You are here

196

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Cicero, De finibus bonorum et malorum 4.60:

Zeno autem quod suam, quod propriam speciem habeat cur appendum sit, id

solum bonum appellat, beatam autem vitam eam solam, quae cum virtute

degatur .

Cicero, De fin. 4.60:

Ἀντίθετα ὁ Ζήνων ὀνομάζει μόνο αὐτὸ ἀγαθό, ποὺ ἔχει τὸν δικό του

ἰδιαίτερο χαρακτήρα, ποὺ ἀξίζει νὰ ἐπιδιώξει κανεὶς γιὰ χάρη του, ὡς

εὐδαίμονα ὅμως βίο θεωρεῖ ἐκεῖνο, ποὺ μπορεῖ κανεὶς νὰ διάγει μὲ ἀρετή.

Σχόλια: 

ἀπ. 194, 194α καὶ ἀπ. 196, 197:
Ὁ Ζήνων ἔδωσε ἕνα νέο περιεχόμενο στὸν ὅρο «ὁμολογουμένως τῇ φύσει ζῆν». Παρατηροῦμε τὴν ἀναφορὰ στὴν οὐσία τοῦ ἀγαθοῦ καὶ στὴν ὀρθὴ χρήση τῶν φαντασιῶν (ἀπ. 194). Ἐπίσης τὴ διαφορά του πρὸς τὴν παράδοση περὶ λόγου καὶ φύσεως ποὺ φτάνει ἕως τὸν Πολέμωνα (ἀπ. 197).
Ἡ μακρὰ Ἑλληνικὴ παράδοση, ποὺ ἀφορᾶ τὸ ζηνώνειο «ὁμολογουμένως», ἀφορμᾶται ἀπὸ τὸν Ἡράκλειτο, περνᾶ στὴν πλατωνικὴ καὶ ἀριστοτελικὴ φιλοσοφία, καὶ εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὸ ἰσχυρὸ αἴσθημα τῆς φύσης ὡς μιᾶς ἱερῆς τάξης. Ἡ πλήρωση τῆς τάξης αὐτῆς εἶναι ἡ ἀρετή, μιὰ τελείωση, τῆς ὁποίας καρπὸς εἶναι ἡ εὐδαιμονία. Αὐτὴ ἡ παράδοση ὡστόσο ζεῖ σὲ ἀναμέτρηση μὲ μιὰν ἄλλη παράλληλη ἑρμηνεία τῆς φύσεως, ποὺ εἰσάγει στὴν ἑλληνικὴ σκέψη ἡ σοφιστικὴ καὶ ἀφορᾶ τὴν ἐγωιστικὴ ροπὴ τῶν φυσικῶν ὁρμῶν. Αὐτὴ τὴν ἀπόκλιση καταπολέμησε ἡ πλατωνικὴ καὶ ἀριστοτελικὴ φιλοσοφία.
Ὁ Σπεύσιππος, ποὺ διαδέχθηκε τὸν Πλάτωνα στὴν Ἀκαδημία, χαρακτηρίζει τὴν εὐδαιμονία ὡς πλήρη ἀπόλαυση τῶν φυσικῶν δυνάμεων, ποὺ φτάνει σὲ μιὰν «ἀοχλησίαν». Καὶ ὁ Θεόφραστος ἐκπροσωπώντας τὸν Περίπατο θεωρεῖ τὸ «κατὰ φύσιν» κριτήριο τῆς ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς. Καὶ οἱ δυό τους ὅμως αὐτοὶ ἔχουν ὑπόψη τους ὄχι τὴν ἐναρμόνιση τοῦ συνόλου ἀλλὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῆς ζωῆς τοῦ μεμονωμένου ἀτόμου. Τέτοια ἀτομικὴ-ἐγωιστικὴ πληρότητα ἐπιδιώκει ὁ Ἐπίκουρος προβάλλοντας τὴν ἡδονὴ ὡς ἰδανικὸ τοῦ βίου. Ἀντίθετα ὁ Ζήνων θέλει νὰ ἐπανέλθει στὴν ὁμολογία μὲ τὴ φύση ὡς τὴν πλήρωση τῆς ἀνθρώπινης ἀρετῆς ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἐγωικῆς ἱκανοποίησης ἀλλὰ τῆς ἔνταξης σ' ἕνα κοινὸ λόγο, σὲ μιὰ καθολικὴ τάξη ἔχοντας βαθειὰ τὴν ἐμπειρία τοῦ κλονισμοῦ αὐτῆς τῆς τάξης μὲ τὸ κενὸ ποὺ ἄφησε ὁ ἀφανισμὸς τῆς πόλεως.
Ἡ διαφορά του πρὸς τὸν Πολέμωνα, ποὺ ὑπονοεῖ ὁ Κικέρων (De fin. 4, 45), εἶναι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ συνέπεια τοῦ Ζήνωνος πρὸς τὶς ἀρχὲς τῆς φύσης, ποὺ εἶναι κοινὴ καὶ ἐκφράζεται μὲ τὴν τάξη τοῦ λόγου καὶ ὄχι τῆς φύσης, ἡ ὁποία ἱκανοποιεῖ τὰ «πρῶτα κατὰ φύσιν» ἀποβλέποντας καὶ στὰ ἐξωτερικὰ ἀγαθά. Αὐτὰ δὲν ἐγγίζουν, κατὰ τὸν Ζήνωνα, τὴν οὐσία τῆς ἀρετῆς-εὐδαιμονίας.