You are here

103

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Sextus Empiricus, Adversus Mathematicos 7.227-241:

Ἀπολειπομένης δ' ἔτι τῆς Στωικῆς δόξης παρακειμένως καὶ περὶ ταύτης

λέγωμεν. κριτήριον τοίνυν φασὶν ἀληθείας εἶναι οἱ ἄνδρες οὗτοι τὴν

καταληπτικὴν φαντασίαν . ταύτην δ' εἰσόμεθα πρότερον γνόντες, τί ποτέ

ἐστι κατ' αὐτοὺς ἡ φαντασία καὶ τινες ἐπ' εἴδους ταύτης διαφοραί. (228)

  φαντασία οὖν ἐστι κατ' αὐτοὺς τύπωσις ἐν ψυχῇ. περὶ ἧς εὐθὺς καὶ

διέστησαν· Κλεάνθης μὲν γὰρ ἤκουσε τὴν τύπωσιν κατὰ εἰσοχήν τε καὶ

ἐξοχήν, ὥσπερ καὶ ‹τὴν›1 διὰ τῶν δακτυλίων γινομένην τοῦ κηροῦ τύπω-

σιν, (229) Χρύσιππος δὲ ἄτοπον ἡγεῖτο τὸ τοιοῦτον. πρῶτον μὲν γὰρ,

φησί, δεήσει2 τῆς διανοίας ὑφ' ἕν ποτε τρίγωνόν τι καὶ τετράγωνον φαν-

τασιουμένης τὸ αὐτὸ σῶμα κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον διαφέροντα ἔχειν

περὶ αὐτῷ σχήματα ἅμα τε τρίγωνον καὶ τετράγωνον γίνεσθαι ἢ καὶ

περιφερές, ὅπερ ἐστὶν ἄτοπον· εἶτα, πολλῶν ἅμα φαντασιῶν ὑφισταμέ-

νων ἐν ἡμῖν, παμπληθεῖς καὶ τοὺς σχηματισμοὺς ἕξειν τὴν ψυχήν, ὃ τοῦ

προτέρου χεῖρόν ἐστιν. (230) αὐτὸς οὖν τὴν τύπωσιν εἰρῆσθαι ὑπὸ τοῦ

Ζήνωνος ὑπενόει ἀντὶ τῆς ἑτεροιώσεως, ὥστ' εἶναι τοιοῦτον τὸν λόγον

«φαντασία ἐστὶν ἑτεροίωσις ψυχῆς», μηκέτι ἀτόπου ὄντος ‹τοῦ›3 τὸ αὐτὸ

σῶμα ὑφ' ἓν4 (κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον), πολλῶν5 περὶ ἡμᾶς συνισταμένων

φαντασιῶν, παμπληθεῖς ἀναδέχεσθαι ἑτεροιώσεις· (231) ὥσπερ γὰρ ὁ

ἀήρ, ὅταν ἅμα πολλοὶ φωνῶσιν, ἀμυθήτους ὑπὸ ἓν καὶ διαφερούσας

ἀναδεχόμενος πληγὰς εὐθὺς πολλὰς ἴσχει καὶ τὰς ἑτεροιώσεις, οὕτω

καὶ τὸ ἡγεμονικὸν ποικίλως φαντασιούμενον ἀνάλογόν τι τούτῳ πείσε-

ται. (232) Ἄλλοι δὲ οὐδὲ τὸν κατὰ διόρθωσιν ἐκείνου ἐξενεχθέντα ὅρον

ὀρθῶς ἔχειν φασίν. εἰ μὲν γὰρ ἔστι τις φαντασία, αὕτη τύπωσις καὶ ἑτε-

ροίωσις τῆς ψυχῆς καθέστηκεν· εἰ δέ τις ἐστὶ τύπωσις τῆς ψυχῆς, ἐκείνη

οὐ πάντως ἐστὶ φαντασία. καὶ γὰρ προσπταίσματος γενομένου περὶ τὸν

δάκτυλονκνησμοῦ περὶ τὴν χεῖρα συμβάντος τύπωσις μὲν καὶ ἑτεροίω-

σις τῆς ψυχῆς ἀποτελεῖται, οὐχὶ δὲ καὶ φαντασία, ἐπείπερ οὐδὲ περὶ τῷ

τυχόντι μέρει τῆς ψυχῆς γίνεσθαι ταύτην συμβέβηκεν, ἀλλὰ περὶ τῇ δια-

νοίᾳ μόνον καὶ τῷ ἡγεμονικῷ. (233) πρὸς οὓς ἀπαντῶντες οἱ ἀπὸ τῆς

Στοᾶς συνεμφαίνεσθαί φασι τῇ τυπώσει τῆς ψυχῆς τὸ ὡς ἂν ἐν ψυχῇ,

ὥστε εἶναι τὸ πλῆρες τοιοῦτον «φαντασία ἐστὶ τύπωσις ἐν ψυχῇ ὡς ἂν ἐν

ψυχῇ». καθὰ γὰρ ἡ ἐφηλότης λέγεται λευκότης ἐν ὀφθαλμῷ συνεμφαι-

νόντων ἡμῶν τὸ ὡς ‹ἂν› ἐν ὀφθαλμῷ, τουτέστι τὸ κατὰ ποιὸν μέρος τοῦ

ὀφθαλμοῦ, τὴν λευκότητα εἶναι, ἵνα μὴ πάντες ἄνθρωποι ἐφηλότητα

ἔχωμεν ὡς ἂν πάντες ἐκ φύσεως ἔχοντες λευκότητα ἐν ὀφθαλμῷ, οὕτως

ὅταν λέγωμεν τὴν φαντασίαν τύπωσιν ἐν ψυχῇ, συνεμφαίνομεν καὶ τὸ

περὶ ποιὸν μέρος γίνεσθαι τῆς ψυχῆς τὴν τύπωσιν, τουτέστι τὸ ἡγεμονι-

κόν, ὥστε ἐξαπλούμενον γίνεσθαι τὸν ὅρον τοιοῦτον «φαντασία ἐστὶν

ἑτεροίωσις ἐν ἡγεμονικῷ». (234) ἄλλοι δὲ ἀπὸ τῆς αὐτῆς ὁρμώμενοι δυ-

νάμεως γλαφυρώτερον ἀπελογήσαντο. φασὶ γὰρ ψυχὴν6 λέγεσθαι διχῶς,

τό τε συνέχον τὴν ὅλην σύγκρισιν καὶ κατ' ἰδίαν τὸ ἡγεμονικόν. ὅταν γὰρ

εἴπωμεν συνεστάναι τὸν ἄνθρωπον ἐκ ψυχῆς καὶ σώματος, ἢ τὸν θάνα-

τον εἶναι χωρισμὸν ψυχῆς ἀπὸ σώματος7, ἰδίως καλοῦμεν τὸ ἡγεμονι-

κόν ... (236) διόπερ καὶ ὅταν λέγῃΖήνων φαντασίαν εἶναι τύπωσιν

ἐν ψυχῇ, ἀκουστέον ψυχὴν οὐ τὴν ὅλην ἀλλὰ τὸ μόριον αὐτῆς, ἵνα τὸ

λεγόμενον οὕτως ἔχον «φαντασία ἐστὶν ἑτεροίωσις περὶ τὸ ἡγεμονικόν».

