You are here

100

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Diogenes Laertius 7.45, 49-51:

(45) Τὴν δὲ φαντασίαν εἶναι τύπωσιν ἐν ψυχῇ τοῦ ὀνόματος οἰκείως

μετενηνεγμένου ἀπὸ τῶν τύπων ‹τῶν›1 ἐν τῷ κηρῷ ὑπὸ τοῦ δακτυλίου

γινομένων2 . (49-51) «Ἀρέσκει τοῖς Στωικοῖς τὸν περὶ φαντασίας καὶ αἰ-

σθήσεως προτάττειν λόγον, καθότι τὸ κριτήριον, ἀλήθεια τῶν πρα-

  γμάτων γινώσκεται κατὰ γένος φαντασία ἐστί, καὶ καθότι ὁ περὶ συγκα-

ταθέσεως καὶ ὁ περὶ καταλήψεως καὶ νοήσεως λόγος, προάγων τῶν

ἄλλων, οὐκ ἄνευ φαντασίας συνίσταται. προηγεῖται γὰρ ἡ φαντασία,

εἶθ'διάνοια ἐκλαλητικὴ ὑπάρχουσα, ὃ3 πάσχει ὑπὸ τῆς φαντασίας,

τοῦτο ἐκφέρει λόγῳΔιαφέρει δὲ φαντασία καὶ φάντασμα· φάντασμα

μὲν γάρ ἐστι δόκησις διανοίας οἵα γίνεται κατὰ τοὺς ὕπνους, φαντασία

δέ ἐστι τύπωσις ἐν ψυχῇ, τουτέστιν ἀλλοίωσις, ὡς ὁ Χρύσιππος ἐν τῇ

δευτέρᾳ Περὶ ψυχῆς4 ὑφίσταται. οὐ5 γὰρ δεκτέον6 τὴν τύπωσιν οἱονεὶ τύ-

πον σφραγιστῆρος, ἐπεὶ ἀνένδεκτόν ἐστι πολλοὺς τύπους κατὰ τὸ αὐτὸ

περὶ τὸ αὐτὸ7 γίνεσθαι. νοεῖται δὲ [ἡ] φαντασία ἡ ἀπὸ ὑπάρχοντος κατὰ

τὸ ὑπάρχον ἐναπομεμαγμένη καὶ ἐναποτετυπωμένη καὶ ἐναπεσφραγι-

σμένη, οἵα οὐκ ἂν γένοιτο ἀπὸ μὴ ὑπάρχοντος... Τῶν δὲ φαντασιῶν κατ'

αὐτοὺς αἱ μέν εἰσιν αἰσθητικαί, αἱ δ' οὔ· αἰσθητικαὶ μὲν αἱ δι' αἰσθητηρίου

αἰσθητηρίων λαμβανόμεναι, οὐκ αἰσθητικαὶ δ' αἱ διὰ τῆς διανοίας κα-

θάπερ τῶν ἀσωμάτων καὶ τῶν ἄλλων τῶν λόγῳ λαμβανομένων. τῶν δὲ

αἰσθητικῶν ‹αἱ μὲν› ἀπὸ ὑπαρχόντων μετ' εἴξεως καὶ συγκαταθέσεως

γίνονται. εἰσὶ δὲ τῶν φαντασιῶν καὶ ἐμφάσεις αἱ ὡσανεὶ ἀπὸ ὑπαρχόν-

των γινόμεναι.

  1. 2 τῶν add, v. Arnim
  2. 3 γενομένων F
  3. 8 pro οἵα
  4. 11 v. Arnim: scribendum: ἐν τῆι β´ περὶ ψυχῆς duo enim fuerint libri., ἐν τῶι ῖβ Β, ἐν τῷ ῖβ P, ἐν τῇ δυωδεκάτῃ F ‖
  5. οὐ PF
  6. 12 λεκτέον F
  7. 14 περὶ τῷ αὐτῷ Β.
Διογένης Λαέρτιος 7.45, 49-51:

(45) Ἡ δὲ παράσταση εἶναι ἀποτύπωση μέσα στὴν ψυχή, τῆς

ὁποίας ἡ ὀνομασία εἶναι παρμένη κατ' ἀναλογία πρὸς τὶς ἀποτυπώσεις

ποὺ γίνονται μέσα στὸ κερὶ ἀπὸ τὴ σφραγίδα. (49-51): «Στοὺς Στωικοὺς

ἀρέσει νὰ προτάσσουν τὸν λόγο, ποὺ ἀναφέρεται στὴν παράσταση καὶ

τὴν αἴσθηση, γιατὶ τὸ κριτήριο μὲ τὸ ὁποῖο γνωρίζεται ἡ ἀλήθεια τῶν

πραγμάτων εἶναι γενικὰ ἡ παράσταση (φαντασία), καὶ γιατὶ ὁ λόγος ποὺ

ἀφορᾶ τὴ συγκατάθεση καὶ τὴν κατάληψη καὶ τὴ νόηση, ἐπειδὴ προη-

γεῖται τῶν ἄλλων, δὲν μπορεῖ νὰ συσταθεῖ χωρὶς τὴν παράσταση. Γιατὶ

προηγεῖται ἡ παράσταση, ἔπειτα ἡ διάνοια, ποὺ ἔχει τὴ δύναμη τῆς

ἔναρθρης ἔκφρασης, τὴν ἐμπειρία, ποὺ δοκιμάζει ἀπὸ τὴν παράσταση,

τὴν ἐκφέρει διὰ τοῦ λόγου.» Καὶ διαφέρει ἡ παράσταση-φαντασία ἀπὸ

αὐτὸ ποὺ φανταζόμαστε (φάντασμα). Γιατὶ αὐτὸ ποὺ φανταζόμαστε

εἶναι ἕνα πλάσμα τῆς σκέψης μας σὰν αὐτὸ ποὺ γίνεται στὰ ὄνειρά

μας, ἡ φαντασία ὅμως εἶναι μιὰ ἐντύπωση μέσα στὴν ψυχή, δηλ. μιὰ

ἀλλοίωση, ὅπως εἰσηγεῖται ὁ Χρύσιππος στὸ δεύτερο βιβλίο του Περὶ

Ψυχῆς. Γιατὶ δὲν πρέπει νὰ δεχθοῦμε τὴν ἐντύπωση ὡς ἐὰν νὰ προέρχε-

ται ἀπὸ τὸν τύπο μιᾶς σφραγίδας, ἐπειδὴ εἶναι ἀδύνατο νὰ δεχθοῦμε

πολλὲς ἐκτυπώσεις τὴν ἴδια ὥρα νὰ ἐπηρεάζουν τὸ ἴδιο ὑποκείμενο. Ἡ

παράσταση νοεῖται ὡς αὐτὴ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ ὑπάρχον (ἀντικεί-

μενο) καὶ συμφωνεῖ μὲ τὸ ὑπάρχον καὶ ἔχει σφραγισθεῖ καὶ ἀποτυπωθεῖ

στὴν ψυχή, ἔτσι ποὺ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ γίνει ἀπὸ ἕνα μὴ ὑπάρχον

ἀντικείμενο... Ἀπὸ τὶς παραστάσεις, σύμφωνα μ' αὐτούς, ἄλλες μὲν

εἶναι κατ' αἴσθηση, ἄλλες ὅμως ὄχι· κατ' αἴσθηση εἶναι αὐτὲς ποὺ λαμβά-

νονται ἀπὸ ἕνα αἰσθητήριο ὄργανο, μὴ κατ' αἴσθηση ἐκεῖνες, ποὺ συλ-

λαμβάνονται διὰ τῆς διανοίας, ὅπως τῶν ἀσωμάτων καὶ ἄλλων, ποὺ

συλλαμβάνονται ἀπὸ τὸν λόγο. Μερικὲς ἀπὸ τὶς κατ' αἴσθηση παραστά-

σεις προέρχονται ἀπ' αὐτό, ποὺ ὑπάρχει, καὶ γίνονται καθὼς ἐνδίδουμε

καὶ συγκατατιθέμεθα. Ὑπάρχουν ὅμως ἀνάμεσα στὶς παραστάσεις καὶ

ἐμφανίσεις, ποὺ γίνονται ἀπὸ πράγματα, ὡς ἐὰν νὰ ὑπάρχουν.

