You are here

162γ

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

[Galenus], Historia philosophica. 23, p. 612, 19 - 613, 2 Diels:

Σῶμα τινῶν ὑπολαβόντων τὸ οἷόν τε ποιεῖνπάσχειν1, ἕτεροι τὸ τριχῇ

διαστατὸν μετὰ ἀντιτυπίας τὸ σῶμα καθεστάναι φασίν. εἶναι μὲν γὰρ

σημεῖον, οὗ μέρος οὐδέν, ἐπιφάνειαν2 δὲ τὸ μήκους καὶ πλάτους3 μετέχον,

τοῦτο δὲ ὁπόταν μέγεθος4 προσλάβῃ, σῶμα νομίζουσιν εἶναι. τινὲς δὲ τὰ

  πέρατα σώματα εἶναι ὑπειλήφασιν.

  1. 1 τὸ εἴτε ποιεῖν εἴτε πάσχειν AB, quod B addito δυνάμενον suo marte interpolavit: in quo est agere et pati N: corr. Diels
  2. 3. ἐπιφάνεια AB recte N ‖
  3. μήκους κ. πλάτους μετέχον A: μῆκος κ. πλάτος ἔχον Β
  4. 4. μέγεθος ΒΝ Hülser: μεγέθους Α: καὶ βάθος Diels.
Γαληνός, Περὶ τῆς φιλοσόφου ἱστορίας 23, p. 612, 19 - 613, 2 Diels:

Ἐνῶ μερικοὶ κατανόησαν τὸ σῶμα ὡς κάτι, ποὺ δύναται νὰ ποιεῖ

καὶ νὰ πάσχει, ἄλλοι λένε, ὅτι σῶμα εἶναι τὸ τρισδιάστατο σὲ ἔκταση ποὺ ἔχει

ἀντίσταση. Γιατὶ ἕνα σημεῖο εἶναι αὐτό, ποὺ δὲν κατέχει κανένα μέρος,

ἐπιφάνεια αὐτὸ ποὺ μετέχει μήκους καὶ πλάτους, κι' αὐτό, ὅταν προσλά-

βει ὕψος, τότε θεωρεῖται ὅτι εἶναι σῶμα. Μερικοὶ ὡστόσο θεωροῦν ὅτι

σώματα εἶναι τὰ πέρατα.

Σχόλια: 

ἀπ. 162γ:
Κάθε σῶμα εἶναι, ὅπως βλέπουμε στὸ ἀπ. αὐτὸ γιὰ τὸν Γαληνό, τρισδιάστατα ἐκτεινόμενο καὶ εἶναι στερεό, παρουσιάζει γι' αὐτὸ ἀντίσταση καὶ μπορεῖ νὰ ἐνεργεῖ καὶ νὰ πάσχει, σύμφωνα μὲ τὴ ζηνώνεια ἀντίληψη, ποὺ ὑπονοεῖται. Τὸ σῶμα κατέχει ἕνα χῶρο, δὲν εἶναι ὅμως ὁ χῶρος σῶμα. Ὁ κοσμικὸς χῶρος εἶναι πλήρης ἀπὸ σώματα, ἄρα μέσα στὸν κόσμο δὲν ὑπάρχει χῶρος κενός. Ὡστόσο τὸν κόσμο τὸν περιβάλλει τὸ ἄπειρο κενό, ποὺ εἶναι ἄδειος χῶρος.
Θὰ μπορούσαμε ἐπίσης νὰ παραπέμψουμε στὸν Κικέρωνα (Academica1 I. 39), ποὺ τονίζει τὴ διαφορὰ τοῦ Ζήνωνος πρὸς τοὺς Πλατωνικοὺς καὶ τοὺς Περιπατητικούς, ἀφοῦ ὁ Ζήνων θεωροῦσε ἀδύνατο νὰ ἐπενεργήσει κάτι ἀσώματο πάνω σὲ ὁτιδήποτε ἄλλο. Ὁ Ζήνων ἀπαντᾶ στὸν Πλάτωνα, ποὺ στὸν Σοφιστὴ (247c), ἀναφέρεται σὲ ἀνθρώπους ποὺ ὄντας παιδιὰ τῆς γῆς (αὐτόχθονες) δὲν ντρέπονται νὰ ἰσχυρίζονται, ὅτι πραγματικὸ εἶναι μόνο αὐτὸ ποὺ πιάνουν μὲ τὰ χέρια τους. Ὁ Ξενοκράτης ὡς δεύτερος διάδοχος τοῦ Πλάτωνος στὴν Ἀκαδημία βλέπει στὸν νοῦ τὴν ἀσώματη ἀρχή. Ἀλλὰ καὶ οἱ Περιπατητικοί, ὅταν ἀναφέρονται στὸ καθαρὸ εἶδος ἐννοοῦν κάτι ἀσώματο. Αὐτὴ ἡ ἐμμονὴ στὴ σωματικότητα τῶν ὄντων κι' αὐτῶν ἀκόμα τῶν ψυχικῶν φαινομένων καὶ τῶν ἠθικῶν πράξεων, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ θεοῦ, δὲν ὀφείλεται σ' αὐτὸ ποὺ ὁ Pohlenz (Stoa2 I, 66) ὀνομάζει «semitische Anschauungsweise», ἀφοῦ ἡ ἔννοια τοῦ σωματικοῦ στὸν Ζήνωνα εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀπεργασμένη μὲ τὰ μέτρα τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καὶ ὡς ἕνα ἐγχείρημα ἐπανόδου στὴν ἀρχαϊκὴ προσέγγιση τῆς φύσης περνᾶ μέσ' ἀπὸ τὴ δοκιμασία τῆς πλατωνικῆς καὶ ἀριστοτελικῆς σκέψης. Τὰ σώματα εἶναι «φύσις», πνευματικὴ καὶ ὑλικὴ μαζὶ ὀντότητα, συμπαρουσία «ὕλης» καὶ «πνεύματος», δηλ. ἔνυλης παρουσίας τοῦ λόγου. Γι' αὐτὸ καὶ μποροῦν νὰ διεισδύσουν τὸ ἕνα μέσα στὸ ἄλλο καὶ νὰ συνυπάρχουν στὸν ἴδιο τόπο. Τὴν ἰδιαιτερότητά τους τὴ σχηματίζει τὸ πεδίο πνεύματος ποὺ τὰ διαπερνᾶ. Μὲ τὴν ἔννοιαν αὐτή, ποὺ ἐπεξεργάστηκε ὁ Ζήνων καὶ οἱ Στωικοὶ γιὰ τὸ σῶμα, ἐξουδετέρωσαν τὶς δυσκολίες ποὺ παρουσίαζε ἡ ἀριστοτελικὴ σχέση οὐσίας καὶ συμβεβηκότος (δές: Lutz Bloos, Probleme der stoischen Physik3, Hamburg 1973, σ. 120).

  1. Reid, J. (1885), Academica II. Text revised and explained, London.
  2. Pohlenz, M. (1964), Die Stoa. Geschichte einer geistigen Bewegung, Vols. I-II, Götingen.
  3. Bloos, L. (1973), Probleme der stoischen Physik, Hamburg.