You are here

210γ

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Cicero, De finibus bonorum et malorum 3.50, 54:

Deinceps explicatur differentia rerum, quam si non ullam esse diceremus,

confunderetur omnis vita, ut ab Aristone , neque ullum sapientiae munus aut

opus inveniretur, cum inter res eas, quae ad vitam degendam pertinerent, nihil

omnino interesset, neque ullum dilectum adhiberi oporteret. itaque cum esset

satis constitutum id solum esse bonum, quod esset honestum, et id malum

solum, quod turpe, tum inter illa, quae nihil valerent ad beate misereve viven-

dum, aliquid tamen, quod differret, esse voluerunt... (54) recte igitur haec facta

distinctio est, atque etiam ab iis, quo facilius res perspici possit, hoc simile

ponitur: Ut enim, inquiunt, si hoc fingamus esse quasi finem et ultimum, ita

iacere talum, ut rectus adsistat, qui ita talus erit iactus, ut cadat rectus, prae-

positum quiddam habebit ad finem, qui aliter, contra, neque tamen illa prae-

positio tali ad eum, quem dixi, finem pertinebit, sic ea, quae sunt praeposita,

referuntur illa quidem ad finem, sed ad eius vim naturamque nihil pertinent.

Cicero, De finibus bon. et mal. 3.50, 54:

Ἀπ' ἐδῶ ἐξηγεῖται ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν πραγμάτων. Ἂν ἰσχυριζόμα-

σταν, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμιὰ διαφορά, τότε ὅλη ἡ ζωὴ θὰ ἔπεφτε σὲ μιὰ

σύγχυση, ὅπως στὸν Ἀρίστωνα, καὶ δὲν θὰ βρισκόταν κανένα ἔργο ἢ

λειτουργία γιὰ τὴ σοφία· γιατὶ δὲν θὰ ὑφίστατο καμμιὰ διαφορὰ ἀνάμε-

σα στὰ πράγματα, ποὺ ἀνήκουν στὸν τρόπο διαβίωσης, καὶ δὲν θὰ χρεια-

ζόταν νὰ κάνουμε καμιὰ ἐπιλογή. Ἔτσι, μ' ὅλο ποὺ καθορίστηκε ἱκανο-

ποιητικὰ ὅτι τὸ ἀγαθὸ μόνο εἶναι ἡ ἀρετὴ καὶ τὸ κακὸ μόνο ἡ κακία, γι'

αὐτὸ θέλησαν οἱ Στωικοὶ νὰ ὑπάρχει μιὰ διαφορὰ ἀνάμεσα στὰ πράγμα-

τα, ποὺ δὲν ἔχουν σημασία γιὰ τὴν εὐδαιμονία ἢ τὴ δυστυχία στὴ ζωή,

ὥστε μερικὰ νὰ εἶναι ἄξια ἐκτίμησης, ἄλλα τὸ ἀντίθετο καὶ ἄλλα οὐδέ-

τερα... (54) Γιὰ εὐκολώτερη κατανόηση οἱ Στωικοὶ χρησιμοποιοῦσαν

τὴν ἀκόλουθη παρομοίωση: Ἂς ὑποθέσουμε, ἔλεγαν, ὅτι ὁ ἔσχατος σκο-

πὸς εἶναι νὰ ρίξουμε μὲ τέτοιο τρόπο τὸ ζάρι, ὥστε νὰ πέσει ὀρθά, τότε

ἕνα ζάρι ποὺ ρίχτηκε ἔτσι θὰ ἔχει κάτι «προτιμώμενο» ἀναφορικὰ μὲ τὸν

σκοπὸν αὐτό, ἕνα ζάρι ποὺ πέφτει ὅμως ἀλλιῶς, τὸ ἀντίθετο, κι' ὅμως...

τὸ προτιμώμενο τοῦ ζαριοῦ μετριέται σύμφωνα μὲ τὸν σκοπό, ἀλλὰ δὲν

ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὴν καθεαυτή του οὐσία.

