You are here

177

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Cicero, De natura deorum 1.36:

Cum vero Hesiodi θεογονίαν interpretatur, tollit omnino usitatas preceptasque

cognitiones deorum; neque enim Iovem neque Iunonem neque Vestam neque

quemquam qui ita appellatur in deorum habet numero sed rebus inanimis

atque mutis per quandam significationem haec docet tributa nomina .

Cicero, De natura deorum 1.36:

Ὅταν ὅμως ἑρμηνεύει τὴ θεογονία τοῦ Ἡσιόδου, ἀναιρεῖ τὰ συνήθη καὶ

κατανοητὰ γνωρίσματα τῶν θεῶν· γιατί, οὔτε τὸν Δία, οὔτε τὴν Ἥρα,

οὔτε τὴν Ἑστία, οὔτε ὁποιανδήποτε, ποὺ ὀνομάζεται ἔτσι, περιλαμβάνει

στὸν ἀριθμὸ τῶν θεῶν, ἀλλὰ στὰ ἄψυχα καὶ τὰ ἄφωνα πράγματα διὰ

κάποιας δηλώσεως διδάσκει νὰ ἀποδίδουμε τὰ ὀνόματα.

Σχόλια: 

ἀπ. 177, 178, 179, 180, 181, 182, 183:
Σ' ὅλα αὐτὰ τὰ ἀποσπάσματα δηλώνεται ἡ ἀντιμετώπιση τῆς παραδεδεγμένης λαϊκῆς ἀντίληψης γιὰ τοὺς θεοὺς καὶ γιὰ τὴν καθιερωμένη θεολογία τῶν Ἑλλήνων. Ὁ Ζήνων φαίνεται νὰ ἀποδέχεται τὴν πολυμορφία τῶν θεῶν συμβιβαζόμενος κατὰ κάποιο τρόπο μὲ τὸν πολυθεϊσμὸ (ἀπ. 177, 178, 179). Οὐσιαστικὰ ὅμως ἀναφέρεται σὲ πολλὲς δυνάμεις, μέσα στὶς ὁποῖες ἐπιφαίνεται ὁ ἕνας θεός, ποὺ διήκει διὰ μέσου τοῦ κόσμου.
Δίδοντας στὰ «ἄψυχα καὶ τὰ ἄφωνα» τὸ ὄνομα τῶν θεῶν (ἀπ. 177) ὁ Ζήνων ἀποδίδει στὰ φυσικὰ στοιχεῖα τὰ ὀνόματά τους ὡς ἐπιφάνειες τοῦ θεοῦ. Ἡ ἀπόδοση τοῦ οὐρανοῦ στὸν Δία, τοῦ ἀέρα στὴν Ἥρα, μᾶς θυμίζει τὴν ἑρμηνεία τῶν τεσσάρων ριζωμάτων τοῦ Ἐμπεδοκλῆ μὲ ὀνόματα θεῶν (ἀπ. 131, Ἥρη = ἀήρ). Ὁ Δίας ταυτίζεται μὲ τὸν αἰθέρα-οὐρανό, ποὺ εἶναι πύρινος. Ἡ ἀναφορὰ στὸ νερὸ καὶ ἡ ἐτυμολογική του σύνδεση μὲ τὸ χάος (ἀπ. 179) ἀπὸ τὸ «χέεσθαι» προδίδει τὴν ἐτυμολογικὴ μέθοδο ἑρμηνείας, ποὺ ἐφάρμοσε ὁ Ζήνων. Σχολιάζοντας τὸν Ἡσίοδο ὁ Ζήνων ἀναγνωρίζει ὡς πρωταρχικὲς δυνάμεις τὸ χάος (νερό), τὴ γῆ καὶ τὸν ἔρωτα (ἀπ. 180) καὶ ἀνακαλύπτει τὸ δικό του κοσμοείδωλο. Ὁ Πλάτων στὸ Συμπόσιο ἀναφέρεται στὸν Ἡσίοδο (Θεογ. 116) γιὰ νὰ ἀποδείξει τὴν ἀρχαιότητα τοῦ ἔρωτα, ὅπως καὶ ὁ Ἀριστοτέλης (Μετὰ τὰ φυσ. Ι 4 1). Πολὺ χαρακτηριστικὸ τῆς ἐτυμολογικῆς μεθόδου ἑρμηνείας τὸ ἀπ. 181 καὶ ἀπ. 182. Ἔχουμε τὴν ἐτυμολογικὴ δικαίωση τῆς παραδεδομένης λατρείας καὶ συγχρόνως τὴ μεθερμηνεία της σὲ μιὰ θεολογία κοσμικῶν δυνάμεων, δηλωτικῶν τῆς παρουσίας τοῦ θεοῦ. Ὁ Zeller1 (σ. 347) ἀναφέρει χαρακτηριστικά: «Holding that the name of God belongs in its full and original sense only to the one primary being, they did not hesitate to apply it in a limited and derivative sense to all those objects by means of which the divine power is especially manifested». Τὸ παιχνίδι μὲ τὴν ἐτυμολογία γιὰ στήριξη τῆς σημασίας τῶν λέξεων θὰ ἦταν γνωστὸ στὸν Ζήνωνα καὶ ἀπὸ τὸν πλατωνικὸ Κρατύλο (404). Οἱ Στωικοὶ γενικα ἐξηγοῦν πὼς ἡ λαϊκὴ θρησκεία ἀφορμᾶται ἀπὸ μιὰ πανάρχαιη σοφία βλέποντας στὰ φυσικὰ στοιχεῖα, στὴ φωτιά, τὴ γῆ, τὸν ἀέρα, τὴ θάλασσα, τὴν παρουσία τῶν δυνάμεων τῆς θεότητας. Κάτω ἀπὸ τοὺς μύθους ὑπάρχει λοιπὸν ἡ ὑπόνοια της ἀλήθειας καὶ ἡ μέθοδος ποὺ μπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθεῖ γιὰ τὴν εὕρεσή της εἶναι ἡ ἀλληγορία.

  1. Zeller, E. (1880), Die Philosophie der Griechen, 3d ed., Leipzig.