You are here

102

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Sextus Empiricus, Adversus Mathematicos 8.396-400:

Ἀκολούθως δὲ τοῖς εἰρημένοις, ἐπεὶ καὶ οἱ Στωικοὶ μάλιστα δοκοῦσιν

ἐξηκριβωκέναι τοὺς ἀποδεικτικοὺς τρόπους, φέρε καὶ πρὸς τούτους -

λίγα διεξέλθωμεν, παριστάντες, ὅτι τὸ ὅσον ἐπὶ ταῖς ὑποθέσεσιν αὐτῶν

τάχα μὲν πάντα ἐστὶν ἀκατάληπτα, ἰδιαίτερον δὲ ἡ ἀπόδειξις. (397) ἔστι

  μὲν οὖν ἡ κατάληψις1, ὡς ἔστι παρ' αὐτῶν ἀκούειν, καταληπτικῆς φαντα-

σίας  συγκατάθεσις, ἥτις διπλοῦν ἔοικεν εἶναι πρᾶγμα, καὶ τὸ μέν τι ἔχειν

ἀκούσιον, τὸ δὲ ἑκούσιον καὶ ἐπὶ τῇ ἡμετέρᾳ κρίσει κείμενον. τὸν μὲν γὰρ

φαντασιωθῆναι ἀβούλητον ἦν, καὶ οὐκ ἐπὶ τῷ πάσχοντι ἔκειτο ἀλλ' ἐπὶ

τῷ φαντασιοῦντι τὸ οὑτωσὶ διατεθῆναι, οἷον λευκαντικῶς λευκοῦ ὑπο-

πεσόντος χρώματοςγλυκαντικῶς γλυκέος τῇ γεύσει προσαχθέντος· τὸ

δὲ συγκαταθέσθαι2 τούτῳ τῷ κινήματι ἔκειτο ἐπὶ τῷ παραδεχομένῳ

τὴν φαντασίαν. (398) ὥστεκατάληψις προηγουμένην ἔχει τὴν κατα-

ληπτικὴν φαντασίαν, ἧς ἐστι συγκατάθεσις. Ἡ δὲ καταληπτικὴ φαντα-

σία προάγουσαν ἔχει τὴν φαντασίαν, ἧς ἐστιν εἶδος ... (399) Ἔνθεν ἂν

ἐπιδειχθῇ, (διὰ)3 τῆς ἀποδείξεως ὅτι οὐ δύναται φαντασία γενέσθαι κατὰ

τοὺς Στωικούς,δῆλον ἔσται ὡς οὐδὲ καταληπτικὴ φαντασία τις ὑποστή-

σεται τῆς ἀποδείξεως, ταύτης δὲ μὴ οὔσης οὐδ' ἡ συγκατάθεσις αὐτῆς,

ὅπερ ἦν ἡ κατάληψις. (400) Ὅτι δὲ οὐκ ἔστιν ἀποδείξεως φαντασία κατὰ

τοὺς Στωικούς, δείκνυται πρῶτον μὲν ἐκ τοῦ κοινότερον παρ' αὐτοῖς

διαπεφωνῆσθαι τὸ τί ποτ' ἔστινφαντασία· μέχρι γὰρ τοῦ τύπωσιν

αὐτὴν λέγειν ἐν ἡγεμονικῷ συμφωνήσαντες περὶ αὐτῆς διαφέρονται

τῆς τυπώσεως, Κλεάνθους μὲν κυρίως ἀκούσαντος4 τὴν μετὰ εἰσοχῆς

καὶ ἐξοχῆς νοουμένην, Χρυσίππου δὲ καταχρηστικώτερον ἀντὶ τῆς ἀλ-

λοιώσεως.