Σχόλια: 

ἀπ. 99 καὶ ἀπ. 100:
«φαντασία ἐστὶ τύπωσις ἐν ψυχῇ»: Βλ. ἐπίσης ἀπ. 104.
Ἡ κατ' αἴσθηση φαντασία-παράσταση εἶναι αὐτή, ποὺ γίνεται μὲ τὴ δεκτικότητα καὶ τὴ συγκατάθεσή μας, καὶ ἀποτελεῖ τὴν ἐντύπωση (τύπωσιν) μέσα στὴν ψυχή, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ ἀντικείμενο διὰ τῶν αἰσθητηρίων μας ὀργάνων. Ἡ αἴσθηση λοιπὸν προέχει ὡς γενεσιουργὸς αἰτία τῆς παράστασης ποὺ μᾶς φέρνει σὲ ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἐξωτερικὸ κόσμο (ἀπ. 100). Ἀποτελεῖ ὡστόσο πρόβλημα, τί ἐννοοῦσε ὁ Ζήνων ὁρίζοντας τὴν παράσταση (φαντασίαν) ὡς «τύπωσιν ἐν ψυχῇ». Ὅτι ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται, πὼς δὲν ἐξηγοῦσε τίποτε περισσότερο ἀπ' ὅ,τι σημαίνει στὴ διατύπωση αὐτή, τοῦτο προκύπτει καὶ ἀπὸ τὴ διάσταση ἀπόψεων, ποὺ ἀκολούθησε ἀργότερα μεταξὺ τοῦ Κλεάνθη καὶ τοῦ Χρυσίππου σχετικὰ μὲ τὴν ἀκριβὴ σημασία τοῦ ὅρου «τύπωσις». Ὁ Κλεάνθης ἐξηγεῖ τὴν «τύπωσιν» κατὰ «εἰσοχὴν καὶ ἐξοχήν», ὅπως γίνεται ἡ ἐκτύπωση τοῦ κεριοῦ μὲ σφραγίδες δακτυλιδιῶν, ἐν ᾧ ὁ Χρύσιππος τὴν ἐξηγεῖ ὡς «ἑτεροίωσιν» (Σέξτος Ἐμπ. 7, 2 31 ἀπ. 103) ἢ «ἀλλοίωσιν», ὅπως ἀναφέρει ὁ Διογ. Λαέρτ. 7, 50. Ὁ Σέξτος, «Πρὸς Μαθ. 7. 227-241», ἀπ. 103, ἀναπτύσσει τὸν εὐρύτερο προβληματισμὸ γύρω ἀπὸ τὸ θέμα καὶ ἀναφέρει τὶς ἀντιρρήσεις τοῦ Χρυσίππου στὴν ἑρμηνεία τοῦ Κλεάνθη. Ἡ ἀναφορὰ ὡστόσο στὴν καταληπτικὴ φαντασία, ποὺ χαρακτηρίζεται «ἐναπομεμαγμένη καὶ ἐναπεσφραγισμένη», ἐνῶ μοιάζει νὰ δικαιώνει τὴν ἄποψη τοῦ Κλεάνθη, ὑποδηλώνει τὴ χρήση ἀπὸ τὸν Ζήνωνα τῆς μεταφορᾶς. Ὁ Ζήνων ἔδειχνε τὴν τύπωση κατὰ τὸν τρόπο ποὺ μὲ τὸ χέρι του ἐπεδείκνυε τὶς βαθμίδες τῆς γνώσης καὶ τὴ διάκριση διαλεκτικῆς καὶ ρητορικῆς. Θὰ ἦταν λοιπὸν λάθος νὰ μὴν ὑποθέσουμε, ὅτι ὁ Ζήνων μιλοῦσε μεταφορικὰ χρησιμοποιώντας τὸν ὅρο «τύπωσις» (Δές: L. Stroux, Vergleich und Metaphor in der Lehre des Zenon von Kition1, München 1965, σ. 66). Ἐπιφυλάξεις στὸ νὰ ἀποδώσουμε στὸν Ζήνωνα τὴν ἀφελὴ ἄποψη τοῦ Κλεάνθη ἐκφράζει καὶ ὁ F. H. Sandbach (Problems of Stoicism2, σ. 20, παρ. 10).