Σχόλια: 

ἀπ. 210α, β, γ, δ:

Ἡ θέση τοῦ Ζήνωνος εἶναι σαφής: Τὸ καθεαυτὸ ἀγαθό, εἶναι σύμφωνο μὲ τὸν λόγο καὶ αὐτὸ ἐπιδιώκει ὁ σοφός. Ὡς τέτοιο καθιστᾶ τὴν ἀρετὴ αὐτάρκη, γιατὶ εἶναι τὸ μόνο ἀγαθό, τὸ μόνο ποὺ ἔχει ἡθικὴ ποιότητα.
Ἡ εὐδαιμονία τοῦ σοφοῦ ἔχει ἔτσι ἀποκλειστικὸ στήριγμά της τὴν ἀρετή. Ἀπὸ τὰ οὐδέτερα ὡστόσο ὁ σοφὸς θὰ ἐκλέξει ἐκεῖνα, ποὺ εἶναι σύμφωνα μὲ τὴ φύση, τὰ προηγμένα, καὶ θὰ ἀπορρίψει τὰ παρὰ φύσιν, τὰ ἀποπροηγμένα. Αὐτὰ ἔχουν μιὰν ἀξία γιὰ τὴ ζωή, δὲν ἐπηρεάζουν ὅμως τὴν οὐσία τοῦ ἀγαθοῦ, γιατὶ εἶναι ἄλλης κατηγορίας. Πῶς ὅμως αὐτὰ τὰ δύο, ἡ αὐτάρκεια τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τὰ κατὰ φύσιν, συμβιβάζονται; Στὴ Στοὰ φαίνεται νὰ ἐμφανίζονται δύο τάσεις. Ἡ πρώτη ποὺ δίνει σχεδὸν ἀπόλυτη σημασία στὴν αὐτάρκεια τοῦ ἀγαθοῦ-ἀρετῆς, καὶ ἡ δεύτερη, ποὺ εἶναι ἔκδηλη στὸν Παναίτιο καὶ τὸν Ποσειδώνιο, ποὺ ἀποδίδει ἰδιαίτερη σημασία στὰ «κατὰ φύσιν» ὡς ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς εὐδαιμονίας. Δὲν προκαλεῖ ὡστόσο αὐτὸ ἕνα ρῆγμα στὴ Στοά; Ἕνα σύμπτωμα τῆς ἀπόλυτης θέσης τῆς αὐτάρκειας τῆς ἀρετῆς, ποὺ ἐπικρίνει ὁ Κικέρων, εἶναι καὶ ὁ μαθητὴς τοῦ Ζήνωνος Ἀρίστων ὁ Χῖος, ποὺ ὑπεστήριξε ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε ἀξιολογικὴ διάκριση στὰ ἀδιάφορα, γιατὶ δὲν ἐνδιαφέρει τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν ἀρετὴ ἢ τὴν κακία. Ὁ Ἀρίστων (ἀπ. 210δ), ὅπως ἀναφέρει ὁ Σενέκας (Epist. 94. 1 καὶ 5), ἀρνεῖται κάθε ἀξία στὰ προηγμένα, ἀφοῦ δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τοὺς προκόπτοντες ἀλλὰ μόνο γιὰ τὸν σοφό. Ὁ Ζήνων ὡστόσο εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ ἔδωσε ἀξία στὰ προηγμένα καὶ ἐνδιαφερόταν γιὰ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀσκεῖ ὁ προκόπτων.
Εἶναι αὐτὸς ὁ Ζήνων, ποὺ εἰσήγαγε τοὺς ὅρους ἀξία, ἀπαξία, προηγμένον, ἀποπροηγμένον, καθήκοντα, κατορθώματα. Ἐν τούτοις τὸ θέμα ἀποτελεῖ ἀντικείμενο συζητήσεως.