  1. 5 κατάληψις Hirzel: ἀπόδειξις G
  2. 11 συγκατασκευάσασθαι Ν
  3. 15 (διὰ) secl. Bekker
  4. 22 ἀκούσαντος Ν: ἀκούντες L Ες.
Σέξτος Ἐμπειρικός, Πρὸς Μαθηματικοὺς 8.396-400:

Ἀκολουθώντας αὐτὰ ποὺ ἔχουμε πεῖ, ἐπειδὴ καὶ οἱ Στωικοὶ φαίνεται ὅτι

ἰδιαίτερα ἔχουν ἐξακριβώσει τοὺς τύπους τῶν ἀποδεικτικῶν τρόπων, ἂς

διεξέλθουμε λίγα πράγματα σχετικὰ καὶ πρὸς αὐτοὺς μὲ τὸ νὰ ἐκθέσουμε,

ὅτι μὲ μέτρο τὶς ὑποθέσεις των, ἴσως ὅλα τὰ πράγματα εἶναι ἀκατάληπτα,

ἰδιαίτερα ὅμως ἡ ἀπόδειξη. (397) Εἶναι λοιπὸν ἡ γνώση (κατάληψις), ὅπως

ἀκούουμε ἀπ' αὐτούς, συγκατάθεσις τῆς καταληπτικῆς παράστασης

(φαντασίας), ποὺ φαίνεται νὰ σημαίνει δύο πράγματα, καὶ τὸ μὲν ἕνα

ἔχει μέσα του κάτι ἀκούσιο, τὸ δὲ ἄλλο ἑκούσιο, ὑποκείμενο στὴ δική

μας κρίση. Γιατὶ τὸ νὰ καταληφθεῖ κανεὶς ἀπὸ μιὰ παράσταση εἶναι κάτι

ἀθέλητο καὶ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτόν, ποὺ δέχεται τὴν ἐμπειρία τῆς πα-

ράστασης· ἀλλὰ ἀπ' αὐτὸ ποὺ παράγει ἡ παράσταση ἐξαρτᾶται ὁ τρόπος,

ποὺ θὰ διατεθεῖ, ὅπως π.χ. θὰ δοκιμάσει ἕνα αἴσθημα λευκοῦ, ὅταν ὑπο-

πέσει στὴν παράσταση τὸ λευκὸ χρῶμα, ἢ γλυκοῦ, ὅταν προσαχθεῖ στὴ

γεύση τὸ γλυκύ· νὰ συγκατατεθεῖ κανεὶς σ' αὐτὴ τὴν ὑποκίνηση, αὐτὸ

ἀπόκειται σ' ἐκεῖνον ποὺ ἔχει δεχθεῖ τὴν παράσταση. (398) Ὥστε ἡ γνώση

(κατάληψις) ἔχει ὡς προηγούμενή της τὴν καταληπτικὴ παράσταση (φα-

ντασίαν), τῆς ὁποίας εἶναι συγκατάθεση. Ἡ δὲ καταληπτικὴ παράσταση

εἶχε ὡς προάγουσά της τὴν παράσταση (φαντασία), τῆς ὁποίας εἶναι εἶ-

δος... (399) Ἀπ' ὅπου ἀποδεικνύεται ὅτι, σύμφωνα μὲ τοὺς Στωικούς,

εἶναι φανερό, ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ προκύψει ἀπὸ τὴν ἀπόδειξη καμιὰ πα-

