You are here

139

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Aetius, Placita 4.21, 1-4 = [Plutarchus], De plac. philos. 903 A-C:

Οἱ Στωικοί φασιν εἶναι τῆς ψυχῆς ἀνώτατον μέρος τὸ ἡγεμονικὸν  τὸ

ποιοῦν τὰς φαντασίας καὶ συγκαταθέσεις καὶ αἰσθήσεις καὶ ὁρμάς· καὶ

τοῦτο λογισμὸν καλοῦσιν. ἀπὸ δὲ τοῦ ἡγεμονικοῦ ἑπτὰ μέρη ἐστὶ τῆς

ψυχῆς ἐκπεφυκότα καὶ ἐκτεινόμενα εἰς τὸ σῶμα, καθάπερ αἱ ἀπὸ τοῦ

  πολύποδος πλεκτάναι· τῶν δ' ἑπτὰ μερῶν τῆς ψυχῆς πέντε μέν εἰσι τὰ

αἰσθητήρια, ὅρασις ὄσφρησις ἀκοὴ γεῦσις καὶ ἁφή· ὧν ἡ μὲν ὅρασίς ἐστι

πνεῦμα διατεῖνον ἀπὸ τοῦ ἡγεμονικοῦ μέχρις ὀφθαλμῶν, ἀκοὴ δὲ πνεῦ-

μα διατεῖνον ἀπὸ τοῦ ἡγεμονικοῦ μέχρις ὤτων, ὄσφρησις δὲ πνεῦμα

διατεῖνον ἀπὸ τοῦ ἡγεμονικοῦ μέχρι μυκτήρων (λεπτῦνον)1, γεῦσις δὲ

πνεῦμα διατεῖνον ἀπὸ τοῦ ἡγεμονικοῦ μέχρι γλώττης, ἁφὴ δὲ πνεῦμα

διατεῖνον ἀπὸ τοῦ ἡγεμονικοῦ μέχρις ἐπιφανείας εἰς θίξιν εὐαίσθητον

τῶν προσπιπτόντων. τῶν δὲ λοιπὸν τὸ2 μὲν λέγεται σπέρμα, ὅπερ καὶ

αὐτὸ πνεῦμά ἐστι διατεῖνον ἀπὸ τοῦ ἡγεμονικοῦ μέχρι τῶν παραστατῶν·

τὸ δὲ «φωνᾶεν» ὑπὸ τοῦ Ζήνωνος εἰρημένον, ὃ καὶ φωνὴν καλοῦσιν, ἐστὶ

πνεῦμα διατεῖνον ἀπὸ τοῦ ἡγεμονικοῦ μέχρι φάρυγγος καὶ γλώττης καὶ

τῶν οἰκείων ὀργάνων. αὐτὸ δὲ τὸ ἡγεμονικὸν ὥσπερ ἐν κόσμῳ3 κατοικεῖ

ἐν τῇ ἡμετέρᾳ σφαιροειδεῖ κεφαλῇ.

  1. 9 [λεπτῦνον] del. Reiske
  2. 12 τὸ Diels (sec. Ps.-Galenum): Ω
  3. 16 post κόσμῳ add. ‹ἥλιος Diels in app. crit.
Ἀέτιος, Περὶ ἀρεσκόντων 4.21, 1-4:

Οἱ Στωικοὶ λένε ὅτι τὸ ἀνώτατο μέρος τῆς ψυχῆς εἶναι τὸ ἡγεμονικὸ (τὸ

καθοδηγητικὸ) μέρος, ποὺ παράγει τὶς παραστάσεις καὶ τὶς συγκαταθέ-

σεις καὶ τὶς αἰσθήσεις καὶ τὶς ὁρμές· κι' αὐτὸ τὸ καλοῦν καὶ λογισμό. Ἀπὸ

δὲ τὸ ἡγεμονικὸ ἐκφύονται ἑπτὰ μέρη τῆς ψυχῆς ἐκτεινόμενα στὸ σῶμα,

ὅπως οἱ πλεκτάνες τοῦ πολύποδα· ἀπὸ τὰ ἑπτὰ αὐτὰ μέρη τῆς ψυχῆς

πέντε εἶναι τὰ αἰσθητήρια ὄργανα, ἡ ὅραση, ἡ ὄσφρηση, ἡ ἀκοή, ἡ γεύση

καὶ ἡ ἁφή· ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἡ ὅραση εἶναι ρεῦμα πνοῆς ποὺ ἐκτείνεται ἀπὸ

