You are here

117

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Gellius, Noctes Atticae 19.1, 4.14-21:

...philosophus in disciplina Stoica celebratus... (14) ex sarcinula sua librum

protulit Epicteti philosophi quintum διαλέξεων, quas ab Arriano1 digestas

congruere scriptis Ζήνωνος et Chrysippi non dubium est. (15) In eo libro

Graeca scilicet oratione scriptum ad hanc sententiam legimus: Visa animi,

  quas φαντασίας philosophi appellant, quibus mens hominis prima statim

specie accidentis ad animum rei pellitur, non voluntatis sint neque arbitraria2,

sed vi quadam sua inferunt sese hominibus noscitanda3; (16) probationes au-

tem, quas συγκαταθέσεις vocant, quibus eadem visa noscuntur ac diiudican-

tur voluntariae sunt fiuntque hominum arbitratu. (17) Propterea cum sonus

aliquis formidabilis aut caelo aut ex ruina aut repentinus nescio4 cuius periculi

nuntius vel quid aliud est5 eiusmodi factum, sapientis quoque animum paulis-

per moveri et contrahi et pallescere necessum est non opinione alicuius mali

praecepta6, sed quibusdam motibus rapidis et inconsultis officium mentis atque

rationis7 praevertentibus.

                                    (18) Mox tamen ille sapiens ibidem τὰς τοιαύτας

φαντασίας, id est visa istaec animi sui terrifica, non adprobat, hoc est οὐ

συγκατατίθεται οὐδὲ προσεπιδοξάζει8 sed abicit respuitque, nec ei metuen-

dum esse in his quicquam videtur. (19) Atque hoc inter insipientis sapientisque

animum differe dicunt, quod insipiens, qualia sibi esse primo animi sui pulsu

visa sunt saeva et aspera, talia esse vero putat et eadem incepta, tamquam si

iure metuenda sint, sua quoque adsensione adprobat καὶ προσεπιδοξάζει

hoc enim verbo Stoici, cum super ista re disserunt, utuntur -, (20) sapiens

autem, cum breviter et strictim colore atque vultu motus est, οὐ συγκατατί-

θεται, sed statum vigoremque sententiae suae retinet, quam de huiusmodi visis

semper habuit ut de minime metuendis, sed fronte falsa et formidine inani

terretantibus». (21) Haec Epictetum philosophum ex decretis Stoicorum sen-

sisse atque dixisse in eo, quo dixi, libro legimus.

  1. 2 ab ariano N: abriano FOXΠ: adriano δ
  2. 6. arbitraria Carrio: -ri(a)e O2Χδ: arbitrariae FO1Π Ν
  3. 7 noscitanda Salmasius: -dae ω
  4. 10 nescio cuius ed. Gryph. 1539: nescius ω
  5. 11 est Gronov: ex δ: om. Fγ
  6. 13. praecepta F1γ: percepta F2δ
  7. 14. rationis γ: orationis F δ
  8. 16. οὐδὲ προσεπιδ. post συγκατατίθεται (Ι 28) transpos. Kronenberg.
Gellius, Noctes Atticae 19.1, 4.14-21:

...ἕνας περίφημος Στωικὸς φιλόσοφος... (14) Ἔβγαλε ἀπὸ τὴν ἀπο-

σκευή του τὸ πέμπτο βιβλίο τῶν «διαλέξεων» τοῦ φιλοσόφου Ἐπικτή-

του, ποὺ συνελέγησαν ἀπὸ τὸν Ἀρριανὸ καὶ ποὺ ἀναμφισβήτητα συμ-

φωνοῦν πλήρως μὲ τὰ συγγράμματα τοῦ Ζήνωνος καὶ τοῦ Χρυσίππου.

