You are here

210α

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Cicero, Academica post. 1.36:

Cetera autem, etsi nec bona  nec mala essent, tamen alia secundum naturam

dicebat (Zenon), alia naturae esse contraria. His ipsis alia interiecta et media

numerabat. Quae autem secundum naturam essent, ea sumenda et quadam

aestimatione dignanda dicebat, contraque contraria; neutra autem in mediis

relinquebat, in quibus ponebat nihil omnino esse momenti.

Cicero, Acad. post. 1.36:

Ἀπ' αὐτὰ ὅμως, κι' ἂν δὲν ἦταν οὔτε ἀγαθὰ οὔτε κακά, ὡστόσο ἔλεγε (ὁ

Ζήνων) ὅτι ἄλλα ἦταν σύμφωνα μὲ τὴ φύση, ἐνῶ ἄλλα ἦταν ἐνάντια.

Ἀπ' αὐτὰ τὰ ἴδια, ἄλλα τὰ καταριθμοῦσε στὰ ἐνδιάμεσα ἢ τὰ μέσα.

Ἐκεῖνα ὅμως, ποὺ ἦταν σύμφωνα μὲ τὴ φύση, τὰ ὀνόμαζε ληπτὰ καὶ

κατὰ τὴν ἀξία προηγμένα, καὶ τὸ ἀντίθετο τὰ ἐναντία· τὰ οὐδέτερα ὅμως

τὰ ἄφηνε στὸ μέσο, στὰ ὁποῖα δὲν ἔθετε κανένα καθόλου βάρος.

Σχόλια: 

ἀπ. 207,208, 209 καὶ ἀπ. 210α:
Τὰ ὄντα διακρίνονται σὲ ἀγαθά, κακὰ καὶ ἀδιάφορα. Τὴ διάκριση σὲ ἀδιάφορα τὴ διατύπωσε ὁ Ζήνων, ὁ ὁποῖος χρησιμοποίησε τὴ λέξη αὐτὴ γιὰ πρώτη φορὰ μὲ ἠθικὴ σημασία. Ὁ Σέξτος (Μαθ. 11. 3, 4) ἐσφαλμένα ἀποδίδει τὴν ταξινόμηση αὐτὴ μὲ συμπερίληψη τῆς κατηγορίας τῶν ἀδιαφόρων στὴν ἀρχαία Ἀκαδημία, τοὺς Περιπατητικοὺς καὶ τοὺς Στωικοὺς ἀπὸ κοινοῦ.
Ἡ ἀναφορὰ στὶς ἀρετὲς (φρόνηση, σωφροσύνη, δικαιοσύνη, ἀνδρεία) δείχνει τὴν ἐμμονὴ τῆς Στοᾶς στὴν πλατωνικὴ τετρακτὺν τῶν ἀρετῶν, ἡ σύλληψη τῶν ὁποίων ἀποκτᾶ ὡστόσο νέο περιεχόμενο. Τὸ ἀντίστοιχο ἰσχύει καὶ γιὰ τὶς κακίες. Ἀρετὲς καὶ ἀγαθὰ ταυτίζονται. Ὅσα μετέχουν ἀρετῆς περιλαμβάνουν πράξεις ποὺ βρίσκονται σὲ συμφωνία μὲ τὴν ἀρετὴ (βλ. Διογ. Λαέρτιος 7. 94-95).
Στὴν κατηγορία τῶν ἀδιαφόρων ἔχουμε μιὰν ἀναφορὰ ἐννοιῶν κατὰ ζεύγη (105) ἢ κατὰ σειρὲς σὲ ἀντιπαράθεση. Ἀδιάφορα εἶναι τὰ οὐδέτερα, ποὺ οὔτε ὠφελοῦν ἠθικὰ οὔτε βλάπτουν. Αὐτὰ τὰ ἀδιάφορα ὅμως ὁ Ζήνων δὲν τὰ ἀφήνει νὰ ἐκπέσουν ἀπὸ κάθε ἀξία, γιατὶ τότε ὁ ἀνθρώπινος βίος θὰ παρέμενε σὲ μιὰ αὐστηρή, ἄκαμπτη διάκριση μεταξὺ ἀρετῆς καὶ κακίας καὶ θὰ παραμελοῦσε τὶς ἄλλες ποικίλες πλευρές, ποὺ ἀντιμετωπίζει στὴν πράξη. (Βλ. τὰ ἀποσπάσματα ποὺ ἀκολουθοῦν: 206, 207, 208, 209, 210).

