You are here

204

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Cicero, De finibus bonorum et malorum 3.20-21:

(2) progrediamur igitur, quoniam, inquit, ab his principiis naturae discessimus,

quibus congruere debent quae sequuntur, sequitur autem haec prima divisio:

aestimabile esse dicunt –sic enim, ut opinor, appellemus– id quod aut ipsum

secundum naturam sit aut tale quid efficiat, ut selectione dignum propterea sit,

quod aliquod pondus habeat dignum aestimatione, quam illi ἀξίαν vocant,

contraque inaestimabile quod sit superiori contrarium. (3) initiis igitur ita

constitutis, ut ea quae secundum naturam sunt ipsa propter se sumenta sint

contrariaque item reicienda, primum est officium –id enim appello καθῆκον

ut se conservet in naturae statu, deinceps ut ea teneat quae secundum naturam

sint pellatque contraria, qua inventa selectione et item relectione sequitur dein-

ceps cum officio selectio, deinde ea perpetua, tum ad extremum constans

consentaneaque naturae, (4) in qua primum inesse incipit et intellegi quid sit

quod vere bonum possit dici. prima est enim consiliatio hominis ad ea quae

sunt secundum naturam, simul autem cepit intelligentiam vel notionem potius,

quam appellant ἔννοιαν illi, viditque rerum agendarum ordinem et, ut ita

dicam, concordiam, multo eam pluris aestimavit quam omnia illa quae prima

dilexerat, atque ita cognitione et ratione collegit, ut statueret in eo collocatum

summum illud hominis per se laudandum et expetendum bonum; (5) quod

cum positum sit in eo quod ὁμολογίαν  Stoici, nos appellemus convenientiam,

si placet – cum igitur in eo sit id bonum quo omnia referenda sint, [omnia]

honeste facta ipsumque honestum, quod solum in bonis ducitur, quamquam

post oritur, tamen id solum vi sua et dignitate expetendum est; eorum autem

quae sunt prima naturae propter se nihil est expetendum.

Cicero, De finibus bon. et mal. 3.20-21:

(2) Ἂς προχωρήσουμε λοιπὸν παρακάτω, προσέθεσε. Γιατὶ ἔχουμε ἀ-

φορμηθεῖ ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς φύσης, μὲ τὶς ὁποῖες πρέπει νὰ συμφωνοῦν τὰ

ἑπόμενα στάδια. Πρώτη ἀκολουθεῖ ἡ ἑξῆς διαίρεση: Ὡς κάτι ποὺ ἔχει

ἀξία (γιατί, νομίζω, μποροῦμε νὰ χρησιμοποιήσουμε αὐτὸν τὸν ὅρο), οἱ

Στωικοὶ λένε, ὅτι εἶναι αὐτό, ποὺ εἴτε εἶναι τὸ ἴδιο σύμφωνο μὲ τὴ φύση ἢ

αὐτὸ ποὺ ἐπιφέρει κάτι παρόμοιο· γι' αὐτὸ καὶ ἀξίζει νὰ τὸ ἐκλέγει κανεὶς

(αὐτὸ τὸ ὀνομάζουν ἀξία), ἐνῶ τὸ ἀντίθετό του δὲν ἔχει καμιὰ ἀξία.

(3) Ἀφοῦ θεσπίστηκαν λοιπὸν αὐτὲς οἱ ἀρχές, ὅτι τὰ πράγματα, ποὺ

εἶναι κατὰ φύση, πρέπει νὰ τὸ ἀποκτοῦμε γιὰ χάρη τῶν ἰδίων καὶ νὰ

ἀπορρίπτουμε τὰ ἀντίθετα, τὸ πρῶτο καθῆκον εἶναι νὰ διατηρεῖται κα-

νεὶς στὴ φυσική του κατάσταση, τὸ δεύτερο νὰ διασώζει κανεὶς αὐτὰ ποὺ

εἶναι σύμφωνα μὲ τὴ φύση καὶ νὰ ἀποδιώχνει τὰ ἐνάντια. Μὲ τὴν ἐπι-

νόηση αὐτῆς τῆς ἀρχῆς ἐπιλογῆς καὶ ἀπόρριψης ἀκολουθεῖ ἡ ἐπιλογὴ

σύμφωνα μὲ αὐτὸ ποὺ ἁρμόζει, αὐτὴ δὲ γίνεται στὸ ἑπόμενο στάδιο

σταθερὴ συνήθεια καὶ τέλος μιὰ ἐπιλογὴ συνεχής, ἀπόλυτα σύμφωνη

μὲ τὴ φύση· (4) σ' αὐτὸ τὸ στάδιο ἀρχίζει γιὰ πρώτη φορὰ νὰ βρίσκει

καὶ νὰ κατανοεῖ κανεὶς αὐτό, ποὺ μπορεῖ ἀληθινὰ νὰ ὀνομασθεῖ ἀγαθό.