(237) Ἀλλὰ κἂν οὕτως ἔχῃ, φασί τινες, πάλιν ἡμάρτηται. καὶ γὰρ ἡ ὁρμὴ

καὶ ἡ συγκατάθεσις καὶ ἡ κατάληψις ἑτεροιώσεις μέν εἰσι τοῦ ἡγεμονι-

κοῦ, διαφέρουσι δὲ τῆς φαντασίας· ἡ μὲν γὰρ πεῖσίς τις ἦν ἡμετέρα

καὶ διάθεσις, αὗται δὲ πολὺ μᾶλλον (ἢ ὁρμαὶ)8 ἐνέργειαί τινες ἡμῶν -

πῆρχον. μοχθηρὸς ἄρα ἐστὶν ‹ὁ›9 ὅρος πολλοῖς καὶ διαφόροις πράγμασιν

ἐφαρμοζόμενος· (238) καὶ ὃν τρόπον ὁ τὸν ἄνθρωπον ὁρισάμενος καὶ

εἰπὼν ὅτι ἄνθρωπός ἐστι ζῷον λογικόν, οὐχ ὑγιῶς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀν-

θρώπου ὑπέγραψε διὰ τὸ καὶ τὸν θεὸν ζῷον εἶναι λογικόν, οὕτω καὶ ὁ

τὴν φαντασίαν ἀποφηνάμενος ἑτεροίωσιν ἡγεμονικοῦ διέπεσεν10· οὐ μᾶλ-

λον γὰρ ταύτης ἢ ἑκάστης τῶν κατηριθμημένων κινήσεών ἐστιν ἀπόδο-

σις. (239) τοιαύτης δ' οὔσης καὶ τῆσδε τῆς ἐνστάσεως πάλιν ἐπὶ τὰς

συνεμφάσεις οἱ Στωικοὶ ἀνατρέχουσι, λέγοντες τῷ ὅρῳ δεῖν τῆς φαντα-

σίας συνακούειν τὸ κατὰ πεῖσιν· ὡς γὰρ ὁ λέγων τὸν ἔρωτα ἐπιβολὴν

εἶναι φιλοποιίας συνεμφαίνει τὸ νέων ὡραίων, καὶ εἰ μὴ κατὰ τὸ ῥητὸν

τοῦτο ἐκφέρῃ (οὐθεὶς γὰρ γερόντων καὶ ἀκμῆς ὥραν μὴ ἐχόντων ἐρᾷ),

οὕτως ὅταν λέγωμεν, φασί, τὴν φαντασίαν ἑτεροίωσιν ἡγεμονικοῦ, συν-

εμφαίνομεν τὸ κατὰ πεῖσιν ἀλλὰ μὴ τὸ κατὰ ἐνέργειαν γίνεσθαι τὴν

ἑτεροίωσιν. (240) δοκοῦσι δὲ μηδ' οὕτως ἐκπεφευγέναι τὸ ἔγκλημα· ὅτε

γὰρ τρέφεται τὸ ἡγεμονικὸν καὶ νὴ Δία γε αὔξεται, ἑτεροιοῦται μὲν κατὰ

πεῖσιν, οὐκ ἔστι δὲ ἡ τοιαύτη ἑτεροίωσις αὐτοῦ, καίπερ κατὰ πεῖσιν οὖσα

καὶ διάθεσιν, φαντασία, ἐκτὸς εἰ μή τι πάλιν λέγοιεν ἰδίωμα πείσεως εἶναι

τὴν φαντασίαν, ὅπερ διενήνοχε τῶν τοιούτων διαθέσεων, (241) ἢ ἐκεῖνό

γε, ἐπεὶφαντασία γίνεται ἤτοι τῶν ἐκτὸς ἢ τῶν ἐν ἡμῖν παθῶν (ὃ δὴ

κυριώτερον διάκενος ἑλκυσμὸς παρ' αὐτοῖς καλεῖται), πάντως ἐν τῷ

λόγῳ τῆς φαντασίας συνεμφαίνεσθαι τὸ τὴν πεῖσιν γίνεσθαι ἤτοι κατὰ

τὴν ἐκτὸς προσβολὴν ἢ κατὰ τὰ ἐν ἡμῖν πάθη, ὅπερ11 οὐκέτ' ἔστιν ἐπὶ τῆς

κατὰ τὰς αὐξήσειςθρέψεις ἑτεροιώσεως συνεξακούειν. Ἀλλ' ἡ μὲν

φαντασία κατὰ τοὺς ἀπὸ τῆς Στοᾶς οὕτως δυσαπόδοτός ἐστι.

  1. 7 ‹τὴν› add. Zeller
  2. 9 δεήσει τῆς διανοίας Kochalsky: τ. διαν. δ. G
  3. 16 αὐτῶ Ν: αὐτὸ LE: αὐτῷ «ο» VR: αὐτοῦ AB | ‹τοῦ› add. Bekker
  4. 17 ὑφ' ἓν κατὰ libri 33. ‹ἂν› add. Kochalsky, Hülser (om. Mutschmann) ‖
  5. ποιὸν Bekker: ποῖον G-item
  6. 40 ‹τὴν› ψυχὴν NE
  7. 43 σώματος. ‹ψυχὴν κοινῶς τὴν ὅλην καὶ οὐκ› ἰδίως κτλ. propos. Heintz
  8. 50 (ὁρμαὶ) secl. Bekker
  9. 51 ‹ὁ› addit Bekker
  10. 55 οἱ ... ἀποφηνάμενοι ... διέπεσαν Ν
  11. 72, ὅπερ Bekker: ἅπερ G.
Σέξτος Ἐμπειρικός, Πρὸς Μαθηματικοὺς 7.227-241:

Ἐπειδὴ ἀπομένει ἀκόμα ἡ Στωικὴ φιλοσοφία, θὰ μιλήσουμε στὰ ἑπόμενα

γι' αὐτήν. Λένε λοιπὸν αὐτοί, ὅτι κριτήριο τῆς ἀλήθειας εἶναι ἡ καταλη-

πτικὴ παράσταση (φαντασία). Αὐτὴν θὰ τὴν κατανοήσουμε τί εἶναι, ἀ-

φοῦ μάθουμε προηγουμένως, τί εἶναι κατ' αὐτοὺς ἡ «φαντασία» (παρά-

σταση) καὶ ποιὲς εἶναι οἱ διαφορές τους πάνω στὸ εἶδος της. (228) Ἡ

παράσταση εἶναι κατ' αὐτοὺς μιὰ ἐντύπωση στὴν ψυχή. Γι' αὐτὴν εὐθὺς

ἄρχισαν νὰ ἔχουν διϊστάμενες ἀπόψεις· γιατὶ ὁ Κλεάνθης κατανόησε τὴν

ἐντύπωση ὑπὸ τὴν ἔννοια μιᾶς εἰσοχῆς καὶ μιᾶς ἐξοχῆς, ὅπως ἀκριβῶς

γίνεται καὶ μὲ τὴν ἀποτύπωση τῶν σφραγίδων (τῶν δακτυλιδιῶν) πάνω

σὲ κερί, (229) ἐνῶ ὁ Χρύσιππος κάτι τέτοιο τὸ θεωροῦσε ἄτοπο. Γιατὶ

πρῶτα, λέγει, ὅτι ἡ διάνοιά μας θὰ χρειασθεῖ, ἂν ἔχει τὴν παράσταση κατὰ

τὸν ἴδιο χρόνο ἑνὸς τριγώνου καὶ ἑνὸς τετραγώνου, τὸ ἴδιο σῶμα νὰ δέ-

χεται ἀναπόφευκτα τὸ ἴδιο διαφορετικὰ σχήματα καὶ νὰ γίνεται συγχρό-

νως καὶ τρίγωνο καὶ τετράγωνο ἢ καὶ κυκλοτερές, πράγμα ποὺ εἶναι ἄ-

τοπο· ἔπειτα, ἂν ὑφίστανται μέσα μας συγχρόνως πολλὲς παραστάσεις

καὶ ἡ ψυχὴ θὰ ἔχει ἀναρίθμητες μορφές, πράγμα ποὺ εἶναι χειρότερο ἀπὸ

τὸ πρῶτο. (230) Αὐτὸς ὁ ἴδιος ὑπέθετε, ὅτι τὸν ὅρο ἐντύπωση τὸν διατύ-

πωσε ὁ Ζήνων ἀντὶ τῆς ἀλλοίωσης (ἑτεροιώσεως), ὥστε ἡ ἐξήγηση εἶναι ἡ

ἑξῆς: «παράσταση εἶναι ἡ ἀλλοίωση τῆς ψυχῆς», πράγμα ποὺ δὲν εἶναι πιὰ

ἄτοπο, ὅταν οἱ παραστάσεις μέσα μας συναντῶνται, τὸ ἴδιο σῶμα ταυ-

τόχρονα νὰ δέχεται πολυάριθμες ἀλλοιώσεις· (231) γιατὶ ὅπως ὁ ἀέρας,

ὅταν πολλοὶ συγχρόνως μιλοῦν, ἐπιδέχεται ἀναρίθμητα καὶ διαφορετικὰ

κτυπήματα μεμιᾶς καὶ συγκρατεῖ ἀμέσως καὶ πολλὲς ἀλλοιώσεις, ἔτσι καὶ

τὸ ἡγεμονικὸ ὄργανο παθαίνει κάτι ἀνάλογο, ὅταν δέχεται ποικιλόμορ-

φες παραστάσεις. (232) Ἄλλοι ὅμως λένε ὅτι οὔτε καὶ ὁ ὅρος, ὅπως δια-

τυπώνεται σύμφωνα μὲ τὴ διόρθωση ἐκείνου (τοῦ Χρυσίππου), δὲν εἶναι

ὀρθός. Γιατί, ἂν ὑπάρχει κάποια παράσταση, αὐτὴ ἔχει καταστεῖ ἐντύπω-

ση καὶ ἀλλοίωση τῆς ψυχῆς· ἂν ὅμως κάτι εἶναι ἐντύπωση μέσα στὴν ψυχή,

τότε αὐτὴ δὲν εἶναι ποτὲ πάντα μιὰ παράσταση. Γιατὶ ἂν κτυπήσει κανεὶς

μὲ τὸ δάκτυλό του ἢ νιώσει ἕνα αἴσθημα κνησμοῦ στὸ χέρι, αὐτὸ ἀποτελεῖ

μιὰν ἐντύπωση καὶ μιὰν ἀλλαγὴ στὴν ψυχή, ὄχι ὅμως καὶ παράσταση, διό-

τι αὐτὴ δὲν συμβαίνει σὲ ὁποιοδήποτε τυχὸν μέρος τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ μόνο

στὴ διάνοια καὶ στὸ ἡγεμονικὸ ὄργανο. (233) Πρὸς τοὺς ὁποίους ἀντιτεί-

νοντας οἱ Στωικοὶ ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ φράση «ἐντύπωση στὴν ψυχὴ» ὑπο-

δηλώνει τὸ «ἐφ' ὅσον συμβαίνει μέσα στὴν ψυχή», ὥστε ἡ πλήρης διατύ-

πωση θὰ ἦταν τέτοια: «Παράσταση εἶναι ἡ ἐντύπωση στὴν ψυχή, ἐφ' ὅσον

θὰ συνέβαινε μέσα στὴν ψυχή». Γιατὶ ὅπως ἡ ἀρρώστεια ἐφηλότης ὁρί-

ζεται ὡς «λευκὸ σημάδι μέσα στὸ μάτι» καὶ μ' αὐτὸ ὑποδηλώνεται τὸ «ἐφ'

ὅσον εἶναι μέσα στὸ μάτι, δηλ. σ' ἕνα ὁρισμένο κομμάτι τοῦ ματιοῦ, ἐμφα-

νίζεται μιὰ λευκὴ κηλίδα», ἔτσι ὥστε νὰ μὴν προκύπτει ὅτι ὅλοι ἐμεῖς οἱ

ἄνθρωποι θὰ ἔχουμε ἐφηλότητα, ἐπειδὴ ἐμεῖς ἀπὸ τὴ φύση μας ὅλοι ἔχου-

με κάτι λευκὸ στὸ μάτι, ἔτσι ἐννοοῦμε, ὅταν λέμε ὅτι ἡ παράσταση εἶναι

ἐντύπωση μέσα στὴν ψυχή, ὑποδηλώνουμε καὶ σὲ ποιὸ μέρος τῆς ψυχῆς

συμβαίνει ἡ ἐντύπωση, δηλαδὴ στὸ ἡγεμονικὸ ὄργανο· ὥστε γενικεύοντας

τὸν ὁρισμὸ τὸν διατυπώνουμε ὡς ἑξῆς: «παράσταση εἶναι ἀλλοίωση (ἑτε-

ροίωσις) στὸ ἡγεμονικό». (234) Ἄλλοι δὲ ἀφορμώμενοι ἀπὸ τὴν ἴδια σκέ-

ψη ἀνέπτυξαν τὴν ὑπεράσπιση τοῦ λόγου αὐτοῦ μὲ γλαφυρότερο τρόπο.

Λένε δηλ. ὅτι ἡ λέξη «ψυχὴ» ἔχει δύο σημασίες: δηλώνει αὐτὸ ποὺ συνέχει

τὴν ὅλη συναρμογή, ἀλλὰ ἰδιαίτερα καὶ τὸ ἡγεμονικὸ ὄργανο. Ὅταν δηλ.