ἀπ. 210α, β, γ, δ:
Ἡ θέση τοῦ Ζήνωνος εἶναι σαφής: Τὸ καθεαυτὸ ἀγαθό, εἶναι σύμφωνο μὲ τὸν λόγο καὶ αὐτὸ ἐπιδιώκει ὁ σοφός. Ὡς τέτοιο καθιστᾶ τὴν ἀρετὴ αὐτάρκη, γιατὶ εἶναι τὸ μόνο ἀγαθό, τὸ μόνο ποὺ ἔχει ἡθικὴ ποιότητα.
Ἡ εὐδαιμονία τοῦ σοφοῦ ἔχει ἔτσι ἀποκλειστικὸ στήριγμά της τὴν ἀρετή. Ἀπὸ τὰ οὐδέτερα ὡστόσο ὁ σοφὸς θὰ ἐκλέξει ἐκεῖνα, ποὺ εἶναι σύμφωνα μὲ τὴ φύση, τὰ προηγμένα, καὶ θὰ ἀπορρίψει τὰ παρὰ φύσιν, τὰ ἀποπροηγμένα. Αὐτὰ ἔχουν μιὰν ἀξία γιὰ τὴ ζωή, δὲν ἐπηρεάζουν ὅμως τὴν οὐσία τοῦ ἀγαθοῦ, γιατὶ εἶναι ἄλλης κατηγορίας. Πῶς ὅμως αὐτὰ τὰ δύο, ἡ αὐτάρκεια τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τὰ κατὰ φύσιν, συμβιβάζονται; Στὴ Στοὰ φαίνεται νὰ ἐμφανίζονται δύο τάσεις. Ἡ πρώτη ποὺ δίνει σχεδὸν ἀπόλυτη σημασία στὴν αὐτάρκεια τοῦ ἀγαθοῦ-ἀρετῆς, καὶ ἡ δεύτερη, ποὺ εἶναι ἔκδηλη στὸν Παναίτιο καὶ τὸν Ποσειδώνιο, ποὺ ἀποδίδει ἰδιαίτερη σημασία στὰ «κατὰ φύσιν» ὡς ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς εὐδαιμονίας. Δὲν προκαλεῖ ὡστόσο αὐτὸ ἕνα ρῆγμα στὴ Στοά; Ἕνα σύμπτωμα τῆς ἀπόλυτης θέσης τῆς αὐτάρκειας τῆς ἀρετῆς, ποὺ ἐπικρίνει ὁ Κικέρων, εἶναι καὶ ὁ μαθητὴς τοῦ Ζήνωνος Ἀρίστων ὁ Χῖος, ποὺ ὑπεστήριξε ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε ἀξιολογικὴ διάκριση στὰ ἀδιάφορα, γιατὶ δὲν ἐνδιαφέρει τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν ἀρετὴ ἢ τὴν κακία. Ὁ Ἀρίστων (ἀπ. 210δ), ὅπως ἀναφέρει ὁ Σενέκας (Epist. 94. 1 καὶ 5), ἀρνεῖται κάθε ἀξία στὰ προηγμένα, ἀφοῦ δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τοὺς προκόπτοντες ἀλλὰ μόνο γιὰ τὸν σοφό. Ὁ Ζήνων ὡστόσο εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ ἔδωσε ἀξία στὰ προηγμένα καὶ ἐνδιαφερόταν γιὰ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀσκεῖ ὁ προκόπτων.
Εἶναι αὐτὸς ὁ Ζήνων, ποὺ εἰσήγαγε τοὺς ὅρους ἀξία, ἀπαξία, προηγμένον, ἀποπροηγμένον, καθήκοντα, κατορθώματα. Ἐν τούτοις τὸ θέμα ἀποτελεῖ ἀντικείμενο συζητήσεως.
