You are here

109γ

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Διογένης Λαέρτιος 7.61:

Ἐννοήμα εἶναι μιὰ παράσταση τῆς διάνοιας, ποὺ δὲν εἶναι κάτι ποὺ

ὑπάρχει, οὔτε κάτι ποὺ ἔχει ἀτομικὸ προσδιορισμό, ἀλλὰ εἶναι ὡς ἐὰν

νὰ ὑπάρχει καὶ ὡς ἐὰν νὰ ἔχει ἀτομικὸ προσδιορισμό, ὅπως γίνεται ἡ

ἐντύπωση ἑνὸς ἵππου κι' ὅταν αὐτὸς δὲν εἶναι παρών.

Σχόλια: 

Ἐννόημα, ἔννοια (ἀπ. 100, 109, 109β, 109γ):
Ἡ ἀκλόνητη παράσταση περνᾶ, ὅπως εἴδαμε, ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ λόγου, πράγμα ποὺ σημαίνει, ὅτι στερεώνεται σὲ ἔννοιες. Εἶναι αὐτὲς οἱ γενικὲς ἔννοιες, ποὺ συντελοῦν ὥστε ἡ συγκατάθεση σὲ μιὰ γνωστικὴ ἐντύπωση (καταληπτικὴ φαντασία) νὰ ἀποτελεῖ ἀναγνώριση τοῦ τί εἶναι κάτι, τὸ ἀντικείμενο, στὸ ὁποῖο αὐτὴ ἀναφέρεται. (Δὲς σχετικά: G. Watson, The stoic theory of knowledge1, Belfast 1966, κεφ. 1). Γι' αὐτὸ καὶ οἱ γενικὲς ἔννοιες θεωροῦνται κριτήριο τῆς ἀλήθειας.
Τί εἶναι ὡστόσο οἱ ἔννοιες καὶ ποιὰ ἡ σχέση τους μὲ τὰ ἐννοήματα;
Σύμφωνα μὲ τὸν Διογένη τὸν Λαέρτιο (ἀπ. 100), οἱ ἔννοιες εἶναι μὴ κατ' αἴσθηση παραστάσεις, ποὺ συλλαμβάνονται μὲ τὴ διάνοια. Στὶς περιπτώσεις αὐτὲς προηγεῖται ἡ παράσταση, ἡ δὲ διάνοια, ποὺ διαθέτει ἀρθρωτικὴ σκέψη, διατυπώνει μὲ λόγο τὸ περιεχόμενο τῶν παραστάσεων («προηγεῖται ἡ φαντασία, εἴθ' ἡ διάνοια ἐκλαλητικὴ ὑπάρχουσα, ὃ πάσχει ὑπὸ τῆς φαντασίας, τοῦτο ἐκφέρει λόγῳ»). Ὁ Κικέρων, Acad. I, 11, 40-42 (ἀπ. 101) ἀναφερόμενος στὶς ἀπόψεις τοῦ Ζήνωνος, μιλᾶ γιὰ τὶς ἔννοιες, ποὺ κατοχυρώνουν τὴ γνώση λέγοντας, ὅτι ἡ φύση ἔχει ἐξασφαλίσει μιὰν ἀρχή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐντυπώνονται στὶς ψυχὲς οἱ ἔννοιες τῶν πραγμάτων καὶ μὲ βάση τὶς ἔννοιες ἀνευρίσκονται ὄχι μόνο οἱ ἀρχὲς ἀλλὰ καὶ ὁρισμένοι εὐρεῖς δρόμοι τοῦ ἐπινοητικοῦ λόγου.
Διαπιστώνουμε λοιπόν, ὅτι οἱ ἔννοιες προϋποθέτουν τὶς κατ' αἴσθηση παραστάσεις, εἶναι ὅμως προϊόντα τῆς διάνοιάς μας, ἡ ὁποία τὶς ἐκφράζει μὲ τὴ γλώσσα καὶ διανοίγουν εὐρεῖς δρόμους γιὰ τὴ σκέψη, εἶναι δηλ. εὐρύτερες, γενικότερες ἀπὸ τὶς κατ' αἴσθηση παραστάσεις. Ὁ Πλούταρχος (Περὶ ἀρεσκ. 4. 