τὸ ἡγεμονικὸ μέχρι τὰ μάτια, ἡ ἀκοὴ ρεῦμα πνοῆς ποὺ ἐκτείνεται ἀπὸ τὸ

ἡγεμονικὸ μέχρι τὰ ἀφτιά, ἡ ὄσφρηση δὲ ρεῦμα πνοῆς ποὺ ἐκτείνεται

ἀπὸ τὸ ἡγεμονικὸ μέχρι τὰ ρουθούνια, ἡ γεύση πάλι ρεῦμα πνοῆς ποὺ

ἐκτείνεται ἀπὸ τὸ ἡγεμονικό μέχρι τὴ γλώσσα, ἡ ἁφὴ τέλος ρεῦμα πνοῆς

ποὺ ἐκτείνεται ἀπὸ τὸ ἡγεμονικὸ μέχρι τὴν ἐπιφάνεια (τοῦ δέρματος)

εὐαίσθητο στὸ ἄγγιμα τῶν πραγμάτων ποὺ προσπίπτουν πάνω σ' αὐτό.

Ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα μέρη τὸ μὲν ἕνα λέγεται σπέρμα, ποὺ εἶναι τὸ ρεῦμα

πνοῆς ποὺ ἐκτείνεται ἀπὸ τὸ ἡγεμονικὸ μέχρι τοὺς ὄρχεις· τὸ δὲ «φωνᾶ-

εν» ποὺ ἔτσι κάλεσε ὁ Ζήνων, αὐτὸ ποὺ λένε φωνὴ (γλώσσα), εἶναι τὸ

ρεῦμα πνοῆς ποὺ ἐκτείνεται ἀπὸ τὸ ἡγεμονικὸ μέχρι τὸν φάρυγγα καὶ τὴ

γλώσσα καὶ τὰ οἰκεῖα ὄργανα. Αὐτὸ ὅμως τὸ ἴδιο τὸ ἡγεμονικὸ κατοικεῖ

ὅπως μέσα σ' ἕνα κόσμο στὴ σφαιροειδή μας κεφαλή.

Σχόλια: 