λέμε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος συντίθεται ἀπὸ ψυχὴ καὶ σῶμα ἢ ὅτι ὁ θάνατος εἶναι

χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα, ἀναφερόμαστε εἰδικὰ στὸ ἡγεμονικὸ

ὄργανο... (236) γι' αὐτὸ καὶ ὅταν ὁ Ζήνων λέει ὅτι ἡ παράσταση εἶναι

ἐντύπωση μέσα στὴν ψυχὴ δὲν πρέπει νὰ ἐννοοῦμε μὲ τὴν ψυχὴ τὸ ὅλον

ἀλλὰ τὸ μέρος της ἐκεῖνο, ὥστε τὸ λεγόμενο νὰ διατυπώνεται ὡς ἑξῆς:

«παράσταση εἶναι ἡ ἀλλοίωση στὸ ἡγεμονικὸ ὄργανο. (237) Ἀλλά, λένε

μερικοί, κι' ἔτσι διατυπωμένο εἶναι λανθασμένο. Γιατὶ καὶ ἡ ὁρμὴ καὶ ἡ

συγκατάθεση καὶ ἡ κατάληψη εἶναι ἀλλοιώσεις μὲν τοῦ ἡγεμονικοῦ ὀργά-

νου, διαφέρουν ὅμως ἀπὸ τὴν παράσταση· γιατὶ αὐτὴ εἶναι κάτι ποὺ πα-

θαίνουμε ἐμεῖς καὶ μιὰ διάθεση, ἐνῶ αὐτὲς πολὺ περισσότερο εἶναι ὁρι-

σμένες ἐνέργειές μας. Ἄρα εἶναι φαῦλος ὁ ὁρισμὸς ποὺ ἐφαρμόζεται σὲ

πολλὰ καὶ διάφορα πράγματα. (238) Καὶ κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ὅπως ἐκεῖ-

νος, ποὺ ὅρισε τὸν ἄνθρωπο ὡς ζῶο λογικό, δὲν διέγραψε ὀρθὰ τὴν ἔννοια

τοῦ ἀνθρώπου, γιατὶ καὶ ὁ θεὸς εἶναι ζῶο λογικό, ἔτσι κι' ἐκεῖνος ποὺ

χαρακτήρισε τὴν παράσταση ἀλλοίωση τοῦ ἡγεμονικοῦ ὀργάνου ἔπεσε

σὲ λάθος. Γιατὶ δὲν εἶναι διασαφήνιση αὐτῆς (τῆς παράστασης) παρὰ

μᾶλλον τῆς κάθε μιᾶς ἀπὸ τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ ἀριθμήσαμε. (239) Ἀντιμε-

τωπίζοντας λοιπὸν μιὰν ἔνταση τέτοιας ἐκτάσεως οἱ Στωικοὶ ἀνατρέχουν

πάλι στὶς συνυποδηλώσεις, λέγοντας ὅτι κάτω ἀπὸ τὸν ὅρο «παράσταση»

(φαντασία) πρέπει νὰ συγκατανοοῦμε καὶ τὶς λέξεις «σύμφωνα μ' αὐτὸ

ποὺ παθαίνουμε». Ὅπως δηλ. ἐκεῖνος, ποὺ λέει, ὅτι ὁ ἔρωτας εἶναι μιὰ

προσπάθεια νὰ γίνουμε φίλοι περιλαμβάνοντας μέσα στὴν ἔννοια τῆς

φιλίας τοὺς νέους στὴν ἀκμὴ τῆς ἡλικίας τους, ἂν καὶ αὐτὸ δὲν δηλώνεται

ρητά, (γιατὶ κανεὶς ἀπὸ τοὺς γέρους ποὺ δὲν εἶναι στὴν ἀκμὴ τῆς ἡλικίας

των δὲν ἐρωτεύεται), ἔτσι ἐννοοῦμε, λένε, ὅτι, ὅταν χαρακτηρίζουμε τὴν

παράσταση ὡς ἀλλοίωση τοῦ ἡγεμονικοῦ ὀργάνου, ὑποδηλώνουμε ὅτι ἡ

ἀλλοίωση γίνεται ὡς πάθημα καὶ ὄχι ὡς ἐνέργεια. (240) Ἐν τούτοις φαί-

νεται ὅτι δὲν ἔχουν ξεφύγει ἀπὸ τὴν κατηγορία· γιατί, ὅταν τρέφεται τὸ

ἡγεμονικὸ ὄργανο καί, μὰ τὸν Δία, αὐξάνεται, ἀλλοιώνεται μὲν παθαί-

νοντας κάτι, ὅμως ἡ τέτοια ἀλλοίωσή του, ἂν καὶ εἶναι ἕνα πάθημα καὶ μιὰ

διάθεση, δὲν εἶναι παράσταση, ἐκτὸς ἂν θὰ ἔλεγαν πάλι, ὅτι ἡ παράσταση

εἶναι μιὰ ἰδιαίτερη μορφὴ παθήματος, ποὺ διακρίνεται ἀπὸ τέτοιες δια-

θέσεις, (241) ἢ θὰ ἐξηγοῦσαν βέβαια ἐκεῖνο: ὅτι ἐπειδὴ ἡ παράσταση

γίνεται μέσα μας εἴτε ἐξ αἰτίας τῶν ἐξωτερικῶν ἢ τῶν ἐσωτερικῶν μας

παθημάτων (στὴ δεύτερη περίπτωση τὸ ὀνομάζουν κυριολεκτικότερα

ἕνα ἐντελῶς κενὸ ἑλκυσμό), γι' αὐτὸ στὸν ὁρισμὸ τῆς παράστασης ὑπο-

δηλώνεται τὸ ὅτι εἶναι ἕνα πάθημα διὰ τῆς ἐπιρροῆς τῶν ἐξωτερικῶν

πραγμάτων ἢ ἐξ αἰτίας τῶν παθῶν μέσα μας, πράγμα ποὺ δὲν συνεπα-

κούεται τὴν ἀλλοίωση ποὺ γίνεται ἐξ αἰτίας τῆς αὔξησης ἢ τῆς θρέψης.

Ἔτσι κατὰ τοὺς Στωικοὺς ἡ παράσταση εἶναι τόσο δύσκολο νὰ ἀποδοθεῖ.

