You are here

101

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Cicero, Academica posteriora 1.11, 40-42:

VA... Plurima autem in illa tertia philosophiae parte mutavit (sc. Zenon). in

qua primum de ipsis quaedam dixit nova, quos iunctos esse censuit e quadam

quasi impulsione oblata extrinsecus, quam ille φαντασίαν, nos visum appel-

lemus licet , et teramus hoc quidem verbum, erit enim utendum in reliquo

  sermone saepius – sed ad haec quae visa sunt et quasi accepta sensibus assen-

sionem adiungit animorum, quam esse vult in nobis positam et voluntariam.

(41) visis non omnibus adiungebat fidem sed in solum quae propriam quan-

dam haberent declarationem earum rerum quae viderentur: id autem visum

cum ipsum per se cerneretur. comprehendibile-feretis haec? ATT «nos vero»

inquit; «quonam enim alio modo καταληπτὸν diceres?» – VA. «sed cum

acceptum iam et approbatum esset, comprehensionem appellabat. similem is

rebus quae manu prenderentur; ex quo etiam nomen hoc duxerat (at)1, cum eo

verbo antea nemo tali in re usus esset, plurimisque idem novis verbis (nova

enim dicebat) usus est. Quod autem erat sensu comprensum id ipsum sensum

appellabat. et si ita erat comprensum ut convelli ratione non posset scientiam,

sin aliter inscientiam nominabat: ex qua existebat2 etiam opinio, quae esset

imbecilla3 et cum falso incognitoque communis. (42) sed inter scientiam et

inscientiam comprehensionem illam quam dixi collocabat, eamque neque in

rectis neque in pravis numerabat. sed soli credendum esse dicebat. E quo

sensibus etiam fidem tribuebat, quod ut supra dixi comprehensio facta sensibus

et vera esse illi et fidelis videbatur, non quod omnia quae essent in re compre-

henderet, sed quia nihil quod cadre in eam4 poset relinqueret, quodque natura

quasi normam scientiae et principium sui dedisset unde postea notiones rerum

in animis imprimerentur: e quibus non principia solum sed latiores quaedam

ad rationem inveniendam viae reperiuntur5. errorem autem et temeritatem et

ignorantiam et opinationem et suspicionem et uno nomine omnia quae essent

aliena firmae et constantis assensionis a virtute sapientiaque removebat. Atque

in his fere commutatio constitit omnis dissensioque Zenonis a superioribus.

  1. 12 (at) secl. Manutius
  2. 16. existebat Plasberg: erat cod. Paris 6331: -eret cod. Amstelodam. 80, cod. dett. extiterat rell.
  3. 17 imbecillaadsensio› Plasberg in app. crit.
  4. 22 ‹eam› natura Manutius: nat. ‹eam› P. Faber Arvernus
  5. 25 reperiuntur· aperiuntur Manutius: aperirentur Davisius: reperirentur Gruterus.
Cicero, Acad. post. 1.11, 40-42:

Βάρρων... Τὶς περισσότερες μεταβολὲς τὶς ἀνέλαβε αὐτὸς (ὁ Ζήνων) στὸ

τρίτο μέρος τῆς φιλοσοφίας. Πρῶτα ἀνέφερε ἐδῶ μερικὰ νέα πράγματα

γιὰ τὶς αἰσθήσεις τὶς ἴδιες. Κατὰ τὴν ἄποψή του συνάπτονται πρὸς μιὰ

ὁρισμένη ἐντύπωση, ποὺ προέρχεται ἔξωθεν. Αὐτὴ τὴν ὀνόμαζε «φαντα-

σίαν», ἐνῶ ἐμεῖς (στὰ λατινικὰ) μποροῦμε νὰ τὴν ὀνομάσουμε visum...