ἀπ. 139:
Παρὰ τὴν ὀκταμερὴ διαίρεση, ποὺ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ πολλὲς πηγές, φαίνεται ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς ψυχῆς ἀποτελεῖ βασικὴ ἀρχὴ γιὰ τοὺς Στωικούς. Ὁ Stein (Psych.1, σσ. 119, 122) λέει χαρακτηριστικά, ὅτι πρέπει νὰ μιλοῦμε γιὰ λειτουργίες περισσότερο παρὰ γιὰ μέρη τῆς ψυχῆς. Ἡ εἰκόνα τοῦ χταποδιοῦ ποὺ ἁπλώνεται σ' ὅλα τὰ ὄργανα τῆς ψυχῆς ἐπιβεβαιώνει αὐτὴ τὴ δυναμικὴ ἑνότητα. Βλ. ἐπίσης Σέξτος, Μαθ. 7. 234: «φασὶ γὰρ ψυχὴν λέγεσθαι διχῶς, τό τε συνέχον τὴν ὅλην σύγκρισιν καὶ κατ' ἰδίαν τὸ ἡγεμονικόν».
Τὸ ἡγεμονικὸν (ὡς αὐτὸ ποὺ ἡγεῖται, ἄρχει) χρησιμοποιεῖται ὡς οὐσιαστικὸ γιὰ πρώτη φορὰ στὴ φιλοσοφία μὲ τὴ σημασία, ποὺ τοῦ ἀποδίδει ὁ Ζήνων. Τὸ ἡγεμονικὸν εἶναι τὸ μέρος τῆς ψυχῆς μὲ τὴ μεγαλύτερη ἐξουσία, κυριώτατον (Διογ. Λ. 7. 159). Αὐτὸ ἡγεῖται ὅλων τῶν ἄλλων λειτουργιῶν, εἶναι τὸ κέντρο προσταγῶν ὅλων τῶν ἐκδηλώσεων τῆς ψυχῆς καὶ ἔχει τὴν ἕδρα του στὴν καρδιά. Ἀπὸ τὸ ἡγεμονικὸ ἁπλώνονται ὡς «διατείνοντα πνεύματα», δηλ. ὡς πνευματικοὶ τόνοι ἢ ρεύματα, ἑπτὰ λειτουργίες ποὺ φτάνουν στὰ μάτια, στὰ ἀφτιά, στὸ στόμα, στὴ μύτη, στὸ δέρμα γιὰ νὰ μεταφέρουν τὶς παρορμήσεις τῶν αἰσθήσεων, στὰ ὄργανα τῆς φωνῆς, γιὰ νὰ τὰ κινήσουν καὶ στὰ γενετήσια ὄργανα. Τὸ ἴδιο τὸ ἡγεμονικὸ ἐμπεριέχει, ὅπως εἴδαμε, τὶς δυνάμεις τῆς φαντασίας, τῆς συγκατάθεσης, τῆς ὁρμῆς, τῶν παθῶν καὶ τοῦ λόγου. Τὸ «ἡγεμονικὸν» τοῦ ζώου στερεῖται λόγου.
Τὴν ἔννοια τοῦ τόνου τὴν κληρονόμησαν οἱ Στωικοὶ ἀπὸ τὸν Ἡράκλειτο (παλίντονος ἁρμονίη, DK 51). Ὁ τόνος στοὺς Στωικούς, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Long (Ἑλληνιστικὴ φιλοσοφία2, σ. 252), δὲν σημαίνει ἁπλῶς τὴν κίνηση ὡς μεταβολὴ θέσης. Εἶναι, ὅπως τὴν περιγράφει ὁ Ἀλέξανδρος Ἀφροδισιεύς, «κάτι ποὺ κινεῖται συγχρόνως ἀπὸ τὸν ἑαυτό του καὶ πρὸς τὸν ἑαυτό του» (SVF3 2. 442). Εἶναι μιὰ κίνηση ποὺ κατευθύνεται συγχρόνως πρὸς τὰ μέσα καὶ πρὸς τὰ ἔξω, σύμφωνα μὲ τὸν Νεμέσιο (SVF3 2.451). Ἔτσι τὸ πνεῦμα συνέχει τὸ σύμπαν, ὅπως συνέχει κάθε ἐπὶ μέρους σῶμα, ὀργανικὸ ἢ ἀνόργανο, μὲ διαφορετικὴ ὡστόσο διάταξη κάθε φορά.
Τὸ ἡγεμονικὸν γίνεται στὸν Κλεάνθη «ἡγεμονικὸν τοῦ κόσμου», ἐννοώντας τὸν ἥλιο. Προβάλλει ἡ σχέση μικρόκοσμου-μακρόκοσμου.