11) ἀναφέρει, «ἔστι δὲ νόημα φάντασμα διανοίας λογικοῦ ζῴου». Τὸ νόημα, ἡ ἔννοια, εἶναι φάντασμα, δηλ. παράσταση διανοητικὴ (εἶναι ἑπομένως ἕνα εἶδος παραστάσεως), ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἕνα λογικὸ ὄν. Ὡς τέτοια παράσταση τῆς διανοίας ὁ Διογένης ὁ Λαέρτιος 7. 61 (ἀπ. 109γ), προσθέτει, ὅτι δὲν εἶναι, «οὔτε τι ὄν, οὔτε ποιόν, ὡσανεὶ δέ τι ὂν καὶ ὠσανεὶ ποιόν, οἷον γίνεται ἀνατύπωμα ἵππου καὶ μὴ παρόντος». Καὶ ὁ Στοβαῖος (ἀπ. 109) ἐπαναλαμβάνει καὶ ἐπιβεβαιώνει ὅτι, τὰ ἐννοήματα, ὅπως τὰ συνέλαβε ὁ Ζήνων καὶ οἱ μαθητές του, δὲν εἶναι κάποια ὁρισμένα πράγματα, οὔτε κάποιας ὁρισμένης ἀτομικῆς ποιότητας, ἀλλὰ εἶναι ὡς ἐὰν νὰ ἦταν ὅλα αὐτά. Εἶναι αὐτά, ποὺ οἱ ἀρχαῖοι ὀνόμαζαν ἰδέες. Δὲν πρόκειται ὅμως γιὰ τὶς πλατωνικὲς ἰδέες, ποὺ ἔχουν μιὰ μεταφυσικὴ ὑπόσταση, ἕνα ὀντολογικὸ βάθρο, ἀλλὰ γιὰ σχήματα ἢ εἰκόνες τῆς διάνοιάς μας. Ἔτσι σημειώνει καὶ ὁ ἴδιος ὁ Πλάτων: «ἀλλὰ μὴ τῶν εἰδῶν τούτων ἕκαστον ᾖ τούτων νόημα, καὶ οὐδαμοῦ αὐτῷ προσήκει ἐγγίγνεσθαι ἄλλοθι ἢ ἐν ψυχαῖς» (Παρμ. 132b). Ὁ Ζήνων (Νουμήνιος, Παρ' Εὐσ. 14. 6, p. 733) σκιαμαχοῦσε λοιπὸν μὲ τὸν Πλάτωνα γιὰ τὸ θέμα αὐτό, ἀφοῦ ὁ Πλάτων ἦταν νεκρός. Στὰ ἐννοήματα λοιπὸν «μετέχουμε», γιατὶ εἶναι δικά μας ἐπινοήματα, τὰ ὀνόματα (πτώσεις) ὅμως ἀναφέρονται (ἐνν. στὰ ἀντικείμενα): «τῶν μὲν ἐννοημάτων μετέχειν ἡμᾶς, τῶν δὲ πτώσεων, ..., τυγχάνειν (ἐνν. τὰ ὑπάρχοντα)», (ἀπ. 109). Γιὰ τὶς ἑρμηνευτικὲς δυσκολίες τοῦ πολύπλοκου αὐτοῦ χωρίου: δὲς Pearson, The Fragments of Zeno and Cleanthes2, σσ. 72-75.
Μὲ τὴν ἴδια σημασία ὁ Descartes μιλᾶ γιὰ perceptio generalis καὶ ἄλλοι μεταγενέστεροι γιὰ idea generalis. Πρόκειται, (Ἀέτιος 4. 2, 1-4, ἀπ. 109β), γιὰ μνημονικὲς παραστάσεις, ποὺ ἐπαναλαμβανόμενες συνιστοῦν τὶς γενικὲς-κοινὲς ἔννοιες τῶν πραγμάτων (ἵππος, ἄνθρωπος) καὶ ποὺ δὲν ἔχουν πραγματικὴ ὕπαρξη οὔτε προσδιορίζονται ἀτομικὰ (ποιόν). Τὸ λογικό, σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρίαν αὐτὴ τοῦ Ἀέτιου, ὅταν συλλάβει μιὰ παράσταση, χρησιμοποιεῖ τὸ ἀπόθεμα τῶν ἐννοιῶν, ποὺ διαθέτει λόγω ἐμπειρίας, γιὰ νὰ ταξινομήσει καὶ νὰ ἀναγνωρίσει ἑρμηνεύοντας μιὰ παράσταση. (Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ δές: A. Long, Ἡ ἑλληνιστικὴ φιλοσοφία3, σσ. 206-208).
