You are here

140

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Galenus, De placitis Hippocratis et Platonis 2.5, 6-24, p. 128-132 De Lacy:

Οὔκουν οὔθ' ὅτι πλησίον ἐγκεφάλου τὰ ὦτα καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ αἱ

ῥῖνες, ἐντεῦθεν αὐτοῖς ἡ τῆς αἰσθητικῆς δυνάμεώς ἐστιν ἀρχὴ οὔθ' ὅτι

πλησίον ἐστὶ καρδίας τὰ φωνητικά τε καὶ ἀναπνευστικὰ μόρια, διὰ τοῦτ'

ἐκ καρδίας αὐτοῖςἀρχή. (7) καὶ μὴν ὁ θαυμαζόμενος ὑπὸ τῶν Στωικῶν

λόγοςΖήνωνος, ὃν καὶ πρῶτον ἁπάντων ἔγραψεν ἐν τῷ Περὶ τοῦ τῆς

ψυχῆς ἡγεμονικοῦ ΔιογένηςΒαβυλώνιος, οὐκ ἐξ ἄλλου τινὸς ἔχει τὸ

θαυμάζεσθαι πλὴν οὗ νῦν εἶπον ἀξιώματος ἤδη. (8) εἴσῃ δ' ἐναργέστε-

ρον εἰ παραγράψαιμεν αὐτόν· ἔχει γὰρ ὧδε· «Φωνὴ διὰ φάρυγγος χωρεῖ.

εἰ δὲ ἦν ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου χωροῦσα, οὐκ ἂν διὰ φάρυγγος ἐχώρει. ὅθεν

δὲ λόγος, καὶ φωνὴ ἐκεῖθεν χωρεῖ. λόγος δὲ ἀπὸ διανοίας χωρεῖ, ὥστ' οὐκ

ἐν τῷ ἐγκεφάλῳ ἐστὶνδιάνοια.» (9) Τὸν αὐτὸν δὴ τοῦτον λόγον Διο-

γένης οὐ κατὰ τὴν αὐτὴν ἐρωτᾷ λέξιν, ἀλλ' ὧδε· «Ὅθεν ἐκπέμπεται

φωνή, καὶ ἡ ἔναρθρος, οὐκοῦν καὶ ἡ σημαίνουσα ἔναρθρος φωνὴ ἐκεῖ-

θεν, τοῦτο δὲ λόγος1 καὶ λόγος ἄρα ἐκεῖθεν ἐκπέμπεται ὅθεν καὶ ἡ φωνή.