Γιατὶ ἡ πρώτη οἰκείωση τοῦ ἀνθρώπου ἀναφέρεται στὰ πράγματα ποὺ

εἶναι σύμφωνα μὲ τὴ φύση. Μόλις ὅμως κατακτήσει τὴν ἀντίστοιχη γνώ-

ση ἢ μᾶλλον τὴν ἔννοια, ὅπως τὴν ὀνομάζουν, καὶ δεῖ τὴν τάξη καὶ τὴν

ἁρμονία ποὺ διέπει τὶς πράξεις, ἀποδίδει σ' αὐτὴν πολὺ μεγαλύτερη ἀξία

ἀπ' ὅ,τι σὲ ὅλα ἐκεῖνα, ποὺ εἶχε ἀγαπήσει προηγουμένως· καὶ φτάνει μ'

αὐτὴ τὴ γνώση καὶ τὸν λόγο στὸ συμπέρασμα ὅτι ἐκεῖ πρέπει νὰ τοποθε-

τηθεῖ τὸ ἀνώτατο ἀνθρώπινο ἀγαθό, ποὺ εἶναι καθαυτὸ ἐπιθυμητὸ καὶ

ἐπαινετό. (5) Γιατὶ σ' αὐτὸ τὸ ἀγαθὸ ἔγκειται ἡ «ὁμολογία», ὅπως τὴν

ὀνομάζουν οἱ Στωικοί, κι' ἐμεῖς τὴν ὀνομάζουμε convenientiam, συμφω-

νία μὲ τὴ φύση, ἂν σᾶς ἀρέσει· πρὸς αὐτὸ πρέπει νὰ κατευθύνουμε ὅλα,

τὶς ἐνάρετες πράξεις καὶ τὴν ἴδια τὴν ἀρετή, ποὺ αὐτὴ μόνο θεωρεῖται

ἀγαθό, πού, ἂν καὶ ὑστερογενής, εἶναι ὡστόσο γιὰ τὴν ἴδια τὴ φύση καὶ

τὴν ἀξία της τὸ μόνο πράγμα ποὺ εἶναι ἐπιθυμητό, ἐνῶ κανένα ἀπὸ τὰ

πρῶτα κατὰ φύσιν δὲν εἶναι ἐπιθυμητὸ καθεαυτό.

Σχόλια: 

ἀπ. 204:
Ὁ Ζήνων θὰ πρέπει νὰ ξεκινοῦσε ἀπὸ τὴν κοινὴ φύση (βλ. καὶ ἀπ. 202), ποὺ περιλαμβάνει τὰ φυτά, τὰ ζῶα καὶ τὸν ἄνθρωπο, ἀνιχνεύοντας σὲ ὅλα αὐτὰ τὸν σκοπὸ ποὺ ὑπαγορεύει ἡ οἰκείωση τοῦ καθενὸς μὲ τὴ φύση του. Ἔχουμε πάλι μιὰ διάκριση ἀνάμεσα στὴν πρώτη κατὰ φύσιν οἰκείωση καὶ τὴ δεύτερη, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν «ὁμολογίαν». Κατ' αὐτὴν ὁ ἄνθρωπος διακρίνει ἀξιολογικὰ τὶς πράξεις του καὶ κρίνει ἀποβλέποντας στὸ ἀνώτατο ἀγαθό, ποὺ εἶναι καθεαυτὸ ἐπιθυμητό, ἐνῶ τὰ πρῶτα κατὰ φύσιν δὲν εἶναι. Ὑπονοεῖται ἐδῶ ἡ διάκριση ἀγαθῶν καὶ ἀδιαφόρων ποὺ ἔκανε ὁ Ζήνων καὶ ἡ διφυὴς διάσταση τοῦ ἀνθρώπου.
Παρατηροῦμε καὶ πάλι στὴν ἀναφορὰ τοῦ Κικέρωνα πέντε στάδια οἰκείωσης, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ καθένα ἀντιπροσωπεύει ἕνα ἰδιαίτερο καθῆκον: α) Τὴ διατήρηση στὴ φυσικὴ κατάσταση, β) Τὴν προσοικείωση ὅσων εἶναι σύμφωνα μὲ τὴ φύση, γ) τὴν οἰκείωση μὲ τὰ πρέποντα, δ) τὴν οἰκείωση ποὺ γίνεται μόνιμη συνήθεια καί, ε) τὴν «ὁμολογίαν». Τὸ «καθῆκον» στὴν ὕψιστη μορφή του εἶναι ἡ τελείωση τῆς φύσης του, ἡ ἀρετή.

