You are here

109β

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Aetius, Placita 4.2, 1-4:

(1) Οἱ Στωικοί φασιν· ὅταν γεννηθῇἄνθρωπος, ἔχει τὸ ἡγεμονικὸν μέ-

ρος τῆς ψυχῆς ὥσπερ χάρτην εὔεργον1 εἰς ἀπογραφήν· εἰς τοῦτο μίαν ἑκά-

στην τῶν ἐννοιῶν ἀπογράφεται · (2) Πρῶτος δὲ ὁ τῆς ἀναγραφῆς τρόπος

ὁ διὰ τῶν αἰσθήσεων. αἰσθανόμενον2 γάρ τινος οἷον λευκοῦ ἀπελθόντος

  αὐτοῦ μνήμην ἔχουσιν· ὅταν δὲ ὁμοειδεῖς πολλαὶ μνῆμαι γένωνται, τότε

φαμὲν3 ἔχειν ἐμπειρίαν· ἐμπειρία γάρ ἐστι τὸ τῶν ὁμοειδῶν φαντασιῶν

πλῆθος. (3) τῶν4 δὲ ἐννοιῶν αἱ μὲν φυσικῶς γίνονται κατὰ τοὺς εἰρημέ-

νους τρόπους καὶ ἀνεπιτεχνήτως, αἱ δὲ ἤδη δι' ἡμετέρας διδασκαλίας καὶ

ἐπιμελείας· αὗται μὲν οὖν ἔννοιαι καλοῦνται μόνον5, ἐκεῖναι δὲ καὶ προ-

λήψεις. (4) ὁ δὲ λόγος καθ' ὃν προσαγορευόμεθα λογικοὶ ἐκ τῶν προ-

λήψεων συμπληροῦσθαι λέγεται κατὰ τὴν πρώτην ἑβδομάδα.

  1. 2 εὔεργον Diels, ἐνεργὸν (-ῶν) codd.
  2. 4 αἰσθόμενοι Diels: αἰσθανόμενοι codd.
  3. 6 φαμὲν GAB: φασὶν C φαντασιῶν G: om. (A)BC: ἐννοιῶν Reiske
  4. 7 ante τῶν lacunam stat. Sandbach φυσικῶς G: φυσικαὶ (A)BC
  5. 9 μόνον vulgo: μόναι codd.
Ἀέτιος, Περὶ ἀρεσκόντων 4.2, 1-4:

(1) Οἱ Στωικοὶ λένε· ὅταν γεννηθεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἔχει τὸ ἡγεμονικὸ μέρος

τῆς ψυχῆς του σὰν ἕνα χαρτὶ ἄγραφο γιὰ καταγραφή· πάνω σ' αὐτὸ

γράφει κάθε μιὰ ἀπὸ τὶς ἔννοιές του. (2) Πρῶτος τρόπος ἀναγραφῆς

εἶναι διὰ μέσου τῶν αἰσθήσεων. Γιατὶ ὅταν αἰσθανόμαστε κάτι σὰν λευ-

κό, ὅταν αὐτὸ φύγει, ἔχουμε τὴ μνήμη του· ὅταν ὅμως γίνουν πολλὲς ὁ

μοειδεῖς μνῆμες, τότε λέμε ὅτι ἔχουμε ἐμπειρία· γιατὶ ἕνα πλῆθος ἀπὸ

ὁμοειδεῖς παραστάσεις εἶναι ἡ ἐμπειρία. (3) Ἀπὸ τὶς ἔννοιες, ἄλλες μὲν

γεννιοῦνται φυσικὰ κατὰ τοὺς τρόπους, ποὺ ἔχουμε πεῖ, καὶ ἀπροσχε-

δίαστα, ἄλλες ὅμως ἤδη μὲ τὴ δική μας διδασκαλία καὶ ἐπιμέλεια· κι'

αὐτὲς μόνο εἶναι ποὺ ὀνομάζονται ἔννοιες, ἐνῶ οἱ ἄλλες ὀνομάζονται καὶ

προλήψεις. (4) Ὁ δὲ λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο καλούμαστε λογικοί, λέγεται

ὅτι συμπληρώνεται ἀπὸ τὶς προλήψεις μας κατὰ τὰ πρῶτα ἑπτὰ χρόνια.