ἀπ. 100, 103 καὶ 104:
«ἀπὸ τῶν τύπων ἐν τῷ κηρῷ ὑπὸ τοῦ δακτυλίου γιγνομένων.» (Διογ. 7. 45). Βλ. ἐπίσης: Σέξτος, Μαθ. 7. 227-41 καὶ 248. Γιὰ τὸ θέμα τῆς χρήσης τῆς εἰκόνας τῆς σφραγίδας πάνω στὸ κερὶ στὴν ἑλληνικὴ θεωρία τῆς γνώσης σημαντικὴ θεωρεῖται ἡ συμβολὴ τοῦ K. von Fritz (βλ. Science, Medicine and History3, Oxford 1964, 83 κ.ἑ.). Ἀναφορικὰ μὲ τὶς θέσεις του μποροῦμε νὰ παραπέμψουμε στὰ ἀκόλουθα: (1) Ὁ Δημόκριτος (Θεόφρ. Περὶ αἰσθ. 51) παρομοιάζει τὸν πυκνὸν ἀέρα μὲ τὸ κερὶ («τὴν ἐντύπωσιν οἷον εἶ ἐκμάξειας εἰς κηρόν»). Βλέπουμε, γιατὶ ὁ ἀέρας ἀνάμεσα στὸ μάτι καὶ τὸ ἀντικείμενο παίρνει μορφὴ σὰν ἀποτύπωμα. (2) Ὁ Πλάτων στὸν Θεαίτητο (191c κ.ἑ.) ὑποθέτει ὅτι ἡ ψυχὴ ἔχει μέσα της κάτι ποὺ μοιάζει μὲ «κήρινο ἐκμαγεῖο», στὸ ὁποῖο ἀποτυπώνονται ὅλα ὅσα βλέπουμε, ἀκοῦμε ἢ σκεπτόμαστε, ὅπως ἀποτυπώνουμε σὲ δακτυλίδια εἰκόνες. (3) Ὁ Ἀριστοτέλης στὸ «Περὶ Ψυχῆς» (424α 16-22) λέει, ὅτι ἡ αἴσθηση δέχεται τὶς αἰσθητὲς μορφὲς χωρὶς τὴν ὕλη, ὅπως τὸ κερὶ δέχεται τὸ ἀποτύπωμα τοῦ δακτυλιδιοῦ χωρὶς τὸ σίδερο ἢ τὸ χρυσάφι. Ἡ παράδοση αὐτὴ δὲν γνωρίζουμε σὲ ποιὸ βαθμὸ ἐπηρέασε τὸν Ζήνωνα. Θὰ μποροῦσε ὡστόσο νὰ βοηθήσει στὴν κατανόηση τῆς ζηνώνειας ἔννοιας τῆς «τυπώσεως». Ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὴν κατὰ λέξη ἑρμηνεία τοῦ Κλεάνθη θὰ μπορούσαμε νὰ δεχθοῦμε περισσότερο τὴν ἐπίδραση τοῦ Ἀριστοτέλη, ποὺ εἶχε συλλάβει τὴν αἴσθηση ὡς «ἀλλοίωσιν» (Περὶ Ψυχῆς, 416β 34), ὅπως ἐπιχειρεῖ νὰ ἑρμηνεύσει ὁ Χρύσιππος τὴν τύπωση. Ὁ Ἀριστοτέλης δηλώνει μὲ τὸν ὅρο ἀλλοίωση τὴ μετακίνηση ἀπὸ τὸ δυνάμει στὸ ἐνεργείᾳ ὡς μιὰ ποιοτικὴ μεταβολὴ στὴ διαίρεση τοῦ πνεύματος τῆς ψυχῆς. Ἡ παράσταση ἀποτυπώνεται καὶ δυνάμει παραμένει ἔτσι, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ δεχθεῖ τὴ συνύπαρξη καὶ ἄλλων παραστάσεων, ἕως ὅτου ἐνεργείᾳ ἐπανέλθει στὴ συνείδησή μας. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν εἶναι πιθανὸν νὰ ἀντιμετώπισε ὁ Ζήνων καὶ ἀντιρρήσεις τοῦ τύπου, ποὺ παρουσιάζει ὁ Χρύσιππος (Σέξτ. Μαθ. 7. 227-241) (ἀπ. 103), καὶ οἱ ὁποῖες φαίνεται ὅτι συζητοῦνταν ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους τοῦ Ζήνωνος (βλ. A. Graeser4, σσ. 36-37. Βλ. ἐπίσης S. Stroux1, ἔ.ἀ., σ. 56, ὅπου ὑποστηρίζεται ὅτι καὶ ὁ Ἐπίκουρος μὲ τὶς ἀπόψεις του πιθανὸν νὰ ἀπαντοῦσε στὴ ζηνώνεια «τύπωσιν»). Ὁ S. Sambursky (Physics of the Stoics5, σ. 26) ἐνισχύει τὴν ἄποψη αὐτή, γιατὶ θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηρίσει κανεὶς τὶς ἀλλοιώσεις στὴν ψυχὴ ὡς «different dynamic states of the pneuma». «Such modifications can undergo superposition without loosing their identity, whereas a superposition of static states like Cleanthes' impression, does away with each of them.» Μὲ τὸν ὅρο «ψυχὴ» («ἐντύπωσις ἐν ψυχῇ»), ὅπως μαρτυροῦν ἄλλες πηγές, φαίνεται ὅτι οἱ Στωικοὶ στὴ δεδομένη περίπτωση ἐννοοῦσαν τὸ «ἡγεμονικὸν» (Σέξτος Πρὸς Λογ. 1.233, 236).