ράσταση, καθὼς καὶ δὲν θὰ ὑφίσταται καταληπτικὴ παράσταση τῆς ἀ-

ποδείξεως, καί, ἐφ' ὅσον αὐτὴ δὲν ὑπάρχει, δὲν θὰ ὑπάρχει οὔτε ἡ συγκα-

τάθεσή της, πράγμα ποὺ θὰ ἦταν ἡ γνώση της. (400) Ὅτι δὲ δὲν ὑπάρχει

παράσταση τῆς ἀποδείξεως κατὰ τοὺς Στωικούς, ἀποδεικνύεται πρῶτα

ἀπὸ τὸ ὅτι γενικώτερα διαφωνοῦν τί τάχα νὰ εἶναι ἡ παράσταση· γιατί,

ὅσο κι' ὰν συμφωνοῦν ὣς τὸ σημεῖο νὰ λένε, ὅτι εἶναι παράσταση μέσα στὸ

ἡγεμονικὸ (τὸ κεντρικὸ ὄργανο), διαφωνοῦν γιὰ τὴν ἴδια αὐτὴ τὴν ἐντύ-

πωση. Διότι ὁ Κλεάνθης δεχόταν τὴν ἔκφραση κατὰ λέξη καὶ τὴν κατανο-

οῦσε ὡς κάτι ποὺ εἶχε εἰσοχὴ καὶ ἐξοχή, ὁ Χρύσιππος ὅμως τὴν κατανο-

οῦσε στὴν πλατιά της σημασία ὡς ἀλλοίωση.

Σχόλια: 