Ὁ Pohlenz (Plutarchs Schriften gegen die Stoiker1, Hermes XXIV, 23-26, Stoa2 I 186 κ.ἑ. καὶ 191 κ.ἑ.) παραθέτει τὶς δυσκολίες, ποὺ ἀναπτύσσονται στὴ Στοὰ ἀπὸ τὴ «διπλὴ φύση» τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Ζήνων, λέει, ἐπέμεινε στὴν καλλιέργεια καὶ ἀνάπτυξη τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου, ποὺ ὁδηγεῖ στὸ τελικὸ ἀγαθό. Ὡστόσο ὁ ἴδιος ἐγκαθιδρύει μιὰ παράδοση ἀναγνώρισης τῆς ἀξίας τῶν κατὰ φύσιν γιὰ τὸν μέσον ὅρο τῶν πράξεων τοῦ καθημερινοῦ ἀνθρώπου (καθήκοντα). Ὁ ἐνάρετος ἄνθρωπος ἔτσι, ἂν τοῦ δοθεῖ εὐκαιρία, θὰ παντρευτεῖ, θὰ πολιτευθεῖ, θὰ ἀναθρέψει παιδιά, θὰ γυμναστεῖ κτλ. (Διογ. Λαέρτ. 7. 121). Ὁ κίνδυνος ὡστόσο μιᾶς διάστασης ἀπειλήθηκε, ὅταν τονίσθηκε ὑπερβολικὰ ἡ αὐτάρκεια τῆς ἀρετῆς.
Ὁ Ἀντίπατρος καὶ ὁ Διογένης ὁ Βαβυλώνιος ὠθούμενοι ἀπὸ τὴν κριτικὴ τοῦ Καρνεάδη, ποὺ ὑπεστήριζε ὅτι σκοπὸς κάθε λογικῆς ἐνέργειας εἶναι νὰ ἐπιτευχθεῖ κάτι, ποὺ δὲν περιέχεται στὴν ἐνέργεια αὐτὴ (ὅπως εἶναι π.χ. τὰ κατὰ φύσιν), ἀναγκάστηκαν νὰ κάνουν συμβιβασμὸ ἐξαίροντας τὴν ἐκλογὴ τῶν ἀδιαφόρων. Τὸ ἴδιο καὶ οἱ Περιπατητικοὶ ἀπέδιδαν ἰδιαίτερη σημασία στὰ «προηγμένα» ὡς συμβάλλοντα στὴν ἐπίτευξη τοῦ ἀγαθοῦ. Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀντίοχος ὁ Ἀσκαλωνίτης, ἐκλεκτὸς Ἀκαδημαϊκός, ἐπέκρινε τὴ διάκριση προηγμένων καὶ ἀγαθῶν. Στὴ συνέχεια ὁ Παναίτιος ἔφτασε νὰ πεῖ κάτι «αἱρετικὸ» γιὰ τὴ Στοά: ὅτι ἡ ἀρετὴ δὲν εἶναι αὐτάρκης, ἀλλὰ γιὰ τὴν εὐδαιμονία ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται καὶ τὴν ὑγεία, τὴ δύναμη καὶ τὶς εὐνοϊκὲς περιστάσεις τοῦ βίου. Παρόμοιες θέσεις, διαπιστώνοντας ἕνα ρῆγμα στὴ Στοά, ἀνάπτυξαν οἱ Raesor (The indifference in the old and the middle Stoa3, Transact. and Proceed of the Amer. Philol. Ass. 87 (151) 102-109) καὶ M. van