You are here

168

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Stobaeus, Eclogae 1.13, 1c, p. 138 sq. = Arius Didymus, Fragm. phys. 18, p. 457 Diels:

Ζήνωνος. Αἴτιον δ' ὁ Ζήνων φησὶν εἶναι δι' ὅ· οὗ δὲ1 αἴτιον συμβεβηκός ·

καὶ τὸ μὲν αἴτιον σῶμα, οὗ δὲ αἴτιον κατηγόρημα· ἀδύνατον δ' εἶναι τὸ

μὲν αἴτιον παρεῖναι, οὗ δέ ἐστιν αἴτιον μὴ ὑπάρχειν. Τὸ δὲ λεγόμενον

τοιαύτην ἔχει δύναμιν· αἴτιόν ἐστι δι' ὃ γίνεταί τι, οἷον διὰ τὴν φρόνησιν

  γίνεται τὸ φρονεῖν καὶ διὰ τὴν ψυχὴν γίνεται τὸ ζῆν καὶ διὰ τὴν σωφρο-

σύνην γίνεται τὸ σωφρονεῖν. ἀδύνατον γὰρ2 εἶναι σωφροσύνης περί τινα

οὔσης μὴ σωφρονεῖνψυχῆς μὴ ζῆν, ἢ φρονήσεως μὴ φρονεῖν. Χρυσίπ-

που. Χρύσιππος αἴτιον εἶναι λέγει δι' ὅ. Καὶ τὸ μὲν αἴτιον ὂν καὶ σῶμα, ‹οὗ

δὲ αἴτιον μήτε ὂν μήτε σῶμα› καὶ αἴτιον μὲν ὅτι, οὗ δὲ αἴτιον διά τι. Αἰτίαν

δ' εἶναι λόγον αἰτίου, ἢ λόγον τὸν περὶ τοῦ αἰτίου ὡς αἰτίου. Ποσειδωνίου.

Ποσειδώνιος δὲ οὕτως· αἴτιον δ' ἐστί τινος, δι' ὃ ἐκεῖνο, ἢ τὸ πρῶτον

ποιοῦν, τὸ ἀρχηγὸν ποιήσεως· καὶ τὸ μὲν αἴτιον ὂν καὶ σῶμα, οὗ δὲ

αἴτιον οὔτε ὂν οὔτε σῶμα, ἀλλὰ συμβεβηκὸς καὶ κατηγόρημα.

  1. 1 οὐ δὲ P2: οὐδ' FP1L
  2. 6 γάρ] ἄρ' expectet Usener.
Στοβαῖος, Ἐκλογαί, 1.13, 1c, p. 138sq. = Arius Didymus, Fragm. phys. 18, p. 457 Diels:

Τοῦ Ζήνωνος. Ὁ Ζήνων λέει ὅτι αἰτία εἶναι αὐτὸ «λόγῳ τοῦ ὁποίου»·

αὐτὸ δέ, τοῦ ὁποίου εἶναι αἴτιο, εἶναι ἕνα συμβαῖνον· καὶ τὸ μὲν αἴτιον

εἶναι σῶμα, ἐκεῖνο ὅμως τοῦ ὁποίου εἶναι αἴτιο εἶναι κατηγόρημα· καὶ

εἶναι ἀδύνατο, τὸ αἴτιο νὰ εἶναι παρόν, κι' αὐτὸ τοῦ ὁποίου εἶναι αἴτιο νὰ

μὴν ὑπάρχει. Τὸ λεγόμενο ἔχει τὴν ἀκόλουθη σημασία· μιὰ αἰτία εἶναι

αὐτή, λόγῳ τῆς ὁποίας συμβαίνει κάτι· γιὰ παράδειγμα λόγῳ τῆς φρό-

νησης ὑπάρχει τὸ νὰ φρονεῖ κανεὶς καὶ λόγῳ τῆς ψυχῆς γίνεται νὰ ζεῒ

κανεὶς καὶ λόγῳ τῆς σωφροσύνης γίνεται νὰ σωφρονεῖ κανείς. Γιατὶ εἶναι

ἀδύνατο νὰ παρευρίσκεται ἡ σωφροσύνη σὲ κάποιον καὶ νὰ μὴ σωφρο-

νεῖ, ἡ ψυχὴ καὶ νὰ μὴ ζεῖ, ἡ φρόνηση καὶ νὰ μὴν εἶναι φρόνιμος. Τοῦ

Χρυσίππου: Ὁ Χρύσιππος λέγει, ὅτι αἴτιο εἶναι αὐτό, «λόγῳ τοῦ ὁ-

ποίου». Καὶ τὸ μὲν αἴτιο εἶναι ὂν καὶ σῶμα (αὐτὸ δὲ τοῦ ὁποίου εἶναι

αἴτιο δὲν εἶναι μήτε ὂν μήτε σῶμα·) καὶ αἴτιο μὲν εἶναι τὸ διότι, αὐτὸ δὲ

τοῦ ὁποίου εἶναι αἴτιο τὸ «γιὰ κάτι». Ἡ αἰτία ἀντίθετα εἶναι ὁ λόγος γιὰ

ἕνα αἴτιο, ἢ ὁ λόγος γιὰ τὸ αἴτιο ὡς αἴτιο. Τοῦ Ποσειδώνιου: Ὁ Ποσει-

δώνιος δὲ λέει τὰ ἑξῆς· αἴτιο κάποιου εἶναι αὐτό, λόγῳ τοῦ ὁποίου αὐτὸ

εἶναι, ἢ τὸ πρῶτο ποὺ ἐνεργεῖ, ἢ αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀρχὴ μιᾶς ἐνέργειας· καὶ

τὸ μὲν αἴτιο εἶναι ὂν καὶ σῶμα, αὐτὸ δὲ τοῦ ὁποίου εἶναι αἴτιο δὲν εἶναι

οὔτε ὂν οὔτε σῶμα, ἀλλὰ κάτι ποὺ συμβαίνει καὶ εἶναι κατηγόρημα.

Σχόλια: 