Σημ. 1: Ἀνάμεσα στὴν οἰκείωση, ὅπως τὴ συνέλαβε ὁ Ζήνων, καὶ τὴ σωκρατικὴ παράδοση θὰ μπορούσαμε νὰ ἐπισημάνουμε τὴν παρουσία μιᾶς συνέχειας ἰδιαίτερα σὲ δυὸ σημεῖα: α. Στὴ σωκρατικὴ «ψυχῆς ἐπιμέλειαν», ποὺ ὁ Ζήνων συνδέει μὲ τὴν οἰκείωση (Maximus Floril. c. 6, SVF1 I 236: «...τῶν μερῶν τοῦ σώματος ἐκείνων ἐπιμελούμεθα μᾶλλον, ἅπερ ὠφελιμώτερα ἑαυτοῖς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν νομίζομεν εἶναι,... οὐδὲ γὰρ ἡ ἐλαία τῷ θεραπεύοντι αὐτὴν ἐπαγάλλεται ἀλλ' ἐκφέρουσα πολλούς τε καὶ καλοὺς καρποὺς ἔπεισεν ἑαυτῆς ἐπιμελεῖσθαι μᾶλλον». Καὶ β. στὴ σωκρατικὴν ἀρχὴ «ἕκαστος τὰ ἑαυτοῦ πράττειν», ποὺ προσεγγίζει πολὺ στὴν ἔννοια τοῦ οἰκείου, τὸ ὁποῖο φαίνεται ὅτι ἀπασχόλησε καὶ τὸν Ἀντισθένη. Θὰ πρέπει ἐπίσης νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι τὸ οἰκεῖον καὶ τὸ φίλον, «τὸ πρῶτον φίλον», εἶναι ἕνα θέμα, ποὺ ἀπασχόλησε τὸν Πλάτωνα στὸν Λύσιν. Φαίνεται ὅμως ὅτι ὁ Πλάτων δὲν ἐπέμενε στὸ «οἰκεῖον», γιατὶ ὁ ὅρος παρασύρει σ' ἕναν ὑποκειμενισμό. (Δὲς σχετικὰ S.G. Pembroke, Oikeiosis, Probl. in Stoicism2, σσ. 136-139).
Ἡ προέλευση τῆς ζηνώνειας οἰκείωσης ἀπὸ τὴν περιπατητικὴ παράδοση ὑποστηρίχθηκε ἀπὸ τὸν von Arnim (Arius' Didymus Abriss der peripeatetischen Ethik3, SB. Wien, Ph., Hist. Kl. 204, 1926, 3) καὶ τὸν Dirlmeier (Die Oikeiosis lehre Theophrasts4, Philol., Suppl. XXX, 1937, 1) μὲ βάση ὄχι μόνο τὰ ἠθικὰ συγγράμματα τοῦ Θεόφραστου ἀλλὰ καὶ μὲ ἐπιχειρήματα ποὺ ἀναφέρονται σὲ μιὰ περίληψη τῆς περιπατητικῆς ἠθικῆς, ποὺ δίνει ὁ Ἄρειος Δίδυμος, ὅπως τὴ διασώζει ὁ Στοβαῖος (Ἐκλ. ΙΙ, 116 κ.ἑ.). Ἡ βιολογία συνάπτεται ἐδῶ μὲ τὴν ἠθική, ἡ ψυχολογία τῶν ζώων μὲ τὴν ψυχολογία τῶν παιδιῶν. Ἡ ἀναφορὰ τοῦ Θεόφραστου (Πορφ. Abst. 3. 25) στοὺς ἀνθρώπους ὡς οἰκείους μεταξύ των, στὴν οἰκειότητα μεταξὺ ἀνθρώπων καὶ ζώων καὶ ἰδιαίτερα στὴν «οἰκείωσιν» τῆς μέλισσας πρὸς τὴν δρῦν (Θεοφρ. fr. 190 Wimmer5) φαίνεται νὰ ἐνισχύουν τὴν ἄποψη αὐτή. Ὁ Pohlenz ὡστόσο (Grundfragen, σσ. 1-47, Stoa6 II σ. 66) ἀντέκρουσε τὰ ἐπιχειρήματα τῶν προηγουμένων ἐρευνητῶν ἐπιτυχῶς συμπεραίνοντας, ὅτι ἡ οἰκείωση, ὅπως ἀπαντᾶ στὸν Θεόφραστο, μπορεῖ νὰ μᾶς δώσει τὴν αἴσθηση κάποιου προσχεδιασμοῦ, δὲν ἀποτελεῖ ὡστόσο οὐσιαστικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴ γένεση τῆς στωικῆς οἰκείωσης. Ἐξ ἄλλου ἡ ἔκθεση τοῦ Ἀρείου περὶ οἰκειώσεως δὲν εἶναι ἀκριβὴς καὶ ὅταν μιλᾶ γιὰ ἐκλογὴ τῶν κατὰ φύσιν καὶ ἀπεκλογὴν τῶν παρὰ φύσιν προδίδει μεταγενέστερη στωικὴ ἐπίδραση, ἀφοῦ ἡ διδασκαλία περὶ ἐκλογῆς δὲν εἶχε ἀναπτυχθεῖ πρὶν ἀπὸ τὸν Διογένη τὸν Βαβυλώνιο καὶ τὸν Ἀντίπατρο στὴν ἀναμέτρησή τους μὲ τὸν Καρνεάδη. Ὁ Pohlenz6 πιστεύει ὅτι πηγὴ τοῦ Ἀρείου σ' ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν οἰκείωση εἶναι ὁ Ἀντίοχος ὁ Ἀσκαλωνίτης. Γιὰ τὴ σύνδεση τοῦ Ζήνωνος μὲ τὸν Πολέμωνα καὶ τὴν Ἀκαδημία δὲς ἀπ. 197.
