You are here

F1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Aristot. Hist. animal. 511b-512b

1,2Ἐπεὶ δ'3 ἀρχῆι ἔοικεν ἡ τοῦ αἵματος φύσις καὶ ἡ τῶν φλεβῶν ,

πρῶτον περὶ τούτων λεκτέον, ἄλλως τε ἐπειδὴ καὶ τῶν πρότε-

ρον4 εἰρηκότων τινὲς οὐ καλῶς λέγουσιν. αἴτιον δὲ τῆς ἀγνοίας

τὸ δυσθεώρητον αὐτῶν. ἐν μὲν γὰρ τοῖς τεθνεῶσι τῶν ζώιων

  ἄδηλοςφύσις τῶν κυριωτάτων φλεβῶν διὰ τὸ συμπίπτειν

εὐθὺς ἐξιόντος τοῦ αἵματος μάλιστα ταύτας (ἐκ τούτων γὰρ

ἐκχεῖται ἀθρόον ὥσπερ ἐξ ἀγγείου· καθ' αὑτὸ γὰρ οὐδὲν ἔχει

αἷμα, πλὴν ὀλίγον ἐν τῆι καρδίαι, ἀλλὰ πᾶν ἐστιν ἐν ταῖς φλε-

ψίν). ἐν δὲ τοῖς ζῶσιν5 ἀδύνατόν ἐστι θεάσασθαι πῶς ἔχουσιν·

ἐντὸς γὰρ ἡ φύσις αὐτῶν. ὥσθ' οἱ μὲν ἐν τεθνεῶσι καὶ διηιρη-

μένοις τοῖς ζώιοις θεωροῦντες τὰς μεγίστας ἀρχὰς οὐκ ἐθεώ-

ρουν, οἱ δ' ἐν τοῖς λελεπτυσμένοις σφόδρα ἀνθρώποις ἐκ τῶν

τότε6 ἔξωθεν φαινομένων τὰς ἀρχὰς τῶν φλεβῶν διώρισαν.

Συέννεσις7 μὲν8Κύπριος ἰατρὸς  τόνδε τὸν τρόπον 9λέ-

γει · «Αἱ φλέβες10 αἱ παχεῖαι ὧδε πεφύκασιν· ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ11

παρὰ12 τὴν ὀφρῦν13 ↓ διὰ τοῦ νώτου περὶ14 τὸν πλεύμονα  ὑπὸ τοὺς

μαστούς15, ἡ μὲν ἐκ τοῦ δεξιοῦ εἰς16 τὰ ἀριστερά, ἡ δ' ἐκ τοῦ ἀρι-

στεροῦ εἰς τὸ δεξιόν17· ἡ μὲν18 ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ διὰ τοῦ ἥπατος εἰς

τὸν νεφρὸν19 καὶ εἰς τὸν ὄρχιν20, ἡ δ' ἐκ τοῦ δεξιοῦ εἰς τὸν σπλῆνα

21καὶ νεφρὸν καὶ ὄρχιν, ἐντεῦθεν δὲ εἰς τὸ αἰδοῖονΔιογένης δὲ

Ἀπολλωνιάτης  τάδε λέγει· «Αἱ δὲ22 φλέβες ἐν τῶι ἀνθρώπωι

ὧδ' ἔχουσιν. εἰσὶ δύο23 μέγισται· αὗται τείνουσι διὰ τῆς κοιλίας

παρὰ τὴν νωτιαίαν ἄκανθαν, ἡ μὲν ἐπὶ24 δεξιὰ ἡ δ' ἐπ' ἀριστερά,

εἰς τὰ25 σκέλη, ἑκατέρα26 παρ' ἑαυτῆι27, καὶ ἄνω εἰς τὴν κεφαλὴν

παρὰ28 τὰς κλεῖδας διὰ τῶν σφαγῶν. ἀπὸ δὲ τούτων καθ' ἅπαν

τὸ σῶμα φλέβες29 διατείνουσιν30, ἀπὸ μὲν τῆς δεξιᾶς εἰς τὰ δεξιά,

ἀπὸ δὲ τῆς ἀριστερᾶς εἰς31 τὰ ἀριστερά (...).» Συέννεσις32,33 μὲν

οὖν καὶ Διογένης  οὕτως εἰρήκασιν, Πόλυβος34  δὲ ὧδε35· «{Τὰ}36

Τῶν φλεβῶν τέτταρα ζεύγη37 ἐστίν (...).»

  1. De vv. 15-20 vid. etiam Hippocr. De oss. nat. ch. 8 (fere eadem, paucis adductis et suppresso auctoris nomine); de v. 28 et sqq. cf. Hippocr. op. cit. ch. 9 ac De nat. hom. ch. 11 (sine auctoris nomine).