Σχόλια: 

Ἐννόημα, ἔννοια (ἀπ. 100, 109, 109β, 109γ):
Σύμφωνα μὲ τὸν Διογένη τὸν Λαέρτιο (ἀπ. 100), οἱ ἔννοιες εἶναι μὴ κατ' αἴσθηση παραστάσεις, ποὺ συλλαμβάνονται μὲ τὴ διάνοια. Στὶς περιπτώσεις αὐτὲς προηγεῖται ἡ παράσταση, ἡ δὲ διάνοια, ποὺ διαθέτει ἀρθρωτικὴ σκέψη, διατυπώνει μὲ λόγο τὸ περιεχόμενο τῶν παραστάσεων («προηγεῖται ἡ φαντασία, εἴθ' ἡ διάνοια ἐκλαλητικὴ ὑπάρχουσα, ὃ πάσχει ὑπὸ τῆς φαντασίας, τοῦτο ἐκφέρει λόγῳ»). Ὁ Κικέρων, Acad. I, 11, 40-42 (ἀπ. 101) ἀναφερόμενος στὶς ἀπόψεις τοῦ Ζήνωνος, μιλᾶ γιὰ τὶς ἔννοιες, ποὺ κατοχυρώνουν τὴ γνώση λέγοντας, ὅτι ἡ φύση ἔχει ἐξασφαλίσει μιὰν ἀρχή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐντυπώνονται στὶς ψυχὲς οἱ ἔννοιες τῶν πραγμάτων καὶ μὲ βάση τὶς ἔννοιες ἀνευρίσκονται ὄχι μόνο οἱ ἀρχὲς ἀλλὰ καὶ ὁρισμένοι εὐρεῖς δρόμοι τοῦ ἐπινοητικοῦ λόγου.
Διαπιστώνουμε λοιπόν, ὅτι οἱ ἔννοιες προϋποθέτουν τὶς κατ' αἴσθηση παραστάσεις, εἶναι ὅμως προϊόντα τῆς διάνοιάς μας, ἡ ὁποία τὶς ἐκφράζει μὲ τὴ γλώσσα καὶ διανοίγουν εὐρεῖς δρόμους γιὰ τὴ σκέψη, εἶναι δηλ. εὐρύτερες, γενικότερες ἀπὸ τὶς κατ' αἴσθηση παραστάσεις. Ὁ Πλούταρχος (Περὶ ἀρεσκ. 4. 11) ἀναφέρει, «ἔστι δὲ νόημα φάντασμα διανοίας λογικοῦ ζῴου». Τὸ νόημα, ἡ ἔννοια, εἶναι φάντασμα, δηλ. παράσταση διανοητικὴ (εἶναι ἑπομένως ἕνα εἶδος παραστάσεως), ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἕνα λογικὸ ὄν. Ὡς τέτοια παράσταση τῆς διανοίας ὁ Διογένης ὁ Λαέρτιος 7. 61 (ἀπ. 109γ), προσθέτει, ὅτι δὲν εἶναι, «οὔτε τι ὄν, οὔτε ποιόν, ὡσανεὶ δέ τι ὂν καὶ ὠσανεὶ ποιόν, οἷον γίνεται ἀνατύπωμα ἵππου καὶ μὴ παρόντος». Καὶ ὁ Στοβαῖος (ἀπ. 109) ἐπαναλαμβάνει καὶ ἐπιβεβαιώνει ὅτι, τὰ ἐννοήματα, ὅπως τὰ συνέλαβε ὁ Ζήνων καὶ οἱ μαθητές του, δὲν εἶναι κάποια ὁρισμένα πράγματα, οὔτε κάποιας ὁρισμένης ἀτομικῆς ποιότητας, ἀλλὰ εἶναι ὡς ἐὰν νὰ ἦταν ὅλα αὐτά. Εἶναι αὐτά, ποὺ οἱ ἀρχαῖοι ὀνόμαζαν ἰδέες. Δὲν πρόκειται ὅμως γιὰ τὶς πλατωνικὲς ἰδέες, ποὺ ἔχουν μιὰ μεταφυσικὴ ὑπόσταση, ἕνα ὀντολογικὸ βάθρο, ἀλλὰ γιὰ σχήματα ἢ εἰκόνες τῆς διάνοιάς μας. Ἔτσι σημειώνει καὶ ὁ ἴδιος ὁ Πλάτων: «ἀλλὰ μὴ τῶν εἰδῶν τούτων ἕκαστον ᾖ τούτων νόημα, καὶ οὐδαμοῦ αὐτῷ προσήκει ἐγγίγνεσθαι ἄλλοθι ἢ ἐν ψυχαῖς» (Παρμ. 132b). Ὁ Ζήνων (Νουμήνιος, Παρ' Εὐσ. 14. 6, p. 733) σκιαμαχοῦσε λοιπὸν μὲ τὸν Πλάτωνα γιὰ τὸ θέμα αὐτό, ἀφοῦ ὁ Πλάτων ἦταν νεκρός. Στὰ ἐννοήματα λοιπὸν «μετέχουμε», γιατὶ εἶναι δικά μας ἐπινοήματα, τὰ ὀνόματα (πτώσεις) ὅμως ἀναφέρονται (ἐνν. στὰ ἀντικείμενα): «τῶν μὲν ἐννοημάτων μετέχειν ἡμᾶς, τῶν δὲ πτώσεων, ..., τυγχάνειν (ἐνν. τὰ ὑπάρχοντα)», (ἀπ. 109). Γιὰ τὶς ἑρμηνευτικὲς δυσκολίες τοῦ πολύπλοκου αὐτοῦ χωρίου: δὲς Pearson, The Fragments of Zeno and Cleanthes1, σσ. 72-75.