ἀπ. 168:
Ὁ Ζήνων δὲν δέχεται τὴν ἀριστοτελικὴ διάκριση τῶν τεσσάρων αἰτίων (τοῦ εἰδικοῦ, ὑλικοῦ, ποιητικοῦ καὶ τελικοῦ), γιατὶ μέσα στὰ πλαίσια τῆς βασικῆς του θέσης γιὰ τὴ σχέση λόγου καὶ ὕλης, ποιοῦντος καὶ πάσχοντος, τὸ ποιητικὸ ἢ καλύτερα δημιουργικὸ αἴτιο τῶν ὄντων εἶναι τὸ μόνο ἀποδεκτό. Στὴν πλατωνικὴ καὶ ἀριστοτελικὴ φιλοσοφία κυρίαρχο εἶναι τὸ τελικὸ αἴτιο. Ὁ Ζήνων ὡστόσο, μολονότι ἀναγνωρίζει τὴν ἰσχὺ τῶν σκοπῶν στὴ νομοτέλεια τῆς φύσης, ἐν τούτοις ποτὲ δὲν ἀναφέρεται σὲ τελικὰ αἴτια. Αἴτιο εἶναι ἡ αἰτία, ποὺ προκαλεῖ κάτι καὶ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι σωματικό. Στὴν προκειμένη περίπτωση τὸ αἴτιο ὡς σῶμα εἶναι πραγματικό, τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως (τὸ συμβεβηκὸς) εἶναι ἕνα κατηγόρημα. Τοῦτο δικαιολογεῖται ἀπὸ τὸν Ζήνωνα μὲ τὴ συλλογιστική, ὅτι, ὅταν ἕνα σῶμα μὲ τὴν αἰτιώδη ἐπίδραση ἑνὸς ἄλλου μεταβάλλεται (π.χ. τέμνεται), αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὄτι τὴ θέση του πῆρε ἕνα ἄλλο σῶμα, ἀλλὰ στὸ ἴδιο σῶμα συμβαίνει κάτι, μᾶς δίνει μιὰν ἄλλη ἄποψή του, ποὺ ἀφαιρετικὰ τὴν καθορίζουμε ὡς κάτι, ὡς ἕνα ἀσώματο κατηγόρημα.
Τὸ συμβεβηκός, ὅπως καὶ στὸν Ἀριστοτέλη, εἶναι κάτι ποὺ συμβαίνει σ' ἕνα ὄν, χωρὶς νὰ ἀνήκει στὴν οὐσία του, ὅπως στὸ τρίγωνο συμβαίνει νὰ ἔχει δύο ὀρθὲς γωνίες (Ἀριστ. Μετὰ τὰ φ. Δ 30 1025a 30). Τὸ «σῶμα» δηλώνει ἀκριβῶς τὴν πραγματικότητα τῆς αἰτίας.
Τὸ «κατηγόρημα» σημαίνει κάτι ἀσώματο, ἕνα λεκτόν. Τὸ θέμα τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ τῶν λεκτῶν φαίνεται ὅτι δὲν ἀπασχόλησε τὸν Ζήνωνα, ἀλλὰ τὸν Χρύσιππο καὶ τοὺς μεταγενέστερους. Ἡ φρόνηση εἶναι ἡ αἰτία τοῦ φρονεῖν καὶ ἡ σωφροσύνη τοῦ σωφρονεῖν. Ἡ φρόνηση εἶναι κάτι πραγματικό, εἶναι ἕνα σῶμα. Τὸ νὰ φρονεῖς εἶναι ὅμως ἕνας τρόπος συμπεριφορᾶς, εἶναι τὸ συμβεβηκὸς τῆς φρόνησης. Τὸ φρονεῖν καὶ τὸ σωφρονεῖν εἶναι λοιπὸν ἀσώματα κατηγορήματα μιᾶς πραγματικῆς ὑπόστασης, τῆς φρόνησης καὶ τῆς σωφροσύνης. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ παρατήρηση, ποὺ συναντοῦμε στὸν Στοβαῖο: «τὴν γὰρ φρόνησιν αἱρούμεθα ἔχειν καὶ τὴν σωφροσύνην, οὐ μὰ Δία τὸ φρονεῖν καὶ σωφρονεῖν, ἀσώματα ὄντα καὶ κατηγορήματα».
Ὁ Σέξτος (Πυρρ. ΙΙΙ 14) γράφει σχετικά: «Ὁ μὲν οὖν σῶμα, οἱ δὲ ἀσώματον τὸ αἴτιον εἶναι φασίν. Δόξαι δ' ἂν αἴτιον εἶναι κοινότερον κατ' αὐτοὺς δι' ὃ ἐνεργοῦν γίνεται τὸ ἀποτέλεσμα, οἷον ὁ ἥλιος ἢ τοῦ ἡλίου θερμότης χεῖσθαι τὸν κηρὸν ἢ τῆς χύσεως τοῦ κηροῦ. Καὶ γὰρ ἐν τούτῳ διαπεφωνήκασι, οἱ μὲν προσηγοριῶν αἴτιον εἶναι τὸ αἴτιον φάσκοντες, οἷον τῆς χύσεως, οἱ δὲ κατηγορημάτων, οἷον τοῦ χεῖσθαι.» Ἐπίσης: Σέξτος, Μαθ. 9, 211: «Στωικοὶ μὲν πᾶν αἴτιον σῶμά φασι σώματι ἀσωμάτου τινὸς αἴτιον γενέσθαι, οἷον σῶμα μὲν τὸ σμιλίον, σώματι δὲ τῇ σαρκί, ἀσωμάτου δὲ τοῦ τέμνεσθαι κατηγορήματος, καὶ πάλιν τὸ σῶμα μὲν τὸ πῦρ, σώματι δὲ τῷ ξύλῳ ἀσωμάτου δὲ τοῦ καίεσθαι κατηγορήματος