Καὶ πρέπει νὰ προσέξουμε καλὰ αὐτὸν τὸν ὅρο, γιατὶ θὰ πρέπει νὰ τὸν

ἐπαναφέρουμε κατὰ τὴν πορεία τῆς συζήτησής μας συχνά. Ἀλλὰ μὲ τὶς

παραστάσεις αὐτές, ποὺ ἔχουμε προσλάβει διὰ τῶν αἰσθήσεων, ὁ Ζήνων

συνέδεε τὴ συγκατάθεση τοῦ πνεύματος (animorum), ἡ ὁποία –ἔτσι τὸ

θέλει– εἶναι στὴ διάθεσή μας καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ θέλησή μας. (41) Δὲν

ἀπέδιδε ἀξιοπιστία σ' ὅλες τὶς παραστάσεις, ἀλλὰ μόνο σ' ἐκεῖνες, οἱ

ὁποῖες παρουσιάζουν μιὰν ὁρισμένη, προσιδιάζουσα σ' αὐτὲς σαφήνεια

τῶν παριστανομένων πραγμάτων· ἐπειδὴ αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς παράστασης

ἀναγνωρίζεται ἀφ' ἑαυτῆς, εἶναι αὐτὴ καταληπτικὴ (comprehendibile), –

ἐφ' ὅσον αὐτὴ ἡ διατύπωση τῆς τὸ ἐπιτρέπει; ‖ Ἀττικός: «Θὰ τὰ ἐξετά-

σουμε», εἶπε, «γιατὶ πῶς ἀλλιῶς θὰ μποροῦσε νὰ μεταφράσει κανεὶς τὸ

καταληπτόν;» Βάρρων: «Ἀφοῦ ἡ παράσταση λοιπὸν ἔγινε ἀποδεκτὴ καὶ

πῆρε τὴ συγκατάθεση, συνήθιζε νᾶ τη χαρακτηρίζει ὡς κατάληψη (com-

prehensio), ὅμοια μὲ τὰ πράγματα, ποὺ λαμβάνονται μὲ τὸ χέρι – ἀπ'

ὅπου ἔχει πάρει καὶ αὐτὴ τὴ λέξη, ἐπειδὴ κανεὶς προηγουμένως δὲν εἶχε

χρησιμοποιήσει αὐτὴ τὴ λέξη γιὰ κάτι παρόμοιο καὶ αὐτὸς χρησιμοποίη-

σε πολλὲς νέες λέξεις (γιατὶ ἔλεγε νέα πράγματα). Αὐτὸ ὅμως τώρα, ποὺ

γινόταν γνωστὸ μὲ τὴν αἴσθηση, τὸ ὀνόμαζε ἐπίσης αἴσθηση· κι' ἂν ἦταν

τόσο γνωστό, ὥστε διὰ τοῦ λόγου νὰ μὴν μπορεῖ νὰ κλονισθεῖ, τότε τὸ

χαρακτήριζε ὡς γνώση, ἀλλιῶς ὡς μὴ γνώση, στὴν ὁποία ἀνήκει ἐπίσης

καὶ ἡ γνώμη, ποὺ δὲν εἶναι σταθερὴ (εἶναι μιὰ ἀσθενὴς συγκατάθεση) καὶ

μὲ τὴν ὁποία συγγενεύει αὐτὸ ποὺ εἶναι ψεῦδος ἢ (καὶ) δὲν εἶναι γνω-

στό. (42) Ὡστόσο μεταξὺ τῆς γνώσης καὶ τῆς ἄγνοιας εἶναι ἐγκαταστη-

μένη ἐκείνη ἡ κατάληψη, γιὰ τὴν ὁποία ἔχω μιλήσει, καὶ τὴν ὁποία δὲν

λογάριασα οὔτε στὶς ὀρθές, οὔτε στὶς ἐσφαλμένες παραστάσεις, ἀλλὰ

εἶπα, ὅτι μόνο μιὰ πίστη πρέπει νὰ τὶς ἀποδώσει. Γι' αὐτὸ ἀπέδιδε στὶς

αἰσθήσεις πιστότητα· γιατὶ ἡ γνώση, ὅπως ἔχω πεῖ, ἔρχεται μέσω τῶν

αἰσθήσεων καὶ σύμφωνα μ' αὐτὰ τὶς θεωροῦσε ἀληθινὲς καὶ ἀξιόπιστες.