Στὸ ἴδιο παράθεμα τοῦ Ἀέτιου διατυπώνεται ἡ θεωρία τῶν Στωικῶν γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου μόλις γεννηθεῖ, ὅτι μοιάζει μὲ ἄγραφο χαρτὶ ἕτοιμο γιὰ καταγραφή, ποὺ δηλώνει τὴν αἰσθησιοκρατικὴ πλευρὰ τῆς γνωσιολογίας τῶν Στωικῶν, τὴν ὁποία ἀργότερα υἱοθέτησε ὁ J. Lock. Ἡ ἀναφορὰ ἐπίσης στὴν ἐμπειρία ὡς προάγουσα τὶς ἔννοιες μᾶς θυμίζει τὸν Ἀριστοτέλη (Μετὰ τὰ φυσ. Α1, 980b: «Γίγνεται δὲ ἐκ τῆς μνήμης ἐμπειρία τοῖς ἀνθρώποις· αἱ γὰρ πολλαὶ μνῆμαι τοῦ αὐτοῦ πράγματος μιᾶς ἐμπειρίας δύναμιν ἀποτελοῦσι.» Βλ. ἐπίσης καὶ Ἀναλ. ὕστ. ΙΙ 19). Εἶναι λοιπὸν οἱ ἔννοιες καὶ τὰ ἐννοήματα ὅροι συνώνυμοι; Ἢ μήπως τὰ ἐννοήματα προκύπτουν ἀργότερα μὲ τὴν ἡλικία τῶν 7 καὶ σὲ πλήρη ἀνάπτυξη τοῦ λόγου τῶν 14 ἐτῶν; (Δὲς ἀπ. 109β). Ὁ M. Pohlenz (Die Stoa4 I, σ. 56) εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι τὰ ἐννοήματα διαμορφώνονται ἀργότερα ἀπὸ τὶς γενικὲς παραστάσεις ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τῶν ἐννοιῶν καὶ γίνονται πνευματικὰ θεώμενες εἰκόνες. Γράφει: «Aus einer Reihe gleichartiger Vorstellungen bildet sich, indem nur das Wesentliche festgehaltet wird, die empirische Allgemeinvorstellung. Beim Menschen verbindet sich mit dieser aber die gedankliche Erfassung des Wesens, der Begriff, die Ennoia, und die allgemeine Vorstellung wird zum Ennoëma, dem geistig geschauten Bilde.»
Ὡστόσο, ὅπως παρατηρεῖ ὁ C. J. de Vogel (Greek Philosophy5 III, σσ. 123-4), οἱ δύο ὅροι σχεδὸν εἶναι συνώνυμοι, ὅπως χρησιμοποιοῦνται δείχνοντας καὶ οἱ δυὸ τὴ γενικὴ ἰδέα καὶ τὴν ἔννοια.

  1. Gerald, W. (1966), The stoic theory of knowledge , Belfast.
  2. Pearson, A. C. (1891), The Fragments of Zeno and Cleanthes, London.
  3. Long, A. A. (1987), Ἡ Ἑλληνιστικὴ Φιλοσοφία. Στωικοί, Ἐπικούρειοι, Σκεπτικοί, μτφρ. Δημόπουλος, Στ. και Δραγώνα-Μονάχου, Μ. Ἀθήνα.
  4. Pohlenz, M. (1964), Die Stoa. Geschichte einer geistigen Bewegung, Vols. I-II, Götingen.
  5. Vogel, C. J. (1959), Greek Philosophy , Vol. 3, Leiden - Berlin.