You are here

114

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Cicero, Academica pr. 6, 18:

Philo autem dum nova quaedam commovet, quod ea sustinere vix poterat

quae contra Academicorum pertinaciam dicebantur, et aperte mentitur ut est

reprehensus a patre Catulo, et ut docuit Antiochus in id ipsum se induit quod

timebat. cum enim ita negaret quicquam esse quod conprehendi posset (id

  enim volumus esse ἀκατάλημπτον), si illud esset, sicut Zeno definiret, tale

visum (iam enim hoc pro φαντασίᾳ verbum satis hesterno sermone trivimus) –

visum igitur inpressum effictumque1 ex eo unde esset quale esse non posset ex eo

unde non esset (id nos a Zenone definitum rectissime dicimus; qui enim potest

quicquam conprehendi, ut plane confidas perceptum id cognitumque esse,

quod est tale quale vel falsum esse possit?)– hoc cum infirmat tollitque Philo,

iudicium tollit incogniti et cogniti; ex quo efficitur nihil posse conprehendi. ita

inprudens eo quo minime volt revolvitur. Quare omnis oratio contra Acade-

miam suscipitur a nobis, ut retineamus eam definitionem quam Philo voluit

evertere; quam nisi optinemus, percipi nihil posse concedimus.

  1. 7 effictumque codd. dett., ed. Veneta 1493·/96: effect. A1V1B1.
Cicero, Acad. pr. 6, 18:

Ὁ Φίλων ὅμως (ἀπὸ τὴ Λάρισα), καθὼς ἔφερε στὸ φῶς νέες διδασκα-

λίες, γιατὶ μὲ δυσκολία μποροῦσε νὰ ἀντισταθεῖ στὰ ἐπιχειρήματα, ποὺ

διατυπώνονταν συνήθως ἐνάντια στὴν ἰσχυρογνωμοσύνη τῶν Ἀκαδη-

μαϊκῶν, ψεύσθηκε φανερά, ὅπως τοῦ καταμαρτυροῦσε ὁ παλαιότερος

Κάτουλος· κι' ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἀντίοχος, μπλέχτηκε ἀκριβῶς σ' αὐτό,

ποὺ φοβόταν. Γιατί, ἂν ἀμφισβητοῦσε, ὅτι ὑπάρχει κάτι, ποὺ θὰ μπο-

ροῦσε νὰ κατανοηθεῖ (μ' αὐτὴ τὴν ἔκφραση θέλουμε νὰ ἀποδώσουμε τὸ

«ἀκατάληπτον»), ἐφ' ὅσον πρόκειται, ὅπως τὸ ὅριζε ὁ Ζήνων, γιὰ μιὰ

παράσταση (visum) (ποὺ συνηθίσαμε νὰ χρησιμοποιοῦμε κατὰ τὸν χθε-

σινὸ διάλογό μας ἀντὶ τῆς «φαντασίας»), μιὰ λοιπὸν παράσταση, ποὺ

εἶναι τόσο ἐντυπωμένη καὶ ἀπομεμαγμένη (καθαρὰ διαμορφωμένη), ὅ-

πως δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἀπὸ ἕνα ἀντικείμενο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν

προέρχεται (αὐτὸ εἶναι, ἐξηγοῦμε, ποὺ ὁρίστηκε πλήρως ὀρθὰ ἀπὸ τὸν

Ζήνωνα· γιατὶ πῶς θὰ ἦταν δυνατὸ σὲ κάποιο πράγμα νὰ τὴν ἀναγνω-

ρίζουμε, ὥστε νὰ τῆς ἔχουμε πλήρη ἐμπιστοσύνη, ὅτι εἶναι αἰσθητὴ καὶ

καταληπτή, ὅταν ἀποδεικνύει, ὅτι ἔχει τέτοια ποιότητα, ποὺ θὰ μποροῦ-

σε νὰ ἔχει καὶ κάτι τὸ ψευδές;) Ἐφ' ὅσον ὁ Φίλων τὸ καταπολεμᾶ αὐτὸ

καὶ τὸ ἀμφισβητεῖ, τότε αἴρει τὴ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ καταληπτοῦ καὶ

τοῦ ἀκατάληπτου· ἐξ αὐτοῦ προκύπτει, ὅτι τίποτε δὲν εἶναι καταληπτό.