Ἐννόημα, ἔννοια (ἀπ. 100, 109, 109β, 109γ):
Ἡ ἀκλόνητη παράσταση περνᾶ, ὅπως εἴδαμε, ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ λόγου, πράγμα ποὺ σημαίνει, ὅτι στερεώνεται σὲ ἔννοιες. Εἶναι αὐτὲς οἱ γενικὲς ἔννοιες, ποὺ συντελοῦν ὥστε ἡ συγκατάθεση σὲ μιὰ γνωστικὴ ἐντύπωση (καταληπτικὴ φαντασία) νὰ ἀποτελεῖ ἀναγνώριση τοῦ τί εἶναι κάτι, τὸ ἀντικείμενο, στὸ ὁποῖο αὐτὴ ἀναφέρεται. (Δὲς σχετικά: G. Watson, The stoic theory of knowledge6, Belfast 1966, κεφ. 1). Γι' αὐτὸ καὶ οἱ γενικὲς ἔννοιες θεωροῦνται κριτήριο τῆς ἀλήθειας.
Τί εἶναι ὡστόσο οἱ ἔννοιες καὶ ποιὰ ἡ σχέση τους μὲ τὰ ἐννοήματα;
Σύμφωνα μὲ τὸν Διογένη τὸν Λαέρτιο (ἀπ. 100), οἱ ἔννοιες εἶναι μὴ κατ' αἴσθηση παραστάσεις, ποὺ συλλαμβάνονται μὲ τὴ διάνοια. Στὶς περιπτώσεις αὐτὲς προηγεῖται ἡ παράσταση, ἡ δὲ διάνοια, ποὺ διαθέτει ἀρθρωτικὴ σκέψη, διατυπώνει μὲ λόγο τὸ περιεχόμενο τῶν παραστάσεων («προηγεῖται ἡ φαντασία, εἴθ' ἡ διάνοια ἐκλαλητικὴ ὑπάρχουσα, ὃ πάσχει ὑπὸ τῆς φαντασίας, τοῦτο ἐκφέρει λόγῳ»). Ὁ Κικέρων, Acad. I, 11, 40-42 (ἀπ. 101) ἀναφερόμενος στὶς ἀπόψεις τοῦ Ζήνωνος, μιλᾶ γιὰ τὶς ἔννοιες, ποὺ κατοχυρώνουν τὴ γνώση λέγοντας, ὅτι ἡ φύση ἔχει ἐξασφαλίσει μιὰν ἀρχή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐντυπώνονται στὶς ψυχὲς οἱ ἔννοιες τῶν πραγμάτων καὶ μὲ βάση τὶς ἔννοιες ἀνευρίσκονται ὄχι μόνο οἱ ἀρχὲς ἀλλὰ καὶ ὁρισμένοι εὐρεῖς δρόμοι τοῦ ἐπινοητικοῦ λόγου.
Διαπιστώνουμε λοιπόν, ὅτι οἱ ἔννοιες προϋποθέτουν τὶς κατ' αἴσθηση παραστάσεις, εἶναι ὅμως προϊόντα τῆς διάνοιάς μας, ἡ ὁποία τὶς ἐκφράζει μὲ τὴ γλώσσα καὶ διανοίγουν εὐρεῖς δρόμους γιὰ τὴ σκέψη, εἶναι δηλ. εὐρύτερες, γενικότερες ἀπὸ τὶς κατ' αἴσθηση παραστάσεις. Ὁ Πλούταρχος (Περὶ ἀρεσκ. 4. 11) ἀναφέρει, «ἔστι δὲ νόημα φάντασμα διανοίας λογικοῦ ζῴου». Τὸ νόημα, ἡ ἔννοια, εἶναι φάντασμα, δηλ. παράσταση διανοητικὴ (εἶναι ἑπομένως ἕνα εἶδος παραστάσεως), ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἕνα λογικὸ ὄν. Ὡς τέτοια παράσταση τῆς διανοίας ὁ Διογένης ὁ Λαέρτιος 7. 61 (ἀπ. 109γ), προσθέτει, ὅτι δὲν εἶναι, «οὔτε τι ὄν, οὔτε ποιόν, ὡσανεὶ δέ τι ὂν καὶ ὠσανεὶ ποιόν, οἷον γίνεται ἀνατύπωμα ἵππου καὶ μὴ παρόντος». Καὶ ὁ Στοβαῖος (ἀπ. 109) ἐπαναλαμβάνει καὶ ἐπιβεβαιώνει ὅτι, τὰ ἐννοήματα, ὅπως τὰ συνέλαβε ὁ Ζήνων καὶ οἱ μαθητές του, δὲν εἶναι κάποια ὁρισμένα πράγματα, οὔτε κάποιας ὁρισμένης ἀτομικῆς ποιότητας, ἀλλὰ εἶναι ὡς ἐὰν νὰ ἦταν ὅλα αὐτά. Εἶναι αὐτά, ποὺ οἱ ἀρχαῖοι ὀνόμαζαν ἰδέες. Δὲν πρόκειται ὅμως γιὰ τὶς πλατωνικὲς ἰδέες, ποὺ ἔχουν μιὰ μεταφυσικὴ ὑπόσταση, ἕνα ὀντολογικὸ βάθρο, ἀλλὰ γιὰ σχήματα ἢ εἰκόνες τῆς διάνοιάς μας. Ἔτσι σημειώνει καὶ ὁ ἴδιος ὁ Πλάτων: «ἀλλὰ μὴ τῶν εἰδῶν τούτων ἕκαστον ᾖ τούτων νόημα, καὶ οὐδαμοῦ αὐτῷ προσήκει ἐγγίγνεσθαι ἄλλοθι ἢ ἐν ψυχαῖς» (Παρμ. 132b). Ὁ Ζήνων (Νουμήνιος, Παρ' Εὐσ. 14. 