Ὁ Pohlenz (Plutarchs Schriften gegen die Stoiker1, Hermes XXIV, 23-26, Stoa2 I 186 κ.ἑ. καὶ 191 κ.ἑ.) παραθέτει τὶς δυσκολίες, ποὺ ἀναπτύσσονται στὴ Στοὰ ἀπὸ τὴ «διπλὴ φύση» τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Ζήνων, λέει, ἐπέμεινε στὴν καλλιέργεια καὶ ἀνάπτυξη τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου, ποὺ ὁδηγεῖ στὸ τελικὸ ἀγαθό. Ὡστόσο ὁ ἴδιος ἐγκαθιδρύει μιὰ παράδοση ἀναγνώρισης τῆς ἀξίας τῶν κατὰ φύσιν γιὰ τὸν μέσον ὅρο τῶν πράξεων τοῦ καθημερινοῦ ἀνθρώπου (καθήκοντα). Ὁ ἐνάρετος ἄνθρωπος ἔτσι, ἂν τοῦ δοθεῖ εὐκαιρία, θὰ παντρευτεῖ, θὰ πολιτευθεῖ, θὰ ἀναθρέψει παιδιά, θὰ γυμναστεῖ κτλ. (Διογ. Λαέρτ. 7. 121). Ὁ κίνδυνος ὡστόσο μιᾶς διάστασης ἀπειλήθηκε, ὅταν τονίσθηκε ὑπερβολικὰ ἡ αὐτάρκεια τῆς ἀρετῆς.
Ὁ Ἀντίπατρος καὶ ὁ Διογένης ὁ Βαβυλώνιος ὠθούμενοι ἀπὸ τὴν κριτικὴ τοῦ Καρνεάδη, ποὺ ὑπεστήριζε ὅτι σκοπὸς κάθε λογικῆς ἐνέργειας εἶναι νὰ ἐπιτευχθεῖ κάτι, ποὺ δὲν περιέχεται στὴν ἐνέργεια αὐτὴ (ὅπως εἶναι π.χ. τὰ κατὰ φύσιν), ἀναγκάστηκαν νὰ κάνουν συμβιβασμὸ ἐξαίροντας τὴν ἐκλογὴ τῶν ἀδιαφόρων. Τὸ ἴδιο καὶ οἱ Περιπατητικοὶ ἀπέδιδαν ἰδιαίτερη σημασία στὰ «προηγμένα» ὡς συμβάλλοντα στὴν ἐπίτευξη τοῦ ἀγαθοῦ. Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀντίοχος ὁ Ἀσκαλωνίτης, ἐκλεκτὸς Ἀκαδημαϊκός, ἐπέκρινε τὴ διάκριση προηγμένων καὶ ἀγαθῶν. Στὴ συνέχεια ὁ Παναίτιος ἔφτασε νὰ πεῖ κάτι «αἱρετικὸ» γιὰ τὴ Στοά: ὅτι ἡ ἀρετὴ δὲν εἶναι αὐτάρκης, ἀλλὰ γιὰ τὴν εὐδαιμονία ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται καὶ τὴν ὑγεία, τὴ δύναμη καὶ τὶς εὐνοϊκὲς περιστάσεις τοῦ βίου. Παρόμοιες θέσεις, διαπιστώνοντας ἕνα ρῆγμα στὴ Στοά, ἀνάπτυξαν οἱ Raesor (The indifference in the old and the middle Stoa3, Transact. and Proceed of the Amer. Philol. Ass. 87 (151) 102-109) καὶ M. van Staaten (Panaetius4, Amsterdam 1946). Συμπεραίνεται γενικὰ ὅτι ὁ Παναίτιος καὶ ὁ Ποσειδώνιος σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν Χρύσιππο ἀναγνώρισαν τὸν ρόλο ποὺ παίζει στὴ ζωὴ τὸ ἄλογο μέρος τῆς ψυχῆς. Ὅπως ὅμως ἀπέδειξε ὁ J. G. Kidd (Stoic Intermediates and the end for man, Problems in Stoicism5, σσ. 150-168) δὲν ὑπάρχει ρῆγμα στὴ Στοὰ μεταξὺ Ζήνωνος καὶ παλαιᾶς Στοᾶς ἀφ' ἑνὸς καὶ Ἀντιπάτρου καὶ Μέσης Στοᾶς ἀφ' ἑτέρου. Καὶ τοῦτο γιατὶ ποτὲ δὲν ἐγκαταλείπεται ἡ ἀρχὴ τῆς αὐτάρκειας τῆς ἀρετῆς πρὸς εὐδαιμονία. Ἐκεῖνο, ποὺ ἐκφράζεται γενικά, κάποτε μὲ περισσότερη ἔμφαση, εἶναι ὅτι ὁ σοφὸς σὲ περίπτωση ἐκλογῆς ἀνάμεσα στὴν ἀρετὴ μόνη καὶ τὴν ἀρετὴ «σὺν τοῖς προηγμένοις» θὰ προτιμοῦσε τὸν συνδυασμό τους. Ἡ σύγχυση προκαλεῖται ἀνάμεσα στὰ κατορθώματα (ποὺ εἶναι ἔργα τῆς ἀρετῆς) καὶ τὰ καθήκοντα, ποὺ εἶναι ἐνέργειες, οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν τὰ προηγμένα. Καὶ τὰ δυὸ εἶναι κατὰ φύσιν, τὰ πρῶτα ὅμως ἀσκοῦνται ἀπὸ τὸν λόγο, τὰ δεύτερα ἀφοροῦν τοὺς κανόνες, ποὺ ἐκτελοῦνται γιὰ πράγματα ποὺ ὑπαγορεύει ἡ φύση, χωρὶς ὅμως νὰ συντελοῦν στὴν ἐπίτευξη τοῦ καθεαυτὸ ἀγαθοῦ. Αὐτὰ ἀποτελοῦν τὴν «ὕλην» γιὰ τὴν ἄσκηση τῆς ἀρετῆς ἢ τῆς κακίας (Cicero, de finibus 3. 61). Θὰ πρέπει λοιπόν, γιὰ νὰ ἑρμηνεύσουμε σωστὰ τὴν ἐξέλιξη τῆς Στοᾶς, νὰ προσέξουμε τὸ βάρος ποὺ δίνεται κάθε φορὰ στὸ ἀγαθὸ καὶ στὰ κατὰ φύσιν προηγμένα. Φαίνεται, ὅτι ἡ Στοὰ μετὰ τὸν Ἀντίπατρο ἀποδίδει σ' αὐτὰ τὰ κατὰ φύσιν καθήκοντα κάποια μεγαλύτερη ἔμφαση, χωρὶς ὅμως νὰ ἀρνεῖται τὴ βασικὴ θέση τοῦ Ζήνωνος γιὰ τὴν αὐτάρκεια τῆς ἀρετῆς.
Τὸ κείμενο ὡστόσο τοῦ Διογένη Λαέρτιου (7. 128), ποὺ ἀναφέρονται στὶς ἀπόψεις τοῦ Παναίτιου καὶ τοῦ Ποσειδώνιου («ὁ μέντοι Παναίτιος καὶ Ποσειδώνιος οὐκ αὐτάρκη λέγουσι τὴν ἀρετήν, ἀλλὰ χρείαν εἶναί φασι καὶ ὑγιείας καὶ χορηγίας καὶ ἰσχύος»), δὲν πρέπει νὰ ἀγνοηθεῖ, ὡς εἰσηγεῖται ὁ Kidd5, ἀλλὰ νὰ ἑρμηνευθεῖ σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴ σημασία τοῦ «χρείαν», ποὺ μπορεῖ νὰ δηλώνει τὴν ἀνάγκη ἀλλὰ καὶ τὴ χρήση. Ἔτσι θὰ μποροῦσε νὰ σημαίνει ὅτι ὁ ἐνάρετος ἄνθρωπος χρησιμοποιεῖ αὐτὰ τὰ ἐξωτερικὰ κατὰ φύσιν. (Δὲς σχετικά: J. M. Rist, Stoic Philosophy, Aristotle and the stoic good6, Cambridge 1969, σσ. 9-10. Ἐπίσης γιὰ τὴν προσφορὰ τῆς ἀριστοτελικῆς ἠθικῆς ὁρολογίας στὴ στωικὴ στὸ ἴδιο κεφ. σσ. 1-21). Μὲ τὸν Kidd5 συμφωνεῖ ὁ Long (Ἑλληνιστικὴ φιλοσοφία7, σ. 308, σημ. 75). Ὁ Long7 στέκεται ἰδιαίτερα στὴν ἄποψη τοῦ Διογένη τοῦ Βαβυλώνιου, διαδόχου τοῦ Χρυσίππου, ὅπως τὴν μεταφέρει ὁ Διογ. Λαέρτιος (7. 88): «Ὁ μὲν οὖν Διογένης τέλος φησὶ ῥητῶς τὸ εὐλυγιστεῖν ἐν τῇ τῶν κατὰ φύσιν ἐκλογῇ».
Εἶναι μὲ τὴ «σωστὴ συλλογιστικὴ» (εὐλογιστεῖν), ποὺ γίνεται ἡ ἐκλογὴ τῶν κατὰ φύσιν, ἄρα τὰ κατὰ φύσιν ἀποτελοῦν τὸ ὑλικὸ γιὰ τὸν λόγο, δὲν ὑποκαθιστοῦν ποτὲ τὸν λόγο. Γιὰ τὸ θέμα καὶ τὶς ἀπόψεις τοῦ Ἀντιπάτρου, ποὺ στηρίχθηκε στὸν Διογένη, δὲς Long7 ἔ.ἀ. σ. 309 καὶ τοῦ ἰδίου, Carneades and the stoic Telos8, Phronesis 12 (1967), σσ. 59-90.