Καὶ τοῦτο, ὄχι γιατὶ ὅλα θὰ τὰ γνώριζε, ὅσα ὑπάρχουν στὰ πράγματα,

ἀλλὰ γιατὶ δὲν ἀφήνει τίποτε νὰ πέσει ἀπ' ὅσα μποροῦν νὰ γίνουν ἀντι-

κείμενό της, καὶ γιατὶ ἡ φύση κατὰ κάποιο τρόπο εἶναι κανόνας τῆς

γνώσης καὶ ἔχει ἐξασφαλίσει γιὰ τὸν ἑαυτό της μιὰν ἀρχή, ἀπ' ὅπου

ἀργότερα ἐντυπώνονται οἱ ἔννοιες τῶν πραγμάτων στὶς ψυχές· καὶ μὲ

βάση τὶς ἔννοιες ἀνευρίσκονται ὄχι μόνο οἱ ἀρχές, ἀλλὰ καὶ ὁρισμένοι

εὐρεῖς δρόμοι τοῦ ἐπινοητικοῦ λόγου. Τὴν πλάνη, ἀντίθετα, τὴν ἀκρισία

καὶ τὴν ἄγνοια καὶ τὴν εἰκασία καὶ τὴν ὑποψία καί, μὲ μιὰ λέξη, ὅλα ὅσα

εἶναι ξένα πρὸς τὴ στέρεη καὶ σταθερὴ συγκατάθεση, αὐτὰ τὰ χώριζε

ἀπὸ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴ σοφία. Αὐτὰ εἶναι λοιπὸν περίπου τὰ σημεῖα, στὰ

ὁποῖα ἔγκειται ἡ ὅλη διαφορὰ τοῦ Ζήνωνος πρὸς τοὺς προγενέστερους».

Σχόλια: 