(10) ἡ δὲ φωνὴ οὐκ ἐκ τῶν κατὰ τὴν κεφαλὴν τόπων ἐκπέμπεται ἀλλὰ

φανερῶς ἐκ τῶν κάτωθεν μᾶλλον, ἐκφανὴς γοῦν ἐστι διὰ2 τῆς ἀρτηρίας

διεξιοῦσα. καὶ ὁ λόγος ἄρα οὐκ ἐκ τῆς κεφαλῆς ἐκπέμπεται, ἀλλὰ κά-

τωθεν μᾶλλον. (11) ἀλλὰ μήν γε κἀκεῖνο ἀληθές, τὸ τὸν λόγον ἐκ τῆς

διανοίας ἐκπέμπεσθαι· ἔνιοι γοῦν ὁριζόμενοι αὐτόν φασιν εἶναι φωνὴν

σημαίνουσαν ἀπὸ διανοίας ἐκπεμπομένην. (12) καὶ ἄλλως δὲ πιθανὸν

ὑπὸ τῶν ἐννοιῶν ἐνσεσημασμένον3 τῶν ἐν τῇ διανοίᾳ καὶ οἷον ἐκτετυπω-

μένον ἐκπέμπεσθαι τὸν λόγον καὶ παρεκτείνεσθαι τῷ χρόνῳ4 κατά5 τε τὸ

διανενοῆσθαι καὶ τὴν κατὰ τὸ λέγειν ἐνέργειαν. (13) καὶ ἡ διάνοια ἄρα

οὐκ ἔστιν ἐν τῇ κεφαλῇ, ἀλλ' ἐν τοῖς κατωτέρω τόποις, μάλιστά πως περὶ

τὴν καρδίαν .» (14) Τοιοῦτος μέν σοι καὶ ὁ τοῦ Διογένους λόγος, ἔμπαλιν

ἢ κατὰ τὸν τοῦ Ζήνωνος εἰς μῆκος ῥήσεων ἐκτεταμένος, ὥστε ἐκείνῳ μὲν

ἐλλείπειν τινὰ τῶν ἀναγκαίων ἀξιωμάτων, πλεονάζειν δὲ τούτῳ. (15)

βούλομαι δὲ πρὶν ἐλέγχειν αὐτοὺς ἔτι καὶ τὸν τοῦ Χρυσίππου παραθέ-

σθαι τόνδε τὸν τρόπον ἔχοντα· «Εὔλογον δὲ εἰς ὃ γίγνονται αἱ ἐν τούτῳ6

σημασίαι καὶ ἐξ οὗ λόγος7, ἐκεῖνο εἶναι τὸ κυριεῦον τῆς ψυχῆς μέρος. (16)

οὐ γὰρ ἄλλη μὲν ἡ8 πηγὴ λόγου ἐστὶν ἄλλη δὲ διανοίας, οὐδὲ ἄλλη μὲν

φωνῆς πηγὴ ἄλλη δὲ λόγου, οὐδὲ τὸ ὅλον ἁπλῶς ἄλλη φωνῆς πηγή ἐστιν

ἄλλο δὲ τὸ κυριεῦον τῆς ψυχῆς μέρος.» (17) –τοιούτοις δὲ καὶ τὴν διά-

νοιαν συμφώνως ἀφοριζόμενοι λέγουσιν αὐτὴν πηγὴν εἶναι λόγου.– (18)