Ἔτσι ἀπρόσεκτος ξαναγυρίζει σ' αὐτὸ ποὺ πάνω ἀπ' ὅλα ἐπιθυμεῖ ν'

ἀποφύγει. Γι' αὐτό, ἀπ' αὐτὸ τὸν λόγο προχωροῦμε στὴν ὅλη ἐπιχειρη-

ματολογία ἐνάντια στὴν Ἀκαδημία ἔτσι, ὥστε νὰ κρατοῦμε τὸν ὁρισμό,

ποὺ ὁ Φίλων ἤθελε νὰ ἀπορρίψει· ἂν δὲν κρατηθοῦμε ἀπ' αὐτόν, θὰ

πρέπει νὰ ὁμολογήσουμε, ὅτι τίποτε δὲν θὰ εἶναι καταληπτό.

Σχόλια: 

Κατάληψις-καταληπτικὴ φαντασία:
Στὰ ἀπ. 101, 102, 103, 106, 108, 113, 114, 117, γίνεται ἀναφορὰ στὴν κατάληψιν ἢ τὴν καταληπτικὴν φαντασίαν, ἕναν ὅρο, ποὺ εἰσήγαγε ὁ Ζήνων γιὰ νὰ χαρακτηρίσει μιὰ κατηγορία παραστάσεων. Στὸ ἀπ. 105 (Στοβ. Ἐκλ. Ι 50, 21) ἀποδίδεται στοὺς Στωικοὺς ἡ διάκριση τῶν παραστάσεων σὲ ἀληθινὲς καὶ ψευδεῖς. Αὐτὸ ὅμως θὰ πρέπει ἤδη νὰ εἶχε εἰσαχθεῖ ἀπὸ τὸν Ζήνωνα. Ἔτσι διαβάζουμε στὸν Σέξτο (ἀπ. 108): «Δημόκριτος μὲν πᾶσαν αἰσθητὴν ὕπαρξιν κεκίνηκεν. Ἐπίκουρος δὲ πᾶν αἰσθητὸν βέβαιον ἔλεξε εἶναι, ὁ δὲ Στωικὸς Ζήνων διαιρέσει ἐχρήσατο». Ἐπίσης στὸν Κικέρωνα (N.D.I. 70) «urgebat Arcesilas Zenonem, cum ipse falsa omnia diceret quae sensibus viderentur; Zeno autem nonnulla visa esse falsa non omnia;» (ἀπ. 107) Βλ. ἐπίσης ἀπ. 101, ὅπου ρητὰ ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ζήνων δὲν ἀπέδιδε ἀξιοπιστία σ' ὅλες τὶς παραστάσεις. Ὁ Ζήνων λοιπὸν δὲν ἦταν καθαρὰ αἰσθησιοκράτης (Βλ. καὶ Pearson1, ἔ.ἀ., σσ. 62-63). Ποιὸ εἶναι λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὸν Ζήνωνα τὸ κριτήριο τῆς ἀλήθειας τῶν παραστάσεων (φαντασιῶν); Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ζήνωνος εἶναι ἡ «καταληπτικὴ φαντασία». Ὁ Σέξτος ἀναφέρει, ὅτι οἱ ἀρχαιότεροι τῶν Στωικῶν λένε ὅτι κριτήριο τῆς ἀλήθειας εἶναι ἡ καταληπτικὴ φαντασία (ἀπ. 103). Σ' αὐτοὺς ἀνήκει ὁπωσδήποτε πρῶτος ὁ Ζήνων, ἐφ' ὅσον ἀναφέρεται στοὺς ἀρχαιότερους. Ἐξ ἄλλου τοῦτο μᾶς ἐπιβεβαιώνουν καὶ ἄλλες μαρτυρίες. Ὁ Κικέρων (ἀπ. 101) ἀναφέρεται στὰ γνωρίσματα, ποὺ διακρίνουν τὴν καταληπτικὴ φαντασία, ὅπως τὰ συνέλαβε ὁ Ζήνων. Γιὰ νὰ γίνει μιὰ παράσταση, λέει, καταληπτική, πρέπει τὸ πνεῦμα νὰ δώσει τὴ συγκατάθεσή του. Καὶ τὴ συγκατάθεσή του τὴ δίνει ἐφ' ὅσον προσιδιάζει σ' αὐτὴν ἡ σαφήνεια (ἐνάργεια) τῶν παριστανωμένων πραγμάτων. Χαρακτηριστικὰ ἐξηγεῖ τὴ μεταφορὰ τοῦ ὅρου «κατάληψις» ἀπὸ τὸ λαμβάνω-καταλαμβάνω κάτι μὲ τὸ χέρι, ποὺ ἀποτελεῖ νεολογισμὸ εἰσαχθέντα ἀπὸ τὸν Ζήνωνα, ὅπως καὶ σὲ πολλὲς ἄλλες περιπτώσεις. (Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ βλ. Zeller2, σσ. 87-89 καὶ Stein, Erkenntnistheorie3, σσ. 167 κ.ἑ.). Θὰ πρέπει ὡστόσο νὰ παρατηρήσουμε, ὅτι ὁ νεολογισμὸς τοῦ Ζήνωνος ἀποτεεῖ μιὰ ἐξειδίκευση ἑνὸς ὅρου, τὸν ὁποῖον ἤδη ὁ Πλάτων χρησιμοποιεῖ (Φαῖδρος 250d: «περὶ δὲ τοῦ κάλλους ὥσπερ εἴπομεν, μετ' ἐκείνων τε ἔλαμπεν ὄν, δεῦρο τε ἐλθόντες κατειλήφαμεν αὐτὸ διὰ τῆς ἐναργεστάτης αἰσθήσεως τῶν ἡμετέρων στίλβον ἐναργέστατα.») Τὸ ἐρώτημα ὅμως ποὺ τίθεται καὶ πάλιν εἶναι σὲ ποιὸ βαθμὸ ἡ καταληπτικὴ παράσταση ἐπιτυγχάνεται ἀπὸ τὴ συνείδηση παθητικά, ὡς μιὰ ἀποδοχὴ τῆς κατ' αἴσθηση ἐντύπωσης ἢ ἐνεργητικά, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἐπέμβασης καὶ ἐπεξεργασίας τοῦ πνεύματος. Ὁ Σέξτος (Μαθ. 8. 396-400) (ἀπ. 102) ἐξηγεῖ, ὅτι ἡ κατάληψις περιέχει καὶ τὰ δυό, τὸ ἀκούσιο καὶ τὸ ἑκούσιο. Μᾶς καταλαμβάνει μιὰ παράσταση ὡς μιὰ ἐμπειρία, ποὺ δεχόμαστε, ὡστόσο τὴν καταλαμβάνουμε, ἐφ' ὅσον συγκατατιθέμεθα σ' αὐτήν. Νὰ συμπεράνουμε ὅμως ἔτσι ὅτι ἡ κατάληψη ἀφορᾶ τὴν παράσταση καὶ ὄχι τὰ ἐξωτερικὰ ἀντικείμενα; Γύρω ἀπὸ τὸ πρόβλημα ἔγινε ἐκτεταμένη συζήτηση (βλ. σχετικά: E. Bréhier, Chrysippe et l'ancien stoïcisme4, σ. 98, καὶ F.H. Sandbach στὸ Problems of Stoicism5, σσ. 13-14. Ἐπίσης: M. Pohlenz, Die Stoa6 I σ. 60, καὶ Ch. L. Stough, Greek Scepticism7, σσ. 37-40). Ἐκεῖνο, ποὺ μπορεῖ νὰ λεχθεῖ, εἶναι ὅτι ἡ κατάληψις συνοδευόμενη ἀπὸ τὴ συγκατάθεση, ἀφορᾶ τὴν παράσταση. Τὸ ἴδιο κείμενο τοῦ Σέξτου ὡστόσο μᾶς ἐξηγεῖ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει κρίση (ὅπως εἶναι ἡ συγκατάθεση) γιὰ παραστάσεις, ἀλλὰ μόνο γιὰ ἀποδείξεις. Πῶς μπορεῖ λοιπὸν νὰ ἔχουμε μιὰ συγκατάθεση γιὰ μιὰ παράσταση; Ἡ ἀπάντηση προκύπτει ἀπὸ τὴ σύγκριση διαφόρων μαρτυριῶν. Καὶ πρῶτ' ἀπ' ὅλα ἡ «φαντασία» (παράσταση) εἶναι κάτι, ποὺ δείχνεται ἀπὸ μόνη της, φανερώνεται, ἔχει δηλ. μέσα της τὸ αὐταπόδεικτο. Τὸ πρόδηλο τῆς «φαντασίας» τὸ σημειώνει ὁ Σέξτος (Πρὸς Λογ. 1.161): «καί πως παθοῦσα κατὰ τὴν τῶν ἐναργῶν ὑπόπτωσιν, τότε ἐνδείκνυται τὰ πράγματα... τοῦτο δὲ πάθος αὐτοῦ ἐνδεικτικὸν ὀφείλει τυγχάνειν καὶ τοῦ ἐμποιήσαντος αὐτὸ φαινομένου», ποὺ μᾶς παραπέμπει στὴν «ἐνάργειαν» (Κικέρων). Τὸ κριτήριο λοιπὸν τῆς συγκαταθέσεως εἶναι ἡ ἐνάργεια. Ἡ φαντασία ἔχει ὀνομασθεῖ ἔτσι ἀπὸ τὸ φῶς (Ἀέτιος 4. 12, 3). Καὶ ὅπως τὸ φῶς δείχνει τὸν ἑαυτό του καὶ τὰ ἄλλα ποὺ περιέχονται μέσα του, ἔτσι καὶ ἡ φαντασία «δείκνυσιν ἑαυτὴν καὶ τὸ πεποιηκὸς ἑαυτήν». Ἡ ἄποψη αὐτή, ποὺ ἀποδόθηκε στὸν Χρύσιππο, θὰ πρέπει νὰ ἔχει συλληφθεῖ, ὅπως ἐκθέσαμε πιὸ πάνω, ἀπὸ τὸν Ζήνωνα. Εἶναι σ' αὐτὴ τὴν ἐνάργεια, ποὺ συγκατατιθέμεθα καθιστώντας τὴν παράσταση καταληπτικὴ (καταλαμβάνω) (Σέξτος, Μαθ. 8. 397, 398, ἀπ. 102). Στὸ σημεῖο αὐτὸ φανέρωσης-συγκατάθεσης συναντᾶται τὸ παθητικὸ μὲ τὸ ἐνεργητικὸ στοιχεῖο τῆς καταληπτικῆς φαντασίας. Τὸ πρόβλημα ἐξ ἄλλου, ἂν ἡ καταληπτικὴ φαντασία περιορίζεται στὸν χῶρο τῆς παράστασης ἢ ἀνάγεται καὶ στὰ ἐξωτερικὰ ἀντικείμενα, φαίνεται, ὅτι τὸ ἀντιμετώπισε ὁ Ζήνων καὶ ἐξέδωσε ἕνα περαιτέρω προσδιορισμὸ στὴν καταληπτικὴ φαντασία. Ὁ προσδιορισμὸς αὐτὸς μᾶς δίνεται ἀπὸ τὸν Σέξτο (Μαθ. 7. 248) «φαντασία καταληπτική ἐστιν ἡ ἀπὸ τοῦ ὑπάρχοντος καὶ κατ' αὐτὸ τὸ ὑπάρχον ἐναπομεμαγμένη καὶ ἐναπεσφραγισμένη, ὁποία οὐκ ἂν γένοιτο ἀπὸ μὴ ὑπάρχοντος.» (ἀπ. 104). Ὁ Διογένης ὁ Λαέρτιος (7. 50 καὶ 7. 46) ξαναδίνει τὸν ὁρισμὸ μιλώντας γιὰ «ἐναποτετυπωμένην», καὶ προσθέτει: «ἀκατάληπτον δὲ τὴν μὴ ἀπὸ ὑπάρχοντος, ἢ ἀπὸ ὑπάρχοντος μέν, μὴ κατ' αὐτὸ δὲ τὸ ὑπάρχον, τὴν μὴ τρανῆ μηδὲ ἔκτυπον». Ἤδη ὁ Κικέρων Ac. pr. 24. 77, (ἀπ. 110) δίνει αὐτὸν τὸν ὁρισμὸ τοῦ Ζήνωνος ὡς ἑξῆς: «ἐκείνη ἡ παράσταση, ποὺ ἀπ' αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει καὶ ἔτσι ὅπως ὑπάρχει, ἐντυπώνεται (στὴν ψυχή μας) καὶ σφραγίζεται καὶ ἀπομάσσεται». Ὁ Κικέρων δίνει αὐτὴ τὴ μαρτυρία λέγοντας, ὅτι οἱ τελευταῖες λέξεις τοῦ ὁρισμοῦ προσετέθησαν ἀπὸ τὸν Ζήνωνα λόγῳ τῆς πιέσεως ποὺ ἀσκοῦσε πάνω του ὁ Ἀρκεσίλαος. Ἡ διένεξη Ζήνωνος καὶ Ἀρκεσιλάου