Κατάληψις-καταληπτικὴ φαντασία:
Στὰ ἀπ. 101, 102, 103, 106, 108, 113, 114, 117, γίνεται ἀναφορὰ στὴν κατάληψιν ἢ τὴν καταληπτικὴν φαντασίαν, ἕναν ὅρο, ποὺ εἰσήγαγε ὁ Ζήνων γιὰ νὰ χαρακτηρίσει μιὰ κατηγορία παραστάσεων. Στὸ ἀπ. 105 (Στοβ. Ἐκλ. Ι 50, 21) ἀποδίδεται στοὺς Στωικοὺς ἡ διάκριση τῶν παραστάσεων σὲ ἀληθινὲς καὶ ψευδεῖς. Αὐτὸ ὅμως θὰ πρέπει ἤδη νὰ εἶχε εἰσαχθεῖ ἀπὸ τὸν Ζήνωνα. Ἔτσι διαβάζουμε στὸν Σέξτο (ἀπ. 108): «Δημόκριτος μὲν πᾶσαν αἰσθητὴν ὕπαρξιν κεκίνηκεν. Ἐπίκουρος δὲ πᾶν αἰσθητὸν βέβαιον ἔλεξε εἶναι, ὁ δὲ Στωικὸς Ζήνων διαιρέσει ἐχρήσατο». Ἐπίσης στὸν Κικέρωνα (N.D.I. 70) «urgebat Arcesilas Zenonem, cum ipse falsa omnia diceret quae sensibus viderentur; Zeno autem nonnulla visa esse falsa non omnia;» (ἀπ. 107) Βλ. ἐπίσης ἀπ. 101, ὅπου ρητὰ ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ζήνων δὲν ἀπέδιδε ἀξιοπιστία σ' ὅλες τὶς παραστάσεις. Ὁ Ζήνων λοιπὸν δὲν ἦταν καθαρὰ αἰσθησιοκράτης (Βλ. καὶ Pearson1, ἔ.ἀ., σσ. 62-63). Ποιὸ εἶναι λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὸν Ζήνωνα τὸ κριτήριο τῆς ἀλήθειας τῶν παραστάσεων (φαντασιῶν); Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ζήνωνος εἶναι ἡ «καταληπτικὴ φαντασία». Ὁ Σέξτος ἀναφέρει, ὅτι οἱ ἀρχαιότεροι τῶν Στωικῶν λένε ὅτι κριτήριο τῆς ἀλήθειας εἶναι ἡ καταληπτικὴ φαντασία (ἀπ. 103). Σ' αὐτοὺς ἀνήκει ὁπωσδήποτε πρῶτος ὁ Ζήνων, ἐφ' ὅσον ἀναφέρεται στοὺς ἀρχαιότερους. Ἐξ ἄλλου τοῦτο μᾶς ἐπιβεβαιώνουν καὶ ἄλλες μαρτυρίες. Ὁ Κικέρων (ἀπ. 101) ἀναφέρεται στὰ γνωρίσματα, ποὺ διακρίνουν τὴν καταληπτικὴ φαντασία, ὅπως τὰ συνέλαβε ὁ Ζήνων. Γιὰ νὰ γίνει μιὰ παράσταση, λέει, καταληπτική, πρέπει τὸ πνεῦμα νὰ δώσει τὴ συγκατάθεσή του. Καὶ τὴ συγκατάθεσή του τὴ δίνει ἐφ' ὅσον προσιδιάζει σ' αὐτὴν ἡ σαφήνεια (ἐνάργεια) τῶν παριστανωμένων πραγμάτων. Χαρακτηριστικὰ ἐξηγεῖ τὴ μεταφορὰ τοῦ ὅρου «κατάληψις» ἀπὸ τὸ λαμβάνω-καταλαμβάνω κάτι μὲ τὸ χέρι, ποὺ ἀποτελεῖ νεολογισμὸ εἰσαχθέντα ἀπὸ τὸν Ζήνωνα, ὅπως καὶ σὲ πολλὲς ἄλλες περιπτώσεις. (Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ βλ. Zeller2, σσ. 87-89 καὶ Stein, Erkenntnistheorie3, σσ. 167 κ.ἑ.). Θὰ πρέπει ὡστόσο νὰ παρατηρήσουμε, ὅτι ὁ νεολογισμὸς τοῦ Ζήνωνος ἀποτεεῖ μιὰ ἐξειδίκευση ἑνὸς ὅρου, τὸν ὁποῖον ἤδη ὁ Πλάτων χρησιμοποιεῖ (Φαῖδρος 250d: «περὶ δὲ τοῦ κάλλους ὥσπερ εἴπομεν, μετ' ἐκείνων τε ἔλαμπεν ὄν, δεῦρο τε ἐλθόντες κατειλήφαμεν αὐτὸ διὰ τῆς ἐναργεστάτης αἰσθήσεως τῶν ἡμετέρων στίλβον ἐναργέστατα.») Τὸ ἐρώτημα ὅμως ποὺ τίθεται καὶ πάλιν εἶναι σὲ ποιὸ βαθμὸ ἡ καταληπτικὴ παράσταση ἐπιτυγχάνεται ἀπὸ τὴ συνείδηση παθητικά, ὡς μιὰ ἀποδοχὴ τῆς κατ' αἴσθηση ἐντύπωσης ἢ ἐνεργητικά, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἐπέμβασης καὶ ἐπεξεργασίας τοῦ πνεύματος. Ὁ Σέξτος (Μαθ. 8. 