«τὸ γὰρ ὅλον ὅθενλόγος ἐκπέμπεται ἐκεῖσε δεῖ καὶ τὸν διαλογισμὸν

γίγνεσθαι καὶ τὰς διανοήσεις καὶ τὰς μελέτας τῶν ῥήσεων, καθάπερ

ἔφην. (19) ταῦτα δὲ ἐκφανῶς περὶ τὴν καρδίαν γίγνεται, ἐκ τῆς καρδίας

διὰ φάρυγγος καὶ τῆς φωνῆς καὶ τοῦ λόγου ἐκπεμπομένων. (20) πιθανὸν

δὲ καὶ ἄλλως, εἰς ὃ ἐνσημαίνεται τὰ λεγόμενα, καὶ σημαίνεσθαι ἐκεῖθεν

καὶ τὰς φωνὰς ἀπ' ἐκείνου γίγνεσθαι κατὰ τὸν προειρημένον τρόπον

(21) Ἅλις ἤδη μοι τῶν περὶ τῆς φωνῆς λόγων τῶν Στωικῶν· εἰ γὰρ καὶ

τοὺς ὑπὸ τῶν ἄλλων ἠρωτημένους ἐφεξῆς γράφοιμι σύμπαντας, εἰς -

μετρόν τι μῆκος ἐκπεσεῖται τὸ γράμμα. (22) οὐ γὰρ ἂν οὐδὲ τῶν ὑπὸ

Χρυσίππου τε καὶ Διογένους εἰρημένων ἐμνημόνευσα λόγων, ἀλλ' ἠρκέ-

σθην ἐξετάσας τὸν τοῦ Ζήνωνος μόνον, εἰ μὴ πρός τινα τῶν Στωικῶν

ἐγεγόνει μοί ποτε ἀμφισβήτησις ὑπὲρ τοῦ χωρεῖ ῥήματος, ὃ παρέλαβεν9

Ζήνων ἐν τῷ λόγῳ γράψας ὡδί· «φωνὴ διὰ φάρυγγος χωρεῖ.» (23) τὸ

γὰρ χωρεῖ τοῦτο ῥῆμα ἐγὼ μὲν ἠξίουν ἀκούειν ἐν ἴσῳ τῷ ἐξέρχεται

ἐκπέμπεται. ὁ δὲ τούτων μὲν μηδέτερον ἔφη σημαίνεσθαι πρὸς αὐτοῦ καὶ

τρίτον ἄλλο παρὰ ταῦτα λέγειν οὐκ εἶχεν. (24) ἠναγκάσθην οὖν αὐτῷ τὰ

τῶν ἄλλων Στωικῶν παραναγινώσκειν βιβλία μεταλαμβανόντων τὴν λέ

ξιν ἢ εἰς τὸ ἐξέρχεται ἢ εἰς τὸ ἐκπέμπεται, καθάπερ καὶ νῦν ἀπέδειξα Χρύ-

σιππόν τε καὶ Διογένην, μεθ' οὓς οὐκ ἀναγκαῖον ἡγοῦμαι τὰς τῶν ἄλλων

παραγράφειν ῥήσεις, ἀλλ' ἐπὶ τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν ἤδη τρέψομαι τὴν

ἀρχὴν ἀπὸ τοῦ Ζήνωνος ποιησάμενος, ὅσπερ δὴ καὶ πατήρ ἐστι τοῦ τε

περὶ τῆς φωνῆς λόγου τοῦδε καὶ ἁπάσης τῆς τῶν Στωικῶν αἱρέσεως.

  1. 14 bis ante λόγος add. C
  2. 16 ἐστι διὰ ] ἐστὶν ἐκ C
  3. 21 ἐνσεσημ.] σεσημ. C
  4. 22 χρόνῳ] λόγῳ C ‖
  5. κατά] fortasse παρά: (Müller)
  6. 29 ἐν τούτῳ] ἐν τύπῳ Cornarius: del. Müller
  7. 30 λόγος] ‹ὁ› λόγοςἐκπέμπεται Müller («» λ. v. Arnim quoque): sermo procedit Andernach in transl. Lat. (1534)
  8. 31 del. Müller
  9. 46 ὅπερ ἔλαβεν HC: corr. Müller.
Γαληνός, Περὶ τῶν καθ' Ἱπποκράτη 2.5, 6-24, p. 128-132 De Lacy:

Ὄχι λοιπὸν διότι εἶναι κοντὰ στὸν ἐγκέφαλο τὰ ἀφτιὰ καὶ τὰ μάτια καὶ

οἱ μύτες, ἀπ' ἐκεῖ εἶναι γι' αὐτὰ ἡ ἀρχὴ τῆς δύναμης τῆς αἰσθήσεως, οὔτε

διότι εἶναι κοντὰ στὴν καρδιὰ τὰ φωνητικὰ καὶ τὰ ἀναπνευστικὰ μέρη,

γι' αὐτὸ καὶ ἡ ἀρχή τους εἶναι ἀπ' τὴν καρδιά. (7) Καὶ τὸ θαυμαζόμενο

ἀπὸ τοὺς Στωικοὺς ἐπιχείρημα τοῦ Ζήνωνος, ποὺ ἀναφέρει ὁ Διογένης ὁ

Βαβυλώνιος στὸ βιβλίο του «Περὶ τοῦ ἡγεμονικοῦ τῆς ψυχῆς», καὶ μά-

λιστα στὴν ἀρχή, δὲν θαυμάζεται γιὰ κανένα ἄλλο λόγο, παρὰ μόνο ἀπὸ

τὴν πρόταση ποὺ τώρα δὰ εἶπα. (8) Αὐτὸ θὰ τὸ μάθεις σαφέστερα, ἂν τὸ

προσθέσω· γιατὶ ἔχει ὡς ἀκολούθως· «Ἡ φωνὴ ἔρχεται διὰ τοῦ φάρυγ-

γος. Ἂν ἐρχόταν ἀπὸ τὸν ἐγκέφαλο, δὲν θὰ ἐρχόταν ἀπὸ τὸν φάρυγγα.