  2. [Vid. Aristot. edd. Bekker, Louis, Peck, Balme (cum siglis); Hippocr. (: H. infra) ed. Littré, IX 174.4 sqq. (De oss. nat. ch. 8) et 174.9 sqq. (ch. 9, cf. VI 58.1 sqq.: De nat. hom. ch. 11).]
  3. 1 δὴ pro δ'P
  4. 2-3 vv.ll. προτέρω et προτέρων, εἰρηκότες, οὐκ ἀληθῶς
  5. 9 vv.ll. ζῶντι pro τοῖς ζῶσιν et εἶναι pro ἐστι
  6. 13 v.l. sine τότε
  7. 14 vv.ll. συνένεσις, συένισις al. sim. ‖
  8. γὰρ post μὲν add. Pikkolos, it. Peck
  9. 14-15 v.l. sine λέγει (φάσκει al. sim.), it. Bal.
  10. 15 δὲ post φλέβες H. ‖
  11. ὀφθαλμοῦ plur., et H. (it. Pikk. Dittmeyer Peck Harris [p. 20 n. 4] Bal., et Althoff apud Eijk [AHM p. 66]): v.l. ὀμφαλοῦ (it. Schneider Bek. Thompson Louis)
  12. 16 v.l. περὶ (pro παρὰ1) ‖
  13. ὀφρῦν (-ὺν) plur., et H.: v.l. ὀσφὺν (it. Louis, ὀσφρὺν Alth.) ‖
  14. παρὰ Hcγ et H., it. plur. (περὶ Bal.)
  15. 16-17 ὑπὸ τοῦ στήθεος H.
  16. 17 ἐς (pro εἰς, et infra semper) τὸ ἀριστερὸν H.
  17. 18 εἰς τὸ δεξιόνἀριστεροῦ om. P ‖
  18. οὖν post μὲν Ca et H. (it. Peck Harris)
  19. 19 v.l. τὸ νεφρὸν
  20. καὶ τὸν ὄρχιν H.
  21. 20 ταύτῃσι δὲ τὸ στόμα αἰδοῖον pro ἐντεῦθεν δ' εἰς τὸ αἰδοῖον (add. ἀπὸ δὲ τοῦ δεξιοῦ τιτθοῦ ἐς τὸ ἀριστερὸν ἰσχίον καὶ ἐς τὸ σκέλος· καὶ ἀπὸ τοῦ ἀριστεροῦ ἐς τὰ δεξιά. ὁ δὲ ὀφθαλμὸς ὁ δεξιὸς ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ καὶ ὁ ὄρχις· κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐκ τοῦ δεξιοῦ ὁ ἀριστερός) H.
  22. 21 δὲ ante φλέβες om. α, et Bal.
  23. 22 vv. ll. εἰσὶ δὲ δύο αἱ et εἰσὶν αἱ δύο
  24. 23 v.l. ἐπὶ pro παρὰ CaHc, δ' Yc (ras. Aa) ‖
  25. 24 τὰ post ἑκ. Β (exc. Ic), it. Schn. Bek. Bussemaker; ‹εἰς τὸ› Wimmer (in ed. Aub. – W.), it. Peck ‖
  26. v.l. ἑκάτερα, it. Bal. ‖
  27. vv. ll. ἑαυτῶ, ἑαυτό, ἑαυτοῦ
  28. 25 περὶ pler.
  29. 26 αἱ ante φλέβες pler., it. Bal. (fort. recte) ‖
  30. διατείνουσαι γ (exc. Lc)
  31. 26-27 ἐπὶ pro εἰς (bis) α (exc. CαΥc)
  32. 27 συένεσις, σιένεσις, συένισις al. sim. codd.
  33. 27-29 (pro Συέννεσιςἐστίν) Αἱ παχύταται τῶν φλεβῶν ὧδε πεφύκασι· τέσσαρα (et -ερα ch. 11) ζεύγεά εἰσιν (ἐστιν ch. 11) ἐν τῷ σώματι H.
  34. 28 πολύβιος α (exc. CaYc) ‖
  35. ὁ μαθητὴς Ἱπποκράτους ante ὧδε Ic
  36. τὰ (sec. H.) secl. Guilelmus Dittm. Peck Alth. (l.c.): τὰ sec. codd. scr. Bal. (fort. recte); τὰ δὲ Bek. Wim. (l.c.) Louis, τὰ μὲν Schn.
  37. 29 v.l. γένη pro ζεύγη.
Ἀριστοτ. Περὶ τὰ ζῷα ἱστ. 511b-512b

Ἐπειδὴ ὅμως ἡ φύση τοῦ αἵματος καὶ αὐτὴ τῶν αἱμοφόρων ἀγγείων

φαίνεται νὰ εἶναι θεμελιώδης, πρέπει νὰ μιλήσουμε πρῶτα γι' αὐτά,

καθὼς μάλιστα κάποιοι ἀπ' ὅσους ἔχουν προηγουμένως μιλήσει δὲν

τὰ λὲν καλά. Αἰτία δὲ τῆς ἄγνοιας εἶναι ἡ δυσκολία στὴν παρατή-

ρησή τους. Γιατὶ στὰ μὲν νεκρὰ ζῶα ἡ φύση τῶν πιὸ βασικῶν αἱμο-

φόρων ἀγγείων εἶναι ἄδηλη γιὰ τὸν λόγο κυρίως ὅτι αὐτὰ καταπί-

πτουν εὐθὺς μόλις ἐξέρχεται τὸ αἷμα (γιατὶ τὸ αἷμα χύνεται ἀθρόο

ἀπ' αὐτὰ ὅπως ἀπὸ δοχεῖο· γιατὶ κανένα μέρος τοῦ σώματος δὲν ἔχει

καθ' αὑτὸ αἷμα, ἐκτὸς ἀπὸ λίγο στὴν καρδιά, ἀλλὰ βρίσκεται ὅλο

στὰ ἀγγεῖα). Στὰ δὲ ζωντανὰ εἶναι ἀδύνατο νὰ δεῖ κανεὶς πῶς ἔ-

χουν· γιατὶ ἡ φύση τους εἶναι ἐσωτερικά. Ἔτσι αὐτοὶ ποὺ ἐξέταζαν

ζῶα νεκρὰ καὶ τεμαχισμένα δὲν παρατηροῦσαν τὶς ἀρχὲς τὶς πιὸ

βασικές, ἐνῶ αὐτοὶ ποὺ ἐξέταζαν ἀνθρώπους πολὺ ἐξασθενημένους

καθόρισαν τὶς ἀρχὲς τῶν αἱμοφόρων ἀγγείων ἀπὸ ὅσα τότε φαίνον-

ταν ἐξωτερικά. Ὁ μὲν Συέννεσης ὁ Κύπριος γιατρὸς μὲ

αὐτὸν τὸν τρόπο περιγράφει: «Τὰ αἱμοφόρα ἀγγεῖα τὰ παχιὰ ἔχουν

ἐκ φύσεως ὡς ἑξῆς: Ἀπὸ τὸν ὀφθαλμὸ κοντὰ στὸ φρύδι κατὰ μῆ-

κος τῆς πλάτης περὶ τὸν πνεύμονα κάτω ἀπὸ τοὺς μαστούς, τὸ ἕνα

ἀπὸ τὸν δεξιὸ πρὸς τὰ ἀριστερὰ καὶ τὸ ἄλλο ἀπὸ τὸν ἀριστερὸ πρὸς

τὰ δεξιά· αὐτὸ ἀπὸ τὸν ἀριστερὸ διαμέσου τοῦ ἥπατος (φθάνει)

στὸν νεφρὸ καὶ στὸν ὄρχη, ἐνῶ αὐτὸ ἀπὸ τὸν δεξιὸ στὸν σπλήνα

καὶ στὸν νεφρὸ καὶ στὸν ὄρχη, κι ἀπὸ ἐκεῖ (καταλήγουν) στὸ πέος.»

Ὁ δὲ Διογένης ὁ Ἀπολλωνιάτης λέει αὐτὰ ἐδῶ: «Τὰ αἱμοφόρα ἀγ-

γεῖα στὸν ἄνθρωπο ἔχουν ὡς ἑξῆς: Ὑπάρχουν δύο πολὺ μεγάλα·

αὐτὰ ἐκτείνονται διαμέσου τῆς κοιλίας κατὰ μῆκος τῆς ραχοκοκκα-

λιᾶς, τὸ ἕνα πρὸς τὰ δεξιὰ καὶ τὸ ἄλλο πρὸς τὰ ἀριστερά, πρὸς τὰ

σκέλη, τὸ καθένα πρὸς τὴ δική του τὴν πλευρά, καὶ πρὸς τὰ πάνω

πρὸς τὴν κεφαλὴ κοντὰ στὶς κλεῖδες διαμέσου τοῦ λαιμοῦ. Ἀπὸ

αὐτὰ (τὰ δύο μεγάλα) ἐκτείνονται αἱμοφόρα ἀγγεῖα σ' ὅλο τὸ σῶμα,

ἀπὸ τὸ δεξιὸ πρὸς τὰ δεξιὰ καὶ ἀπὸ τὸ ἀριστερὸ πρὸς τὰ ἀριστερά

(...).» Ὁ Συέννεσης μὲν λοιπὸν καὶ ὁ Διογένης αὐτὰ ἔχουν πεῖ,

ἐνῶ ὁ Πόλυβος τὰ ἑξῆς: «Ὑπάρχουν τέσσερα ζεύγη αἱμοφόρων

ἀγγείων (...).»