6, p. 733) σκιαμαχοῦσε λοιπὸν μὲ τὸν Πλάτωνα γιὰ τὸ θέμα αὐτό, ἀφοῦ ὁ Πλάτων ἦταν νεκρός. Στὰ ἐννοήματα λοιπὸν «μετέχουμε», γιατὶ εἶναι δικά μας ἐπινοήματα, τὰ ὀνόματα (πτώσεις) ὅμως ἀναφέρονται (ἐνν. στὰ ἀντικείμενα): «τῶν μὲν ἐννοημάτων μετέχειν ἡμᾶς, τῶν δὲ πτώσεων, ..., τυγχάνειν (ἐνν. τὰ ὑπάρχοντα)», (ἀπ. 109). Γιὰ τὶς ἑρμηνευτικὲς δυσκολίες τοῦ πολύπλοκου αὐτοῦ χωρίου: δὲς Pearson, The Fragments of Zeno and Cleanthes7, σσ. 72-75.
Μὲ τὴν ἴδια σημασία ὁ Descartes μιλᾶ γιὰ perceptio generalis καὶ ἄλλοι μεταγενέστεροι γιὰ idea generalis. Πρόκειται, (Ἀέτιος 4. 2, 1-4, ἀπ. 109β), γιὰ μνημονικὲς παραστάσεις, ποὺ ἐπαναλαμβανόμενες συνιστοῦν τὶς γενικὲς-κοινὲς ἔννοιες τῶν πραγμάτων (ἵππος, ἄνθρωπος) καὶ ποὺ δὲν ἔχουν πραγματικὴ ὕπαρξη οὔτε προσδιορίζονται ἀτομικὰ (ποιόν). Τὸ λογικό, σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρίαν αὐτὴ τοῦ Ἀέτιου, ὅταν συλλάβει μιὰ παράσταση, χρησιμοποιεῖ τὸ ἀπόθεμα τῶν ἐννοιῶν, ποὺ διαθέτει λόγω ἐμπειρίας, γιὰ νὰ ταξινομήσει καὶ νὰ ἀναγνωρίσει ἑρμηνεύοντας μιὰ παράσταση. (Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ δές: A. Long, Ἡ ἑλληνιστικὴ φιλοσοφία8, σσ. 206-208).
Στὸ ἴδιο παράθεμα τοῦ Ἀέτιου διατυπώνεται ἡ θεωρία τῶν Στωικῶν γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου μόλις γεννηθεῖ, ὅτι μοιάζει μὲ ἄγραφο χαρτὶ ἕτοιμο γιὰ καταγραφή, ποὺ δηλώνει τὴν αἰσθησιοκρατικὴ πλευρὰ τῆς γνωσιολογίας τῶν Στωικῶν, τὴν ὁποία ἀργότερα υἱοθέτησε ὁ J. Lock. Ἡ ἀναφορὰ ἐπίσης στὴν ἐμπειρία ὡς προάγουσα τὶς ἔννοιες μᾶς θυμίζει τὸν Ἀριστοτέλη (Μετὰ τὰ φυσ. Α1, 980b: «Γίγνεται δὲ ἐκ τῆς μνήμης ἐμπειρία τοῖς ἀνθρώποις· αἱ γὰρ πολλαὶ μνῆμαι τοῦ αὐτοῦ πράγματος μιᾶς ἐμπειρίας δύναμιν ἀποτελοῦσι.» Βλ. ἐπίσης καὶ Ἀναλ. ὕστ. ΙΙ 19). Εἶναι λοιπὸν οἱ ἔννοιες καὶ τὰ ἐννοήματα ὅροι συνώνυμοι; Ἢ μήπως τὰ ἐννοήματα προκύπτουν ἀργότερα μὲ τὴν ἡλικία τῶν 7 καὶ σὲ πλήρη ἀνάπτυξη τοῦ λόγου τῶν 14 ἐτῶν; (Δὲς ἀπ. 109β). Ὁ M. Pohlenz (Die Stoa9 I, σ. 56) εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι τὰ ἐννοήματα διαμορφώνονται ἀργότερα ἀπὸ τὶς γενικὲς παραστάσεις ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τῶν ἐννοιῶν καὶ γίνονται πνευματικὰ θεώμενες εἰκόνες. Γράφει: «Aus einer Reihe gleichartiger Vorstellungen bildet sich, indem nur das Wesentliche festgehaltet wird, die empirische Allgemeinvorstellung. Beim Menschen verbindet sich mit dieser aber die gedankliche Erfassung des Wesens, der Begriff, die Ennoia, und die allgemeine Vorstellung wird zum Ennoëma, dem geistig geschauten Bilde.»
Ὡστόσο, ὅπως παρατηρεῖ ὁ C. J. de Vogel (Greek Philosophy10 III, σσ. 123-4), οἱ δύο ὅροι σχεδὸν εἶναι συνώνυμοι, ὅπως χρησιμοποιοῦνται δείχνοντας καὶ οἱ δυὸ τὴ γενικὴ ἰδέα καὶ τὴν ἔννοια.

