λόγῳ καὶ νῦν προσχρῆσθαι. τε-

κμαίρομαι δὲ καὶ ἐκ τῶν ἐπιφερομένων· «ἀπὸ γὰρ τῆς διανοίας», φησί,

«δεῖ λέγειν καὶ ἐν ἑαυτῷ λέγειν1 (ἢ φωνὴν διεξιέναι)2 καὶ διανοεῖσθαι3 καὶ

ἐν ἑαυτοῖς φωνὴν διεξιέναι καὶ ἐκτὸς ἐκπέμπειν.» (43) ὁμολογούμενον

  γάρ τι λαμβάνων ὡς τοῦ αὐτοῦ μορίου τὸ λέγειν εἴη καὶ τὸ ἐν ἑαυτῷ

λέγειν, εἶτα προσλαμβάνων4 αὐτῷ5 τῆς καρδίας ἔργον εἶναι τὸ λέγειν , ἐξ

ἀμφοῖν ἔχει περαινόμενον ἐν τῇ καρδίᾳ γίνεσθαι τὸ ἐν ἑαυτῷ λέγειν. (44)

ἀλλ' ἡμεῖς γε κατὰ τὸ πρὸ τούτου γράμμα τὸν ὑπὸ τοῦ Ζήνωνος ἐρωτη-

θέντα λόγον ὑπὲρ τοῦ τὴν φωνὴν ἀπὸ τῆς καρδίας ἐκπέμπεσθαι μοχθη-

ρὸν ἐπεδείξαμεν, ὥστε καὶ ὁ νῦν ἐρωτώμενος ὑπὸ τοῦ Χρυσίππου λόγος

ἅμα ἐκείνῳ συνανῄρηται.

  1. 3. ἑαυτοῖς «λέγειν καὶ» Müller ‖
  2. (ἢ φ. διεξ.) del. v. Arnim: καὶ φ. δ. Müller
  3. καὶ διανοεῖσθαι ex καρδίαν νοεῖσθαι corr. H2: καὶ καρδίας ἐστὶ νοεῖσθαι Müller ‖
  4. 6. προσλαμβάνον H: corr. Ald. ‖
  5. αὐτῷ Kaibfleisch: αὐτὸ Η.
Γαληνός, Περὶ τῶν καθ' Ἱπποκράτη 3.7, 42-44, p. 220 De Lacy:

Κατὰ τὴν ἄποψή μου χρησιμοποιεῖ (ὁ Χρύσιππος) καὶ τώρα ἀκόμη τὸ

ἐπιχείρημα γιὰ τὴ φωνή. Τὸ δηλώνω ἐξ ὅσων ἀναφέρει συμπερασματικά·

«διότι ἀπὸ τὴ διάνοια», λέει, «πρέπει νὰ προέρχεται καὶ τὸ λέγειν καὶ τὸ

νὰ διαλέγεται κανεὶς μὲ τὸν ἑαυτό του, ὅπως καὶ τὸ νὰ διανοεῖται καὶ νὰ

διεξέρχεται μιὰ φωνὴ μέσα στὸν ἑαυτό του καὶ νὰ ἐκπέμπεται πρὸς τὰ

ἔξω.» (43) Γιατὶ ὡς πρώτη ὁμολογούμενη πρόταση λαμβάνει, ὅτι, τὸ νὰ

λέγει κανεὶς καὶ νὰ διαλέγεται μὲ τὸν ἑαυτό του, ἀνήκουν στὸ ἴδιο μέρος,

ἔπειτα ἐπιπρόσθετα δέχεται, ὅτι εἶναι ἔργο τῆς καρδιᾶς νὰ λέγει, καὶ ἀπὸ

τὶς δύο αὐτὲς προτάσεις συμπεραίνει ὅτι τὸ νὰ διαλέγεται κανεὶς μὲ τὸν

ἑαυτό του συμβαίνει μέσα στὴν καρδιά. (44) Ἔχουμε ὅμως στὸ προη-

γούμενο βιβλίο ἀποδείξει ὅτι τὸ διατυπωμένο ἀπὸ τὸν Ζήνωνα ἐπιχεί-

ρημα, ὅτι ἡ φωνὴ ἐκπέμπεται ἀπὸ τὴν καρδιά, εἶναι λανθασμένο, ἔτσι

ὥστε καὶ τώρα τὸ ἐπιχείρημα, ποὺ διατυπώνεται ἀπὸ τὸν Χρύσιππο, ἔχει

ἀναιρεθεῖ μαζὶ μ' ἐκεῖνο.

Σχόλια: 

ἀπ. 140, 140α, 141:
«μάλιστά πως περὶ τὴν καρδίαν» (ἀπ. 140):

Εἶναι ἡ γενικὴ ἄποψη τῶν Στωικῶν ὅτι ἕδρα τοῦ κεντρικοῦ ὀργάνου τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ἢ ὁ τόπος γύρω ἀπὸ τὴν καρδιά. Ἐλάχιστοι μόνον Στωικοὶ ἀπέκλιναν θεωρώντας ἕδρα τοῦ ἡγεμονικοῦ τὸν ἐγκέφαλο. (Δὲς ἀπ. 139: Ἀέτιος, Περὶ ἀρεσκ. 4. 21, 1-4). Πιθανότατα ὅμως νὰ πρόκειται περὶ ἐσφαλμένης ἀπόδοσης στοὺς Στωικοὺς μιᾶς πλατωνικῆς θεωρίας, ποὺ ἀπαντᾶ στὸν Τίμαιο.
Ἡ ἐπιχειρηματολογία ποὺ ἀνέπτυξαν οἱ Στωικοὶ ἀφορμᾶται ἀπὸ τὸν Ζήνωνα. Αὐτὸς πρῶτος τοποθέτησε τὸ ἡγεμονικὸ στὴν καρδιὰ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸν ὁ Χρύσιππος. Ὡστόσο λίγο πρὶν ἀπὸ τὸν Χρύσιππο ὁ ἐξέχων ἀλεξανδρινὸς γιατρὸς Ἡρόφιλος, ποὺ ἔζησε στὴν Ἀλεξάνδρεια περὶ τὸ 300 π.Χ., ἀνεκάλυψε τὸ νευρικὸ σύστημα καὶ τὴ λειτουργία τοῦ ἐγκεφάλου. Ἔτσι ἡ ἐπιχειρηματολογία ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Ζήνωνα καὶ ἰδιαίτερα τοῦ Χρυσίππου ἀντανακλᾶ τὶς συζητήσεις ποὺ γίνονταν, ὅπως τὴν ἀποδίδουν τὰ ἀπ. 140, 140α, 141. Μποροῦμε νὰ συνοψίσουμε τὰ ἐπιχειρήματα στὰ ἀκόλουθα σημεῖα:
1. Ἡ φωνή, ποὺ εἶναι φορέας τοῦ λόγου, ἔρχεται ἀπὸ τὸν φάρυγγα, δὲν ἐκπέμπεται ἑπομένως ἀπὸ τὸ κεφάλι, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς καρδιᾶς (Γαληνὸς ἀπ. 140). Πρόκειται γιὰ μιὰ ἀξιοσημείωτη θεωρία ποὺ συνδέει τὴ γλώσσα μὲ τὸν λόγο.
2. Ἡ ψυχὴ τρέφεται ἀπὸ τὸ αἷμα. Τὸ αἷμα διαδραματίζει σημαντικὸ ρόλο στὴν «πνευματικὴν» φύση τῆς ψυχῆς.
3. Ἡ καρδιὰ καὶ ἡ ψυχὴ βρίσκονται σὲ φυσικὴ ἐπαφὴ ἡ μιὰ μὲ τὴν ἄλλη καὶ συνιστοῦν τὴν ἑνότητα τῶν φυσιολογικῶν καὶ ψυχικῶν δυνάμεων τοῦ ζῶντος ὄντος.
Ὁ Γαληνὸς διαφωνώντας μὲ τὴν τοποθέτηση τῆς ἕδρας τοῦ ἡγεμονικοῦ στὴν καρδιὰ ἀναφέρεται ὡστόσο στοὺς Περιπατητικοὺς καὶ τοὺς Στωικοὺς (Περὶ ἐμβρ. 4.698, 2-9) καὶ κάνει μνεία τῶν ἀκόλουθων ἐπιχειρημάτων, ποὺ προβάλλουν: α) ὅτι ἡ καρδιὰ γεννιέται πρώτη β) ἡ καρδιὰ διαπλάθει ὅλα τὰ ἄλλα καὶ γ) τὸ βουλητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς ἔχει τὴν ἕδρα του στὴν καρδιά. Ὁ Χρύσιππος ὑπερασπίζοντας τὴ θέση τοῦ Ζήνωνος ἀναφέρει ἀνάμεσα στὰ ἄλλα, ὅτι δείχνοντας τὸ στῆθος λέμε: ἐγὼ τὸ λέω σὲ σένα αὐτὸ (Γαλ. II, 2, p. 172) καὶ ὅτι ἐτυμολογικὰ ἡ καρδιὰ ὡς κυρίαρχο μέρος, «κυριεῦον», προέρχεται ἀπὸ τὸ «κρατοῦν», γι' αὐτὸ λέγεται «κρατία» καρδία (Γαλ. ΙΙΙ, 5, 124, p. 295M). Ὁ Χρύσιππος στὸ ἔργο του «Περὶ ψυχῆς» ἐπιχειρηματολογώντας ἀναφέρεται στὶς λαϊκὲς δοξασίες, στοὺς ποιητές, στὶς αὐθόρμητες χειρονομίες, σὲ ἀλληγορικοὺς μύθους καὶ στὴν παρατήρηση ὅτι οἱ ψυχικὲς ταραχὲς κάνουν τὴν καρδιὰ νὰ συμπάσχει. Ἀκόμα καὶ ὁ στωικὸς γιατρὸς Ἐρασίστρατος, ποὺ ἐπιβεβαίωσε τὴν ἀνακάλυψη τοῦ Ἡρόφιλου μὲ δικές του ἔρευνες, κράτησε τὴν καρδιὰ ὡς ἕδρα τοῦ ζωτικοῦ πνεύματος.
Ὁ Ζήνων δὲν ἀκολουθεῖ τὸν Πλάτωνα, ποὺ τοποθετεῖ στὸν ἐγκέφαλο τὴν ἕδρα τῆς ψυχῆς. Ὁ Ὅμηρος, ὡς γνωστόν, τοποθετοῦσε τὰ συναισθήματα στοὺς πνεύμονες καὶ ὁ Ἐμπεδοκλῆς συνέδεε τὴν ψυχὴ μὲ τὸ αἷμα. Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀριστοτέλης τοποθετεῖ στὰ Μικρὰ Φυσικὰ τὴν κεντρικὴ αἰσθητηριακὴ δύναμη στὴν καρδιά. Ἔτσι ὁ Ζήνων συνεχίζει μιὰ μακρὰ παράδοση.