You are here

161

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Diogenes Laertius 7.134:

Δοκεῖ δ' αὐτοῖς ἀρχὰς εἶναι τῶν ὅλων δύο, τὸ ποιοῦν καὶ τὸ πάσχον . τὸ

μὲν οὖν πάσχον εἶναι τὴν ἄποιον οὐσίαν τὴν ὕλην, τὸ δὲ ποιοῦν τὸν ἐν

αὐτῇ λόγον τὸν θεόν· τοῦτον γὰρ ἀΐδιον ὄντα διὰ πάσης αὐτῆς δημιουρ-

γεῖν ἕκαστα. τίθησι δὲ τὸ δόγμα τοῦτο Ζήνων μὲν ὁ Κιτιεὺς ἐν τῷ Περὶ

  οὐσίας, Κλεάνθης δ' ἐν τῷ Περὶ τῶν ἀτόμων, Χρύσιππος δ' ἐν τῇ πρώτῃ

τῶν Φυσικῶν πρὸς τῷ τέλει, Ἀρχέδημος δ' ἐν τῷ Περὶ στοιχείων καὶ

Ποσειδώνιος ἐν τῷ δευτέρῳ τοῦ Φυσικοῦ λόγου. διαφέρειν δέ φασιν

ἀρχὰς καὶ στοιχεῖα· τὰς μὲν γὰρ εἶναι ἀγεννήτους ‹καὶ›1 ἀφθάρτους, τὰ

δὲ στοιχεῖα κατὰ τὴν ἐκπύρωσιν φθείρεσθαι. ἀλλὰ καὶ σώματα2 εἶναι τὰς

ἀρχὰς καὶ ἀμόρφους, τὰ δὲ μεμορφῶσθαι.

  1. 8 ‹καὶ› add. Stephanus e Suda
  2. 9 σώματα BFP. Gigante dubit. Vol. II p. 538 n. 162. Hülser: ἀσωμάτους Lipsius e Suda (s.v. ἀρχή, Vol. I. p. 373 n. 4092 Adler) Long.
Διογένης Λαέρτιος 7.134:

Αὐτοὶ λοιπὸν διδάσκουν, ὅτι οἱ ἀρχὲς τῶν ὅλων εἶναι δύο, τὸ ποιοῦν καὶ

τὸ πάσχον. Καὶ τὸ μὲν πάσχον εἶναι ἡ χωρὶς ποιότητα οὐσία, ἡ ὕλη, τὸ δὲ

ποιοῦν εἶναι ὁ λόγος μέσα της, ὁ θεός· αὐτὸς δηλ. ὄντας αἰώνιος δη-

μιουργεῖ τὸ κάθε τι στὴν ὅλη περιοχὴ τῆς ὕλης. Αὐτὴ τὴ διδασκαλία

ἐκθέτει ὁ Ζήνων ὁ Κιτιεὺς στὸ σύγγραμμά του «Περὶ οὐσίας», ὁ Κλε-

άνθης στὸ «Περὶ τῶν ἀτόμων», ὁ Χρύσιππος στὸ πρῶτο βιβλίο τῶν «Φυ-

σικῶν» του πρὸς τὸ τέλος, ὁ Ἀρχέδημος δὲ στὸ «Περὶ στοιχείων» καὶ ὁ

Ποσειδώνιος στὸ δεύτερο βιβλίο τοῦ «Φυσικοῢ λόγου». Λένε ἐπίσης ὅτι

διαφέρουν οἱ ἀρχὲς ἀπὸ τὰ στοιχεῖα· γιατὶ οἱ μὲν ἀρχὲς εἶναι ἀγέννητες

καὶ ἄφθαρτες, ἐνῶ τὰ στοιχεῖα κατὰ τὴν ἐκπύρωση φθείρονται. Ἐκτὸς

ἀπ' αὐτὸ οἱ ἀρχὲς εἶναι σώματα καὶ ἄμορφες, ἐνῶ τὰ στοιχεῖα διαθέτουν

μορφή.