Κι' ἀπ' ὅπου ὁ λόγος καὶ ἡ φωνὴ ἀπ' ἐκεῖ ἔρχεται. Ὁ λόγος ὅμως ἔρχεται

ἀπὸ τὴ διάνοια, ὥστε δὲν βρίσκεται στὸν ἐγκέφαλο ἡ διάνοια.» (9) Τὸ

ἴδιο ἐπιχείρημα τὸ διατυπώνει ὁ Διογένης, ὄχι ὅμως μὲ τὶς ἴδιες λέξεις,

ἀλλὰ ὡς ἑξῆς· «ἀπ' ὅπου ἐκπέμπεται ἡ φωνή, καὶ ἡ ἔναρθρη, ἀπ' ἐκεῖ καὶ

ἡ σημαίνουσα ἔναρθρη φωνή, κι' αὐτὸ εἶναι ὁ λόγος, καὶ ὁ λόγος ἄρα ἀπ'

ἐκεῖ ἐκπέμπεται ἀπ' ὅπου καὶ ἡ φωνή. (10) ἡ φωνὴ δὲν ἐκπέμπεται ὅμως

ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς κεφαλῆς ἀλλὰ φανερὰ ἀπὸ τὴν πιὸ κάτω περιοχή.

Γιατὶ περνᾶ ἔκδηλα διὰ μέσου τῶν ἀεροφόρων ἀγγείων. Καὶ ὁ λόγος

ἄρα δὲν ἐκπέμπεται ἀπὸ τὴν κεφαλὴ ἀλλὰ μᾶλλον ἀπὸ πιὸ κάτω. (11)

Ἀλλ' ὅμως κι' ἐκεῖνο εἶναι ἀλήθεια, τὸ ὅτι ὁ λόγος ἐκπέμπεται ἀπὸ τὴ

διάνοια. Μερικοὶ γι' αὐτὸ ὁρίζοντάς τον λένε ὅτι εἶναι φωνὴ σημαίνουσα

ἐκπεμπόμενη ἀπὸ τὴ διάνοια. (12) Ἐξ ἄλλου εἶναι πιθανόν, ὅτι ὁ λόγος

ἐνσημασμένος ἀπὸ τὶς ἔννοιες ποὺ βρίσκονται στὴ διάνοια καὶ σὰν ἐκτυ-

πωμένος ἐκπέμπεται καὶ ἐπεκτείνεται σὲ χρόνο σύμφωνα μὲ τὴν ἐνέργεια

τοῦ διανοεῖσθαι καὶ τοῦ λέγειν. (13) Ἄρα καὶ ἡ διάνοια δὲν εἶναι στὴν

κεφαλή, ἀλλὰ μέσα στὶς κατώτερες περιοχές, καὶ μάλιστα στὴν περιοχὴ

τῆς καρδιᾶς.» (14) Τέτοιο εἶναι καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ Διογένη. Ὡς πρὸς τ

ὸ μῆκος τῆς διατύπωσης ἀποτελεῖ ἀντίθεση πρὸς ἐκεῖνο τοῦ Ζήνωνος,

ὥστε ἀπ' ἐκεῖνο τὸ τελευταῖο νὰ ἐλλείπουν μερικὲς ἀπὸ τὶς ἀναγκαῖες

προτάσεις, ἐνῶ σὲ τοῦτο νὰ πλεονάζουν. (15) Θέλω ὡστόσο, προτοῦ

ἀνατρέψω αὐτὰ (τὰ ἐπιχειρήματα), νὰ παραθέσω καὶ τὸ ἐπιχείρημα

τοῦ Χρυσίππου ποὺ ἔχει ὡς ἑξῆς: «Εἶναι εὔλογο, ὅτι ἐκεῖνο εἶναι τὸ

κυριαρχικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, στὸ ὁποῖο οἱ σημασίες ποὺ περιέχονται