Staaten (Panaetius4, Amsterdam 1946). Συμπεραίνεται γενικὰ ὅτι ὁ Παναίτιος καὶ ὁ Ποσειδώνιος σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν Χρύσιππο ἀναγνώρισαν τὸν ρόλο ποὺ παίζει στὴ ζωὴ τὸ ἄλογο μέρος τῆς ψυχῆς. Ὅπως ὅμως ἀπέδειξε ὁ J. G. Kidd (Stoic Intermediates and the end for man, Problems in Stoicism5, σσ. 150-168) δὲν ὑπάρχει ρῆγμα στὴ Στοὰ μεταξὺ Ζήνωνος καὶ παλαιᾶς Στοᾶς ἀφ' ἑνὸς καὶ Ἀντιπάτρου καὶ Μέσης Στοᾶς ἀφ' ἑτέρου. Καὶ τοῦτο γιατὶ ποτὲ δὲν ἐγκαταλείπεται ἡ ἀρχὴ τῆς αὐτάρκειας τῆς ἀρετῆς πρὸς εὐδαιμονία. Ἐκεῖνο, ποὺ ἐκφράζεται γενικά, κάποτε μὲ περισσότερη ἔμφαση, εἶναι ὅτι ὁ σοφὸς σὲ περίπτωση ἐκλογῆς ἀνάμεσα στὴν ἀρετὴ μόνη καὶ τὴν ἀρετὴ «σὺν τοῖς προηγμένοις» θὰ προτιμοῦσε τὸν συνδυασμό τους. Ἡ σύγχυση προκαλεῖται ἀνάμεσα στὰ κατορθώματα (ποὺ εἶναι ἔργα τῆς ἀρετῆς) καὶ τὰ καθήκοντα, ποὺ εἶναι ἐνέργειες, οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν τὰ προηγμένα. Καὶ τὰ δυὸ εἶναι κατὰ φύσιν, τὰ πρῶτα ὅμως ἀσκοῦνται ἀπὸ τὸν λόγο, τὰ δεύτερα ἀφοροῦν τοὺς κανόνες, ποὺ ἐκτελοῦνται γιὰ πράγματα ποὺ ὑπαγορεύει ἡ φύση, χωρὶς ὅμως νὰ συντελοῦν στὴν ἐπίτευξη τοῦ καθεαυτὸ ἀγαθοῦ. Αὐτὰ ἀποτελοῦν τὴν «ὕλην» γιὰ τὴν ἄσκηση τῆς ἀρετῆς ἢ τῆς κακίας (Cicero, de finibus 3. 61). Θὰ πρέπει λοιπόν, γιὰ νὰ ἑρμηνεύσουμε σωστὰ τὴν ἐξέλιξη τῆς Στοᾶς, νὰ προσέξουμε τὸ βάρος ποὺ δίνεται κάθε φορὰ στὸ ἀγαθὸ καὶ στὰ κατὰ φύσιν προηγμένα. Φαίνεται, ὅτι ἡ Στοὰ μετὰ τὸν Ἀντίπατρο ἀποδίδει σ' αὐτὰ τὰ κατὰ φύσιν καθήκοντα κάποια μεγαλύτερη ἔμφαση, χωρὶς ὅμως νὰ ἀρνεῖται τὴ βασικὴ θέση τοῦ Ζήνωνος γιὰ τὴν αὐτάρκεια τῆς ἀρετῆς.
