You are here

205

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Στοβαῖος, Ἐκλογαὶ 2.7 (W. 2, p. 57) (ἐκ τῆς Διδύμου ἐπιτομῆς):

Αὐτά, λέει ὁ Ζήνων, εἶναι ὅσα μετέχουν τῆς οὐσίας· ἀπὸ δὲ τὰ πράγματα

ἄλλα εἶναι ἀγαθά, ἄλλα κακὰ καὶ ἄλλα ἀδιάφορα. Ἀγαθὰ εἶναι τέτοια· ἡ

φρόνηση, ἡ σωφροσύνη, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἀνδρεία καὶ κάθε τὶ ποὺ εἶναι

ἀρετὴ ἢ μετέχει ἀρετῆς· κακὰ δὲ εἶναι τὰ τέτοια· ἡ ἀφροσύνη, ἡ ἀκολα-

σία, ἡ ἀδικία, ἡ δειλία καὶ κάθε τὶ ποὺ εἶναι κακία ἢ μετέχει τῆς κακίας·

ἀδιάφορα δὲ εἶναι τὰ τέτοια· ἡ ζωὴ ὁ θάνατος, ἡ δόξα ἡ ἀσημότητα, ὁ

πόνος ἡ ἡδονή, ὁ πλοῦτος ἡ πενία, ἡ ὑγεία ἡ νόσος καὶ τὰ παρόμοια.

Σχόλια: 

ἀπ. 205 καὶ 206:
Τὰ ὄντα διακρίνονται σὲ ἀγαθά, κακὰ καὶ ἀδιάφορα. Τὴ διάκριση σὲ ἀδιάφορα τὴ διατύπωσε ὁ Ζήνων, ὁ ὁποῖος χρησιμοποίησε τὴ λέξη αὐτὴ γιὰ πρώτη φορὰ μὲ ἠθικὴ σημασία. Ὁ Σέξτος (Μαθ. 11. 3, 4) ἐσφαλμένα ἀποδίδει τὴν ταξινόμηση αὐτὴ μὲ συμπερίληψη τῆς κατηγορίας τῶν ἀδιαφόρων στὴν ἀρχαία Ἀκαδημία, τοὺς Περιπατητικοὺς καὶ τοὺς Στωικοὺς ἀπὸ κοινοῦ.
Ἡ ἀναφορὰ στὶς ἀρετὲς (φρόνηση, σωφροσύνη, δικαιοσύνη, ἀνδρεία) δείχνει τὴν ἐμμονὴ τῆς Στοᾶς στὴν πλατωνικὴ τετρακτὺν τῶν ἀρετῶν, ἡ σύλληψη τῶν ὁποίων ἀποκτᾶ ὡστόσο νέο περιεχόμενο. Τὸ ἀντίστοιχο ἰσχύει καὶ γιὰ τὶς κακίες. Ἀρετὲς καὶ ἀγαθὰ ταυτίζονται. Ὅσα μετέχουν ἀρετῆς περιλαμβάνουν πράξεις ποὺ βρίσκονται σὲ συμφωνία μὲ τὴν ἀρετὴ (βλ. Διογ. Λαέρτιος 7. 94-95).
Στὴν κατηγορία τῶν ἀδιαφόρων ἔχουμε μιὰν ἀναφορὰ ἐννοιῶν κατὰ ζεύγη (105) ἢ κατὰ σειρὲς σὲ ἀντιπαράθεση. Ἀδιάφορα εἶναι τὰ οὐδέτερα, ποὺ οὔτε ὠφελοῦν ἠθικὰ οὔτε βλάπτουν. Αὐτὰ τὰ ἀδιάφορα ὅμως ὁ Ζήνων δὲν τὰ ἀφήνει νὰ ἐκπέσουν ἀπὸ κάθε ἀξία, γιατὶ τότε ὁ ἀνθρώπινος βίος θὰ παρέμενε σὲ μιὰ αὐστηρή, ἄκαμπτη διάκριση μεταξὺ ἀρετῆς καὶ κακίας καὶ θὰ παραμελοῦσε τὶς ἄλλες ποικίλες πλευρές, ποὺ ἀντιμετωπίζει στὴν πράξη. (Βλ. τὰ ἀποσπάσματα ποὺ ἀκολουθοῦν: 206, 207, 208, 209, 210).

ἀπ. 205:
«Τὴν ἡδονήν»: Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἔνταξη τῆς ἡδονῆς στὰ ἀδιάφορα, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν ἐπικούρεια ἄποψη ὅτι ἡ ἡδονὴ ἀποτελεῖ τὸ πρωταρχικὸ ἀγαθό.
Παρόμοια θέση παίρνει καὶ ὁ Κικέρων λέγοντας ὅτι ὁ Ζήνων κατατάσσει τὴν ἡδονὴ στὰ ἀδιάφορα (ἀπ. 222). Ἡ ἡδονὴ δὲν προηγεῖται, ἀλλὰ καὶ στὰ μικρὰ παιδιὰ πρώτη εἶναι ἡ οἰκείωση, ἐνῶ ἡ ἡδονὴ εἶναι ἐπιγέννημα βλ. ἀπ. 198 (Διογ. Λαέρτ. 7. 85) καὶ ἀπ. 200 (Cicero, de finibus 3. 16).
Ὁ Heinzel (δές, de Stoicorum affectibus1, σ. 37) ὑποστηρίζει ὅτι ὁ Ζήνων κατατάσσει τὴν ἡδονὴ μᾶλλον μεταξὺ τῶν κακῶν. Ἡ θέση τῆς ἡδονῆς ὡστόσο στὸ ἀπ. 205 εἶναι στὴν πλευρὰ ἐκείνη τοῦ σκέλους ποὺ ἀνήκει στὰ προηγμένα, ἐνῶ ὁ πόνος κατέχει τὴ θέση τοῦ ἀποπροηγμένου. Βλ. καὶ Διογ. Λαέρτ. 7. 107. Ἐν τούτοις στὰ ἀποπροηγμένα τὴν κατατάσσει ὁ Σέξτος, Μαθ. ΧΙ 73: «οἱ δὲ ἀπὸ τῆς Στοᾶς ἀδιάφορον (scil. ἡδονὴν εἶναί φασιν) καὶ οὐ προηγμένον». Ἀντίθετα στὸ ἀπ. 195 ἡ λύπη (τὸ θλιβερὸ) κατατάσσεται στὰ κακά. Καὶ ὁ Κικέρων ἀπ. 208 χαρακτηρίζει τὸν πόνο ἀποπροηγμένον. Ἐπίσης, δὲς τὶς μαρτυρίες τοῦ Στοβαίου Ἐκλ. ΙΙ 7, 5, p. 58, 14, καὶ τοῦ Κικέρωνος Tusc. II 29.

  1. Heinze, M. (1860), Stoicorum de affectibus doctrina, Berlin.