στὸν λόγο εἰσέρχονται καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὁ λόγος προέρχεται. (16) Γιατὶ

δὲν εἶναι ἄλλη ἡ πηγὴ τοῦ λόγου καὶ ἄλλη τῆς διάνοιας, οὔτε ἄλλη ἡ πηγὴ

τῆς φωνῆς ἄλλη δὲ τοῦ λόγου, οὔτε εἶναι, γιὰ νὰ μιλήσουμε ἁπλῶς γιὰ τὸ

ὅλο, ἡ πηγὴ τῆς φωνῆς κάτι ἄλλο ἀπὸ τὸ κυριαρχικὸ μέρος τῆς ψυχῆς.»

(17) Σὲ συμφωνία μὲ τέτοιες θέσεις ὁρίζοντας τὴ διάνοια λένε ὅτι αὐτὴ ε

ἶναι ἡ πηγὴ τοῦ λόγου. (18) «Γιατὶ γενικὰ ἀπ' ὅπου ἐκπέμπεται ὁ λόγος

πρὸς τὰ ἐκεῖ γίνονται καὶ ὁ διαλογισμὸς καὶ τὰ διανοήματα καὶ ἡ προ-

ετοιμασία τῶν ὁμιλιῶν, ὅπως ἀνέφερα. (19) Αὐτὰ ὅμως συμβαίνουν προ-

φανῶς στὴν περιοχὴ τῆς καρδιᾶς, ἀπὸ τὴν καρδιὰ διὰ τοῦ φάρυγγος

ἐκπέμπονται καὶ ἡ φωνὴ καὶ ὁ λόγος. (20) Εἶναι ἐξ ἄλλου πιθανόν, σ'

ἐκεῖνο ὅπου σηματοδοτοῦνται τὰ λεγόμενα, ἀπ' ἐκεῖ νὰ προέρχονται καὶ

οἱ φωνὲς κατὰ τὸν τρόπο, ποὺ περιγράψαμε προηγουμένως.» (21) Ἀρ-

κετὰ μοῦ εἶναι ὅσα εἶπα γιὰ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν Στωικῶν σχετικὰ μὲ τὴ

 φωνὴ· γιατὶ, ἂν ἔγραφα ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, ποὺ ἐξέφεραν οἱ ἄλλοι

Στωικοί, θὰ ξέπεφτε ἡ γραφή μου σὲ ἄμετρο μῆκος. (22) Γιατὶ δὲν ἔπρεπε

νὰ μνημονεύσω τὰ ἐπιχειρήματα οὔτε τοῦ Χρυσίππου, οὔτε τοῦ Διογένη,

ἀλλὰ θὰ μοῦ ἦταν ἀρκετὸ νὰ ἐλέγξω ἐκεῖνα μόνο τοῦ Ζήνωνος, ἂν δὲν

μοῦ εἶχε συμβεῖ κάποτε νὰ ἔρθω σὲ ἀμφισβήτηση μὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς

Στωικοὺς γιὰ τὸ ρῆμα «χωρεῖ», ποὺ χρησιμοποίησε ὁ Ζήνων στὸ ἐπιχεί-

ρημά του γράφοντας ὡς ἑξῆς· «ἡ φωνὴ χωρεῖ διὰ τοῦ φάρυγγος.» (23)