Σχόλια: 

Πηγή: Ἀριστοτέλης (384-322 π.Χ.), Περὶ τὰ ζῷα ἱστορίαι (511b κἑ.). Ὁ Σταγειρίτης φιλόσοφος (βλ. συνοπτικὰ Lesky ΙΑΕΛ51 756-804 [κ.ἀ.] καὶ East. – Knox ΙΑΕΛ4 694-711 [κ.ἀ.] καὶ 1019-23, μὲ σύνοψη βιβλιογραφίας), μὲ σημαντικὴ συμβολὴ στὴν ἐξέλιξη τῆς Ἰατρικῆς ἐπιστήμης (βλ. σὺν τοῖς ἄλλοις J. Althoff, "Aristoteles als Medizindoxograph", στὸ: van der Eijk AHM2 σσ. 57-94 [μὲ ἀναφορὲς στὸν Συέννεση στὶς σσ. 65 κἑ.] καὶ Μανιάτη ΙστΙ3 149-52), ἀναφέρεται συχνὰ στὴν Κύπρο καὶ σὲ Κυπρίους. Ἀνάμεσα στὰ πάμπολλα ἄλλα γράφει ἔργο ὑπὸ τὸν τίτλο Κυπρίων πολιτεία (βλ. ΑΚυΓ24 11 Ε6 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. []ναξ) καὶ Προτρεπτικόν (...) πρὸς Θεμίσωνα τὸν Κυπρίων βασιλέα (συνοπτικά: Lesky ΙΑΕΛ51 765), μὲ πιθανὸν συνεκτικὸ ἁρμὸ τὸν Κύπριο φιλόσοφο Εὔδημο, εἰς ὃν ὁ Ἀριστοτέλης ἀποθανόντα τὸν περὶ ψυχῆς διάλογον ἐποίησε (κατὰ τὸν Πλούταρχο [Δίων 22], βλ. ΑΚυΓ34 23 Τ1 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Θεμίσων)· γράφει, κατὰ τὸν Πολυδεύκη (Ὀνομ. 2.95), γιὰ τὸν πατέρα τοῦ Κυπρίου βασιλέως Νικοκλέους Τίμαρχον (διστοίχους δ' εἶχεν ἄρα τῷ Ἀριστοτέλους λόγῳ τοὺς ὀδόντας, πβ. Πλίν. Φυσ. ἱστ. 11.167: βλ. ΑΚυΓ24 11 Ε13 σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. υἱὸν Τιμάρχου), γιὰ τὸν εὐνοῦχο τοῦ Εὐαγόρα (Πολ. 1311b.4-6, διὰ γὰρ τὸ τὴν γυναῖκα παρελέσθαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἀπέκτεινεν ὡς ὑβρισμένος), γιὰ τὰ Κύπρια ἔπη (Ποιητ. 1458b.37 κἑ.: ΑΚυΓ´5 3 Τ6), γιὰ λέξεις τῆς Κυπριακῆς διαλέκτου (τὸ σίγυνον: Ποιητ. 1457b.6, ἄνακτες καὶ ἄνασσαι: Ἁρποκρ. σ.λ.: βλ. καὶ ΑΚυΓ24 11 Ε6 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. []ναξ), κ.ἄ. πολλά (βλ. καὶ τὰ ἐπιγράμματα γιὰ τὸν Τεῦκρο καὶ τὸν Ἀγαπήνορα στὸ θεωρούμενο συνήθως ὡς Ἀριστοτελικὸ ἔργο Πέπλος: ΑΚυΓ24 11 Ε54-55 [σσ. 128-29 καὶ 420-24]), μὲ ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρουσες τὶς ἀναφορὲς γιὰ ἀστέρια (Περὶ οὐρανοῦ 298a.3-4 ἔνιοι γὰρ ἐν Αἰγύπτῳ μὲν ἀστέρες ὁρῶνται καὶ περὶ Κύπρον), γιὰ τὴν χαλκῖτιν λίθον καὶ γιὰ θηρία ὑπόπτερα (Περὶ τὰ ζῷα ἱστ. 552b.10 κἑ. (Ἐν δὲ Κύπρῳ, οὗ ἡ χαλκῖτις λίθος καίεται, ἐπὶ πολλὰ ἡμέρας ἐμβαλλόντων, ἐνταῦθα γίνεται θηρία ἐν τῷ πυρὶ, τῶν μεγάλων μυιῶν μικρόν τι μείζονα, ὑπόπτερα, ἃ διὰ τοῦ πυρὸς πηδᾷ καὶ βαδίζει), γιὰ θαυμάσια (Θαυμ. 832a.22 κἑ. Ἐν Κύπρῳ τῇ νήσῳ λέγεται τοὺς μῦς τὸν σίδηρον ἐσθίειν. φασὶ δὲ καὶ τοὺς Χάλυβας ἔν τινι παρακειμένῳ αὐτοῖς νησιδίῳ τὸ χρυσίον συμφορεῖσθαι παρὰ πλειόνων. διὸ δὴ καὶ τοὺς ἐν τοῖς μετάλλοις ἀνασχίζουσιν, ὡς ἔοικεν, 833a.28 κἑ. Περὶ Φιλίππους τῆς Μακεδονίας εἶναι λέγουσι μέταλλα, ἐξ ὧν τὰ ἐκβαλλόμενα ἀποσύρματα αὐξάνεσθαί φασι καὶ φύειν χρυσίον, καὶ τοῦτ' εἶναι φανερόν. φασὶ δὲ καὶ ἐν Κύπρῳ περὶ τὸν καλούμενον Τυρρίαν χαλκὸν ὅμοιον γίγνεσθαι. κατακόψαντες γάρ, ὡς ἔοικεν, εἰς μικρὰ σπείρουσιν αὐτόν· εἶθ' ὑδάτων ἐπιγενομένων αὐξάνεται καὶ ἐξανίησι καὶ οὕτως συνάγεται, 845a.10 κἑ. Ἐν Κουρίῳ τῆς Κύπρου ὄφεών τι γένος εἶναί φασιν, ὃ τὴν δύναμιν ὁμοίαν ἔχει τῇ ἐν Αἰγύπτῳ ἀσπίδι, πλὴν ὅτι τοῦ χειμῶνος ἐὰν δάκῃ, οὐδὲν ἐργάζεται, εἴτε δι' ἄλλην τινὰ αἰτίαν, εἴτε διότι τὸ ζῷον δυσκίνητον γίνεται ὑπὸ τοῦ ψύχους ἀποπηγνύμενον καὶ τελέως ἀδύνατον, ἐὰν μὴ θερμανθῇ). Λίαν ἐνδιαφέρουσες πληροφορίες δίνονται καὶ στὸ σύντομο ψευδο-Ἀριστοτελικὸ κείμενο Περὶ τῶν εὑρισκομένων μετάλλων ἐν τῇ νήσῳ Κύπρῳ, ποὺ ἐκδόθηκε (μετὰ τοὺς V. Rose6 καὶ E. Heitz, βλ. καὶ ΑΚΕΠ7 Β´ 173.4) καὶ σχολιάστηκε ἀναλυτικὰ στὸ AC 50 (1981) 382-92 ἀπὸ τὸν R. Halleux, ὑπὸ τὸν τίτλο «Une description pseudo-Aristotélicienne des mines de Chypre (frg. 266 Rose)»6: Ἰστέον ὅτι ἐν τοῖς βίβλοις τῶν περὶ Γαληνὸν περὶ εἰδῶν καὶ Ἀριστοτέλους φυσιολογικῶν περὶ οὐσίας γῆς καὶ λίθων καὶ μετάλλων εὑρέσεως, εὑρέθη ἐν τῇ Κύπρῳ νήσῳ ὅτι ἔστιν ὄρος μέγα καὶ ὑψηλὸν ὑπὲρ πάντων τῶν βουνῶν αὐτῆς, Τρόγοδος καλούμενον, πολλὰ καὶ διάφορα εἴδη βοτανῶν τῆς ἰατρικῆς τέχνης χρήσιμα εὑρισκόμενα, ἅτινα λέγειν ἐπιχειροῦντα καθ' ἓν ἐπιλείψει με διηγούμενον ὁ χρόνος. Ὁμοίως καὶ περὶ μετάλλων γῆς γέγραπται ἐν τῷ περὶ λίθων διαφορᾶς Ἀριστοτέλους ὅτι χρυσίου μετάλλων ὄρος ἡ Βούκασα, ἡ καὶ διακειμένη εἰς πόδοσιν τοῦ Τρογόδου, καὶ ἐπιβλέπει ἐπὶ τὰ βορειότερα μέρη τῆς νήσου, κατὰ θάλατταν δὲ γίνεται δυτικώτερον αὐτῆς, ἔχει δὲ διαφορὰς μετάλλων, καθὼς διηγήσατο φήμη, χρυσίου, καὶ ἀργυρίου, καὶ χαλκοῦ, στυπτηρίας σχιστῆς καὶ λευκῆς καὶ ἀληθινῆς στυπτηρίας καὶ σωροῖ τὸ προζύμιον τοῦ χρυσαφίου, καὶ μύσσει, καὶ ὁ χαλκίτης, καὶ ἄλλα διάφορα μέταλλα· ἐν ἑτέροις δὲ ὄρεσι, φασί, τῆς Κύπρου γίνεται ὁ σίδηρος, ὁ ὕελος καὶ πᾶσα ὕλη τιμία. (Βλ. καὶ ΑΚΕΠ7 Ε´ 208 [σσ. 209-10], μὲ ἀξιόλογες παρατηρήσεις, καὶ ἀνωτ. 31 *Τ3 σχόλ. σ.λ. Γαληνός. Τόσο τὸ κείμενο ὅσο καὶ ὁρισμένες ἑρμηνεῖες χρειάζονται ἐπανεξέταση· θὰ ἐπανέλθουμε στὸ θέμα.)

1 κἑ. ἡ τοῦ αἵματος φύσις καὶ ἡ τῶν φλεβῶν (...): πβ. –μεταξὺ τῶν πάμπολλων ἄλλων– Ἀριστοτ. Περὶ ὕπν. καὶ ἐγρηγ. 456a.34 κἑ. τροφὴ δ' ἐστὶ πᾶσιν ἡ ἐσχάτη τοῖς μὲν ἐναίμοις ἡ τοῦ αἵματος φύσις, τοῖς δ' ἀναίμοις τὸ ἀνάλογον, τόπος δὲ τοῦ αἵματος αἱ φλέβες, τούτων δ' ἀρχὴ ἡ καρδία (βλ. καὶ Γαλην. Ψυχ. δυν. IV 794.9 κἑ. [μὲ ἀναφορὰ στὸν Ἀριστοτέλη] καὶ 797.15 κἑ. [μὲ ἀναφορὰ στὸν Ἱπποκράτη], Εἰς Ἱππ. Π. φύσ. ἀνθρ. XV 51.1 κἑ. κ.ἄ., καὶ Ἀνων. Π. στοιχ. ἀνθρ. 8 Παρὰ δὲ τοῖς ἀνθρώποις ἡ τοῦ αἵματος φύσις σύνδεσμός ἐστι τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος· ἀφαιρουμένου γοῦν τοῦ συνδέσμου ἀνάγκη τὰ συνδεδεμένα διαλύεσθαι)· πβ. ἐπίσης Ἀριστοτ. Περὶ τὰ ζῷα ἱστ. 513a.9 κἑ. εἰσὶ δὲ καὶ τῶν περὶ φύσιν οἳ τοιαύτην μὲν οὐκ ἐπραγματεύθησαν ἀκριβολογίαν περὶ τὰς φλέβας, πάντες δ' ὁμοίως τὴν ἀρχὴν αὐτῶν ἐκ τῆς κεφαλῆς καὶ τοῦ ἐγκεφάλου ποιοῦσι, λέγοντες οὐ καλῶς. χαλεπῆς δ' οὔσης, ὥσπερ εἴρηται πρότερον, τῆς θεωρίας οὐ μόνοις τοῖς ἀποπεπνιγμένοις τῶν ζῴων προλεπτυνθεῖσιν ἔστιν ἱκανῶς καταμαδεῖν, εἴ τινι περὶ τῶν τοιούτων ἐπιμελές. Ἔχει δὲ τοῦτον τὸν τρόπον ἡ τῶν φλεβῶν φύσις. δύο φλέβες εἰσὶν ἐν τῷ θώρακι κατὰ τὴν ῥάχιν ἐντός, ἔστι δὲ κειμένη αὐτῶν ἡ μὲν μείζων ἐν τοῖς ἔμπροσθεν, ἡ δ' ἐλάττων ὄπισθεν ταύτης· καὶ ἡ μὲν μείζων ἐν τοῖς δεξιοῖς μᾶλλον, ἡ δ' ἐλάττων ἐν τοῖς ἀριστεροῖς, ἣν καλοῦσί τινες ἀορτὴν ἐκ τοῦ τεθεᾶσθαι καὶ ἐν τοῖς τεθνεῶσιν τὸ νευρῶδες αὐτῆς μόριον. αὗται δ' ἔχουσι τὰς ἀρχὰς ἀπὸ τῆς καρδίας· διὰ μὲν γὰρ τῶν