You are here

168δ

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Seneca, Epistulae 65.2:

Dicunt, ut scis, Stoici nostri duo esse in rerum natura ex quibus omnia fiant,

causam et materiam . materia iacet iners, res ad omnia parata, cessatura si

nemomoveat; causa autem, id est ratio, materiam format et quocumque vult

versat, ex illa varia opera producit. esse ergo debet unde fiat aliquid, deinde a

quo fiat: hoc causa est, illud materia.

Seneca, Epistulae 65.2:

Οἱ Στωικοί μας φιλόσοφοι, ὅπως γνωρίζεις, λένε ὅτι ὑπάρχουν δύο πράγ-

ματα στὴ φύση, ἀπὸ τὰ ὁποῖα κάθε τὶ παράγεται – ἡ αἰτία καὶ ἡ ὕλη. Ἡ

ὕλη παραμένει ἀδρανής, μιὰ ὀντότητα ἕτοιμη γιὰ κάθε τὶ ἀλλὰ προορι-

σμένη νὰ μένει νωθρή, ἂν κανεὶς δὲν τὴν κινήσει. Ἡ αἰτία, ἀπὸ τὴν ἄλλη,

ὄντας ἡ ἴδια ὅπως ὁ λόγος, πλάθει τὴν ὕλη καὶ τὴν κατευθύνει ὅπου

θέλει, καὶ ἀπὸ τὴν ὕλη παράγει τὰ ποικίλα δημιουργήματά της. Γι' αὐτὸ

ἕνα πράγμα πρέπει νὰ γίνεται ἀπὸ κάτι καὶ ὑπὸ κάποιου. Τὸ τελευταῖο

εἶναι ἡ αἰτία, τὸ προηγούμενο εἶναι ἡ ὕλη.

Σχόλια: 