Εἶχα δηλ. ἐγὼ τὴ γνώμη ὅτι αὐτὸ τὸ ρῆμα θὰ εἶχε τὴν ἴδια σημασία ὅπως

τὸ «ἐξέρχεται» ἢ «ἐκπέμπεται». Αὐτὸς ὅμως (ὁ Στωικὸς) ἔλεγε ὅτι τίποτα

ἀπ' αὐτὰ δὲν σημαίνει ἀλλὰ δὲν εἶχε νὰ πεῖ μιὰ διαφορετικὴ ἀπ' αὐτὲς

σημασία. (24) Ἀναγκάστηκα λοιπὸν νὰ συγκρίνω μ' αὐτὸν τὰ βιβλία τῶν

ἄλλων Στωικῶν ποὺ ἀνταλλάσσουν τὴ λέξη ἢ μὲ τὸ «ἐξέρχεται» ἢ μὲ τὸ

«ἐκπέμπεται», ὅπως ἀπέδειξα καὶ τώρα μὲ τὸν Χρύσιππο καὶ τὸν Διο-

γένη, μετὰ τοὺς ὁποίους δὲν νομίζω ἀναγκαῖο νὰ ἀναφέρω τὶς ρήσεις

τῶν ἄλλων, ἀλλὰ θὰ τραπῶ στὴν ἄσκηση κριτικῆς ἐναντίον τους κάνο-

ντας τὴν ἀρχὴ ἀπὸ τὸν Ζήνωνα, ποὺ εἶναι καὶ ὁ πατέρας αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ

ἐπιχειρήματος γιὰ τὴ φωνὴ καὶ ὅλης τῆς Σχολῆς τῶν Στωικῶν.

Σχόλια: 