Σχόλια: 

ἀπ. 161, 161α, 161β, 161γ καὶ 161δ:
Ἀμέσως ὁ Διογένης ὁ Λαέρτιος (161) ἀναφέρεται στὶς δύο ἀρχὲς τῆς ζηνώνειας φυσικῆς, τὸ ποιοῦν καὶ τὸ πάσχον. Ἕνα εἶναι τὸ ὅλον, ὁ κόσμος, ποὺ περιβάλλεται ἀπὸ τὸ κενό. Στὴν ὕπαρξη καὶ τὴ διαμόρφωσή του συντελοῦν δύο ἀρχές, ἡ ἐνεργητική, ποὺ εἶναι ὁ λόγος ἢ ὁ θεός, καὶ ἡ παθητική, ποὺ εἶναι ἡ ὕλη. Ὁ λόγος πλάθει τὴν ὕλη καὶ δημιουργεῖ τὸ κάθε τί. Ἡ ὕλη ἢ ἡ πρώτη ὕλη (161α) εἶναι αὐτό, ποὺ ὑπόκειται, ἕνα ὑποκείμενο τῶν πραγμάτων, πάνω στὸ ὁποῖο ἐνεργεῖ ὁ λόγος καὶ ὡς τέτοιο ὑποκείμενο εἶναι χωρὶς ποιότητες («ἄποιος») καὶ ἄμορφη (161γ), ὅπως εἶναι τὸ κερί, ποὺ δέχεται ὅμως ποικίλες κάθε φορὰ μορφές. Λόγος καὶ ὕλη ὀνομάζονται ἀρχὲς καὶ ὡς τέτοιες εἶναι ἄφθαρτες καὶ ἀγέννητες καὶ ἄμορφες (161), ἐνῶ τὰ στοιχεῖα, ποὺ εἶναι τέσσερα (φωτιά, ἀέρας, νερό, γῆ) ἔχουν μορφή, ὑποκείμενη ὡστόσο στὴ μετατροπὴ καὶ τὴ φθορά. Τὰ τέσσερα στοιχεῖα μαζὶ ἀποτελοῦν τὴν ἄποιον οὐσία, τὴν ὕλη (161). Πῶς ὅμως ἐξηγεῖται ἡ ἀπουσία μορφῆς ἀπὸ τὶς ἀρχές; Ἡ ὕλη εἶναι βέβαια τὸ ἄμορφο ὑποκείμενο, ποὺ μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ λόγου μορφοποιεῖται. Ὁ λόγος ὅμως ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἂν καὶ μορφοποιητικὴ ἀρχή, δὲν ἔχει ὁ ἴδιος συγκεκριμένη μορφή, ἀλλὰ χρειάζεται τὴν ὕλη γιὰ τὴ μορφοποίηση τῶν συγκεκριμένων σωμάτων μὲ τὰ ἰδιαίτερά τους γνωρίσματα.
Λόγος καὶ ὕλη, οἱ δύο ἀρχές, εἶναι σώματα (162, 162α, β, γ) γιατί, ἂν δὲν ἦταν σώματα, δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ἐνεργοῦν ἢ νὰ πάσχουν. Τὶς ἀρχὲς τοῦ ἐνεργεῖν καὶ πάσχειν τὶς γνωρίζει ὁ Ζήνων ἀπὸ τὸν Πλάτωνα καὶ τὸν Ἀριστοτέλη. Ὁ Πλάτων ἀναφέρει στὸν Σοφιστή, ὅτι κάθε τι ποὺ ὑπάρχει ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἐνεργεῖ ἢ νὰ πάσχει: «Λέγω δὴ τὸ καὶ ὁποιανοῦν κεκτημένον δύναμιν, εἴτ' εἰς τὸ ποιεῖν ἕτερον ὁτιοῦν πέφυκε, εἴτ' εἰς τὸ παθεῖν καὶ σμικρότατον ὑπὸ τοῦ φαυλοτάτου, κἂν εἰ μόνον εἰς ἅπαξ, πᾶν τοῦτο ὄντως εἶναι.» (Σοφ. 247c). Ὁ Ζήνων βέβαια, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν Πλάτωνα, περιορίζει τὴ σχέση ἐνέργειας-πάθους στὰ σώματα μόνον.
