You are here

165στ

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Cicero, De natura deorum 2.22:

(1) idemque hoc modo: «nullius sensu carentis pars aliqua potest esse sentiens;

mundi autem partes sentientes sunt; non igitur caret sensu mundus .» (2) pergit

idem et urguet angustius: «nihil» inquit «quod animi quodque rationis est

expers, id generare ex se potest animantem compotemque rationis; mundus

autem generat animantis compotesque rationis; animans est igitur mundus

composque rationis.» (3) idemque similitudine, ut saepe solet, rationem con-

clusit hoc modo: «si ex oliva modulate canentes tibiae nascerentur, num du

bitares quin inesset in oliva tibicini quaedam scientia? quid si platani fidiculas

ferrent numerose sonantes, idem scilicet censeres in platanis inesse musicam.

cur igitur mundus non animans sapiensque iudicetur, cum ex se procreet

animantis atque sapientis?»

Cicero, De natura deorum 2.22:

(1) Ὁ Ζήνων λοιπὸν ἐπιχειρηματολογοῦσε ὡς ἑξῆς: «Τίποτε, ποὺ στε-

ρεῖται αἰσθήσεως, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει ἕνα αἰσθανόμενο μέρος.

Ἀλλὰ ὁ κόσμος ἔχει αἰσθανόμενα μέρη. Ἑπομένως, ὁ κόσμος δὲν στε-

ρεῖται αἰσθήσεως.» (2) Μετὰ προχωρεῖ σ' ἕνα πιὸ αὐστηρὸ ἐπιχείρημα:

«Τίποτε ποὺ δὲν μετέχει στὸν νοῦ καὶ στὸν λόγο δὲν μπορεῖ νὰ γεννήσει

κάτι ἔμψυχο καὶ λογικό. Ἀλλὰ ὁ κόσμος γεννᾶ αὐτὰ ποὺ εἶναι ἔμψυχα

καὶ λογικά. Ἑπομένως, ὁ κόσμος εἶναι ἔμψυχος καὶ λογικός.» (3) Αὐτὸς

(ὁ Ζήνων) ἐπίσης, ὅπως συνήθιζε, ἐπιχειρηματολογοῦσε μὲ παρομοιώ-

σεις μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο: «Ἂν ἀπὸ μιὰ ἐλιὰ βλάσταιναν αὐλοὶ παίζοντας

μελωδίες, σίγουρα δὲν θὰ ἀμφέβαλλες ὅτι μέσα στὸ δέντρο θὰ ὑπῆρχε

μιὰ γνώση τῆς αὐλητικῆς. Ἢ ἂν ἁπλὰ δέντρα ἔφεραν λύρες ποὺ ἠχοῦ-

σαν ρυθμικά, χωρὶς ἀμφιβολία θὰ ὑπέθετες πάλι ὅτι θὰ ὑπῆρχε μιὰ τέχνη

μουσικὴ μέσα στὰ ἁπλὰ δέντρα. Γιατὶ τότε νὰ μὴν κριθεῖ ὁ κόσμος σὰν

ἔμψυχος καὶ σοφός, ὅταν γεννᾶ ἀπὸ μέσα του τὸ ἔμψυχο καὶ τὸ σοφό;»

Σχόλια: 