Κατάληψις-καταληπτικὴ φαντασία:
Στὰ ἀπ. 101, 102, 103, 106, 108, 113, 114, 117, γίνεται ἀναφορὰ στὴν κατάληψιν ἢ τὴν καταληπτικὴν φαντασίαν, ἕναν ὅρο, ποὺ εἰσήγαγε ὁ Ζήνων γιὰ νὰ χαρακτηρίσει μιὰ κατηγορία παραστάσεων. Στὸ ἀπ. 105 (Στοβ. Ἐκλ. Ι 50, 21) ἀποδίδεται στοὺς Στωικοὺς ἡ διάκριση τῶν παραστάσεων σὲ ἀληθινὲς καὶ ψευδεῖς. Αὐτὸ ὅμως θὰ πρέπει ἤδη νὰ εἶχε εἰσαχθεῖ ἀπὸ τὸν Ζήνωνα. Ἔτσι διαβάζουμε στὸν Σέξτο (ἀπ. 108): «Δημόκριτος μὲν πᾶσαν αἰσθητὴν ὕπαρξιν κεκίνηκεν. Ἐπίκουρος δὲ πᾶν αἰσθητὸν βέβαιον ἔλεξε εἶναι, ὁ δὲ Στωικὸς Ζήνων διαιρέσει ἐχρήσατο». Ἐπίσης στὸν Κικέρωνα (N.D.I. 70) «urgebat Arcesilas Zenonem, cum ipse falsa omnia diceret quae sensibus viderentur; Zeno autem nonnulla visa esse falsa non omnia;» (ἀπ. 107) Βλ. ἐπίσης ἀπ. 101, ὅπου ρητὰ ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ζήνων δὲν ἀπέδιδε ἀξιοπιστία σ' ὅλες τὶς παραστάσεις. Ὁ Ζήνων λοιπὸν δὲν ἦταν καθαρὰ αἰσθησιοκράτης (Βλ. καὶ Pearson1, ἔ.ἀ., σσ. 62-63). Ποιὸ εἶναι λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὸν Ζήνωνα τὸ κριτήριο τῆς ἀλήθειας τῶν παραστάσεων (φαντασιῶν); Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ζήνωνος εἶναι ἡ «καταληπτικὴ φαντασία». Ὁ Σέξτος ἀναφέρει, ὅτι οἱ ἀρχαιότεροι τῶν Στωικῶν λένε ὅτι κριτήριο τῆς ἀλήθειας εἶναι ἡ καταληπτικὴ φαντασία (ἀπ. 103). Σ' αὐτοὺς ἀνήκει ὁπωσδήποτε πρῶτος ὁ Ζήνων, ἐφ' ὅσον ἀναφέρεται στοὺς ἀρχαιότερους. Ἐξ ἄλλου τοῦτο μᾶς ἐπιβεβαιώνουν καὶ ἄλλες μαρτυρίες. Ὁ Κικέρων (ἀπ. 101) ἀναφέρεται στὰ γνωρίσματα, ποὺ διακρίνουν τὴν καταληπτικὴ φαντασία, ὅπως τὰ συνέλαβε ὁ Ζήνων. Γιὰ νὰ γίνει μιὰ παράσταση, λέει, καταληπτική, πρέπει τὸ πνεῦμα νὰ δώσει τὴ συγκατάθεσή του. Καὶ τὴ συγκατάθεσή του τὴ δίνει ἐφ' ὅσον προσιδιάζει σ' αὐτὴν ἡ σαφήνεια (ἐνάργεια) τῶν παριστανωμένων πραγμάτων. Χαρακτηριστικὰ ἐξηγεῖ τὴ μεταφορὰ τοῦ ὅρου «κατάληψις» ἀπὸ τὸ λαμβάνω-καταλαμβάνω κάτι μὲ τὸ χέρι, ποὺ ἀποτελεῖ νεολογισμὸ εἰσαχθέντα ἀπὸ τὸν Ζήνωνα, ὅπως καὶ σὲ πολλὲς ἄλλες περιπτώσεις. (Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ βλ. Zeller2, σσ. 87-89 καὶ Stein, Erkenntnistheorie3, σσ. 167 κ.ἑ.). Θὰ πρέπει ὡστόσο νὰ παρατηρήσουμε, ὅτι ὁ νεολογισμὸς τοῦ Ζήνωνος ἀποτεεῖ μιὰ ἐξειδίκευση ἑνὸς ὅρου, τὸν ὁποῖον ἤδη ὁ Πλάτων χρησιμοποιεῖ (Φαῖδρος 250d: «περὶ δὲ τοῦ κάλλους ὥσπερ εἴπομεν, μετ' ἐκείνων τε ἔλαμπεν ὄν, δεῦρο τε ἐλθόντες κατειλήφαμεν αὐτὸ διὰ τῆς ἐναργεστάτης αἰσθήσεως τῶν ἡμετέρων στίλβον ἐναργέστατα.») Τὸ ἐρώτημα ὅμως ποὺ τίθεται καὶ πάλιν εἶναι σὲ ποιὸ βαθμὸ ἡ καταληπτικὴ παράσταση ἐπιτυγχάνεται ἀπὸ τὴ συνείδηση παθητικά, ὡς μιὰ ἀποδοχὴ τῆς κατ' αἴσθηση ἐντύπωσης ἢ ἐνεργητικά, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἐπέμβασης καὶ ἐπεξεργασίας τοῦ πνεύματος. Ὁ Σέξτος (Μαθ. 8. 