Ἡ τοποθέτηση τῆς ἕδρας τοῦ ἡγεμονικοῦ στὸ κεφάλι ἀποτελεῖ μιὰ ἐξαίρεση, ποὺ δὲν διαψεύδει τὴ βασικὴ πεποίθηση τῶν Στωικῶν, ὅτι ἕδρα τοῦ κεντρικοῦ ὀργάνου τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ καρδιά. Δὲς ἀπ. 140, 141, 141α. Ἴσως πρόκειται γιὰ μιὰ κατὰ λάθος ἀπόδοση τῆς πλατωνικῆς αὐτῆς ἄποψης στοὺς Στωικούς.
Τὴν ἑνότητα τῆς ψυχῆς τὴν ἐπιβεβαιώνει τὸ ἡγεμονικὸ ὡς αὐτό, ἀπ' ὅπου ὅλα τὰ ἄλλα πνεύματα ἐκτείνονται. Ἡ εἰκόνα τοῦ χταποδιοῦ ἢ τῆς ἀράχνης (Χρύσιππος, SVF3 II 879) μὲ τὰ πλοκάμια, ποὺ ἁπλώνονται σ' ὅλα τὰ μέρη της, δείχνει αὐτὴ τὴν ἑνότητα τῆς ψυχῆς ποὺ δέχεται τοὺς ἐρεθισμοὺς καὶ ποὺ ἀνταποκρίνεται καὶ διευθύνει μέσῳ τῶν ρημάτων ποὺ ἐκπέμπει.
Οἱ δυνάμεις τοῦ ἡγεμονικοῦ δὲν διακρίνονται παρὰ μόνο ὡς ἰδιότητες τοῦ ἰδίου ὑποκειμένου (Δὲς ἀπ. 137). Ὅπως δηλ. τὸ μῆλο στὸ ἴδιο σῶμα ἔχει τὴ γλυκύτητα καὶ τὴν εὐωδιά, ἔτσι καὶ τὸ ἡγεμονικὸ συμπεριλαμβάνει στὸ ἴδιο καὶ τὴ φαντασία καὶ τὴ συγκατάθεση καὶ τὴν ὁρμὴ καὶ τὸν λόγο. (ἀπ. 137α).
Οἱ διάφορες λοιπὸν δραστηριότητες τῆς ψυχῆς σχετίζονται πρὸς τὸ σύνολο τῆς ψυχῆς ὅπως οἱ ἰδιότητες ἑνὸς συγκεκριμένου πράγματος πρὸς τὴν οὐσία του.
Γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς ψυχῆς πρβλ. Ἀλεξ. Ἀφρ. Περὶ Ψ. p. 118, 6 Bruns «Ὅτι μία ἡ τῆς ψυχῆς δύναμις, ὡς τὴν αὐτήν πως ἔχουσαν, ποτὲ μὲν διανοεῖσθαι, ποτὲ δὲ ὀργίζεσθαι, ποτὲ δὲ ἐπιθυμεῖν παρὰ τὸ μέρος», ποὺ ἀποτελεῖ ἀναφορὰ στὸν Χρύσιππο. Ἐπίσης Σέξτος Πυρρ. ΙΙ 81 «Ἡ δὲ ἐπιστήμη πως ἔχον ἡγεμονικόν, ὥσπερ καὶ ἥ πως ἔχουσα χεὶρ πυγμή, τὸ δὲ ἡγεμονικὸν σῶμα· ἔστι γὰρ κατ' αὐτοὺς πνεῦμα».
Ὁ ὅρος «πὼς ἔχον» δηλώνει μιὰ ὁρισμένη κατάσταση: τὰ πάθη, οἱ ὁρμές, ἡ γνώση εἶναι τέτοιες καταστάσεις τοῦ ἡγεμονικοῦ.
Τὴν ἑνότητα τῆς ψυχῆς τὴ συνέλαβε ὁ Ζήνων καὶ τὴ στερέωσε μὲ ἐπιχειρήματα ὁ Χρύσιππος. Αὐτὴν ἀπέρριψε ὁ Ποσειδώνιος, ποὺ ἐπέστρεψε στὴν τριμερὴ πλατωνικὴ διαίρεση (Γαληνός, Περὶ ἀρεσκ. 4. 3, 2-5, ὡς καὶ 4. 7, 24-41 καὶ 5. 5, 8). Στὸν Παναίτιο συναντοῦμε τὴ διμερὴ ἀριστοτελικὴ διαίρεση (Γαληνὸς Περὶ ἀρεσκ. 4. 2, 10-18).

  1. Stein, L. (1886), Die Psychologie der Stoa, Vols. 1-2, Berliner Studien für classische Philologie und Archaeologie Berlin.
  2. Long, A. A. (1987), Ἡ Ἑλληνιστικὴ Φιλοσοφία. Στωικοί, Ἐπικούρειοι, Σκεπτικοί, μτφρ. Δημόπουλος, Στ. και Δραγώνα-Μονάχου, Μ. Ἀθήνα.
  3. von Armin, J. (1964), Stoicorum Veterum Fragmenta, Vols. I-IV, Stuttgart.a↑ b↑ c↑