396-400) (ἀπ. 102) ἐξηγεῖ, ὅτι ἡ κατάληψις περιέχει καὶ τὰ δυό, τὸ ἀκούσιο καὶ τὸ ἑκούσιο. Μᾶς καταλαμβάνει μιὰ παράσταση ὡς μιὰ ἐμπειρία, ποὺ δεχόμαστε, ὡστόσο τὴν καταλαμβάνουμε, ἐφ' ὅσον συγκατατιθέμεθα σ' αὐτήν. Νὰ συμπεράνουμε ὅμως ἔτσι ὅτι ἡ κατάληψη ἀφορᾶ τὴν παράσταση καὶ ὄχι τὰ ἐξωτερικὰ ἀντικείμενα; Γύρω ἀπὸ τὸ πρόβλημα ἔγινε ἐκτεταμένη συζήτηση (βλ. σχετικά: E. Bréhier, Chrysippe et l'ancien stoïcisme4, σ. 98, καὶ F.H. Sandbach στὸ Problems of Stoicism5, σσ. 13-14. Ἐπίσης: M. Pohlenz, Die Stoa6 I σ. 60, καὶ Ch. L. Stough, Greek Scepticism7, σσ. 37-40). Ἐκεῖνο, ποὺ μπορεῖ νὰ λεχθεῖ, εἶναι ὅτι ἡ κατάληψις συνοδευόμενη ἀπὸ τὴ συγκατάθεση, ἀφορᾶ τὴν παράσταση. Τὸ ἴδιο κείμενο τοῦ Σέξτου ὡστόσο μᾶς ἐξηγεῖ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει κρίση (ὅπως εἶναι ἡ συγκατάθεση) γιὰ παραστάσεις, ἀλλὰ μόνο γιὰ ἀποδείξεις. Πῶς μπορεῖ λοιπὸν νὰ ἔχουμε μιὰ συγκατάθεση γιὰ μιὰ παράσταση; Ἡ ἀπάντηση προκύπτει ἀπὸ τὴ σύγκριση διαφόρων μαρτυριῶν. Καὶ πρῶτ' ἀπ' ὅλα ἡ «φαντασία» (παράσταση) εἶναι κάτι, ποὺ δείχνεται ἀπὸ μόνη της, φανερώνεται, ἔχει δηλ. μέσα της τὸ αὐταπόδεικτο. Τὸ πρόδηλο τῆς «φαντασίας» τὸ σημειώνει ὁ Σέξτος (Πρὸς Λογ. 1.161): «καί πως παθοῦσα κατὰ τὴν τῶν ἐναργῶν ὑπόπτωσιν, τότε ἐνδείκνυται τὰ πράγματα... τοῦτο δὲ πάθος αὐτοῦ ἐνδεικτικὸν ὀφείλει τυγχάνειν καὶ τοῦ ἐμποιήσαντος αὐτὸ φαινομένου», ποὺ μᾶς παραπέμπει στὴν «ἐνάργειαν» (Κικέρων). Τὸ κριτήριο λοιπὸν τῆς συγκαταθέσεως εἶναι ἡ ἐνάργεια. Ἡ φαντασία ἔχει ὀνομασθεῖ ἔτσι ἀπὸ τὸ φῶς (Ἀέτιος 4. 12, 3). Καὶ ὅπως τὸ φῶς δείχνει τὸν ἑαυτό του καὶ τὰ ἄλλα ποὺ περιέχονται μέσα του, ἔτσι καὶ ἡ φαντασία «δείκνυσιν ἑαυτὴν καὶ τὸ πεποιηκὸς ἑαυτήν». Ἡ ἄποψη αὐτή, ποὺ ἀποδόθηκε στὸν Χρύσιππο, θὰ πρέπει νὰ ἔχει συλληφθεῖ, ὅπως ἐκθέσαμε πιὸ πάνω, ἀπὸ τὸν Ζήνωνα. Εἶναι σ' αὐτὴ τὴν ἐνάργεια, ποὺ συγκατατιθέμεθα καθιστώντας τὴν παράσταση καταληπτικὴ (καταλαμβάνω) (Σέξτος, Μαθ. 8. 397, 398, ἀπ. 102). Στὸ σημεῖο αὐτὸ φανέρωσης-συγκατάθεσης συναντᾶται τὸ παθητικὸ μὲ τὸ ἐνεργητικὸ στοιχεῖο τῆς καταληπτικῆς φαντασίας. Τὸ πρόβλημα ἐξ ἄλλου, ἂν ἡ καταληπτικὴ φαντασία περιορίζεται στὸν χῶρο τῆς παράστασης ἢ ἀνάγεται καὶ στὰ ἐξωτερικὰ ἀντικείμενα, φαίνεται, ὅτι τὸ ἀντιμετώπισε ὁ Ζήνων καὶ ἐξέδωσε ἕνα περαιτέρω προσδιορισμὸ στὴν καταληπτικὴ φαντασία. Ὁ προσδιορισμὸς αὐτὸς μᾶς δίνεται ἀπὸ τὸν Σέξτο (Μαθ. 7. 248) «φαντασία καταληπτική ἐστιν ἡ ἀπὸ τοῦ ὑπάρχοντος καὶ κατ' αὐτὸ τὸ ὑπάρχον ἐναπομεμαγμένη καὶ ἐναπεσφραγισμένη, ὁποία οὐκ ἂν γένοιτο ἀπὸ μὴ ὑπάρχοντος.» (ἀπ. 104). Ὁ Διογένης ὁ Λαέρτιος (7. 50 καὶ 7. 