Τὸ κείμενο ὡστόσο τοῦ Διογένη Λαέρτιου (7. 128), ποὺ ἀναφέρονται στὶς ἀπόψεις τοῦ Παναίτιου καὶ τοῦ Ποσειδώνιου («ὁ μέντοι Παναίτιος καὶ Ποσειδώνιος οὐκ αὐτάρκη λέγουσι τὴν ἀρετήν, ἀλλὰ χρείαν εἶναί φασι καὶ ὑγιείας καὶ χορηγίας καὶ ἰσχύος»), δὲν πρέπει νὰ ἀγνοηθεῖ, ὡς εἰσηγεῖται ὁ Kidd5, ἀλλὰ νὰ ἑρμηνευθεῖ σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴ σημασία τοῦ «χρείαν», ποὺ μπορεῖ νὰ δηλώνει τὴν ἀνάγκη ἀλλὰ καὶ τὴ χρήση. Ἔτσι θὰ μποροῦσε νὰ σημαίνει ὅτι ὁ ἐνάρετος ἄνθρωπος χρησιμοποιεῖ αὐτὰ τὰ ἐξωτερικὰ κατὰ φύσιν. (Δὲς σχετικά: J. M. Rist, Stoic Philosophy, Aristotle and the stoic good6, Cambridge 1969, σσ. 9-10. Ἐπίσης γιὰ τὴν προσφορὰ τῆς ἀριστοτελικῆς ἠθικῆς ὁρολογίας στὴ στωικὴ στὸ ἴδιο κεφ. σσ. 1-21). Μὲ τὸν Kidd5 συμφωνεῖ ὁ Long (Ἑλληνιστικὴ φιλοσοφία7, σ. 308, σημ. 75). Ὁ Long7 στέκεται ἰδιαίτερα στὴν ἄποψη τοῦ Διογένη τοῦ Βαβυλώνιου, διαδόχου τοῦ Χρυσίππου, ὅπως τὴν μεταφέρει ὁ Διογ. Λαέρτιος (7. 88): «Ὁ μὲν οὖν Διογένης τέλος φησὶ ῥητῶς τὸ εὐλυγιστεῖν ἐν τῇ τῶν κατὰ φύσιν ἐκλογῇ».
Εἶναι μὲ τὴ «σωστὴ συλλογιστικὴ» (εὐλογιστεῖν), ποὺ γίνεται ἡ ἐκλογὴ τῶν κατὰ φύσιν, ἄρα τὰ κατὰ φύσιν ἀποτελοῦν τὸ ὑλικὸ γιὰ τὸν λόγο, δὲν ὑποκαθιστοῦν ποτὲ τὸν λόγο. Γιὰ τὸ θέμα καὶ τὶς ἀπόψεις τοῦ Ἀντιπάτρου, ποὺ στηρίχθηκε στὸν Διογένη, δὲς Long7 ἔ.ἀ. σ. 309 καὶ τοῦ ἰδίου, Carneades and the stoic Telos8, Phronesis 12 (1967), σσ. 59-90.

  1. Pohlenz, M. (1939), Plutarchs Schriften gegen die Stoiker, Hermes 74.1: 1-33.
  2. Pohlenz, M. (1964), Die Stoa. Geschichte einer geistigen Bewegung, Vols. I-II, Götingen.
  3. Reesor, M. (1951), The "Indifferents" in the Old and the Middle Stoa, TAPA 82: 102-110.
  4. van Staaten, M. (1946), Panétius; sa vie, ses écrits et sa doctrine avec une édition des fragments, Amsterdam.
  5. Long, A. A. (1971), Problems in Stoicism , London.a↑ b↑ c↑
  6. Rist, J. M. (1969), Stoic Philosophy, Cambridge.
  7. Long, A. A. (1987), Ἡ Ἑλληνιστικὴ Φιλοσοφία. Στωικοί, Ἐπικούρειοι, Σκεπτικοί, μτφρ. Δημόπουλος, Στ. και Δραγώνα-Μονάχου, Μ. Ἀθήνα.a↑ b↑ c↑
  8. Long, A. A. (1967), Carneades and the stoic Telos, Phronesis 12.1: 59-90.