Σχόλια: 

ἀπ. 100, 103 καὶ 104:
«ἀπὸ τῶν τύπων ἐν τῷ κηρῷ ὑπὸ τοῦ δακτυλίου γιγνομένων.» (Διογ. 7. 45). Βλ. ἐπίσης: Σέξτος, Μαθ. 7. 227-41 καὶ 248. Γιὰ τὸ θέμα τῆς χρήσης τῆς εἰκόνας τῆς σφραγίδας πάνω στὸ κερὶ στὴν ἑλληνικὴ θεωρία τῆς γνώσης σημαντικὴ θεωρεῖται ἡ συμβολὴ τοῦ K. von Fritz (βλ. Science, Medicine and History1, Oxford 1964, 83 κ.ἑ.). Ἀναφορικὰ μὲ τὶς θέσεις του μποροῦμε νὰ παραπέμψουμε στὰ ἀκόλουθα: (1) Ὁ Δημόκριτος (Θεόφρ. Περὶ αἰσθ. 51) παρομοιάζει τὸν πυκνὸν ἀέρα μὲ τὸ κερὶ («τὴν ἐντύπωσιν οἷον εἶ ἐκμάξειας εἰς κηρόν»). Βλέπουμε, γιατὶ ὁ ἀέρας ἀνάμεσα στὸ μάτι καὶ τὸ ἀντικείμενο παίρνει μορφὴ σὰν ἀποτύπωμα. (2) Ὁ Πλάτων στὸν Θεαίτητο (191c κ.ἑ.) ὑποθέτει ὅτι ἡ ψυχὴ ἔχει μέσα της κάτι ποὺ μοιάζει μὲ «κήρινο ἐκμαγεῖο», στὸ ὁποῖο ἀποτυπώνονται ὅλα ὅσα βλέπουμε, ἀκοῦμε ἢ σκεπτόμαστε, ὅπως ἀποτυπώνουμε σὲ δακτυλίδια εἰκόνες. (3) Ὁ Ἀριστοτέλης στὸ «Περὶ Ψυχῆς» (424α 16-22) λέει, ὅτι ἡ αἴσθηση δέχεται τὶς αἰσθητὲς μορφὲς χωρὶς τὴν ὕλη, ὅπως τὸ κερὶ δέχεται τὸ ἀποτύπωμα τοῦ δακτυλιδιοῦ χωρὶς τὸ σίδερο ἢ τὸ χρυσάφι. Ἡ παράδοση αὐτὴ δὲν γνωρίζουμε σὲ ποιὸ βαθμὸ ἐπηρέασε τὸν Ζήνωνα. Θὰ μποροῦσε ὡστόσο νὰ βοηθήσει στὴν κατανόηση τῆς ζηνώνειας ἔννοιας τῆς «τυπώσεως». Ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὴν κατὰ λέξη ἑρμηνεία τοῦ Κλεάνθη θὰ μπορούσαμε νὰ δεχθοῦμε περισσότερο τὴν ἐπίδραση τοῦ Ἀριστοτέλη, ποὺ εἶχε συλλάβει τὴν αἴσθηση ὡς «ἀλλοίωσιν» (Περὶ Ψυχῆς, 416β 34), ὅπως ἐπιχειρεῖ νὰ ἑρμηνεύσει ὁ Χρύσιππος τὴν τύπωση. Ὁ Ἀριστοτέλης δηλώνει μὲ τὸν ὅρο ἀλλοίωση τὴ μετακίνηση ἀπὸ τὸ δυνάμει στὸ ἐνεργείᾳ ὡς μιὰ ποιοτικὴ μεταβολὴ στὴ διαίρεση τοῦ πνεύματος τῆς ψυχῆς. Ἡ παράσταση ἀποτυπώνεται καὶ δυνάμει παραμένει ἔτσι, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ δεχθεῖ τὴ συνύπαρξη καὶ ἄλλων παραστάσεων, ἕως ὅτου ἐνεργείᾳ ἐπανέλθει στὴ συνείδησή μας. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν εἶναι πιθανὸν νὰ ἀντιμετώπισε ὁ Ζήνων καὶ ἀντιρρήσεις τοῦ τύπου, ποὺ παρουσιάζει ὁ Χρύσιππος (Σέξτ. Μαθ. 7. 227-241) (ἀπ. 103), καὶ οἱ ὁποῖες φαίνεται ὅτι συζητοῦνταν ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους τοῦ Ζήνωνος (βλ. A. Graeser2, σσ. 36-37. Βλ. ἐπίσης S. Stroux3, ἔ.ἀ., σ. 56, ὅπου ὑποστηρίζεται ὅτι καὶ ὁ Ἐπίκουρος μὲ τὶς ἀπόψεις του πιθανὸν νὰ ἀπαντοῦσε στὴ ζηνώνεια «τύπωσιν»). Ὁ S. Sambursky (Physics of the Stoics4, σ. 26) ἐνισχύει τὴν ἄποψη αὐτή, γιατὶ θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηρίσει κανεὶς τὶς ἀλλοιώσεις στὴν ψυχὴ ὡς «different dynamic states of the pneuma». «Such modifications can undergo superposition without loosing their identity, whereas a superposition of static states like Cleanthes' impression, does away with each of them.» Μὲ τὸν ὅρο «ψυχὴ» («ἐντύπωσις ἐν ψυχῇ»), ὅπως μαρτυροῦν ἄλλες πηγές, φαίνεται ὅτι οἱ Στωικοὶ στὴ δεδομένη περίπτωση ἐννοοῦσαν τὸ «ἡγεμονικὸν» (Σέξτος Πρὸς Λογ. 1.233, 236).