396-400) (ἀπ. 102) ἐξηγεῖ, ὅτι ἡ κατάληψις περιέχει καὶ τὰ δυό, τὸ ἀκούσιο καὶ τὸ ἑκούσιο. Μᾶς καταλαμβάνει μιὰ παράσταση ὡς μιὰ ἐμπειρία, ποὺ δεχόμαστε, ὡστόσο τὴν καταλαμβάνουμε, ἐφ' ὅσον συγκατατιθέμεθα σ' αὐτήν. Νὰ συμπεράνουμε ὅμως ἔτσι ὅτι ἡ κατάληψη ἀφορᾶ τὴν παράσταση καὶ ὄχι τὰ ἐξωτερικὰ ἀντικείμενα; Γύρω ἀπὸ τὸ πρόβλημα ἔγινε ἐκτεταμένη συζήτηση (βλ. σχετικά: E. Bréhier, Chrysippe et l'ancien stoïcisme4, σ. 98, καὶ F.H. Sandbach στὸ Problems of Stoicism5, σσ. 13-14. Ἐπίσης: M. Pohlenz, Die Stoa6 I σ. 60, καὶ Ch. L. Stough, Greek Scepticism7, σσ. 37-40). Ἐκεῖνο, ποὺ μπορεῖ νὰ λεχθεῖ, εἶναι ὅτι ἡ κατάληψις συνοδευόμενη ἀπὸ τὴ συγκατάθεση, ἀφορᾶ τὴν παράσταση. Τὸ ἴδιο κείμενο τοῦ Σέξτου ὡστόσο μᾶς ἐξηγεῖ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει κρίση (ὅπως εἶναι ἡ συγκατάθεση) γιὰ παραστάσεις, ἀλλὰ μόνο γιὰ ἀποδείξεις. Πῶς μπορεῖ λοιπὸν νὰ ἔχουμε μιὰ συγκατάθεση γιὰ μιὰ παράσταση; Ἡ ἀπάντηση προκύπτει ἀπὸ τὴ σύγκριση διαφόρων μαρτυριῶν. Καὶ πρῶτ' ἀπ' ὅλα ἡ «φαντασία» (παράσταση) εἶναι κάτι, ποὺ δείχνεται ἀπὸ μόνη της, φανερώνεται, ἔχει δηλ. μέσα της τὸ αὐταπόδεικτο. Τὸ πρόδηλο τῆς «φαντασίας» τὸ σημειώνει ὁ Σέξτος (Πρὸς Λογ. 1.161): «καί πως παθοῦσα κατὰ τὴν τῶν ἐναργῶν ὑπόπτωσιν, τότε ἐνδείκνυται τὰ πράγματα... τοῦτο δὲ πάθος αὐτοῦ ἐνδεικτικὸν ὀφείλει τυγχάνειν καὶ τοῦ ἐμποιήσαντος αὐτὸ φαινομένου», ποὺ μᾶς παραπέμπει στὴν «ἐνάργειαν» (Κικέρων). Τὸ κριτήριο λοιπὸν τῆς συγκαταθέσεως εἶναι ἡ ἐνάργεια. Ἡ φαντασία ἔχει ὀνομασθεῖ ἔτσι ἀπὸ τὸ φῶς (Ἀέτιος 4. 12, 3). Καὶ ὅπως τὸ φῶς δείχνει τὸν ἑαυτό του καὶ τὰ ἄλλα ποὺ περιέχονται μέσα του, ἔτσι καὶ ἡ φαντασία «δείκνυσιν ἑαυτὴν καὶ τὸ πεποιηκὸς ἑαυτήν». Ἡ ἄποψη αὐτή, ποὺ ἀποδόθηκε στὸν Χρύσιππο, θὰ πρέπει νὰ ἔχει συλληφθεῖ, ὅπως ἐκθέσαμε πιὸ πάνω, ἀπὸ τὸν Ζήνωνα. Εἶναι σ' αὐτὴ τὴν ἐνάργεια, ποὺ συγκατατιθέμεθα καθιστώντας τὴν παράσταση καταληπτικὴ (καταλαμβάνω) (Σέξτος, Μαθ. 8. 397, 398, ἀπ. 102). Στὸ σημεῖο αὐτὸ φανέρωσης-συγκατάθεσης συναντᾶται τὸ παθητικὸ μὲ τὸ ἐνεργητικὸ στοιχεῖο τῆς καταληπτικῆς φαντασίας. Τὸ πρόβλημα ἐξ ἄλλου, ἂν ἡ καταληπτικὴ φαντασία περιορίζεται στὸν χῶρο τῆς παράστασης ἢ ἀνάγεται καὶ στὰ ἐξωτερικὰ ἀντικείμενα, φαίνεται, ὅτι τὸ ἀντιμετώπισε ὁ Ζήνων καὶ ἐξέδωσε ἕνα περαιτέρω προσδιορισμὸ στὴν καταληπτικὴ φαντασία. Ὁ προσδιορισμὸς αὐτὸς μᾶς δίνεται ἀπὸ τὸν Σέξτο (Μαθ. 7. 