You are here

189

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Stobaeus, Eclogae 2.7, 6a (W. 2. 75: 6) καὶ 2.77, 16: Ἐκ τῆς Διδύμου ἐπιτομῆς:

(1) Τὸ δὲ τέλος ὁ μὲν Ζήνων οὕτως ἀπέδωκε· «τὸ ὁμολογουμένως ζῆν» .

τοῦτο δ' ἔστι καθ' ἕνα λόγον καὶ σύμφωνον ζῆν, ὡς τῶν μαχομένως

ζώντων1 κακοδαιμονούντων. (2) οἱ δὲ μετὰ τοῦτον προσδιαρθροῦντες

οὕτως ἐξέφερον «ὁμολογουμένως τῇ φύσει ζῆν» ὑπολαβόντες ἔλαττον

εἶναι ‹ἢ›2 κατηγόρημα τὸ ὑπὸ τοῦ Ζήνωνος ῥηθέν.

                                                                                  (3) Κλεάνθης γὰρ

πρῶτος διαδεξάμενος αὐτοῦ τὴν αἵρεσιν προσέθηκε «τῇ φύσει» καὶ οὕ-

τως ἀπέδωκε· «τέλος ἐστὶ τὸ ὁμολογουμένως τῇ φύσει ζῆν.» (4) ὅπερ

Χρύσιππος σαφέστερον βουλόμενος ποιῆσαι, ἐξήνεγκε τὸν τρόπον τοῦ-

τον· «ζῆν κατ' ἐμπειρίαν τῶν φύσει συμβαινόντων


Stobaeus Ecl. 2.77, 16-27:

(1) Τέλος δέ φασιν εἶναι τὸ εὐδαιμονεῖν, οὗ ἕνεκα πάντα πράττεται, αὐτὸ

δὲ πράττεται μὲν οὐδενὸς δὲ ἕνεκα· τοῦτο δὲ ὑπάρχειν ἐν τῷ κατ' ἀρετὴν

ζῆν, ἐν τῷ ὁμολογουμένως ζῆν, ἔτι, ταὐτοῦ ὄντος, ἐν τῷ κατὰ φύσιν ζῆν.

(2) τὴν δὲ εὐδαιμονίανΖήνων ὡρίσατο τὸν τρόπον τοῦτον· εὐδαιμονία

δ' ἐστὶν εὔροια βίου.

  1. 2-3. μαχομένως ζώντων schol. Luc.: μαχομένων ζώων codd.
  2. 5. ‹ἤ› Sedley.
Στοβαῖος, Ἐκλογαὶ 2.7, 61 (W. 2.75: 6) καὶ 2.77, 16: Ἐκ τῆς Διδύμου ἐπιτομῆς:

(1) Τὸν τελικὸ σκοπὸ (τὸ ὕψιστο ἀγαθὸ) ὁ Ζήνων τὸν καθόριζε ὡς ἑξῆς·

«νὰ ζεῖ κανεὶς σὲ ὁμοφωνία μὲ τὸν λόγο»· κι' αὐτὸ σημαίνει νὰ ζεῖ σὲ

συμφωνία μὲ τὸν ἕνα λόγο, γιατί, ὅποιοι ζοῦν σὲ διαμάχη μὲ τὸν ἑαυτό

τους, εἶναι δυστυχισμένοι. (2) Οἱ δὲ διάδοχοί του ἐπεξηγώντας διατύπω-

ναν τὴν πρόταση ἔτσι· «νὰ ζεῖς σὲ ὁμολογία μὲ τὴ φύση», θεωρώντας ὅτι

αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Ζήνων εἶναι λιγότερο ἀπὸ ἕνα κατηγόρημα. (3) Ὁ Κλε-

άνθης, ὁ πρῶτος ποὺ τὸν διαδέχθηκε στὴ σχολή, προσέθεσε «τῇ φύσει»

καὶ τὸ ἀπέδωσε ἔτσι· «σκοπὸς τελικὸς εἶναι νὰ ζεῖ κανεὶς σὲ ὁμολογία

πρὸς τὴ φύση». (4) Πράγμα ποὺ ὁ Χρύσιππος θέλοντας νὰ τὸ κά-

νει σαφέστερο διατύπωσε τὴν πρόταση αὐτὴ μὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο·

«νὰ ζεῖ κανεὶς σύμφωνα μὲ τὴν ἐμπειρία αὐτῶν ποὺ συμβαίνουν στὴ

φύση.»


Στοβαῖος, Ἐκλογαὶ 2.77, 16-27:
(1) Τελικὸς σκοπός, λένε, εἶναι νὰ εὐδαιμονεῖ κανείς, γιὰ χάρη τοῦ ὁ-

ποίου ὅλα πράττονται, αὐτὸ ὅμως δὲν πράττεται γιὰ κανένα ἄλλο·

αὐτὸ βρίσκεται στὸ νὰ ζεῖ κανεὶς σύμφωνα μὲ τὴν ἀρετή, στὸ νὰ ζεῖ σὲ συμφω-

νία μὲ τὸν λόγο, ἀκόμα, ἐπειδὴ εἶναι τὸ ἴδιο, στὸ νὰ ζεῖ κανεὶς κατὰ φύση.

(2) Τὴ δὲ εὐδαιμονία ὁ Ζήνων τὴν ὅρισε μ' αὐτὸν τὸν τρόπο: εὐδαιμονία

εἶναι ἡ καλὴ ροὴ (εὔροια) τοῦ βίου).