ἀποτελεῖ ἱστορικὸ γεγονὸς καὶ ἀποκλείει τὴν ἀπόδοση τοῦ ὁρισμοῦ στὸν Χρύσιππο, ποὺ ἀνέλαβε τὴν ἡγεσία τῆς Σχολῆς ὀκτὼ χρόνια μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἀρκεσιλάου. Ὁ ὁρισμὸς λοιπὸν ἀνάγεται στὸν Ζήνωνα. Εἶναι μάλιστα πιθανὸν ὁ Χρύσιππος νὰ διαφοροποιήθηκε ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ τοῦ Ζήνωνος καὶ νὰ θεωροῦσε ὅτι ἡ «καταληπτικὴ φαντασία» ἐξ αἰτίας τῆς διαύγειάς της ἐπέβαλλε τὸν ἑαυτό της στὴ διάνοια (βλ. C.J. de Vogel, Greek Philosophy III, The hellenistic and Roman period8, σσ. 117-119). (Γιὰ τὴ διένεξη τοῦ Καρνεάδη σχετικὰ μὲ τὸ κριτήριο τῆς ἀλήθειας τῆς φαντασίας δές: Σέξτος Μαθ. 7. 166-75). Ἡ συγκατάθεση βέβαια γίνεται χωρὶς νὰ χρειάζεται ἀπόδειξη, ὅταν ἡ παράσταση εἶναι ἐναργής, ἀφοῦ μέσα σ' αὐτὴν προβαίνει ἐναργὲς μὲ τὰ διακριτικά του χαρακτηριστικὰ τὸ ὑπάρχον ἀντικείμενο. Μιὰ τέτοια ὅμως παράσταση δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἔρθει στὸ φῶς χωρὶς αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει. Σύμφωνα λοιπὸν μ' αὐτά, ἡ καταληπτικὴ φαντασία πρέπει ρεαλιστικὰ ν' ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸ ἀντικείμενο. Ἡ ἐντύπωση-παράσταση πρέπει νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀντικείμενο, ὥστε νὰ ἀποκλείει τὴν περίπτωση τοῦ Ὀρέστη, ποὺ ἐξέλαβε τὴν ἀδελφή του Ἠλέκτρα ὡς Ἐρινύα (Σέξτος Μαθ. 7. 242-6).

  1. Pearson, A. C. (1891), The Fragments of Zeno and Cleanthes, London.
  2. Zeller, E. (1880), Die Philosophie der Griechen, 3d ed., Leipzig.
  3. Stein, L. (1886), Die Psychologie der Stoa, Vols. 1-2, Berliner Studien für classische Philologie und Archaeologie Berlin.
  4. Bréhier, E. (1909), La Theorie des incorporels dans l'ancien stoïcisme, Archiv für Geschichte der Philosophie 22: 114-125.
  5. Sandbach, F. H. (1975), The Stoics, London.
  6. Pohlenz, M. (1964), Die Stoa. Geschichte einer geistigen Bewegung, Vols. I-II, Götingen.
  7. Stough, C. L. (1969), Greek Scepticism: a study in epistemology, Berkeley and Los Angeles.
  8. Vogel, C. J. (1959), Greek Philosophy , Vol. 3, Leiden - Berlin.