ἀπ. 165ε, 165στ:
Ὁ κόσμος εἶναι ἔμψυχο καὶ λογικὸ ζῶο. Ἡ παραπομπὴ στὴν ἀνάλογη πλατωνικὴ ἄποψη εἶναι στὸν Τίμαιο, 29 κ.ἑ. Στὸ 30α-β, ἀπεικονίζεται ἡ ὀμορφιὰ τοῦ κόσμου: (Ὁ δημιουργὸς) «τὸ πᾶν ξυνετεκταίνετο, ὅπως ὅτι κάλλιστον εἴη κατὰ φύσιν ἄριστόν τε ἔργον ἀπειργασμένος
Ἡ διαφορὰ ἀπὸ τὸν Πλάτωνα βρίσκεται στὸ ὅτι ὁ Ζήνων βλέπει τὸν δημιουργὸ νὰ συνυπάρχει μὲ τὸν κόσμο, νὰ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ εἱρμὸς τῶν αἰτίων ποὺ τὸν πλάθει. Ἡ ἀπεργασία τοῦ κάλλους εἶναι ἔκφραση τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς τοῦ θεοῦ, ποὺ δρᾶ σὰν καλλιτέχνης. Τὸ ἔμψυχο καὶ τὸ σοφό, ποὺ γεννᾶ ὁ κόσμος, σύμφωνα μὲ τὸν συλλογισμὸ τοῦ Ζήνωνα, μαρτυρεῖ τὴν ἔμψυχη καὶ σοφὴ παρουσία τοῦ κόσμου στὸ σύνολό του.
Ἡ παρομοίωση, στὴν ὁποία ἀναφέρεται ὁ Κικέρων, εἶναι χαρακτηριστικὴ τῆς ἐπιμονῆς τοῦ Ζήνωνα στὴν εἰκόνα τῆς τέχνης καὶ τοῦ δημιουργοῦ, τεχνίτη, ποιητῆ, ποὺ δηλώνει τὴν κοσμοποιητικὴ αὐτὴ δραστηριότητα εἶναι τὸ «πῦρ τεχνικόν». (Δὲς SVF1 I 85, 159, 160, 172).
Ἡ ἀντίληψη γιὰ μιὰ κοσμικὴ τέχνη, παρατηρεῖ ὁ L. Stroux (Vergleich und Metapher2, σ. 143), μᾶς δείχνει, ὅτι γιὰ τὸν Ζήνωνα ἡ ἀναλογία αὐτὴ ἔχει μεγαλύτερη ἀξία ἀπὸ ἐκείνη τοῦ Περιπάτου. Ὁ Θεόφραστος ἀκολουθώντας τὸν Ἀριστοτέλη λέει, ὅτι οἱ τέχνες μιμοῦνται τὴ φύση. Ὡστόσο ὁ Ἀριστοτέλης βρίσκει καὶ τὶς βασικὲς διαφορὲς ποὺ διακρίνουν τὴν τέχνη ἀπὸ τὴ φύση, τὶς ἀρχὲς τῆς φύσης ἀπὸ τὰ παράγωγα τοῦ ἀνθρωπίνου χεριοῦ. Ἀντίθετα ὁ Ζήνων αἴρει πλήρως τὴν ἀντίθεση φύσης καὶ τέχνης μέσα στὴ σύλληψη μιᾶς κοσμικῆς τέχνης. Στὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ὑποθετικὴ παρουσία τῆς ἀνθρώπινης τέχνης μέσα στὴ ζωντανὴ φύση ἀναγόμαστε στὴν παρουσία τῆς ἴδιας τῆς κοσμικῆς τέχνης, ποὺ ὑπερέχει, γιατὶ ἀφορᾶ τὸ κοσμικὸ ὅλον. Δὲν πρέπει ὡστόσο νὰ διαφύγει τῆς προσοχῆς μας ἡ μεταφορὰ ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τῆς μουσικῆς τέχνης στὴν περιοχὴ τοῦ ἔμψυχου καὶ τοῦ σοφοῦ. Ἡ ζωή, ἡ σοφία καὶ ἡ ὀμορφιὰ εἶναι ἰδωμένη ἀπὸ τὴν προοπτικὴ τῆς κοσμικῆς τέχνης, ὅπως προδίδεται στὰ παραδείγματα, ποὺ συναντοῦμε στὸν κόσμο τῆς ἐμπειρίας.

  1. von Armin, J. (1964), Stoicorum Veterum Fragmenta, Vols. I-IV, Stuttgart.
  2. Stroux, L. (1966), Vergleich und Metapher in der Lehre des Zenon von Kition, Heidelberg.