248) «φαντασία καταληπτική ἐστιν ἡ ἀπὸ τοῦ ὑπάρχοντος καὶ κατ' αὐτὸ τὸ ὑπάρχον ἐναπομεμαγμένη καὶ ἐναπεσφραγισμένη, ὁποία οὐκ ἂν γένοιτο ἀπὸ μὴ ὑπάρχοντος.» (ἀπ. 104). Ὁ Διογένης ὁ Λαέρτιος (7. 50 καὶ 7. 46) ξαναδίνει τὸν ὁρισμὸ μιλώντας γιὰ «ἐναποτετυπωμένην», καὶ προσθέτει: «ἀκατάληπτον δὲ τὴν μὴ ἀπὸ ὑπάρχοντος, ἢ ἀπὸ ὑπάρχοντος μέν, μὴ κατ' αὐτὸ δὲ τὸ ὑπάρχον, τὴν μὴ τρανῆ μηδὲ ἔκτυπον». Ἤδη ὁ Κικέρων Ac. pr. 24. 77, (ἀπ. 110) δίνει αὐτὸν τὸν ὁρισμὸ τοῦ Ζήνωνος ὡς ἑξῆς: «ἐκείνη ἡ παράσταση, ποὺ ἀπ' αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει καὶ ἔτσι ὅπως ὑπάρχει, ἐντυπώνεται (στὴν ψυχή μας) καὶ σφραγίζεται καὶ ἀπομάσσεται». Ὁ Κικέρων δίνει αὐτὴ τὴ μαρτυρία λέγοντας, ὅτι οἱ τελευταῖες λέξεις τοῦ ὁρισμοῦ προσετέθησαν ἀπὸ τὸν Ζήνωνα λόγῳ τῆς πιέσεως ποὺ ἀσκοῦσε πάνω του ὁ Ἀρκεσίλαος. Ἡ διένεξη Ζήνωνος καὶ Ἀρκεσιλάου ἀποτελεῖ ἱστορικὸ γεγονὸς καὶ ἀποκλείει τὴν ἀπόδοση τοῦ ὁρισμοῦ στὸν Χρύσιππο, ποὺ ἀνέλαβε τὴν ἡγεσία τῆς Σχολῆς ὀκτὼ χρόνια μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἀρκεσιλάου. Ὁ ὁρισμὸς λοιπὸν ἀνάγεται στὸν Ζήνωνα. Εἶναι μάλιστα πιθανὸν ὁ Χρύσιππος νὰ διαφοροποιήθηκε ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ τοῦ Ζήνωνος καὶ νὰ θεωροῦσε ὅτι ἡ «καταληπτικὴ φαντασία» ἐξ αἰτίας τῆς διαύγειάς της ἐπέβαλλε τὸν ἑαυτό της στὴ διάνοια (βλ. C.J. de Vogel, Greek Philosophy III, The hellenistic and Roman period8, σσ. 117-119). (Γιὰ τὴ διένεξη τοῦ Καρνεάδη σχετικὰ μὲ τὸ κριτήριο τῆς ἀλήθειας τῆς φαντασίας δές: Σέξτος Μαθ. 7. 166-75). Ἡ συγκατάθεση βέβαια γίνεται χωρὶς νὰ χρειάζεται ἀπόδειξη, ὅταν ἡ παράσταση εἶναι ἐναργής, ἀφοῦ μέσα σ' αὐτὴν προβαίνει ἐναργὲς μὲ τὰ διακριτικά του χαρακτηριστικὰ τὸ ὑπάρχον ἀντικείμενο. Μιὰ τέτοια ὅμως παράσταση δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἔρθει στὸ φῶς χωρὶς αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει. Σύμφωνα λοιπὸν μ' αὐτά, ἡ καταληπτικὴ φαντασία πρέπει ρεαλιστικὰ ν' ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸ ἀντικείμενο. Ἡ ἐντύπωση-παράσταση πρέπει νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀντικείμενο, ὥστε νὰ ἀποκλείει τὴν περίπτωση τοῦ Ὀρέστη, ποὺ ἐξέλαβε τὴν ἀδελφή του Ἠλέκτρα ὡς Ἐρινύα (Σέξτος Μαθ. 7. 242-6).