ἀπ. 168γ, 168δ, 168ε, 168στ, 168ζ, 168η:
Στὰ ἀποσπάσματα αὐτὰ παρατηροῦμε ὁρισμένες πτυχὲς τῆς θεωρίας τῶν αἰτίων, ὄπως τὴ συνέλαβε ὁ Ζήνων καὶ τὴν ἐπεξεργάστηκε ὁ Χρύσιππος.
Ἕνα σῶμα εἶναι αἰτία ἄλλου σώματος, στὸ ὁποῖο προκαλεῖ μιὰ κατάσταση, ποὺ χαρακτηρίζεται ἀσώματη (ἀσώματο κατηγόρημα). Αὐτὴ εἶναι ἡ βασικὴ ἀρχὴ, ποὺ εἴδαμε στὰ ἀπ. 168, 168α καὶ συναντοῦμε τώρα στὸ 168β.
Στὸ ἀπ. 168γ ἡ συνεκτικὴ αἰτία ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι αὐτή, ἡ ὁποία συντελεῖ στὴ συνοχὴ τῆς ὕπαρξης ἑνὸς ὄντος ὡς μιᾶς ἐνότητας. Ἔτσι π.χ. τοῦ τόξου (168γ) ἢ τῆς σωφροσύνης (ὡς συνοχῆς τοῦ σωφρόνως πράττειν, 168 καὶ 168γ) ἢ τῆς διαταραγμένης τάξης τοῦ πνεύματος τοῦ ἀρρώστου, ποὺ εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἀρρώστειας του (168ε). Τὸ πνεῦμα λοιπὸν καθορίζεται ὡς ἡ συνεκτικὴ αἰτία τῆς ὕπαρξης τῆς ψυχῆς ἢ τῆς συμπεριφορᾶς της. Ἡ συνεκτικὴ αἰτία εἶναι πρωταρχικῆς σημασίας γιὰ τὸν Ζήνωνα, διότι ἡ ἀρχὴ τῆς συνοχῆς εἶναι ποὺ συγκρατεῖ τὸν κόσμο καὶ τὸ κάθε ξεχωριστὸ ὂν σὲ μιὰ ἑνότητα (συνοχὴ πνεύματος).
Ὑπάρχουν ὡστόσο, σύμφωνα μὲ τὴν περαιτέρω ἐπεξεργασία τοῦ Χρυσίππου, αἴτια, ποὺ ὀνομάζονται προκαταρκτικά, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐξωτερικὰ καὶ συνεργοῦν στὴν πρόκληση τῆς βασικῆς αἰτίας, τῆς συνεκτικῆς, ἡ ὁποία ὀνομάζεται λόγῳ τῆς αὐτάρκειάς της καὶ αὐτοτελὴς (168στ). Τὸ προηγούμενον αἴτιον, ἀπὸ τὴν ἄλλη, (168ε) εἶναι αὐτὸ ποὺ διαγράφει τὴν πορεία ἀπὸ τὸ ἕνα σῶμα (Α) στὸ ἄλλο σῶμα (Β) γιὰ τὴν πρόκληση μιᾶς ἀλλαγῆς στὸ τελευταῖο. Ἔτσι τὸ συνεκτικὸν αἴτιο εἶναι στενὰ συνυφασμένο μὲ τὸ προηγούμενον αἴτιον, ἀφοῦ ἀποτελεῖ μιὰ ἐν χρόνῳ ἐξέλιξη. Καὶ τὰ δυὸ αἴτια εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴν πρόκληση ἑνὸς ἀποτελέσματος. (Ὁ Ζήνων ἀναμφισβήτητα ἐπηρεάστηκε βαθειὰ ἀπὸ τὴν ἰατρικὴ τῆς ἐποχῆς του, ποὺ ἀκολουθοῦσε τὴν ἱπποκράτεια παράδοση. Οἱ γιατροὶ τότε ξεχώριζαν τὰ προκαταρκτικὰ αἴτια, ποὺ ἀποτελοῦσαν τὶς ἀφετηρίες ἢ ἀφορμὲς μιᾶς ἀρρώστειας. Αὐτὰ ὅμως πάλι ὁδηγοῦσαν στὰ προηγούμενα αἴτια καὶ στὰ ἐνεργὰ αἴτια. Ὁ Ἐρασίστρατος, ποὺ ἦταν γιατρὸς σύγχρονος τοῦ Χρυσίππου ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀσκληπιάδης ἀπὸ τὴν Προύσα σύγχρονος τοῦ Κικέρωνος, ἔκαναν τέτοιες διακρίσεις. Τὸ παράδειγμα τοῦ Χρυσίππου μὲ τὸν κύλινδρο φανερώνει τὶς διακρίσεις αὐτές: Σπρώχνω ἕνα κύλινδρο, αὐτὸ προκαλεῖ τὴν κίνησή του (προκαταρκτικόν, συνεργὸν αἴτιον). Τὸ ὅτι ὅμως ὁ κύλινδρος κινεῖται, τοῦτο ὀφείλεται στὴ συνεκτικὴ αἰτία τῆς κατασκευῆς του, στὸ ὅτι δηλ. εἶναι κυλινδρικός. Τὸ κύλισμά του ὀφείλεται κατ' ἐξοχὴν στὴ φύση του. Αὐτὴ ἡ συνεκτικὴ αἰτία ὡστόσο, καθὼς ἀκολουθεῖ μιὰ πορεία κίνησης ἀπὸ τὸ ἕνα σημεῖο στὸ ἄλλο, χαρακτηρίζεται ὡς προηγούμενον αἴτιον. Τὸ συνεκτικὸν αἴτιον, ποὺ ἐμφανίζεται κατὰ τὴν πορεία του καὶ ὡς προηγούμενον, εἶναι αὐτοτελές, ἔχει δηλ. μιὰν αὐτάρκεια στὴν πρόκληση τοῦ ἀποτελέσματος.
Χῶρος καὶ χρόνος εἶναι οἱ ἀναγκαῖες προϋποθέσεις γιὰ τὴν αἰτιώδη σύνδεση, ποὺ ἐκδηλώνεται ὡς κίνηση τονικὴ (πνευματικὴ) ἢ τοπική. Μέσα σ' αὐτὴν τὴν κίνηση τὰ σώματα εἶναι ἐνεργοῦντα ἢ πάσχοντα ἢ μέσα στὸ ἴδιο τὸ σῶμα ἡ κίνηση αὐτὴ ἐμφανίζεται ὡς ἐνέργεια καὶ πάθος.
Ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Ἀφροδισιεὺς (Περὶ εἱμ. 192. 21) συνοψίζει τὸν στωικὸ νόμο τῆς αἰτιότητας μὲ τὰ ἀκόλουθα: «Ἐν ὄψει τοῦ πλήθους τῶν αἰτίων, αὐτοὶ ὅλοι (ἐνν. οἱ Στωικοὶ) ἀπαιτοῦν γιὰ ὅλα αὐτὰ ὅτι, ὅποτε ἰσχύουν οἱ ἴδιες περιστάσεις σὲ σχέση μὲ ἕνα αἴτιο καὶ τὰ πράγματα ποὺ ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὸ αἴτιο αὐτό, εἶναι ἀδύνατο κάποτε τὸ ἀποτέλεσμα νὰ πρέπει νὰ εἶναι αὐτὸ καὶ κάποτε ἕνα ἄλλο· ἀλλιῶς θὰ ὑπῆρχε καὶ κάποια ἀναίτια κίνηση.» Γιὰ τὸν Ζήνωνα καὶ τοὺς Στωικοὺς μιὰ ἀναίτια κίνηση θὰ ἦταν ἀδύνατη, γιατὶ θὰ ἔμοιαζε μὲ μιὰ γένεση ἐκ τοῦ μηδενός. Χαρακτηριστικὰ ὁ S. Sambursky, Physics of the Stoics1, σσ. 58-59, παραλληλίζει μιὰν ἀναφορὰ τοῦ Κικέρωνος στὴ στωικὴ εἱμαρμένη μὲ τὴν περιγραφὴ μιᾶς παντογνώστριας διάνοιας ἀπὸ τὸν Laplace: Ὁ Κικέρων γράφει: «Μὲ τὸν ὅρο fatum ἐννοῶ αὐτὸ ποὺ οἱ Ἕλληνες καλοῦν εἱμαρμένη, δηλ. μιὰ διατεταγμένη διαδοχὴ αἰτίων, ὅπου τὸ ἕνα αἴτιο συνδέεται μὲ τὸ ἄλλο αἴτιο καὶ κάθε αἴτιο προκαλεῖ ἕνα ἀποτέλεσμα... Ἑπομένως δὲν ἔχει συμβεῖ τίποτε, ποὺ δὲν ἦταν προορισμένο νὰ συμβεῖ, καί, κατὰ παρόμοιο τρόπο, τίποτε δὲν πρόκειται νὰ συμβεῖ, ποὺ δὲν θὰ βρεῖ στὴ φύση κάθε ποιητικὴ αἰτία γιὰ νὰ συμβεῖ... Ἂν ὑπῆρχε κάποιος, ποὺ ἡ ψυχή του θὰ μποροῦσε νὰ διακρίνει τοὺς δεσμούς, ποὺ συνδέουν κάθε αἰτία μὲ μιὰν ἄλλη αἰτία, τότε σίγουρα δὲν θὰ ἔκανε ποτὲ λάθος στὶς προβλέψεις ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ κάνει. Γιατὶ ἐκεῖνος, ποὺ γνωρίζει τὶς αἰτίες τῶν μελλόντων γεγονότων, αὐτὸς ἀναγκαστικὰ γνωρίζει τί θὰ συμβεῖ στὸ μέλλον.» (De Div. I 125-128). Ἡ διατύπωση τοῦ Laplace (Essai philosophique sur les probabilités, Gautier-Villars, 1921, p. 3) εἶναι ἡ ἑξῆς: «Πρέπει ἑπομένως νὰ θεωροῦμε τὴν παρούσα κατάσταση τοῦ σύμπαντος ὡς ἕνα ἀποτέλεσμα τῆς κατάστασης ποὺ προηγήθηκε, καὶ ὡς μιὰ αἰτία τῆς κατάστασης ποὺ θὰ τὴν ἀκολουθήσει. Μιὰ διάνοια, ποὺ σὲ μιὰ δεδομένη στιγμὴ θὰ γνώριζε ὅλες τὶς δυνάμεις, ποὺ κυβερνοῦν τὴ φύση καὶ τὶς ἀντίστοιχες καταστάσεις ὅλων τῶν πραγμάτων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα αὐτὴ συντίθεται, θὰ μποροῦσε νὰ περιλάβει στὸν ἴδιο τύπο (formula) τὶς κινήσεις τῶν μεγίστων σωμάτων στὸ σύμπαν ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἐκεῖνες τοῦ πιὸ ἐλαφροῦ ρεύματος· τίποτε δὲν θὰ ἦταν ἀβέβαιο γι' αὐτὴν καὶ τὸ μέλλον καὶ τὸ παρὸν θὰ ἦταν παρόντα μπροστὰ στὰ μάτια της.»
Διαπιστώνουμε λοιπὸν στοὺς Στωικοὺς τὴν ἰσχὺ ἑνὸς νόμου μιᾶς καθολικῆς αἰτιότητας, ποὺ εἶναι ἔργο τοῦ λόγου ἢ τῆς θείας πρόνοιας. Τίποτα ἀναίτιο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβεῖ. Ἡ ἰδέα μιᾶς κοσμικῆς αἰώνιας τάξης, τόσο βαθειὰ ριζωμένη στὴ συνείδηση τῶν Ἑλλήνων, προσλαμβάνει τώρα τὸν χαρακτήρα μιᾶς αὐστηρῆς ἀναγκαιότητας, ποὺ συνδυάζει τὴ μηχανικὴ ἀκολουθία μὲ τὸν σχεδιασμὸ σκοπῶν. Ὁ λόγος εἶναι ὁ νοήμων ρυθμιστὴς τοῦ σύμπαντος.

  1. Sambursky, S. (1959), Physics of the Stoics, London.