You are here

161γ

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Calcidius, In Platonis Timaeum: 292:

(1) Zeno hanc ipsam essentiam  finitam esse dicit unamque eam communem

omnium quae sunt esse substantiam, (2) dividuam quoque et usque quaque

mutabilem. (3) partes quippe eius verti sed non interire, ita ut de existendibus

consumantur in nihilum. sed ut innumerabilium diversarum etiam cerearum

figurarum, sic neque formam neque figuram nec ullam omnino qualitatem

propriam fore censet fundamenti rerum omnium silvae, coniunctam tamen

esse semper et inseparabiliter cohaerere alicui qualitate. (4) cumque tam sine

ortu sit quam sine interitu, quia neque de non existente substitit nec consumetur

in nihilum, non deesse si spiritum ac vigorem ex aeternitate, qui moveat eam

rationabiliter totam interdum, non numquam pro portione.

Calcidius, In Platonis Timaeum 292:

(1) Ὁ Ζήνων λέει ὅτι ἡ οὐσία ἡ ἴδια εἶναι πεπερασμένη καὶ ὅτι εἶναι τὸ

ἕνα κοινὸ ὑποκείμενο (substantia) ὅλων ὅσα ὑπάρχουν. (2) Καὶ ὅτι εἶναι

διαιρετὴ καὶ συνεχῶς ὑποκείμενη στὴ μεταβολή. (3) Τὰ μέρη της μετα-

βάλλονται ἀλλὰ δὲν φθείρονται, ὥστε νὰ καταστραφοῦν ἀπὸ τὴν ὕπαρ-

ξη στὸ τίποτε. Ἀλλὰ ὅπως συμβάινει καὶ μὲ τὰ ἀναρίθμητα διάφορα

σχήματα τοῦ κεριοῦ, ἔτσι σκέπτεται ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχει μορφὴ ἢ σχῆμα

ἢ ὁποιαδήποτε ποιότητα ποὺ νὰ εἶναι ἰδιάζουσα, ὥστε νὰ ταιριάζει νὰ

ἀποτελεῖ θεμέλιο ὅλων τῶν πραγμάτων· ὡστόσο εἶναι πάντα ἑνωμένη

καὶ ἀχώριστα συνδεδεμένη μὲ τὴ μιὰ ἢ τὴν ἄλλη ποιότητα. (4) Καὶ ἐφ'

ὅσον εἶναι ἐξ ἴσου χωρὶς γένεση καὶ φθορά, ἀφοῦ δὲν προκύπτει ἀπὸ

κάτι μὴ ὑπάρχον καὶ δὲν θὰ χαθεῖ σ' ἕνα τίποτε, δὲν τῆς λείπει ἡ πνοὴ καὶ

ἡ ζωντάνια ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα, γιὰ νὰ τὴ θέσει σὲ λογικὴ ἐνέργεια

κάποτε ἐξ ὁλοκλήρου καὶ κάποτε κατὰ μέρος.

Σχόλια: 