Κατάληψις-καταληπτικὴ φαντασία:
Στὰ ἀπ. 101, 102, 103, 106, 108, 113, 114, 117, γίνεται ἀναφορὰ στὴν κατάληψιν ἢ τὴν καταληπτικὴν φαντασίαν, ἕναν ὅρο, ποὺ εἰσήγαγε ὁ Ζήνων γιὰ νὰ χαρακτηρίσει μιὰ κατηγορία παραστάσεων. Στὸ ἀπ. 105 (Στοβ. Ἐκλ. Ι 50, 21) ἀποδίδεται στοὺς Στωικοὺς ἡ διάκριση τῶν παραστάσεων σὲ ἀληθινὲς καὶ ψευδεῖς. Αὐτὸ ὅμως θὰ πρέπει ἤδη νὰ εἶχε εἰσαχθεῖ ἀπὸ τὸν Ζήνωνα. Ἔτσι διαβάζουμε στὸν Σέξτο (ἀπ. 108): «Δημόκριτος μὲν πᾶσαν αἰσθητὴν ὕπαρξιν κεκίνηκεν. Ἐπίκουρος δὲ πᾶν αἰσθητὸν βέβαιον ἔλεξε εἶναι, ὁ δὲ Στωικὸς Ζήνων διαιρέσει ἐχρήσατο». Ἐπίσης στὸν Κικέρωνα (N.D.I. 70) «urgebat Arcesilas Zenonem, cum ipse falsa omnia diceret quae sensibus viderentur; Zeno autem nonnulla visa esse falsa non omnia;» (ἀπ. 107) Βλ. ἐπίσης ἀπ. 101, ὅπου ρητὰ ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ζήνων δὲν ἀπέδιδε ἀξιοπιστία σ' ὅλες τὶς παραστάσεις. Ὁ Ζήνων λοιπὸν δὲν ἦταν καθαρὰ αἰσθησιοκράτης (Βλ. καὶ Pearson5, ἔ.ἀ., σσ. 62-63). Ποιὸ εἶναι λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὸν Ζήνωνα τὸ κριτήριο τῆς ἀλήθειας τῶν παραστάσεων (φαντασιῶν); Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ζήνωνος εἶναι ἡ «καταληπτικὴ φαντασία». Ὁ Σέξτος ἀναφέρει, ὅτι οἱ ἀρχαιότεροι τῶν Στωικῶν λένε ὅτι κριτήριο τῆς ἀλήθειας εἶναι ἡ καταληπτικὴ φαντασία (ἀπ. 103). Σ' αὐτοὺς ἀνήκει ὁπωσδήποτε πρῶτος ὁ Ζήνων, ἐφ' ὅσον ἀναφέρεται στοὺς ἀρχαιότερους. Ἐξ ἄλλου τοῦτο μᾶς ἐπιβεβαιώνουν καὶ ἄλλες μαρτυρίες. Ὁ Κικέρων (ἀπ. 101) ἀναφέρεται στὰ γνωρίσματα, ποὺ διακρίνουν τὴν καταληπτικὴ φαντασία, ὅπως τὰ συνέλαβε ὁ Ζήνων. Γιὰ νὰ γίνει μιὰ παράσταση, λέει, καταληπτική, πρέπει τὸ πνεῦμα νὰ δώσει τὴ συγκατάθεσή του. Καὶ τὴ συγκατάθεσή του τὴ δίνει ἐφ' ὅσον προσιδιάζει σ' αὐτὴν ἡ σαφήνεια (ἐνάργεια) τῶν παριστανωμένων πραγμάτων. Χαρακτηριστικὰ ἐξηγεῖ τὴ μεταφορὰ τοῦ ὅρου «κατάληψις» ἀπὸ τὸ λαμβάνω-καταλαμβάνω κάτι μὲ τὸ χέρι, ποὺ ἀποτελεῖ νεολογισμὸ εἰσαχθέντα ἀπὸ τὸν Ζήνωνα, ὅπως καὶ σὲ πολλὲς ἄλλες περιπτώσεις. (Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ βλ. Zeller6, σσ. 87-89 καὶ Stein, Erkenntnistheorie7, σσ. 167 κ.ἑ.). Θὰ πρέπει ὡστόσο νὰ παρατηρήσουμε, ὅτι ὁ νεολογισμὸς τοῦ Ζήνωνος ἀποτεεῖ μιὰ ἐξειδίκευση ἑνὸς ὅρου, τὸν ὁποῖον ἤδη ὁ Πλάτων χρησιμοποιεῖ (Φαῖδρος 250d: «περὶ δὲ τοῦ κάλλους ὥσπερ εἴπομεν, μετ' ἐκείνων τε ἔλαμπεν ὄν, δεῦρο τε ἐλθόντες κατειλήφαμεν αὐτὸ διὰ τῆς ἐναργεστάτης αἰσθήσεως τῶν ἡμετέρων στίλβον ἐναργέστατα.») Τὸ ἐρώτημα ὅμως ποὺ τίθεται καὶ πάλιν εἶναι σὲ ποιὸ βαθμὸ ἡ καταληπτικὴ παράσταση ἐπιτυγχάνεται ἀπὸ τὴ συνείδηση παθητικά, ὡς μιὰ ἀποδοχὴ τῆς κατ' αἴσθηση ἐντύπωσης ἢ ἐνεργητικά, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἐπέμβασης καὶ ἐπεξεργασίας τοῦ πνεύματος. Ὁ Σέξτος (Μαθ. 8. 396-400) (ἀπ. 102) ἐξηγεῖ, ὅτι ἡ κατάληψις περιέχει καὶ τὰ δυό, τὸ ἀκούσιο καὶ τὸ ἑκούσιο. Μᾶς καταλαμβάνει μιὰ παράσταση ὡς μιὰ ἐμπειρία, ποὺ δεχόμαστε, ὡστόσο τὴν καταλαμβάνουμε, ἐφ' ὅσον συγκατατιθέμεθα σ' αὐτήν. Νὰ συμπεράνουμε ὅμως ἔτσι ὅτι ἡ κατάληψη ἀφορᾶ τὴν παράσταση καὶ ὄχι τὰ ἐξωτερικὰ ἀντικείμενα; Γύρω ἀπὸ τὸ πρόβλημα ἔγινε ἐκτεταμένη συζήτηση (βλ. σχετικά: E. Bréhier, Chrysippe et l'ancien stoïcisme8, σ. 98, καὶ F.H. Sandbach στὸ Problems of Stoicism9, σσ. 13-14. Ἐπίσης: M. Pohlenz, Die Stoa10 I σ. 60, καὶ Ch. L. Stough, Greek Scepticism11, σσ. 37-40). Ἐκεῖνο, ποὺ μπορεῖ νὰ λεχθεῖ, εἶναι ὅτι ἡ κατάληψις συνοδευόμενη ἀπὸ τὴ συγκατάθεση, ἀφορᾶ τὴν παράσταση. Τὸ ἴδιο κείμενο τοῦ Σέξτου ὡστόσο μᾶς ἐξηγεῖ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει κρίση (ὅπως εἶναι ἡ συγκατάθεση) γιὰ παραστάσεις, ἀλλὰ μόνο γιὰ ἀποδείξεις. Πῶς μπορεῖ λοιπὸν νὰ ἔχουμε μιὰ συγκατάθεση γιὰ μιὰ παράσταση; Ἡ ἀπάντηση προκύπτει ἀπὸ τὴ σύγκριση διαφόρων μαρτυριῶν. Καὶ πρῶτ' ἀπ' ὅλα ἡ «φαντασία» (παράσταση) εἶναι κάτι, ποὺ δείχνεται ἀπὸ μόνη της, φανερώνεται, ἔχει δηλ. μέσα της τὸ αὐταπόδεικτο. Τὸ πρόδηλο τῆς «φαντασίας» τὸ σημειώνει ὁ Σέξτος (Πρὸς Λογ. 1.161): «καί πως παθοῦσα κατὰ τὴν τῶν ἐναργῶν ὑπόπτωσιν, τότε ἐνδείκνυται τὰ πράγματα... τοῦτο δὲ πάθος αὐτοῦ ἐνδεικτικὸν ὀφείλει τυγχάνειν καὶ τοῦ ἐμποιήσαντος αὐτὸ φαινομένου», ποὺ μᾶς παραπέμπει στὴν «ἐνάργειαν» (Κικέρων). Τὸ κριτήριο λοιπὸν τῆς συγκαταθέσεως εἶναι ἡ ἐνάργεια. Ἡ φαντασία ἔχει ὀνομασθεῖ ἔτσι ἀπὸ τὸ φῶς (Ἀέτιος 4. 12, 3). Καὶ ὅπως τὸ φῶς δείχνει τὸν ἑαυτό του καὶ τὰ ἄλλα ποὺ περιέχονται μέσα του, ἔτσι καὶ ἡ φαντασία «δείκνυσιν ἑαυτὴν καὶ τὸ πεποιηκὸς ἑαυτήν». Ἡ ἄποψη αὐτή, ποὺ ἀποδόθηκε στὸν Χρύσιππο, θὰ πρέπει νὰ ἔχει συλληφθεῖ, ὅπως ἐκθέσαμε πιὸ πάνω, ἀπὸ τὸν Ζήνωνα. Εἶναι σ' αὐτὴ τὴν ἐνάργεια, ποὺ συγκατατιθέμεθα καθιστώντας τὴν παράσταση καταληπτικὴ (καταλαμβάνω) (Σέξτος, Μαθ. 8. 397, 398, ἀπ. 102). Στὸ σημεῖο αὐτὸ φανέρωσης-συγκατάθεσης συναντᾶται τὸ παθητικὸ μὲ τὸ ἐνεργητικὸ στοιχεῖο τῆς καταληπτικῆς φαντασίας. Τὸ πρόβλημα ἐξ ἄλλου, ἂν ἡ καταληπτικὴ φαντασία περιορίζεται στὸν χῶρο τῆς παράστασης ἢ ἀνάγεται καὶ στὰ ἐξωτερικὰ ἀντικείμενα, φαίνεται, ὅτι τὸ ἀντιμετώπισε ὁ Ζήνων καὶ ἐξέδωσε ἕνα περαιτέρω προσδιορισμὸ στὴν καταληπτικὴ φαντασία. Ὁ προσδιορισμὸς αὐτὸς μᾶς δίνεται ἀπὸ τὸν Σέξτο (Μαθ. 7. 248) «φαντασία καταληπτική ἐστιν ἡ ἀπὸ τοῦ ὑπάρχοντος καὶ κατ' αὐτὸ τὸ ὑπάρχον ἐναπομεμαγμένη καὶ ἐναπεσφραγισμένη, ὁποία οὐκ ἂν γένοιτο ἀπὸ μὴ ὑπάρχοντος.» (ἀπ. 104). Ὁ Διογένης ὁ Λαέρτιος (7. 50 καὶ 7. 46) ξαναδίνει τὸν ὁρισμὸ μιλώντας γιὰ «ἐναποτετυπωμένην», καὶ προσθέτει: «ἀκατάληπτον δὲ τὴν μὴ ἀπὸ ὑπάρχοντος, ἢ ἀπὸ ὑπάρχοντος μέν, μὴ κατ' αὐτὸ δὲ τὸ ὑπάρχον, τὴν μὴ τρανῆ μηδὲ ἔκτυπον». Ἤδη ὁ Κικέρων Ac. pr. 24. 77, (ἀπ. 110) δίνει αὐτὸν τὸν ὁρισμὸ τοῦ Ζήνωνος ὡς ἑξῆς: «ἐκείνη ἡ παράσταση, ποὺ ἀπ' αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει καὶ ἔτσι ὅπως ὑπάρχει, ἐντυπώνεται (στὴν ψυχή μας) καὶ σφραγίζεται καὶ ἀπομάσσεται». Ὁ Κικέρων δίνει αὐτὴ τὴ μαρτυρία λέγοντας, ὅτι οἱ τελευταῖες λέξεις τοῦ ὁρισμοῦ προσετέθησαν ἀπὸ τὸν Ζήνωνα λόγῳ τῆς πιέσεως ποὺ ἀσκοῦσε πάνω του ὁ Ἀρκεσίλαος. Ἡ διένεξη Ζήνωνος καὶ Ἀρκεσιλάου ἀποτελεῖ ἱστορικὸ γεγονὸς καὶ ἀποκλείει τὴν ἀπόδοση τοῦ ὁρισμοῦ στὸν Χρύσιππο, ποὺ ἀνέλαβε τὴν ἡγεσία τῆς Σχολῆς ὀκτὼ χρόνια μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἀρκεσιλάου. Ὁ ὁρισμὸς λοιπὸν ἀνάγεται στὸν Ζήνωνα. Εἶναι μάλιστα πιθανὸν ὁ Χρύσιππος νὰ διαφοροποιήθηκε ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ τοῦ Ζήνωνος καὶ νὰ θεωροῦσε ὅτι ἡ «καταληπτικὴ φαντασία» ἐξ αἰτίας τῆς διαύγειάς της ἐπέβαλλε τὸν ἑαυτό της στὴ διάνοια (βλ. C.J. de Vogel, Greek Philosophy III, The hellenistic and Roman period12, σσ. 117-119). (Γιὰ τὴ διένεξη τοῦ Καρνεάδη σχετικὰ μὲ τὸ κριτήριο τῆς ἀλήθειας τῆς φαντασίας δές: Σέξτος Μαθ. 7. 166-75). Ἡ συγκατάθεση βέβαια γίνεται χωρὶς νὰ χρειάζεται ἀπόδειξη, ὅταν ἡ παράσταση εἶναι ἐναργής, ἀφοῦ μέσα σ' αὐτὴν προβαίνει ἐναργὲς μὲ τὰ διακριτικά του χαρακτηριστικὰ τὸ ὑπάρχον ἀντικείμενο. Μιὰ τέτοια ὅμως παράσταση δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἔρθει στὸ φῶς χωρὶς αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει. Σύμφωνα λοιπὸν μ' αὐτά, ἡ καταληπτικὴ φαντασία πρέπει ρεαλιστικὰ ν' ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸ ἀντικείμενο. Ἡ ἐντύπωση-παράσταση πρέπει νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀντικείμενο, ὥστε νὰ ἀποκλείει τὴν περίπτωση τοῦ Ὀρέστη, ποὺ ἐξέλαβε τὴν ἀδελφή του Ἠλέκτρα ὡς Ἐρινύα (Σέξτος Μαθ. 7. 242-6).