Ἰδιαίτερη σημασία γιὰ τὴν ἐπισήμανση τῆς στωικῆς προσέγγισης στὴν ἀρχὴ τῆς οἰκειώσεως ἔχει καὶ τὸ σχετικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ πάπυρο τοῦ δευτέρου αἰ. μ.Χ. ἀνωνύμου συγγραφέα (Σχόλια εἰς Πλάτωνος Θεαίτητον, 5. 18 -6. 31). Ἐκεῖ γίνεται ἡ διάκριση ἀνάμεσα στὴν «πρὸς ἑαυτὸν οἰκείωσιν», ποὺ χαρακτηρίζεται φυσικὴ καὶ ἄλογος, καὶ στὴν «πρὸς τοὺς πλησίον οἰκείωσιν», ποὺ εἶναι φυσικὴ ἀλλὰ ὄχι χωρὶς λόγον. Ἐπίσης ἡ οἰκείωση διαφοροποιεῖται σὲ βαθμοὺς ἔντασης. Στὴν κριτικὴ ποὺ ἀσκεῖται προφανῶς ἐναντίον τῆς στωικῆς θέσης (ἀκαδημαϊκῆς πιθανὸ προέλευσης) τίθεται τὸ πρόβλημα τῆς προέλευσης τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τὴν οἰκείωση (ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ Ζήνων, ἀπ. 199) καὶ τῆς ἄσκησης τῆς δικαιοσύνης. Τὸ ἐρώτημα, ποὺ προκύπτει, εἶναι, ἂν ἡ οἰκείωση σὲ ὅλες τὶς σχέσεις εἶναι ἴση, ἰδιαίτερα, ὅταν αὐτὴ ἀφορᾶ τὰ συμφέροντα τοῦ ἑαυτοῦ μας ποὺ πρέπει μὲ βάση τὴν ἀρχὴ τῆς δικαιοσύνης νὰ εἶναι ἴσα μὲ ἐκεῖνα τοῦ ἄλλου.
Γενικὰ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς οἰκειώσεως προέρχεται ἀναμφίβολα ἀπὸ τὸν Ζήνωνα καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν Χρύσιππο. Ὁ Ζήνων ἵδρυσε μιὰ κοινωνικὴ φιλοσοφία, ἀντιμέτωπη πρὸς τὴν Ἐπικούρεια, στηρίζοντας τὴν ἀρχὴ τῆς οἰκειώσεως στὴ μετάβαση ἀπὸ τὴν ὁρμὴ στὸν λόγο, γιὰ νὰ θεμελιώσει μιὰ πανανθρώπινη κοινότητα καὶ μιὰ οἰκουμενικὴ θεωρία. Λανθάνεται ὁ Wiersma7 (ἔ.ἀ.), ὅταν πρεσβεύει ὅτι ὁ Ζήνων ἄντλησε ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὸν Κυνισμό. (Τὴ θέση αὐτὴ ὑποστηρίζει ὁ de Vogel8, σσ. 128 καὶ 131).
Σημ. 2: Γιὰ τὴ σημασία τῆς μετάβασης τῆς οἰκειώσεως ἀπὸ τὴν ὁρμὴ στὸν λόγο καὶ τὴν ἀντιστοιχία της πρὸς τὶς νεώτερες ἀνθρωπολογικὲς ἔρευνες παραπέμπουμε στὶς ἔρευνες τοῦ Jacob von Uexküll (Umwelt und Innenwelt der Tiere9, Berlin 1921) καὶ τοῦ Konrad Lorenz (Ganzheit und Teil in der tierischen und menschlichen Gemeinschaft10, Gesammelte Abhandlungen, München 1966). Ὁ Pembroke2 (ἔ.ἀ.) συζητᾶ διεξοδικὰ τὸ θέμα τῆς στωικῆς οἰκειώσεως καὶ γράφει σχετικὰ (σ. 141): «Oikeiosis to oneself is the same process raised to the level of consciousness and alone capable of raising consciousness to the higher level of moral wisdom».
Θὰ πρέπει τέλος νὰ παρατηρήσουμε, ὅτι ἡ οἰκείωση καὶ ἀλλοτρίωση εἶναι βασικὲς ἔννοιες, ποὺ συναντοῦμε στὴ φιλοσοφία τοῦ Ἐγέλου καὶ οἱ ὁποῖες ἐκφράζουν καίριες σχέσεις στὴ φιλοσοφία τῆς ὑπάρξεως. Καὶ στὸ θέμα αὐτὸ ἀξίζει νὰ ἀναζητηθεῖ ἡ συνέχεια τῆς στωικῆς παράδοσης. (Δὲς Κ. Μιχαηλίδη, Ἡ στωικὴ οἰκείωσις καὶ ἡ ὑπαρξιακὴ ἀποξένωσις11, Στασῖνος, σσ. 149-155, Λευκωσία 1974).