ἀπ. 161, 161α, 161β, 161γ καὶ 161δ:
Ἀμέσως ὁ Διογένης ὁ Λαέρτιος (161) ἀναφέρεται στὶς δύο ἀρχὲς τῆς ζηνώνειας φυσικῆς, τὸ ποιοῦν καὶ τὸ πάσχον. Ἕνα εἶναι τὸ ὅλον, ὁ κόσμος, ποὺ περιβάλλεται ἀπὸ τὸ κενό. Στὴν ὕπαρξη καὶ τὴ διαμόρφωσή του συντελοῦν δύο ἀρχές, ἡ ἐνεργητική, ποὺ εἶναι ὁ λόγος ἢ ὁ θεός, καὶ ἡ παθητική, ποὺ εἶναι ἡ ὕλη. Ὁ λόγος πλάθει τὴν ὕλη καὶ δημιουργεῖ τὸ κάθε τί. Ἡ ὕλη ἢ ἡ πρώτη ὕλη (161α) εἶναι αὐτό, ποὺ ὑπόκειται, ἕνα ὑποκείμενο τῶν πραγμάτων, πάνω στὸ ὁποῖο ἐνεργεῖ ὁ λόγος καὶ ὡς τέτοιο ὑποκείμενο εἶναι χωρὶς ποιότητες («ἄποιος») καὶ ἄμορφη (161γ), ὅπως εἶναι τὸ κερί, ποὺ δέχεται ὅμως ποικίλες κάθε φορὰ μορφές. Λόγος καὶ ὕλη ὀνομάζονται ἀρχὲς καὶ ὡς τέτοιες εἶναι ἄφθαρτες καὶ ἀγέννητες καὶ ἄμορφες (161), ἐνῶ τὰ στοιχεῖα, ποὺ εἶναι τέσσερα (φωτιά, ἀέρας, νερό, γῆ) ἔχουν μορφή, ὑποκείμενη ὡστόσο στὴ μετατροπὴ καὶ τὴ φθορά. Τὰ τέσσερα στοιχεῖα μαζὶ ἀποτελοῦν τὴν ἄποιον οὐσία, τὴν ὕλη (161). Πῶς ὅμως ἐξηγεῖται ἡ ἀπουσία μορφῆς ἀπὸ τὶς ἀρχές; Ἡ ὕλη εἶναι βέβαια τὸ ἄμορφο ὑποκείμενο, ποὺ μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ λόγου μορφοποιεῖται. Ὁ λόγος ὅμως ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἂν καὶ μορφοποιητικὴ ἀρχή, δὲν ἔχει ὁ ἴδιος συγκεκριμένη μορφή, ἀλλὰ χρειάζεται τὴν ὕλη γιὰ τὴ μορφοποίηση τῶν συγκεκριμένων σωμάτων μὲ τὰ ἰδιαίτερά τους γνωρίσματα.
Λόγος καὶ ὕλη, οἱ δύο ἀρχές, εἶναι σώματα (162, 162α, β, γ) γιατί, ἂν δὲν ἦταν σώματα, δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ἐνεργοῦν ἢ νὰ πάσχουν. Τὶς ἀρχὲς τοῦ ἐνεργεῖν καὶ πάσχειν τὶς γνωρίζει ὁ Ζήνων ἀπὸ τὸν Πλάτωνα καὶ τὸν Ἀριστοτέλη. Ὁ Πλάτων ἀναφέρει στὸν Σοφιστή, ὅτι κάθε τι ποὺ ὑπάρχει ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἐνεργεῖ ἢ νὰ πάσχει: «Λέγω δὴ τὸ καὶ ὁποιανοῦν κεκτημένον δύναμιν, εἴτ' εἰς τὸ ποιεῖν ἕτερον ὁτιοῦν πέφυκε, εἴτ' εἰς τὸ παθεῖν καὶ σμικρότατον ὑπὸ τοῦ φαυλοτάτου, κἂν εἰ μόνον εἰς ἅπαξ, πᾶν τοῦτο ὄντως εἶναι.» (Σοφ. 247c). Ὁ Ζήνων βέβαια, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν Πλάτωνα, περιορίζει τὴ σχέση ἐνέργειας-πάθους στὰ σώματα μόνον.
Ὁ Ζήνων διακρίνοντας τὸν θεὸ ὡς τὴν ἐνεργό, δημιουργικὴ ἀρχή, ἁπὸ τὴν ὕλη ὡς τὸ ὑποκείμενο, ἀκολουθεῖ τὸν πλατωνικὸ Τίμαιο (δημιουργὸς 28a-30b, τιθήνη, γενέσεως ὑποδοχὴ 49a καὶ χώρα 51a-b, 52b). Ὁ Ἀριστοτέλης γράφει σχετικὰ γιὰ τὸν Πλάτωνα: «δύο τὰς ἀρχὰς βούλεται ποιεῖν, τὸ μὲν ὑποκείμενον ὕλην, ὃ προσαγορεύει πανδεχές, τὸ δ'αἴτιον καὶ κινοῦν, ὃ περιάπτει τῇ τοῦ θεοῦ καὶ τ' ἀγαθοῦ δυνάμει» (Θεοφρ. ἀπ. 48 Wimmwer).
Εἶναι ἐμφανὴς ἐπίσης ἡ διαφορὰ τῆς Ζηνώνειας ἀντίληψης γιὰ τὴ σωματικὴ ὑπόσταση τῶν ἐνεργούντων καὶ πασχόντων ἀπὸ τὴν ἀριστοτέλεια σχέση ὕλης καὶ εἴδους. Τὸ ἀριστοτελικὸ εἶδος δὲν εἶναι σῶμα.