ἀπ. 210γ, (πρβλ. ἐπίσης 210β καὶ δ):
Ὁ Ἀρίστων, ὅπως ἀναφέρει ὁ Σενέκας (ἔ.ἀ.), ἀρνεῖται κάθε ἀξία στὰ προηγμένα, ἀφοῦ ἐνδιαφέρουν μόνο τοὺς προκόπτοντες καὶ ὄχι τὸν σοφό. Ὁ Ζήνων ὡστόσο εἶναι ὁ πρῶτος, ποὺ ἔδωσε ἀξία στὰ προηγμένα, τὰ ὁποῖα ἀσκεῖ ὁ προκόπτων. Αὐτὸς εἰσήγαγε τοὺς ὅρους: «ἀξία, ἀπαξία, προηγμένα, ἀποπροηγμένα, καθήκοντα, ἀξιώματα».

  1. Pohlenz, M. (1939), Plutarchs Schriften gegen die Stoiker, Hermes 74.1: 1-33.
  2. Pohlenz, M. (1964), Die Stoa. Geschichte einer geistigen Bewegung, Vols. I-II, Götingen.
  3. Reesor, M. (1951), The "Indifferents" in the Old and the Middle Stoa, TAPA 82: 102-110.
  4. van Staaten, M. (1946), Panétius; sa vie, ses écrits et sa doctrine avec une édition des fragments, Amsterdam.
  5. Long, A. A. (1971), Problems in Stoicism , London.a↑ b↑ c↑
  6. Rist, J. M. (1969), Stoic Philosophy, Cambridge.
  7. Long, A. A. (1987), Ἡ Ἑλληνιστικὴ Φιλοσοφία. Στωικοί, Ἐπικούρειοι, Σκεπτικοί, μτφρ. Δημόπουλος, Στ. και Δραγώνα-Μονάχου, Μ. Ἀθήνα.a↑ b↑ c↑
  8. Long, A. A. (1967), Carneades and the stoic Telos, Phronesis 12.1: 59-90.