Μὲ τὴν ἴδια σημασία ὁ Descartes μιλᾶ γιὰ perceptio generalis καὶ ἄλλοι μεταγενέστεροι γιὰ idea generalis. Πρόκειται, (Ἀέτιος 4. 2, 1-4, ἀπ. 109β), γιὰ μνημονικὲς παραστάσεις, ποὺ ἐπαναλαμβανόμενες συνιστοῦν τὶς γενικὲς-κοινὲς ἔννοιες τῶν πραγμάτων (ἵππος, ἄνθρωπος) καὶ ποὺ δὲν ἔχουν πραγματικὴ ὕπαρξη οὔτε προσδιορίζονται ἀτομικὰ (ποιόν). Τὸ λογικό, σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρίαν αὐτὴ τοῦ Ἀέτιου, ὅταν συλλάβει μιὰ παράσταση, χρησιμοποιεῖ τὸ ἀπόθεμα τῶν ἐννοιῶν, ποὺ διαθέτει λόγω ἐμπειρίας, γιὰ νὰ ταξινομήσει καὶ νὰ ἀναγνωρίσει ἑρμηνεύοντας μιὰ παράσταση. (Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ δές: A. Long, Ἡ ἑλληνιστικὴ φιλοσοφία2, σσ. 206-208).
Στὸ ἴδιο παράθεμα τοῦ Ἀέτιου διατυπώνεται ἡ θεωρία τῶν Στωικῶν γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου μόλις γεννηθεῖ, ὅτι μοιάζει μὲ ἄγραφο χαρτὶ ἕτοιμο γιὰ καταγραφή, ποὺ δηλώνει τὴν αἰσθησιοκρατικὴ πλευρὰ τῆς γνωσιολογίας τῶν Στωικῶν, τὴν ὁποία ἀργότερα υἱοθέτησε ὁ J. Lock. Ἡ ἀναφορὰ ἐπίσης στὴν ἐμπειρία ὡς προάγουσα τὶς ἔννοιες μᾶς θυμίζει τὸν Ἀριστοτέλη (Μετὰ τὰ φυσ. Α1, 980b: «Γίγνεται δὲ ἐκ τῆς μνήμης ἐμπειρία τοῖς ἀνθρώποις· αἱ γὰρ πολλαὶ μνῆμαι τοῦ αὐτοῦ πράγματος μιᾶς ἐμπειρίας δύναμιν ἀποτελοῦσι.» Βλ. ἐπίσης καὶ Ἀναλ. ὕστ. ΙΙ 19). Εἶναι λοιπὸν οἱ ἔννοιες καὶ τὰ ἐννοήματα ὅροι συνώνυμοι; Ἢ μήπως τὰ ἐννοήματα προκύπτουν ἀργότερα μὲ τὴν ἡλικία τῶν 7 καὶ σὲ πλήρη ἀνάπτυξη τοῦ λόγου τῶν 14 ἐτῶν; (Δὲς ἀπ. 109β). Ὁ M. Pohlenz (Die Stoa3 I, σ. 56) εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι τὰ ἐννοήματα διαμορφώνονται ἀργότερα ἀπὸ τὶς γενικὲς παραστάσεις ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τῶν ἐννοιῶν καὶ γίνονται πνευματικὰ θεώμενες εἰκόνες. Γράφει: «Aus einer Reihe gleichartiger Vorstellungen bildet sich, indem nur das Wesentliche festgehaltet wird, die empirische Allgemeinvorstellung. Beim Menschen verbindet sich mit dieser aber die gedankliche Erfassung des Wesens, der Begriff, die Ennoia, und die allgemeine Vorstellung wird zum Ennoëma, dem geistig geschauten Bilde.»
Ὡστόσο, ὅπως παρατηρεῖ ὁ C. J. de Vogel (Greek Philosophy4 III, σσ. 123-4), οἱ δύο ὅροι σχεδὸν εἶναι συνώνυμοι, ὅπως χρησιμοποιοῦνται δείχνοντας καὶ οἱ δυὸ τὴ γενικὴ ἰδέα καὶ τὴν ἔννοια.