Ὁ Ζήνων διακρίνοντας τὸν θεὸ ὡς τὴν ἐνεργό, δημιουργικὴ ἀρχή, ἁπὸ τὴν ὕλη ὡς τὸ ὑποκείμενο, ἀκολουθεῖ τὸν πλατωνικὸ Τίμαιο (δημιουργὸς 28a-30b, τιθήνη, γενέσεως ὑποδοχὴ 49a καὶ χώρα 51a-b, 52b). Ὁ Ἀριστοτέλης γράφει σχετικὰ γιὰ τὸν Πλάτωνα: «δύο τὰς ἀρχὰς βούλεται ποιεῖν, τὸ μὲν ὑποκείμενον ὕλην, ὃ προσαγορεύει πανδεχές, τὸ δ'αἴτιον καὶ κινοῦν, ὃ περιάπτει τῇ τοῦ θεοῦ καὶ τ' ἀγαθοῦ δυνάμει» (Θεοφρ. ἀπ. 48 Wimmwer).
Εἶναι ἐμφανὴς ἐπίσης ἡ διαφορὰ τῆς Ζηνώνειας ἀντίληψης γιὰ τὴ σωματικὴ ὑπόσταση τῶν ἐνεργούντων καὶ πασχόντων ἀπὸ τὴν ἀριστοτέλεια σχέση ὕλης καὶ εἴδους. Τὸ ἀριστοτελικὸ εἶδος δὲν εἶναι σῶμα.
Ὁ Calcidius (161α) λέει, ὅτι ὁ Ζήνων καὶ ὁ Χρύσιππος διέκριναν τὴν ὕλη (silvam) ἀπὸ τὴν οὐσία (essentiam). Ἡ οὐσία εἶναι ἡ ἀόριστη, ἄμορφη ὕλη ποὺ ἀποτελεῖ τὸ ὑπόστρωμα τοῦ σύμπαντος, ἐνῶ ἡ ὕλη εἶναι τὸ ὑλικὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶναι πλασμένο ἕνα συγκεκριμένο, ἀτομικὸ πράγμα. Φαίνεται, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Pearson (Fragments1, σ. 96), ὅτι ἡ ὕλη ἀπὸ κάποια ἄποψη εἶναι ὁ γενικότερος ὅρος, ἀφοῦ ἡ οὐσία εἶναι ἡ πρώτη ὕλη. Βλ. ἐπίσης τὸ ἀπ. 161β, ὅπου ὁ Δ. Λαέρτιος ἐπισημαίνει τὴν ἴδια διάκριση οὐσίας (πρώτης ὕλης) ποὺ ἀναφέρεται σὲ ὅλα, καὶ τῆς ὕλης, ποὺ ἀναφέρεται στὰ ἐπὶ μέρους ὄντα. Ἡ πρώτη εἶναι πεπερασμένη, δὲν μεταβάλλεται ὡς πρὸς τὴν ποσότητα καὶ εἶναι ἄπειρα τμητή. Ὁ χαρακτηρισμὸς «πεπερασμένη», ποὺ ἀπαντᾶ καὶ στὸν Calcidius (ἀπ. 161γ), διατυπώνεται σὲ ἀντίθεση πρὸς τοὺς Ἐπικουρείους. Τὸ κενὸ εἶναι ἄπειρο, ὁ κόσμος ὅμως ὡς κάτι σωματικὸ εἶναι πεπερασμένος (βλ. καὶ Στοβ. Ἐκλ. Ι 18. 4d, p. 161, «πεπερασμένον διὰ τὸ μηδὲν σῶμα ἄπειρον εἶναι. Καθάπερ δὲ τὸ σωματικὸν πεπερασμένον εἶναι, οὕτως καὶ τὸ ἀσώματον ἄπειρον»). Τὸ πρόβλημα τοῦ κενοῦ καὶ τοῦ ὄντος μᾶς ἐπαναφέρει στὴ σκέψη τοῦ Παρμενίδη, ποὺ ἀρνεῖται τὴν ὕπαρξη τοῦ μηδενός, τοῦ κενοῦ θὰ ἔλεγε ὁ Δημόκριτος. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ ἰδέα τοῦ πεπερασμένου ὡς τελείου εἶναι βαθιὰ ριζωμένη στὴν ἑλληνικὴ σκέψη. Ἡ πυθαγόρεια ἀρχὴ τοῦ πέρατος καθορίζει κάθε τὶ ποὺ εἶναι. Τέτοιο εἶναι καὶ τὸ πεπερασμένο στὴ μορφὴ ἐὸν τοῦ Παρμενίδη, ἡ ἀρχὴ τοῦ πέρατος στὸν πλατωνικὸ Φίληβο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ ἐπ' ἄπειρον κατάτμηση ἔχει τὴν πηγή της στὸν Ἐλεάτη Ζήνωνα. Τὴν ἄποψη τῶν Στωικῶν γιὰ τὸ πεπερασμένο τὴν ἀναιρεῖ ὁ Λουκρήτιος (Ι. 1008-1051), ποὺ γράφει: «infinita opus est vis undique materiae».
«cerearum» (Calcidius 161γ): τὸ κερὶ εἶναι ἡ πιὸ εὔπλαστη οὐσία καὶ μπορεῖ ἔτσι νὰ εἰκονίσει τὸ εὔπλαστο τῆς ὕλης. Βλ. Σέξτος, Μαθ. 7, 375: «ὁ μαλακώτατος κηρός... τυποῦται μὲν ὑπό τινος ἅμα νοήματι διὰ τὴν ὑγρότητα οὐ συνέχει δὲ τὸν τύπον
«neque formam» (161γ): Δὲς καὶ 161α, ὅπου ἀναφέρονται οἱ ἀρχὲς ὡς ἄμορφες. Ἐπίσης Στοβ. Ἐκλ. I 11. 5c, p. 133, 18: «τὴν τῶν ὅλων οὐσίαν ὕλην ἄποιον καὶ ἄμορφον εἶναι καθ' ὅσον οὐδὲν ἀποτεταγμένον ἴδιον ἔχει σῆμα οὐδὲ ποιότητα καθ' αὑτὴν ἀεὶ δ' ἔν τινι σχήματι καὶ ποιότητι εἶναι». Οἱ Στωικοὶ φαίνεται νὰ ἔχουν υἱοθετήσει τὴν ἀριστοτέλεια σύλληψη τῆς ὕλης. Πρβλ.: Μετὰ τὰ Φ. Ζ3, 1029 α 20 «λέγω δ' ὕλην ἢ καθ' αὑτὴν μήτε τι μήτε ποσὸν μήτε ἄλλο μηδὲν λέγεται οἷς ὥρισται τὸ ὄν». Ὅπως λοιπον ἡ ὕλη συνάπτεται μὲ τὸ εἶδος γιὰ τὴ συναποτέλεση ἑνὸς ὄντος, ἔτσι καὶ στὸν Ζήνωνα ἡ ὕλη συνάπτεται μὲ τὸν λόγο. Ἡ διαφορά, παρατηρεῖ ὁ Pearson, Fragments1 98, μεταξὺ Στωικῶν, ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν ὕλη ὡς σῶμα, καὶ Ἀριστοτέλη, ποὺ τὴ χαρακτηρίζει σωματική, εἶναι περισσότερο φαινομενικὴ παρὰ οὐσιαστική.
«non deesse ei spiritum»: (161γ): Ἡ ὕλη εἶναι δεκτικὴ τοῦ «πνεύματος», ποὺ εἶναι φύσις καὶ ψυχὴ «λόγον ἔχουσα».

  1. Pearson, A. C. (1891), The Fragments of Zeno and Cleanthes, London.a↑ b↑