ἄλλων σπλάγχνων, ᾗ τυγχάνουσι τείνουσαι, ὅλαι δι' αὐτῶν διέρχονται σωζόμεναι καὶ οὖσαι φλέβες, ἡ δὲ καρδία ὥσπερ μόριον αὐτῶν ἐστι, καὶ μᾶλλον τῆς ἐμπροσθίας καὶ μείζονος, διὰ τὸ ἄνω μὲν καὶ κάτω τὰς φλέβας εἶναι ταύτας, ἐν μέσῳ δ' αὐτῶν τὴν καρδίαν (κ.ἄ.). Περισσότερα: Γαλην. Περὶ φλεβ. καὶ ἀρτηρ. καὶ Περὶ ἀρτηρ. (κ.ἀ.). Γιὰ τὸ ἀγγειακὸ σύστημα βλ. Harris HVS8, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία· βλ. ἐπίσης von Staden Heroph.8 169-81 (μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία), 220-27 (σχετικὰ χωρία: Τ115-28), 240-41 (σχόλια, κυρίως στὸ Τ117 γιὰ τὴ διάκριση ἀρτηριῶν καὶ φλεβῶν). Γιὰ τὶς διάφορες σημασίες τῶν λέξεων βλ. καὶ LSJ99 / LSK10 σ.λλ. αἷμα (αἷμα καὶ ὅ,τι μοιάζει μὲ αἷμα [ὅπως τὸ αἷμα σταφυλῆς], μὲ παράλληλη ἔννοια εὐψυχίας [Αἰσχίν. Κτησ. 160.10 οὐκ ἔχων αἷμα, πβ. Ἀριστοτ. Περὶ ψυχ. 405b.4 τοὺς αἷμα φάσκοντας τὴν ψυχήν], μὲ τὴ σημασία τῆς αἱματοχυσίας ἀλλὰ καὶ τῆς συγγένειας ἐξ αἵματος), ἀρτηρία ("wind-pipe", "artery" [«ἀρτηρία, κατ' ἀντιδιαστολὴν πρὸς τὴν φλέβα» LSK10], ἀορτή), φλέψ ("blood-vessel, whether vein or artery", ἀλλὰ καὶ "vein of metal" καὶ "vein in plants")· βλ. ἐπίσης ΕΛεξΙ11 σ.λλ., καὶ Μπαμπ.12 σ.λλ. αίμα (ἀβέβαιης ἐτυμολογίας), αρτηρία (*αϜερ- > ἀείρω «σηκώνω συνάπτω» > [*ἀϜερτῶ > ] ἀρτῶ «κρεμώ, εξαρτώ» > *ἀϜερτηρία > ἀρτηρία), φλέψ / φλέβα (Ι.Ε. *bhel «φουσκώνω, εξογκώνω» > *bhl-egw- > φλέψ (καὶ Chantraine13 σ.λλ., κυρίως σ.λ. φλέψ, μὲ παραπομπὴ σ.λλ. φάλλαινα καὶ φαλλός).