 

Ἔννοια-πρόληψις (ἀπ. 109β):
Ἕνα ἄλλο πρόβλημα, ποὺ προκύπτει, εἶναι ἡ διαφορὰ ποὺ ὑπάρχει στὴ σημασία τῶν ὅρων ἔννοια καὶ πρόληψις, ὅπως τοὺς χρησιμοποίησε ὁ Ζήνων. Ἤδη στὸ ἴδιο παράθεμα (ἀπ. 109β) γίνεται διάκριση μεταξὺ ἐννοιῶν καὶ προλήψεων. (Δὲς γιὰ τὸ θέμα αὐτό: F. H. Sandbach, Phantasia Kataleptike, Problems of Stoicism5, κεφ. 1). Ὁ ὅρος πρόληψις, ποὺ εἶναι πιθανὸν νὰ εἰσήχθη στὴ στωικὴ φιλοσοφία ἀπὸ τὸν Ζήνωνα, (δὲς σχετικὰ J. Reid, Academica II. Text revised and explained6, London 1885, σ. 30) χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν Ἐπίκουρο (Cicero, N.D. I 44). Καὶ ὁ ὅρος ἔννοια σὲ γενικὴ σημασία εἶναι ἐν χρήσει στὸν Πλάτωνα καὶ στοὺς Περιπατητικοὺς (βλ. Σέξτος Μαθ. 7. 224: «ἀθροισμὸς τῶν νοῦ φαντασμάτων καὶ ἡ συγκεφαλαίωσις τῶν ἐπὶ μέρους εἰς τὸ καθόλου»). Εἴδαμε τὴν ἐξειδικευμένη σημασία ποὺ τῆς ἔδωσε ὁ Ζήνων. Μιὰ ἰδιαίτερη κατηγορία ἐννοιῶν φαίνεται νὰ εἶναι «αἱ κοιναὶ ἔννοιαι» πού, καθὼς μᾶς δίνονται «φυσικῶς», πρέπει μᾶλλον νὰ ταυτίζονται μὲ τὶς προλήψεις.
Οἱ προλήψεις, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Ἀέτιος (ἀπ. 109β), εἶναι ἔννοιες ποὺ γεννιοῦνται στὴ συνείδησή μας κατὰ τρόπο φυσικὸ καὶ ἀπροσχεδίαστο, ἐνῶ οἱ ἄλλες ἔννοιες κατακτῶνται μὲ μάθηση καὶ παιδεία. Τὶς προλήψεις (προ-λαμβάνω) πρέπει νὰ τὶς θεωρήσουμε λοιπὸν ὡς ἔμφυτες προδιαθέσεις καὶ ὄχι ὡς a priori ἰδέες, ποὺ φέρουμε μέσα μας ἐκ γενετῆς κατὰ τὸ πρότυπο τῶν innate ideas τῶν Descartes, Leibnitz καὶ Spinoza. Εἶναι εὔλογο, ὅτι ὁ Ζήνων δὲν θὰ μποροῦσε νὰ δεχθεῖ τέτοιες ἐκ τῶν προτέρων ἔννοιες μὲ καθορισμένο περιεχόμενο, δεδομένου ὅτι ἡ ψυχὴ κατὰ τὴ γέννηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι χάρτης