Ὁ Calcidius (161α) λέει, ὅτι ὁ Ζήνων καὶ ὁ Χρύσιππος διέκριναν τὴν ὕλη (silvam) ἀπὸ τὴν οὐσία (essentiam). Ἡ οὐσία εἶναι ἡ ἀόριστη, ἄμορφη ὕλη ποὺ ἀποτελεῖ τὸ ὑπόστρωμα τοῦ σύμπαντος, ἐνῶ ἡ ὕλη εἶναι τὸ ὑλικὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶναι πλασμένο ἕνα συγκεκριμένο, ἀτομικὸ πράγμα. Φαίνεται, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Pearson (Fragments1, σ. 96), ὅτι ἡ ὕλη ἀπὸ κάποια ἄποψη εἶναι ὁ γενικότερος ὅρος, ἀφοῦ ἡ οὐσία εἶναι ἡ πρώτη ὕλη. Βλ. ἐπίσης τὸ ἀπ. 161β, ὅπου ὁ Δ. Λαέρτιος ἐπισημαίνει τὴν ἴδια διάκριση οὐσίας (πρώτης ὕλης) ποὺ ἀναφέρεται σὲ ὅλα, καὶ τῆς ὕλης, ποὺ ἀναφέρεται στὰ ἐπὶ μέρους ὄντα. Ἡ πρώτη εἶναι πεπερασμένη, δὲν μεταβάλλεται ὡς πρὸς τὴν ποσότητα καὶ εἶναι ἄπειρα τμητή. Ὁ χαρακτηρισμὸς «πεπερασμένη», ποὺ ἀπαντᾶ καὶ στὸν Calcidius (ἀπ. 161γ), διατυπώνεται σὲ ἀντίθεση πρὸς τοὺς Ἐπικουρείους. Τὸ κενὸ εἶναι ἄπειρο, ὁ κόσμος ὅμως ὡς κάτι σωματικὸ εἶναι πεπερασμένος (βλ. καὶ Στοβ. Ἐκλ. Ι 18. 4d, p. 161, «πεπερασμένον διὰ τὸ μηδὲν σῶμα ἄπειρον εἶναι. Καθάπερ δὲ τὸ σωματικὸν πεπερασμένον εἶναι, οὕτως καὶ τὸ ἀσώματον ἄπειρον»). Τὸ πρόβλημα τοῦ κενοῦ καὶ τοῦ ὄντος μᾶς ἐπαναφέρει στὴ σκέψη τοῦ Παρμενίδη, ποὺ ἀρνεῖται τὴν ὕπαρξη τοῦ μηδενός, τοῦ κενοῦ θὰ ἔλεγε ὁ Δημόκριτος. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ ἰδέα τοῦ πεπερασμένου ὡς τελείου εἶναι βαθιὰ ριζωμένη στὴν ἑλληνικὴ σκέψη. Ἡ πυθαγόρεια ἀρχὴ τοῦ πέρατος καθορίζει κάθε τὶ ποὺ εἶναι. Τέτοιο εἶναι καὶ τὸ πεπερασμένο στὴ μορφὴ ἐὸν τοῦ Παρμενίδη, ἡ ἀρχὴ τοῦ πέρατος στὸν πλατωνικὸ Φίληβο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ ἐπ' ἄπειρον κατάτμηση ἔχει τὴν πηγή της στὸν Ἐλεάτη Ζήνωνα. Τὴν ἄποψη τῶν Στωικῶν γιὰ τὸ πεπερασμένο τὴν ἀναιρεῖ ὁ Λουκρήτιος (Ι. 1008-1051), ποὺ γράφει: «infinita opus est vis undique materiae».
«cerearum» (Calcidius 161γ): τὸ κερὶ εἶναι ἡ πιὸ εὔπλαστη οὐσία καὶ μπορεῖ ἔτσι νὰ εἰκονίσει τὸ εὔπλαστο τῆς ὕλης. Βλ. Σέξτος, Μαθ. 7, 375: «ὁ μαλακώτατος κηρός... τυποῦται μὲν ὑπό τινος ἅμα νοήματι διὰ τὴν ὑγρότητα οὐ συνέχει δὲ τὸν τύπον
«neque formam» (161γ): Δὲς καὶ 161α, ὅπου ἀναφέρονται οἱ ἀρχὲς ὡς ἄμορφες. Ἐπίσης Στοβ. Ἐκλ. I 11. 5c, p. 133, 18: «τὴν τῶν ὅλων οὐσίαν ὕλην ἄποιον καὶ ἄμορφον εἶναι καθ' ὅσον οὐδὲν ἀποτεταγμένον ἴδιον ἔχει σῆμα οὐδὲ ποιότητα καθ' αὑτὴν ἀεὶ δ' ἔν τινι σχήματι καὶ ποιότητι εἶναι». Οἱ Στωικοὶ φαίνεται νὰ ἔχουν υἱοθετήσει τὴν ἀριστοτέλεια σύλληψη τῆς ὕλης. Πρβλ.: Μετὰ τὰ Φ. Ζ3, 1029 α 20 «λέγω δ' ὕλην ἢ καθ' αὑτὴν μήτε τι μήτε ποσὸν μήτε ἄλλο μηδὲν λέγεται οἷς ὥρισται τὸ ὄν». Ὅπως λοιπον ἡ ὕλη συνάπτεται μὲ τὸ εἶδος γιὰ τὴ συναποτέλεση ἑνὸς ὄντος, ἔτσι καὶ στὸν Ζήνωνα ἡ ὕλη συνάπτεται μὲ τὸν λόγο. Ἡ διαφορά, παρατηρεῖ ὁ Pearson, Fragments1 98, μεταξὺ Στωικῶν, ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν ὕλη ὡς σῶμα, καὶ Ἀριστοτέλη, ποὺ τὴ χαρακτηρίζει σωματική, εἶναι περισσότερο φαινομενικὴ παρὰ οὐσιαστική.
«non deesse ei spiritum»: (161γ): Ἡ ὕλη εἶναι δεκτικὴ τοῦ «πνεύματος», ποὺ εἶναι φύσις καὶ ψυχὴ «λόγον ἔχουσα».

  1. Pearson, A. C. (1891), The Fragments of Zeno and Cleanthes, London.a↑ b↑