 

Τὸ ἡγεμονικόν, ὁ λόγος (ἀπ. 102, 103):
Οἱ βαθμίδες τῆς γνώσης, ὅπως σχετίζονται μὲ τὴν καταληπτικὴ φαντασία, ἐκφράζονται παραστατικὰ ἀπὸ τὸν Ζήνωνα μὲ τὴν εἰκόνα τῆς κίνησης τοῦ χεριοῦ, ὅπως μᾶς τὴν δίνει ὁ Κικέρων (Cicero, Acad. pr. 47. 114sq., ἀπ. 118): α) Ἡ ἀνοικτὴ παλάμη εἶναι ἡ παράσταση· β) ἡ ἐλαφρὰ σύγκλιση τῶν δακτύλων εἶναι ἡ συγκατάθεση· γ) ἡ σύσφιγξη τῶν δακτύλων εἶναι ἡ κατάληψη καὶ δ) ἡ περίσφιγξη μὲ τὸ ἄλλο χέρι τῆς πυγμῆς εἶναι ἡ γνώση (ἐπιστήμη). Ἡ ζηνώνεια αὐτὴ εἰκόνα ἀφήνει ὁρισμένα ἐρωτήματα ἀνοικτά. Μήπως πρέπει νὰ κάνουμε διάκριση μεταξὺ συγκατάθεσης καὶ κατάληψης; Ποιὸς νέος συντελεστὴς ἐπεμβαίνει ὥστε τελικὰ νὰ ἔχουμε στὴν τέταρτη βαθμίδα γνώση; Ἡ κατάληψις εἶναι, ὅπως ἀναφέρεται στὸ σχετικὸ χωρίο, μιὰ ἐνέργεια τοῦ ἡγεμονικοῦ, δηλ. τοῦ κεντρικοῦ ὀργάνου τῆς διάνοιας-τοῦ λόγου. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ «ἐπιστήμη», ἡ γνώση, χαρακτηρίζεται ὡς «ἀσφαλὴς καὶ βέβαιη καὶ ἀμετάβλητη κατάληψη, ποὺ γίνεται διὰ τοῦ λόγου» (Σέξτος, Μαθ. 7.150-153) (ἀπ. 119). Ἡ κατάληψη εἶναι μιὰ ἐνεργητικὴ οἰκείωση τῆς παράστασης ἡ ὁποία «καταλαμβάνεται», ἐφ' ὅσον εἶναι καταληπτή, δηλ. ἔχουμε ἤδη συγκατατεθεῖ σ' αὐτήν, γιατὶ ἔχει τὰ γνωρίσματα τῆς ἐνάργειας. Ἑπομένως ἡ κατάληψις εἶναι στενὰ συνυφασμένη μὲ τὴ συγκατάθεση. Ἐνῶ ἡ συγκατάθεσις ἀποτελεῖ μιὰ πρώτη στάση νοητικῆς ἀποδοχῆς, ἡ κατάληψις εἶναι μιὰ ἐνέργεια συνειδητῆς σταθεροποίησης τῆς ἀποδοχῆς καὶ ἡ γνώση μιὰ κριτικὴ δέσμευση, ποὺ γίνεται μὲ τὸν λόγο. Γιὰ τὸ ὅλο θέμα δές: Graeser, Zenon2, σσ. 43-55. Ἡ ἀμετάπτωτη παράσταση περνᾶ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ λόγου, ὅπως καὶ στὴν περίπτωση τοῦ νεαροῦ δούλου στὸν πλατωνικὸ Μένωνα (Μένων 98α, «ἕως ἄν τις δήσῃ αἰτίας λογισμῷ»), δηλ. στερεώνεται μὲ ἐπιχειρήματα. Συλλαμβάνοντας τὴν αἰτία της (SVF13 2,54) συλλαμβάνουμε καὶ τὸ ἀντικείμενο, ποὺ προκαλεῖ τὴ γνωστικὴ ἐντύπωση, ποὺ «διαμορφώνεται καὶ σφραγίζεται ἀπὸ τὸ ἀντικείμενο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο προέρχεται μὲ ἕνα τύπο, ποὺ δὲν θὰ εἶχε ἂν προερχόταν ἀπὸ διαφορετικὸ ἀντικείμενο» (Cicero, Acad. pr. 6. 18) (ἀπ. 114) καὶ Σέξτος Μαθ. 8, 397 (ἀπ. 102). Ὅπως διευκρινίζεται στὸ ἴδιο χωρίο, χωρὶς φαντασία-παράσταση δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει ἀπόδειξη, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἀπόδειξη δὲν μπορεῖ νὰ προκύψει καμιὰ παράσταση. Ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει ὁ Διογένης ὁ Λαέρτιος (7. 49), «ὁ περὶ συγκαταθέσεως... λόγος οὐκ ἄνευ φαντασίας.» Τὸ περιεχόμενο τῆς παράστασης, πρέπει νὰ ὑποθέσουμε, ὅτι ἐκφράζεται σιωπηρὰ μὲ μιὰ κρίση καὶ στὴν κρίση αὐτὴ δίνουμε τὴ συγκατάθεσή μας. Χαρακτηριστικὰ γράφει ὁ L. Stough (Greek Scepticism11, σσ. 39-40). «It would seem that to assent to an impression is, in effect, to assent to the proportion expressing its content. That is, I am implicitly giving my assent to the perpetual proposition. It is light, though I need not do so explicitly.»
Ὁ Ζήνων διέκρινε τὴ γνώση-ἐπιστήμη, ποὺ προέρχεται, ὅπως εἴδαμε, ἀπὸ κατ' αἴσθηση παραστάσεις δεμένες μὲ ἐπιχειρήματα, στὶς ὁποῖες δίνουμε τὴ συγκατάθεσή μας, ἀπὸ τὴ γνώμη, ποὺ προέρχεται ἀπὸ παραστάσεις, ποὺ τὶς συνοδεύει μιὰ «ἀσθενὴς συγκατάθεση» καὶ δὲν στερεώνονται μὲ τὸν λόγο. Μὲ αὐτὴ τὴν τελευταία συγγενεύει ἡ ἄγνοια καὶ τὸ ψεῦδος. Ἀνάμεσα στὴν ἄγνοια καὶ τὴ γνώση μπορεῖ νὰ διακρίνουμε μιὰ κατάληψη, ποὺ δὲν εἶναι οὔτε ὀρθή, οὔτε ἐσφαλμένη, καὶ ποὺ μποροῦμε νὰ τὴν ὀνομάσουμε πίστη, δηλ. αἴσθηση ποὺ μᾶς εἶναι ἀξιόπιστη (Acad. post. I, 40-42). Ὡστόσο ἡ γνώση, λέγει ὁ Ζήνων, σύμφωνα μὲ τὸν Κικέρωνα, ὁλοκληρώνεται ὑπάγοντας τὴν ἐμπειρία τῶν αἰσθήσεων σὲ ἔννοιες-ἐννοήματα.

  1. von Fritz, K. Underwood, E. A. (ed.) (1953), Democritus’ theory of vision, Science, Medicine and History: Essays on the Evolution of Scientific Thought and Medical Practice written inhonour of Charles Singer Oxford. 83-99.
  2. Graeser, A. (1975), Zenon von Kition, Berlin-New York.a↑ b↑
  3. Stroux, L. (1966), Vergleich und Metapher in der Lehre des Zenon von Kition, Heidelberg.
  4. Sambursky, S. (1959), Physics of the Stoics, London.
  5. Pearson, A. C. (1891), The Fragments of Zeno and Cleanthes, London.
  6. Zeller, E. (1880), Die Philosophie der Griechen, 3d ed., Leipzig.
  7. Stein, L. (1886), Die Psychologie der Stoa, Vols. 1-2, Berliner Studien für classische Philologie und Archaeologie Berlin.
  8. Bréhier, E. (1909), La Theorie des incorporels dans l'ancien stoïcisme, Archiv für Geschichte der Philosophie 22: 114-125.
  9. Sandbach, F. H. (1975), The Stoics, London.
  10. Pohlenz, M. (1964), Die Stoa. Geschichte einer geistigen Bewegung, Vols. I-II, Götingen.
  11. Stough, C. L. (1969), Greek Scepticism: a study in epistemology, Berkeley and Los Angeles.a↑ b↑
  12. Vogel, C. J. (1959), Greek Philosophy , Vol. 3, Leiden - Berlin.
  13. von Armin, J. (1964), Stoicorum Veterum Fragmenta, Vols. I-IV, Stuttgart.