ἄγραφος (ἀπ. 109β). Πρόκειται γιὰ προδιαθέσεις πρὸς σχηματισμὸ ἐννοιῶν ποὺ ὡριμάζουν καὶ διαμορφώνονται συναπτόμενες μὲ τὶς ἔννοιες, τὶς ὁποῖες κατακτοῦμε μὲ μάθηση καὶ παιδεία. Ἔτσι οἱ προδιαθέσεις αὐτὲς μᾶς βοηθοῦν μὲ ποικίλες νοητικὲς διεργασίες ὅπως ἡ «ὁμοιότητα», ἡ «ἀναλογία», ἡ «μετάθεση», ἡ «σύνθεση» καὶ ἡ «ἐναντίωση» νὰ ἀναπτύξουμε καὶ ἄλλες ἔννοιες. Ὁ P. Bath μιλᾶ γιὰ ἕνα formal a priori σὲ ἀντίθεση πρὸς ἕνα material a priori. Στὸν παραλληλισμὸ ἀλλὰ καὶ τὴ διαφορὰ τῶν ζηνώνειων προλήψεων πρὸς τὴν πλατωνικὴν ἀνάμνηση, ἡ ὁποία στὸν Μένωνα (80c) δίνει λύση στὴν ἀπορία, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναζητᾶ κανεὶς ὅ,τι δὲν γνωρίζει, ἀναφέρεται ὁ Πλούταρχος, ποὺ προσθέτει σχετικά, ὅτι οἱ Στωικοὶ βρῆκαν τὴ λύση: «Οἱ δὲ ἀπὸ τῆς Στοᾶς τὰς φυσικὰς ἐννοίας αἰτιῶνται.» (Πλουτ. Παρὰ Ὀλυμπιοδώρῳ, Σχόλια εἰς Φαῖδρ. p. 156).
Οἱ προλήψεις εἶναι φυσικὲς ἔννοιες γιὰ τὰ «καθόλου» (Διογ. Λαέρτ. 7, 54) καὶ ἐπειδὴ εἶναι κοινὲς σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους (κοιναὶ ἔννοιαι) ἀποτελοῦν γιὰ τοὺς Στωικοὺς μιὰν ἐγγύηση γιὰ τὴν ὑπέρβαση τοῦ ὑποκειμενισμοῦ. Ἡ στωικὴ πρόληψις συγγενεύει πολὺ μὲ τὴν ἐπικούρεια.

  1. Pearson, A. C. (1891), The Fragments of Zeno and Cleanthes, London.
  2. Long, A. A. (1987), Ἡ Ἑλληνιστικὴ Φιλοσοφία. Στωικοί, Ἐπικούρειοι, Σκεπτικοί, μτφρ. Δημόπουλος, Στ. και Δραγώνα-Μονάχου, Μ. Ἀθήνα.
  3. Pohlenz, M. (1964), Die Stoa. Geschichte einer geistigen Bewegung, Vols. I-II, Götingen.
  4. Vogel, C. J. (1959), Greek Philosophy , Vol. 3, Leiden - Berlin.
  5. Long, A. A. (1971), Problems in Stoicism , London.
  6. Reid, J. (1885), Academica II. Text revised and explained, London.