46) ξαναδίνει τὸν ὁρισμὸ μιλώντας γιὰ «ἐναποτετυπωμένην», καὶ προσθέτει: «ἀκατάληπτον δὲ τὴν μὴ ἀπὸ ὑπάρχοντος, ἢ ἀπὸ ὑπάρχοντος μέν, μὴ κατ' αὐτὸ δὲ τὸ ὑπάρχον, τὴν μὴ τρανῆ μηδὲ ἔκτυπον». Ἤδη ὁ Κικέρων Ac. pr. 24. 77, (ἀπ. 110) δίνει αὐτὸν τὸν ὁρισμὸ τοῦ Ζήνωνος ὡς ἑξῆς: «ἐκείνη ἡ παράσταση, ποὺ ἀπ' αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει καὶ ἔτσι ὅπως ὑπάρχει, ἐντυπώνεται (στὴν ψυχή μας) καὶ σφραγίζεται καὶ ἀπομάσσεται». Ὁ Κικέρων δίνει αὐτὴ τὴ μαρτυρία λέγοντας, ὅτι οἱ τελευταῖες λέξεις τοῦ ὁρισμοῦ προσετέθησαν ἀπὸ τὸν Ζήνωνα λόγῳ τῆς πιέσεως ποὺ ἀσκοῦσε πάνω του ὁ Ἀρκεσίλαος. Ἡ διένεξη Ζήνωνος καὶ Ἀρκεσιλάου ἀποτελεῖ ἱστορικὸ γεγονὸς καὶ ἀποκλείει τὴν ἀπόδοση τοῦ ὁρισμοῦ στὸν Χρύσιππο, ποὺ ἀνέλαβε τὴν ἡγεσία τῆς Σχολῆς ὀκτὼ χρόνια μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἀρκεσιλάου. Ὁ ὁρισμὸς λοιπὸν ἀνάγεται στὸν Ζήνωνα. Εἶναι μάλιστα πιθανὸν ὁ Χρύσιππος νὰ διαφοροποιήθηκε ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ τοῦ Ζήνωνος καὶ νὰ θεωροῦσε ὅτι ἡ «καταληπτικὴ φαντασία» ἐξ αἰτίας τῆς διαύγειάς της ἐπέβαλλε τὸν ἑαυτό της στὴ διάνοια (βλ. C.J. de Vogel, Greek Philosophy III, The hellenistic and Roman period8, σσ. 117-119). (Γιὰ τὴ διένεξη τοῦ Καρνεάδη σχετικὰ μὲ τὸ κριτήριο τῆς ἀλήθειας τῆς φαντασίας δές: Σέξτος Μαθ. 7. 166-75). Ἡ συγκατάθεση βέβαια γίνεται χωρὶς νὰ χρειάζεται ἀπόδειξη, ὅταν ἡ παράσταση εἶναι ἐναργής, ἀφοῦ μέσα σ' αὐτὴν προβαίνει ἐναργὲς μὲ τὰ διακριτικά του χαρακτηριστικὰ τὸ ὑπάρχον ἀντικείμενο. Μιὰ τέτοια ὅμως παράσταση δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἔρθει στὸ φῶς χωρὶς αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει. Σύμφωνα λοιπὸν μ' αὐτά, ἡ καταληπτικὴ φαντασία πρέπει ρεαλιστικὰ ν' ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸ ἀντικείμενο. Ἡ ἐντύπωση-παράσταση πρέπει νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀντικείμενο, ὥστε νὰ ἀποκλείει τὴν περίπτωση τοῦ Ὀρέστη, ποὺ ἐξέλαβε τὴν ἀδελφή του Ἠλέκτρα ὡς Ἐρινύα (Σέξτος Μαθ. 7. 242-6).

  1. Pearson, A. C. (1891), The Fragments of Zeno and Cleanthes, London.
  2. Zeller, E. (1880), Die Philosophie der Griechen, 3d ed., Leipzig.
  3. Stein, L. (1886), Die Psychologie der Stoa, Vols. 1-2, Berliner Studien für classische Philologie und Archaeologie Berlin.
  4. Bréhier, E. (1909), La Theorie des incorporels dans l'ancien stoïcisme, Archiv für Geschichte der Philosophie 22: 114-125.
  5. Sandbach, F. H. (1975), The Stoics, London.
  6. Pohlenz, M. (1964), Die Stoa. Geschichte einer geistigen Bewegung, Vols. I-II, Götingen.
  7. Stough, C. L. (1969), Greek Scepticism: a study in epistemology, Berkeley and Los Angeles.
  8. Vogel, C. J. (1959), Greek Philosophy , Vol. 3, Leiden - Berlin.