Σχόλια: 

ἀπ. 188, 189, 190:
«τὸ ὁμολογουμένως τῇ φύσει ζῆν» (188) – «τὸ ὁμολογουμένως ζῆν» (189): Ὁ Στοβαῖος ὑποστηρίζει, ὅτι ἡ ἀρχικὴ ρήση τοῦ Ζήνωνος περιοριζόταν στὸ «ὁμολογουμένως», τὸ δὲ «τῇ φύσει» ἀποτέλεσε συμπλήρωση, ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὸν Κλεάνθη. Τὸ ἀντίθετο ὑποστηρίζει ὁ Δ. Λαέρτιος. Φαίνεται ὡστόσο, ὅτι ὁ Λαέρτιος ἀποδίδει ὀρθότερα τὴ ρήση αὐτή, ὅταν σκεφθοῦμε, ὅτι ἡ ὅλη παράδοση ἀπὸ τὸν Ἡράκλειτο ἕως τὸν Σπεύσιππο καὶ τὸν Πολέμωνα (βλ. ἀπ. 197) ὁδηγεῖ στὴν παραδοχὴ τῆς ἀρχῆς τῆς «ὁμολογίας», δηλ. τῆς συμφωνίας μὲ τὸν λόγο καὶ τὴ φύση. Ὁ ὅρος «ὁμολογουμένως τῇ φύσει» ὑποδηλώνει ἀφ' ἑνὸς τὴν οἰκείωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὰ πρῶτα κατὰ φύση (βλ. ἀπ. 198), ἀφ' ἑτέρου ὅμως καὶ μὲ αὐτὰ ποὺ ἀκολουθοῦν (ἀπ. 204), ὅταν ἐνεργοποιηθεῖ ὁ λόγος μέσα στὸν ἄνθρωπο, καὶ ποὺ θὰ λέγαμε ὅτι εἶναι τὰ κατ' ἐξοχὴν κατὰ φύση ἀνθρώπινα. Αὐτὰ ἐξασφαλίζουν τὸ ἀνώτατο ἀγαθό. Μιλώντας γιὰ τὴ φύση ὁ Ζήνων φαίνεται ὅτι ἐννοοῦσε τὸν κοινὸ νόμο, ὅπως τὸν ἐκφράζει ὁ Κλεάνθης στὸν Ὕμνο του στὸν Δία (1, 20 κ.ἑ.), στὸν ὁποῖο ἐντάσσονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Ἡ ἐναρμόνιση μ' αὐτὸν ὁδηγεῖ σὲ μιὰν ἐνάρετη καὶ εὐδαίμονα ζωή. Τὸ ἐρώτημα, ἂν ὁ Ζήνων μὲ τὸν ὅρο «φύσις» ἐννοοῦσε μόνο τὴν κοινὴν ἀρχὴ καὶ ὄχι τὴν ἐπὶ μέρους (Διογ. Λαέρτ. 7.89), χρειάζεται προσεκτικὴ ἐξέταση. Ὁ Παναίτιος (Cicero, De off. I 30, 107) ἔδωσε ἰδιαίτερη ἔμφαση στὴν ἐπὶ μέρους φύση, τὴν ὁποία ὀφείλει κανεὶς νὰ ἀκολουθεῖ ἀνταποκρινόμενος στὸν ἀτομικό του χαρακτήρα. Ἀλλὰ καὶ ὁ Ζήνων, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Ἰουλιανὸς (ἀπ. 193), μιλώντας γιὰ τὴν ὁμολογία μὲ τὴ φύση ζητᾶ νὰ στηρίζεται αὐτὴ στὸ «γνῶθι σαὐτόν», στὴν ἰδιαιτερότητα τοῦ καθενός, δηλ. στὸ τί εἴδους ἄνθρωπος εἶναι ὁ καθένας ἀπὸ τὴ φύση του.
Ἡ ἄποψη τοῦ Pohlenz (Stoa1 I, σ. 116) ὅτι ὁ Ζήνων, ὡς «ξενόγλωσσος» ἦταν συνηθισμένος νὰ προσέχει τὸ ἀληθινὸ νόημα τῶν λέξεων «ὁμολογουμένως», γιατὶ ὡς κύριο συστατικό του αἰσθανόταν τὴ λέξη λόγος, δὲν νομίζω ὅτι εὐσταθεῖ. Ὁ Ζήνων δὲν ἦταν ἕνας ξένος οὔτε ἕνας συνηθισμένος Ἕλληνας. Ἦταν ἕνας Ἕλληνας ποὺ εἶχε φιλοσοφικὴ αἴσθηση τῆς γλώσσας καὶ γι' αὐτὸ στράφηκε πρὸς τὴν ἐτυμολογία της, ὅπως καὶ ἄλλοι πολλοὶ φιλόσοφοι, γιὰ νὰ τὴν ἀξιοποιήσει φιλοσοφικά. Ἀπὸ τὴν ἴδια αἴσθηση τῆς γλώσσας ἀφορμώμενος ὁ Ζήνων γίνεται γλωσσοπλάστης εἰσάγοντας νέους ὅρους, γιὰ νὰ ἐκφράσει πρωτοχαραγμένα ἀπὸ τὸν ἴδιο νοήματα, ποὺ ἀνανεώνουν τὴ φιλοσοφικὴ σκέψη. Τὸ ἡρακλείτειο «ὁμολογεῖν» εἶναι ἰσχυρὸ στὴ συνείδησή του.

  1. Pohlenz, M. (1964), Die Stoa. Geschichte einer geistigen Bewegung, Vols. I-II, Götingen.