ἀπ. 140, 140α, 141:
«μάλιστά πως περὶ τὴν καρδίαν» (ἀπ. 140):
Εἶναι ἡ γενικὴ ἄποψη τῶν Στωικῶν ὅτι ἕδρα τοῦ κεντρικοῦ ὀργάνου τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ἢ ὁ τόπος γύρω ἀπὸ τὴν καρδιά. Ἐλάχιστοι μόνον Στωικοὶ ἀπέκλιναν θεωρώντας ἕδρα τοῦ ἡγεμονικοῦ τὸν ἐγκέφαλο. (Δὲς ἀπ. 139: Ἀέτιος, Περὶ ἀρεσκ. 4. 21, 1-4). Πιθανότατα ὅμως νὰ πρόκειται περὶ ἐσφαλμένης ἀπόδοσης στοὺς Στωικοὺς μιᾶς πλατωνικῆς θεωρίας, ποὺ ἀπαντᾶ στὸν Τίμαιο.
Ἡ ἐπιχειρηματολογία ποὺ ἀνέπτυξαν οἱ Στωικοὶ ἀφορμᾶται ἀπὸ τὸν Ζήνωνα. Αὐτὸς πρῶτος τοποθέτησε τὸ ἡγεμονικὸ στὴν καρδιὰ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸν ὁ Χρύσιππος. Ὡστόσο λίγο πρὶν ἀπὸ τὸν Χρύσιππο ὁ ἐξέχων ἀλεξανδρινὸς γιατρὸς Ἡρόφιλος, ποὺ ἔζησε στὴν Ἀλεξάνδρεια περὶ τὸ 300 π.Χ., ἀνεκάλυψε τὸ νευρικὸ σύστημα καὶ τὴ λειτουργία τοῦ ἐγκεφάλου. Ἔτσι ἡ ἐπιχειρηματολογία ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Ζήνωνα καὶ ἰδιαίτερα τοῦ Χρυσίππου ἀντανακλᾶ τὶς συζητήσεις ποὺ γίνονταν, ὅπως τὴν ἀποδίδουν τὰ ἀπ. 140, 140α, 141. Μποροῦμε νὰ συνοψίσουμε τὰ ἐπιχειρήματα στὰ ἀκόλουθα σημεῖα:
1. Ἡ φωνή, ποὺ εἶναι φορέας τοῦ λόγου, ἔρχεται ἀπὸ τὸν φάρυγγα, δὲν ἐκπέμπεται ἑπομένως ἀπὸ τὸ κεφάλι, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς καρδιᾶς (Γαληνὸς ἀπ. 140). Πρόκειται γιὰ μιὰ ἀξιοσημείωτη θεωρία ποὺ συνδέει τὴ γλώσσα μὲ τὸν λόγο.
2. Ἡ ψυχὴ τρέφεται ἀπὸ τὸ αἷμα. Τὸ αἷμα διαδραματίζει σημαντικὸ ρόλο στὴν «πνευματικὴν» φύση τῆς ψυχῆς.
3. Ἡ καρδιὰ καὶ ἡ ψυχὴ βρίσκονται σὲ φυσικὴ ἐπαφὴ ἡ μιὰ μὲ τὴν ἄλλη καὶ συνιστοῦν τὴν ἑνότητα τῶν φυσιολογικῶν καὶ ψυχικῶν δυνάμεων τοῦ ζῶντος ὄντος.
Ὁ Γαληνὸς διαφωνώντας μὲ τὴν τοποθέτηση τῆς ἕδρας τοῦ ἡγεμονικοῦ στὴν καρδιὰ ἀναφέρεται ὡστόσο στοὺς Περιπατητικοὺς καὶ τοὺς Στωικοὺς (Περὶ ἐμβρ. 4.698, 2-9) καὶ κάνει μνεία τῶν ἀκόλουθων ἐπιχειρημάτων, ποὺ προβάλλουν: α) ὅτι ἡ καρδιὰ γεννιέται πρώτη β) ἡ καρδιὰ διαπλάθει ὅλα τὰ ἄλλα καὶ γ) τὸ βουλητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς ἔχει τὴν ἕδρα του στὴν καρδιά. Ὁ Χρύσιππος ὑπερασπίζοντας τὴ θέση τοῦ Ζήνωνος ἀναφέρει ἀνάμεσα στὰ ἄλλα, ὅτι δείχνοντας τὸ στῆθος λέμε: ἐγὼ τὸ λέω σὲ σένα αὐτὸ (Γαλ. II, 2, p. 172) καὶ ὅτι ἐτυμολογικὰ ἡ καρδιὰ ὡς κυρίαρχο μέρος, «κυριεῦον», προέρχεται ἀπὸ τὸ «κρατοῦν», γι' αὐτὸ λέγεται «κρατία» καρδία (Γαλ. ΙΙΙ, 5, 124, p. 295M). Ὁ Χρύσιππος στὸ ἔργο του «Περὶ ψυχῆς» ἐπιχειρηματολογώντας ἀναφέρεται στὶς λαϊκὲς δοξασίες, στοὺς ποιητές, στὶς αὐθόρμητες χειρονομίες, σὲ ἀλληγορικοὺς μύθους καὶ στὴν παρατήρηση ὅτι οἱ ψυχικὲς ταραχὲς κάνουν τὴν καρδιὰ νὰ συμπάσχει. Ἀκόμα καὶ ὁ στωικὸς γιατρὸς Ἐρασίστρατος, ποὺ ἐπιβεβαίωσε τὴν ἀνακάλυψη τοῦ Ἡρόφιλου μὲ δικές του ἔρευνες, κράτησε τὴν καρδιὰ ὡς ἕδρα τοῦ ζωτικοῦ πνεύματος.
Ὁ Ζήνων δὲν ἀκολουθεῖ τὸν Πλάτωνα, ποὺ τοποθετεῖ στὸν ἐγκέφαλο τὴν ἕδρα τῆς ψυχῆς. Ὁ Ὅμηρος, ὡς γνωστόν, τοποθετοῦσε τὰ συναισθήματα στοὺς πνεύμονες καὶ ὁ Ἐμπεδοκλῆς συνέδεε τὴν ψυχὴ μὲ τὸ αἷμα. Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀριστοτέλης τοποθετεῖ στὰ Μικρὰ Φυσικὰ τὴν κεντρικὴ αἰσθητηριακὴ δύναμη στὴν καρδιά. Ἔτσι ὁ Ζήνων συνεχίζει μιὰ μακρὰ παράδοση.