(15) Στὸ βιβλίο αὐτὸ διαβάσαμε –φυσικὰ στὰ Ἑλληνικὰ– τὸν λόγο ποὺ

ἔχει τὸ ἀκόλουθο νόημα: «Οἱ παραστάσεις τῆς ψυχῆς, ποὺ οἱ φιλόσοφοι

τὶς καλοῦν φαντασίας καὶ διὰ τῶν ὁποίων τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα ἤδη μὲ

τὴν πρώτη ἐμφάνιση τοῦ συμβαίνοντος πράγματος στὴν ψυχὴ προσβάλ-

λεται, δὲν ὑπόκεινται στὴ βούληση καὶ δὲν ὑποτάσσονται στὴν προαίρε-

σή μας, ἀλλὰ ὠθοῦνται μὲ τὴν ἑκάστοτε δύναμή τους πάνω στοὺς ἀν-

θρώπους γιὰ λήψη γνώσης. (16) Οἱ συγκαταθέσεις ὅμως (τὶς ὁποῖες κα-

λοῦν συγκαταθέσεις), μὲ τὶς ὁποῖες οἱ παραστάσεις μας γίνονται κατα-

ληπτὲς καὶ τίθενται ὑπὸ τὴν κρίση μας, εἶναι κατὰ βούληση καὶ γίνονται

μὲ τὴν ἐλεύθερη προαίρεση τῶν ἀνθρώπων. (17) Ὅταν λοιπὸν ἀπὸ τὸν

οὐρανὸ ἢ ἀπὸ μιὰ κατακρήμνιση ἐκπέμπεται ἕνας τρομερὸς θόρυβος,

ὅταν ξαφνικὰ φθάνει ἡ εἴδηση γιὰ ἕνα ὁποιοδήποτε κίνδυνο, ἢ ὅταν ἔχει

συμβεῖ κάτι ἄλλο αὐτοῦ τοῦ εἴδους, τότε ἀναπόφευκτα καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ

σοφοῦ θὰ μεταπέσει γιὰ μιὰ στιγμὴ σὲ ταραχή, θὰ ἀγχωθεῖ καὶ θὰ ὠχριά-

σει, αὐτὸ ὅμως ὄχι γιατὶ ἦταν προκατειλημμένος μὲ μιὰ γνώση γιὰ κάτι

κακό, ἀλλὰ ἐξ αἰτίας ὁρισμένων ξαφνικῶν καὶ ἀπροσδόκητων διεγέρσε-

ων, ποὺ προλαμβάνουν τὸ καθῆκον τοῦ νοῦ καὶ τῆς σκέψης. (18) Ὡστό-

σο σὲ λίγο ἀποποιεῖται ὁ σοφὸς τὴ συγκατάθεσή του σὲ «τοιαύτας φα-

ντασίας» –δηλ. σ' ἐκεῖνες τὶς παραστάσεις ποὺ μεταθέτουν τὴν ψυχή του

σὲ κατάσταση τρόμου– δὲν συναινεῖ, ποὺ σημαίνει «οὐ συγκατατίθεται

οὐδὲ προσεπιδοξάζει»· μᾶλλον τὶς ἀπορρίπτει καὶ τὶς ἀπωθεῖ καὶ ἔχει τὴ

γνώμη, ὅτι σ' αὐτὲς τὶς παραστάσεις δὲν ὑπάρχει τίποτε, ποὺ θὰ εἶχε νὰ

φοβηθεῖ. (19) Καὶ σ' αὐτὸ διαφέρει, ὅπως λένε, ἡ ψυχὴ τοῦ μωροῦ καὶ

τοῦ σοφοῦ, ὅτι δηλ. ὁ μωρὸς πιστεύει, ὅτι ὅλα εἶναι στὴν πραγματικότητα

σκαιὰ καὶ ἀπαίσια, ὅπως τοῦ φάνηκαν μὲ τὸν πρῶτο συγκλονισμὸ τῆς

ψυχῆς του, καὶ ὅτι τὶς ἀρχικές του παραστάσεις, πὼς δίκαια θὰ ἔπρεπε

νὰ τὶς φοβᾶται, καὶ μὲ τὴ συγκατάθεσή του τὶς ἀποδέχεται καὶ προσκολ-

λᾶται σ' αὐτὲς μὲ τὴ γνώμη του (προσεπιδοξάζει) –γιατὶ αὐτὴ τὴ λέξη

χρησιμοποιοῦν οἱ Στωικοί, ὅταν συζητοῦν αὐτὸ τὸ θέμα– (20) ἐνῶ ὁ

σοφός, μ' ὅλο ποὺ σύντομα καὶ φευγαλέα ἀλλάζει τὸ χρῶμα τοῦ προ-

σώπου καὶ τὴ φυσιογνωμία του, δὲν δίνει ὅμως τὴ συγκατάθεσή του,

ἀλλὰ διατηρεῖ τὴ σταθερότητα καὶ τὴ δύναμη τοῦ δόγματός του, ποὺ

εἶχε πάντα μπροστὰ σὲ τέτοιες παραστάσεις, ὅτι δηλ. δὲν πρέπει νὰ τὶς

φοβόμαστε, ἀλλὰ ἐμπνέουν τρόμο ἁπλῶς μὲ τὶς ψευδεῖς των εἰκόνες καὶ

μὲ τὸ μάταιο φόβητρό τους.» (21) Αὐτὸ λοιπὸν ἔχει σκεφθεῖ καὶ ἐκφρά-

σει ὁ φιλόσοφος Ἐπίκτητος σύμφωνα μὲ τὶς βασικὲς θέσεις τῶν Στωικῶν,

ποὺ διαβάσαμε στὸ βιβλίο, ποὺ ἀνέφερα.

Σχόλια: 