  1. von Armin, J. (1964), Stoicorum Veterum Fragmenta, Vols. I-IV, Stuttgart.
  2. Long, A. A. (1971), Problems in Stoicism , London.a↑ b↑
  3. von Arnim, H. (1926), Arius' Didymus Abriss der peripatetischen Ethik, SBWien,204.3
  4. Dirlmeier, F. (1937), Die Oikeiosis-Lehre Theophrasts, Philologus Supplement 30.1:
  5. Wimmer, F. (1854-1862), Theophrasti Eresii Opera , tom. I-III, Leipzig.
  6. Pohlenz, M. (1964), Die Stoa. Geschichte einer geistigen Bewegung, Vols. I-II, Götingen.a↑ b↑
  7. Zeller, E. (1880), Die Philosophie der Griechen, 3d ed., Leipzig.
  8. Vogel, C. J. (1959), Greek Philosophy , Vol. 3, Leiden - Berlin.
  9. von Uexküll, J. (1921), Umwelt und Innenwelt der Tiere, Berlin.
  10. Lorentz, K. Z. (1950), Ganzheit und Teil in der tierischen und menschlichen Gemeinschaft: eine methodologische Erörterung, Studium Generale 3: 455-499.
  11. Μιχαηλίδης, Κ. (1974), Ἡ στωικὴ οἰκείωσις καὶ ἡ ὑπαρξιακὴ ἀποξένωσις , Στασῖνος 149-155.