Τὸ ἡγεμονικόν, ὁ λόγος (ἀπ. 102, 103):
Οἱ βαθμίδες τῆς γνώσης, ὅπως σχετίζονται μὲ τὴν καταληπτικὴ φαντασία, ἐκφράζονται παραστατικὰ ἀπὸ τὸν Ζήνωνα μὲ τὴν εἰκόνα τῆς κίνησης τοῦ χεριοῦ, ὅπως μᾶς τὴν δίνει ὁ Κικέρων (Cicero, Acad. pr. 47. 114sq., ἀπ. 118): α) Ἡ ἀνοικτὴ παλάμη εἶναι ἡ παράσταση· β) ἡ ἐλαφρὰ σύγκλιση τῶν δακτύλων εἶναι ἡ συγκατάθεση· γ) ἡ σύσφιγξη τῶν δακτύλων εἶναι ἡ κατάληψη καὶ δ) ἡ περίσφιγξη μὲ τὸ ἄλλο χέρι τῆς πυγμῆς εἶναι ἡ γνώση (ἐπιστήμη). Ἡ ζηνώνεια αὐτὴ εἰκόνα ἀφήνει ὁρισμένα ἐρωτήματα ἀνοικτά. Μήπως πρέπει νὰ κάνουμε διάκριση μεταξὺ συγκατάθεσης καὶ κατάληψης; Ποιὸς νέος συντελεστὴς ἐπεμβαίνει ὥστε τελικὰ νὰ ἔχουμε στὴν τέταρτη βαθμίδα γνώση; Ἡ κατάληψις εἶναι, ὅπως ἀναφέρεται στὸ σχετικὸ χωρίο, μιὰ ἐνέργεια τοῦ ἡγεμονικοῦ, δηλ. τοῦ κεντρικοῦ ὀργάνου τῆς διάνοιας-τοῦ λόγου. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ «ἐπιστήμη», ἡ γνώση, χαρακτηρίζεται ὡς «ἀσφαλὴς καὶ βέβαιη καὶ ἀμετάβλητη κατάληψη, ποὺ γίνεται διὰ τοῦ λόγου» (Σέξτος, Μαθ. 7.150-153) (ἀπ. 119). Ἡ κατάληψη εἶναι μιὰ ἐνεργητικὴ οἰκείωση τῆς παράστασης ἡ ὁποία «καταλαμβάνεται», ἐφ' ὅσον εἶναι καταληπτή, δηλ. ἔχουμε ἤδη συγκατατεθεῖ σ' αὐτήν, γιατὶ ἔχει τὰ γνωρίσματα τῆς ἐνάργειας. Ἑπομένως ἡ κατάληψις εἶναι στενὰ συνυφασμένη μὲ τὴ συγκατάθεση. Ἐνῶ ἡ συγκατάθεσις ἀποτελεῖ μιὰ πρώτη στάση νοητικῆς ἀποδοχῆς, ἡ κατάληψις εἶναι μιὰ ἐνέργεια συνειδητῆς σταθεροποίησης τῆς ἀποδοχῆς καὶ ἡ γνώση μιὰ κριτικὴ δέσμευση, ποὺ γίνεται μὲ τὸν λόγο. Γιὰ τὸ ὅλο θέμα δές: Graeser, Zenon9, σσ. 43-55. Ἡ ἀμετάπτωτη παράσταση περνᾶ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ λόγου, ὅπως καὶ στὴν περίπτωση τοῦ νεαροῦ δούλου στὸν πλατωνικὸ Μένωνα (Μένων 98α, «ἕως ἄν τις δήσῃ αἰτίας λογισμῷ»), δηλ. στερεώνεται μὲ ἐπιχειρήματα. Συλλαμβάνοντας τὴν αἰτία της (SVF10 2,54) συλλαμβάνουμε καὶ τὸ ἀντικείμενο, ποὺ προκαλεῖ τὴ γνωστικὴ ἐντύπωση, ποὺ «διαμορφώνεται καὶ σφραγίζεται ἀπὸ τὸ ἀντικείμενο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο προέρχεται μὲ ἕνα τύπο, ποὺ δὲν θὰ εἶχε ἂν προερχόταν ἀπὸ διαφορετικὸ ἀντικείμενο» (Cicero, Acad. pr. 6. 18) (ἀπ. 114) καὶ Σέξτος Μαθ. 8, 397 (ἀπ. 102). Ὅπως διευκρινίζεται στὸ ἴδιο χωρίο, χωρὶς φαντασία-παράσταση δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει ἀπόδειξη, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἀπόδειξη δὲν μπορεῖ νὰ προκύψει καμιὰ παράσταση. Ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει ὁ Διογένης ὁ Λαέρτιος (7. 49), «ὁ περὶ συγκαταθέσεως... λόγος οὐκ ἄνευ φαντασίας.» Τὸ περιεχόμενο τῆς παράστασης, πρέπει νὰ ὑποθέσουμε, ὅτι ἐκφράζεται σιωπηρὰ μὲ μιὰ κρίση καὶ στὴν κρίση αὐτὴ δίνουμε τὴ συγκατάθεσή μας. Χαρακτηριστικὰ γράφει ὁ L. Stough (Greek Scepticism7, σσ. 39-40). «It would seem that to assent to an impression is, in effect, to assent to the proportion expressing its content. That is, I am implicitly giving my assent to the perpetual proposition. It is light, though I need not do so explicitly.»
Ὁ Ζήνων διέκρινε τὴ γνώση-ἐπιστήμη, ποὺ προέρχεται, ὅπως εἴδαμε, ἀπὸ κατ' αἴσθηση παραστάσεις δεμένες μὲ ἐπιχειρήματα, στὶς ὁποῖες δίνουμε τὴ συγκατάθεσή μας, ἀπὸ τὴ γνώμη, ποὺ προέρχεται ἀπὸ παραστάσεις, ποὺ τὶς συνοδεύει μιὰ «ἀσθενὴς συγκατάθεση» καὶ δὲν στερεώνονται μὲ τὸν λόγο. Μὲ αὐτὴ τὴν τελευταία συγγενεύει ἡ ἄγνοια καὶ τὸ ψεῦδος. Ἀνάμεσα στὴν ἄγνοια καὶ τὴ γνώση μπορεῖ νὰ διακρίνουμε μιὰ κατάληψη, ποὺ δὲν εἶναι οὔτε ὀρθή, οὔτε ἐσφαλμένη, καὶ ποὺ μποροῦμε νὰ τὴν ὀνομάσουμε πίστη, δηλ. αἴσθηση ποὺ μᾶς εἶναι ἀξιόπιστη (Acad. post. I, 40-42). Ὡστόσο ἡ γνώση, λέγει ὁ Ζήνων, σύμφωνα μὲ τὸν Κικέρωνα, ὁλοκληρώνεται ὑπάγοντας τὴν ἐμπειρία τῶν αἰσθήσεων σὲ ἔννοιες-ἐννοήματα.

  1. Pearson, A. C. (1891), The Fragments of Zeno and Cleanthes, London.
  2. Zeller, E. (1880), Die Philosophie der Griechen, 3d ed., Leipzig.
  3. Stein, L. (1886), Die Psychologie der Stoa, Vols. 1-2, Berliner Studien für classische Philologie und Archaeologie Berlin.
  4. Bréhier, E. (1909), La Theorie des incorporels dans l'ancien stoïcisme, Archiv für Geschichte der Philosophie 22: 114-125.
  5. Sandbach, F. H. (1975), The Stoics, London.
  6. Pohlenz, M. (1964), Die Stoa. Geschichte einer geistigen Bewegung, Vols. I-II, Götingen.
  7. Stough, C. L. (1969), Greek Scepticism: a study in epistemology, Berkeley and Los Angeles.a↑ b↑
  8. Vogel, C. J. (1959), Greek Philosophy , Vol. 3, Leiden - Berlin.
  9. Graeser, A. (1975), Zenon von Kition, Berlin-New York.
  10. von Armin, J. (1964), Stoicorum Veterum Fragmenta, Vols. I-IV, Stuttgart.