Κατάληψις-καταληπτικὴ φαντασία:
Στὰ ἀπ. 101, 102, 103, 106, 108, 113, 114, 117, γίνεται ἀναφορὰ στὴν κατάληψιν ἢ τὴν καταληπτικὴν φαντασίαν, ἕναν ὅρο, ποὺ εἰσήγαγε ὁ Ζήνων γιὰ νὰ χαρακτηρίσει μιὰ κατηγορία παραστάσεων. Στὸ ἀπ. 105 (Στοβ. Ἐκλ. Ι 50, 21) ἀποδίδεται στοὺς Στωικοὺς ἡ διάκριση τῶν παραστάσεων σὲ ἀληθινὲς καὶ ψευδεῖς. Αὐτὸ ὅμως θὰ πρέπει ἤδη νὰ εἶχε εἰσαχθεῖ ἀπὸ τὸν Ζήνωνα. Ἔτσι διαβάζουμε στὸν Σέξτο (ἀπ. 108): «Δημόκριτος μὲν πᾶσαν αἰσθητὴν ὕπαρξιν κεκίνηκεν. Ἐπίκουρος δὲ πᾶν αἰσθητὸν βέβαιον ἔλεξε εἶναι, ὁ δὲ Στωικὸς Ζήνων διαιρέσει ἐχρήσατο». Ἐπίσης στὸν Κικέρωνα (N.D.I. 70) «urgebat Arcesilas Zenonem, cum ipse falsa omnia diceret quae sensibus viderentur; Zeno autem nonnulla visa esse falsa non omnia;» (ἀπ. 107) Βλ. ἐπίσης ἀπ. 101, ὅπου ρητὰ ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ζήνων δὲν ἀπέδιδε ἀξιοπιστία σ' ὅλες τὶς παραστάσεις. Ὁ Ζήνων λοιπὸν δὲν ἦταν καθαρὰ αἰσθησιοκράτης (Βλ. καὶ Pearson1, ἔ.ἀ., σσ. 62-63). Ποιὸ εἶναι λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὸν Ζήνωνα τὸ κριτήριο τῆς ἀλήθειας τῶν παραστάσεων (φαντασιῶν); Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ζήνωνος εἶναι ἡ «καταληπτικὴ φαντασία». Ὁ Σέξτος ἀναφέρει, ὅτι οἱ ἀρχαιότεροι τῶν Στωικῶν λένε ὅτι κριτήριο τῆς ἀλήθειας εἶναι ἡ καταληπτικὴ φαντασία (ἀπ. 103). Σ' αὐτοὺς ἀνήκει ὁπωσδήποτε πρῶτος ὁ Ζήνων, ἐφ' ὅσον ἀναφέρεται στοὺς ἀρχαιότερους. Ἐξ ἄλλου τοῦτο μᾶς ἐπιβεβαιώνουν καὶ ἄλλες μαρτυρίες. Ὁ Κικέρων (ἀπ. 101) ἀναφέρεται στὰ γνωρίσματα, ποὺ διακρίνουν τὴν καταληπτικὴ φαντασία, ὅπως τὰ συνέλαβε ὁ Ζήνων. Γιὰ νὰ γίνει μιὰ παράσταση, λέει, καταληπτική, πρέπει τὸ πνεῦμα νὰ δώσει τὴ συγκατάθεσή του. Καὶ τὴ συγκατάθεσή του τὴ δίνει ἐφ' ὅσον προσιδιάζει σ' αὐτὴν ἡ σαφήνεια (ἐνάργεια) τῶν παριστανωμένων πραγμάτων. Χαρακτηριστικὰ ἐξηγεῖ τὴ μεταφορὰ τοῦ ὅρου «κατάληψις» ἀπὸ τὸ λαμβάνω-καταλαμβάνω κάτι μὲ τὸ χέρι, ποὺ ἀποτελεῖ νεολογισμὸ εἰσαχθέντα ἀπὸ τὸν Ζήνωνα, ὅπως καὶ σὲ πολλὲς ἄλλες περιπτώσεις. (Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ βλ. Zeller2, σσ. 87-89 καὶ Stein, Erkenntnistheorie3, σσ. 167 κ.ἑ.). Θὰ πρέπει ὡστόσο νὰ παρατηρήσουμε, ὅτι ὁ νεολογισμὸς τοῦ Ζήνωνος ἀποτεεῖ μιὰ ἐξειδίκευση ἑνὸς ὅρου, τὸν ὁποῖον ἤδη ὁ Πλάτων χρησιμοποιεῖ (Φαῖδρος 250d: «περὶ δὲ τοῦ κάλλους ὥσπερ εἴπομεν, μετ' ἐκείνων τε ἔλαμπεν ὄν, δεῦρο τε ἐλθόντες κατειλήφαμεν αὐτὸ διὰ τῆς ἐναργεστάτης αἰσθήσεως τῶν ἡμετέρων στίλβον ἐναργέστατα.») Τὸ ἐρώτημα ὅμως ποὺ τίθεται καὶ πάλιν εἶναι σὲ ποιὸ βαθμὸ ἡ καταληπτικὴ παράσταση ἐπιτυγχάνεται ἀπὸ τὴ συνείδηση παθητικά, ὡς μιὰ ἀποδοχὴ τῆς κατ' αἴσθηση ἐντύπωσης ἢ ἐνεργητικά, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἐπέμβασης καὶ ἐπεξεργασίας τοῦ πνεύματος. Ὁ Σέξτος (Μαθ. 8. 