  1. Stroux, L. (1966), Vergleich und Metapher in der Lehre des Zenon von Kition, Heidelberg.a↑ b↑
  2. Sandbach, F. H. (1975), The Stoics, London.
  3. von Fritz, K. Underwood, E. A. (ed.) (1953), Democritus’ theory of vision, Science, Medicine and History: Essays on the Evolution of Scientific Thought and Medical Practice written inhonour of Charles Singer Oxford. 83-99.
  4. Graeser, A. (1975), Zenon von Kition, Berlin-New York.
  5. Sambursky, S. (1959), Physics of the Stoics, London.
  6. Gerald, W. (1966), The stoic theory of knowledge , Belfast.
  7. Pearson, A. C. (1891), The Fragments of Zeno and Cleanthes, London.
  8. Long, A. A. (1987), Ἡ Ἑλληνιστικὴ Φιλοσοφία. Στωικοί, Ἐπικούρειοι, Σκεπτικοί, μτφρ. Δημόπουλος, Στ. και Δραγώνα-Μονάχου, Μ. Ἀθήνα.
  9. Pohlenz, M. (1964), Die Stoa. Geschichte einer geistigen Bewegung, Vols. I-II, Götingen.
  10. Vogel, C. J. (1959), Greek Philosophy , Vol. 3, Leiden - Berlin.