You are here

182

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Schol. in Hes. Theog. 139, Gaisf. Gr. Poet. Min. 2.484:
Σχόλια εἰς Ἡσιόδ. Θεογ. 139, Gaisf. Gr. Poet. Min. 2.484:

Τοὺς Κύκλωπες. Ὁ Ζήνων λέει ὅτι οἱ κυκλικὲς περιφορὲς εἰπώθηκαν

κατὰ τρόπο πιὸ φυσικό· γι' αὐτὸ καὶ τὰ ὀνόματά τους τὰ διατύπωσε ὡς

Βρόντην καὶ Στερόπην· καὶ Ἄργην ἐπειδὴ ἔτσι λένε τὸν ἀργῆτα κεραυ-

νόν· καὶ λένε ὅτι εἶναι αὐτοὶ παιδιὰ τοῦ Οὐρανοῦ, ἐπειδὴ ὅλα αὐτὰ τὰ

πάθη συμβαίνουν γύρω ἀπὸ τὸν οὐρανό... (γιατὶ οἱ κυκλικὲς περιφορὲς

τῆς φωτιᾶς ἀπὸ τὸν ἀέρα γίνονται σὲ ὁρισμένο χρόνο).

Σχόλια: 

ἀπ. 177, 178, 179, 180, 181, 182, 183:

Σ' ὅλα αὐτὰ τὰ ἀποσπάσματα δηλώνεται ἡ ἀντιμετώπιση τῆς παραδεδεγμένης λαϊκῆς ἀντίληψης γιὰ τοὺς θεοὺς καὶ γιὰ τὴν καθιερωμένη θεολογία τῶν Ἑλλήνων. Ὁ Ζήνων φαίνεται νὰ ἀποδέχεται τὴν πολυμορφία τῶν θεῶν συμβιβαζόμενος κατὰ κάποιο τρόπο μὲ τὸν πολυθεϊσμὸ (ἀπ. 177, 178, 179). Οὐσιαστικὰ ὅμως ἀναφέρεται σὲ πολλὲς δυνάμεις, μέσα στὶς ὁποῖες ἐπιφαίνεται ὁ ἕνας θεός, ποὺ διήκει διὰ μέσου τοῦ κόσμου.
Δίδοντας στὰ «ἄψυχα καὶ τὰ ἄφωνα» τὸ ὄνομα τῶν θεῶν (ἀπ. 177) ὁ Ζήνων ἀποδίδει στὰ φυσικὰ στοιχεῖα τὰ ὀνόματά τους ὡς ἐπιφάνειες τοῦ θεοῦ. Ἡ ἀπόδοση τοῦ οὐρανοῦ στὸν Δία, τοῦ ἀέρα στὴν Ἥρα, μᾶς θυμίζει τὴν ἑρμηνεία τῶν τεσσάρων ριζωμάτων τοῦ Ἐμπεδοκλῆ μὲ ὀνόματα θεῶν (ἀπ. 131, Ἥρη = ἀήρ). Ὁ Δίας ταυτίζεται μὲ τὸν αἰθέρα-οὐρανό, ποὺ εἶναι πύρινος. Ἡ ἀναφορὰ στὸ νερὸ καὶ ἡ ἐτυμολογική του σύνδεση μὲ τὸ χάος (ἀπ. 179) ἀπὸ τὸ «χέεσθαι» προδίδει τὴν ἐτυμολογικὴ μέθοδο ἑρμηνείας, ποὺ ἐφάρμοσε ὁ Ζήνων. Σχολιάζοντας τὸν Ἡσίοδο ὁ Ζήνων ἀναγνωρίζει ὡς πρωταρχικὲς δυνάμεις τὸ χάος (νερό), τὴ γῆ καὶ τὸν ἔρωτα (ἀπ. 180) καὶ ἀνακαλύπτει τὸ δικό του κοσμοείδωλο. Ὁ Πλάτων στὸ Συμπόσιο ἀναφέρεται στὸν Ἡσίοδο (Θεογ. 116) γιὰ νὰ ἀποδείξει τὴν ἀρχαιότητα τοῦ ἔρωτα, ὅπως καὶ ὁ Ἀριστοτέλης (Μετὰ τὰ φυσ. Ι 4 1). Πολὺ χαρακτηριστικὸ τῆς ἐτυμολογικῆς μεθόδου ἑρμηνείας τὸ ἀπ. 181 καὶ ἀπ. 182. Ἔχουμε τὴν ἐτυμολογικὴ δικαίωση τῆς παραδεδομένης λατρείας καὶ συγχρόνως τὴ μεθερμηνεία της σὲ μιὰ θεολογία κοσμικῶν δυνάμεων, δηλωτικῶν τῆς παρουσίας τοῦ θεοῦ. Ὁ Zeller1 (σ. 347) ἀναφέρει χαρακτηριστικά: «Holding that the name of God belongs in its full and original sense only to the one primary being, they did not hesitate to apply it in a limited and derivative sense to all those objects by means of which the divine power is especially manifested». Τὸ παιχνίδι μὲ τὴν ἐτυμολογία γιὰ στήριξη τῆς σημασίας τῶν λέξεων θὰ ἦταν γνωστὸ στὸν Ζήνωνα καὶ ἀπὸ τὸν πλατωνικὸ Κρατύλο (404). Οἱ Στωικοὶ γενικα ἐξηγοῦν πὼς ἡ λαϊκὴ θρησκεία ἀφορμᾶται ἀπὸ μιὰ πανάρχαιη σοφία βλέποντας στὰ φυσικὰ στοιχεῖα, στὴ φωτιά, τὴ γῆ, τὸν ἀέρα, τὴ θάλασσα, τὴν παρουσία τῶν δυνάμεων τῆς θεότητας. Κάτω ἀπὸ τοὺς μύθους ὑπάρχει λοιπὸν ἡ ὑπόνοια της ἀλήθειας καὶ ἡ μέθοδος ποὺ μπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθεῖ γιὰ τὴν εὕρεσή της εἶναι ἡ ἀλληγορία.

ἀπ. 182:
«ἐγυκλίους φοράς»: Ὁ αἰθέρας ποὺ σχημάτιζε τὸ ἐξωτερικὸ στρῶμα τοῦ κόσμου γύριζε σὲ κυκλικὴ περιφορὰ γύρω ἀπ' αὐτὸν. Ὁ Ζήνων ἀκολουθοῦσε σ' αὐτὸ τὸν Ἀριστοτέλη, ποὺ δέχεται τὴν πλατωνικὴ ἐτυμολογία τοῦ αἰθέρα ἀπὸ τὸ «αἰεὶ θεῖν» (Περὶ Οὐρανοῦ Ι 2).

  1. Zeller, E. (1880), Die Philosophie der Griechen, 3d ed., Leipzig.