396-400) (ἀπ. 102) ἐξηγεῖ, ὅτι ἡ κατάληψις περιέχει καὶ τὰ δυό, τὸ ἀκούσιο καὶ τὸ ἑκούσιο. Μᾶς καταλαμβάνει μιὰ παράσταση ὡς μιὰ ἐμπειρία, ποὺ δεχόμαστε, ὡστόσο τὴν καταλαμβάνουμε, ἐφ' ὅσον συγκατατιθέμεθα σ' αὐτήν. Νὰ συμπεράνουμε ὅμως ἔτσι ὅτι ἡ κατάληψη ἀφορᾶ τὴν παράσταση καὶ ὄχι τὰ ἐξωτερικὰ ἀντικείμενα; Γύρω ἀπὸ τὸ πρόβλημα ἔγινε ἐκτεταμένη συζήτηση (βλ. σχετικά: E. Bréhier, Chrysippe et l'ancien stoïcisme4, σ. 98, καὶ F.H. Sandbach στὸ Problems of Stoicism5, σσ. 13-14. Ἐπίσης: M. Pohlenz, Die Stoa6 I σ. 60, καὶ Ch. L. Stough, Greek Scepticism7, σσ. 37-40). Ἐκεῖνο, ποὺ μπορεῖ νὰ λεχθεῖ, εἶναι ὅτι ἡ κατάληψις συνοδευόμενη ἀπὸ τὴ συγκατάθεση, ἀφορᾶ τὴν παράσταση. Τὸ ἴδιο κείμενο τοῦ Σέξτου ὡστόσο μᾶς ἐξηγεῖ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει κρίση (ὅπως εἶναι ἡ συγκατάθεση) γιὰ παραστάσεις, ἀλλὰ μόνο γιὰ ἀποδείξεις. Πῶς μπορεῖ λοιπὸν νὰ ἔχουμε μιὰ συγκατάθεση γιὰ μιὰ παράσταση; Ἡ ἀπάντηση προκύπτει ἀπὸ τὴ σύγκριση διαφόρων μαρτυριῶν. Καὶ πρῶτ' ἀπ' ὅλα ἡ «φαντασία» (παράσταση) εἶναι κάτι, ποὺ δείχνεται ἀπὸ μόνη της, φανερώνεται, ἔχει δηλ. μέσα της τὸ αὐταπόδεικτο. Τὸ πρόδηλο τῆς «φαντασίας» τὸ σημειώνει ὁ Σέξτος (Πρὸς Λογ. 1.161): «καί πως παθοῦσα κατὰ τὴν τῶν ἐναργῶν ὑπόπτωσιν, τότε ἐνδείκνυται τὰ πράγματα... τοῦτο δὲ πάθος αὐτοῦ ἐνδεικτικὸν ὀφείλει τυγχάνειν καὶ τοῦ ἐμποιήσαντος αὐτὸ φαινομένου», ποὺ μᾶς παραπέμπει στὴν «ἐνάργειαν» (Κικέρων). Τὸ κριτήριο λοιπὸν τῆς συγκαταθέσεως εἶναι ἡ ἐνάργεια. Ἡ φαντασία ἔχει ὀνομασθεῖ ἔτσι ἀπὸ τὸ φῶς (Ἀέτιος 4. 12, 3). Καὶ ὅπως τὸ φῶς δείχνει τὸν ἑαυτό του καὶ τὰ ἄλλα ποὺ περιέχονται μέσα του, ἔτσι καὶ ἡ φαντασία «δείκνυσιν ἑαυτὴν καὶ τὸ πεποιηκὸς ἑαυτήν». Ἡ ἄποψη αὐτή, ποὺ ἀποδόθηκε στὸν Χρύσιππο, θὰ πρέπει νὰ ἔχει συλληφθεῖ, ὅπως ἐκθέσαμε πιὸ πάνω, ἀπὸ τὸν Ζήνωνα. Εἶναι σ' αὐτὴ τὴν ἐνάργεια, ποὺ συγκατατιθέμεθα καθιστώντας τὴν παράσταση καταληπτικὴ (καταλαμβάνω) (Σέξτος, Μαθ. 8. 397, 398, ἀπ. 102). Στὸ σημεῖο αὐτὸ φανέρωσης-συγκατάθεσης συναντᾶται τὸ παθητικὸ μὲ τὸ ἐνεργητικὸ στοιχεῖο τῆς καταληπτικῆς φαντασίας. Τὸ πρόβλημα ἐξ ἄλλου, ἂν ἡ καταληπτικὴ φαντασία περιορίζεται στὸν χῶρο τῆς παράστασης ἢ ἀνάγεται καὶ στὰ ἐξωτερικὰ ἀντικείμενα, φαίνεται, ὅτι τὸ ἀντιμετώπισε ὁ Ζήνων καὶ ἐξέδωσε ἕνα περαιτέρω προσδιορισμὸ στὴν καταληπτικὴ φαντασία. Ὁ προσδιορισμὸς αὐτὸς μᾶς δίνεται ἀπὸ τὸν Σέξτο (Μαθ. 7. 248) «φαντασία καταληπτική ἐστιν ἡ ἀπὸ τοῦ ὑπάρχοντος καὶ κατ' αὐτὸ τὸ ὑπάρχον ἐναπομεμαγμένη καὶ ἐναπεσφραγισμένη, ὁποία οὐκ ἂν γένοιτο ἀπὸ μὴ ὑπάρχοντος.» (ἀπ. 104). Ὁ Διογένης ὁ Λαέρτιος (7. 50 καὶ 7. 46) ξαναδίνει τὸν ὁρισμὸ μιλώντας γιὰ «ἐναποτετυπωμένην», καὶ προσθέτει: «ἀκατάληπτον δὲ τὴν μὴ ἀπὸ ὑπάρχοντος, ἢ ἀπὸ ὑπάρχοντος μέν, μὴ κατ' αὐτὸ δὲ τὸ ὑπάρχον, τὴν μὴ τρανῆ μηδὲ ἔκτυπον». Ἤδη ὁ Κικέρων Ac. pr. 24. 77, (ἀπ. 110) δίνει αὐτὸν τὸν ὁρισμὸ τοῦ Ζήνωνος ὡς ἑξῆς: «ἐκείνη ἡ παράσταση, ποὺ ἀπ' αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει καὶ ἔτσι ὅπως ὑπάρχει, ἐντυπώνεται (στὴν ψυχή μας) καὶ σφραγίζεται καὶ ἀπομάσσεται». Ὁ Κικέρων δίνει αὐτὴ τὴ μαρτυρία λέγοντας, ὅτι οἱ τελευταῖες λέξεις τοῦ ὁρισμοῦ προσετέθησαν ἀπὸ τὸν Ζήνωνα λόγῳ τῆς πιέσεως ποὺ ἀσκοῦσε πάνω του ὁ Ἀρκεσίλαος. Ἡ διένεξη Ζήνωνος καὶ Ἀρκεσιλάου ἀποτελεῖ ἱστορικὸ γεγονὸς καὶ ἀποκλείει τὴν ἀπόδοση τοῦ ὁρισμοῦ στὸν Χρύσιππο, ποὺ ἀνέλαβε τὴν ἡγεσία τῆς Σχολῆς ὀκτὼ χρόνια μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἀρκεσιλάου. Ὁ ὁρισμὸς λοιπὸν ἀνάγεται στὸν Ζήνωνα. Εἶναι μάλιστα πιθανὸν ὁ Χρύσιππος νὰ διαφοροποιήθηκε ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ τοῦ Ζήνωνος καὶ νὰ θεωροῦσε ὅτι ἡ «καταληπτικὴ φαντασία» ἐξ αἰτίας τῆς διαύγειάς της ἐπέβαλλε τὸν ἑαυτό της στὴ διάνοια (βλ. C.J. de Vogel, Greek Philosophy III, The hellenistic and Roman period8, σσ. 117-119). (Γιὰ τὴ διένεξη τοῦ Καρνεάδη σχετικὰ μὲ τὸ κριτήριο τῆς ἀλήθειας τῆς φαντασίας δές: Σέξτος Μαθ. 7. 166-75). Ἡ συγκατάθεση βέβαια γίνεται χωρὶς νὰ χρειάζεται ἀπόδειξη, ὅταν ἡ παράσταση εἶναι ἐναργής, ἀφοῦ μέσα σ' αὐτὴν προβαίνει ἐναργὲς μὲ τὰ διακριτικά του χαρακτηριστικὰ τὸ ὑπάρχον ἀντικείμενο. Μιὰ τέτοια ὅμως παράσταση δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἔρθει στὸ φῶς χωρὶς αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει. Σύμφωνα λοιπὸν μ' αὐτά, ἡ καταληπτικὴ φαντασία πρέπει ρεαλιστικὰ ν' ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸ ἀντικείμενο. Ἡ ἐντύπωση-παράσταση πρέπει νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀντικείμενο, ὥστε νὰ ἀποκλείει τὴν περίπτωση τοῦ Ὀρέστη, ποὺ ἐξέλαβε τὴν ἀδελφή του Ἠλέκτρα ὡς Ἐρινύα (Σέξτος Μαθ. 7. 242-6).

  1. Pearson, A. C. (1891), The Fragments of Zeno and Cleanthes, London.
  2. Zeller, E. (1880), Die Philosophie der Griechen, 3d ed., Leipzig.
  3. Stein, L. (1886), Die Psychologie der Stoa, Vols. 1-2, Berliner Studien für classische Philologie und Archaeologie Berlin.
  4. Bréhier, E. (1909), La Theorie des incorporels dans l'ancien stoïcisme, Archiv für Geschichte der Philosophie 22: 114-125.
  5. Sandbach, F. H. (1975), The Stoics, London.
  6. Pohlenz, M. (1964), Die Stoa. Geschichte einer geistigen Bewegung, Vols. I-II, Götingen.
  7. Stough, C. L. (1969), Greek Scepticism: a study in epistemology, Berkeley and Los Angeles.
  8. Vogel, C. J. (1959), Greek Philosophy , Vol. 3, Leiden - Berlin.