14. Συέννεσις μὲν ὁ Κύπριος ἰατρὸς: τὰ χφφ. δίνουν καὶ γραφὲς συνένεσις, συένισις κ.τ.τ. (καὶ κατωτ. στ. 27 συένεσις, σιένεσις, συένισις κ.τ.τ.), προφανῶς κατὰ παραφθοράν· πβ. τὸ Siennesium τοῦ Βίου τῶν Βρυξελλῶν (ἀνωτ. Τ1.6, μὲ σχόλ.)· πβ. ἐπίσης τὰ σύννεσις καὶ σύνεσις τῶν χφφ. τοῦ Αἰσχύλου (Πέρσ. 326 Συέννεσίς τε, πρῶτος εἰς εὐψυχίαν, | Κιλίκων ἄπαρχος, ποὺ πλεῖστον πόνον | ἐχθροῖς παρασχών, εὐκλεῶς ἀπώλετο), τὸ συνεννέσιος τῆς χειρόγρ. παράδοσης τοῦ Ἡροδότειου κειμένου (5.118.2 τοῦ Κιλίκων βασιλέος Συεννέσιος, πβ. 1.74.3 Συέννεσίς τε ὁ Κίλιξ καὶ 7.98 Κίλιξ Συέννεσις Ὠρομέδοντος), τὰ τῆς Ξενοφώντειας παράδοσης συννέσιος καὶ συμνέσιος (Ἀνάβ. 1.2.12 Ἐπύαξα ἡ Συεννέσιος γυνὴ τοῦ Κιλίκων βασιλέως), συνέννεσις καὶ σύννεσις (ὅ.π. 1.2.21 Συέννεσις), συννέσιος (ὅ.π. 1.2.23 καὶ 25, ἀλλὰ 24 συεννέσιος, 26 συέννεσιν, 27 καὶ 1.4.4 συέννεσις), κ.τ.τ. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι, κατὰ τοὺς How – Wells14 (Herodot. Ι 94, στὸ 1.74.3), "Syennesis (like 'Pharaoh') is a title (probably Semitic) borne by the native rulers of Cilicia", ἡ ὁποία (ὅ.π. ΙΙ 333, στὸ 7.107.3 σ.λ. Κιλικίης πάσης ἦρξε) "remained till at least 400 B.C. under the rule of its native princes (Xen. Cyrop. vii. 4.2), who bore the title Συέννεσις". Εἶναι εὔλογο νὰ ὑποθέσει κανεὶς ὅτι ὁ Κύπριος ἰατρὸς ὀφείλει τὸ ὄνομά του σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς ἡγεμόνες αὐτοὺς τῆς Κιλικίας –ἢ γενικὰ στὴ δυναστεία αὐτὴ– μὲ τὸ ὄνομα / «τίτλο» Συέννεσις (ἴσως κι ὅτι ὁ Συέννεσις ὁ Κύπριος εἶναι γόνος ἐξέχουσας οἰκογένειας τῆς Κύπρου, ποὺ τὴν περίοδο αὐτὴ βρίσκεται ὑπὸ Περσικὴ κυριαρχία). Νὰ προχωρήσει ὅμως κανεὶς σὲ χρονολογικὰ συμπεράσματα πέραν τῆς τοποθέτησής του στὸν 5ον αἰ. (βλ. ἀνωτ. Τ σχόλ. σ.στ. 6 σ.λ. Siennesium), καθορίζοντας ἕναν ἀκριβέστερο term. p. quem (κατὰ προσέγγιση, ἔστω), φαίνεται ἐπισφαλές, καθὼς τὰ σχετικὰ μὲ τὴ δυναστεία τῆς Κιλικίας ξεκινοῦν ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰ. καὶ φτάνουν στὰ τέλη (τουλάχιστο) τοῦ 5ου αἰ. (βλ. How – Wells14 ὅ.π., στὸ 7.107.3): 585 π.Χ. (Ἡρόδ. 1.74.3), 500 π.Χ. (Ἡρόδ. 5.118.2), 480 π.Χ. (Ἡρόδ. 7.98 καὶ Αἰσχ. Πέρσ. 326), 401 π.Χ. (Ξενοφ. Ἀνάβ. 1.2.12 κἑ. [βλ. ἀνωτ.], Κτησ. Κνίδ. 688 F 16 Jacoby15 [: Φωτ. Βιβλ. 72, 43b], Διόδ. Σικ. 14.20.1 [2] κἑ.). Πιὸ εὔλογη, σχετικά, φαίνεται ἡ σύνδεση μὲ τὰ γεγονότα τῶν ἀρχῶν τοῦ 5ου αἰ., μὲ τὴν Ἰωνικὴ ἐπανάσταση καὶ τὴν Κυπριακὴ ἐξέγερση ἐναντίον τῶν Περσῶν (κυρίως 5.104 κἑ., βλ. ἀναλυτικὰ Ἀ. Βοσκοῦ Ὀνήσ.16 3 κἑ.), ποὺ μπορεῖ μὲν νὰ θεωρηθεῖ ὡς term. p. quem (σύμφωνα καὶ μὲ τὰ λοιπὰ δεδομένα), ἀλλὰ δύσκολα μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει σὲ περαιτέρω προσδιορισμὸ τοῦ χρόνου γέννησης τοῦ Κυπρίου ἰατροῦ, μολονότι προβάλλει ἑλκυστικὴ ἡ ὑπόθεση ὅτι βρισκόμαστε κοντὰ στὰ συγκλονιστικὰ γεγονότα τῆς πρώτης πενταετίας τοῦ 5ου αἰ. π.Χ. Σ' αὐτὴ τὴν περίπτωση πρέπει νὰ ὑποθέσουμε ἐπίσης ὅτι μαθήτευσε κοντὰ στὸν Ἱπποκράτη (βλ. καὶ ἀνωτ. Τ1 σχόλ. σ.στ. 6 σ.λ. Siennesium) σὲ μεγάλη ἡλικία, ὄντας πιθανῶς –σύμφωνα καὶ μὲ τὴν εἰκόνα ποὺ δίνει ὁ Ἀριστοτέλης– λίγο μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν Διογένην τὸν Ἀπολλωνιάτην, ποὺ φαίνεται νὰ ἀκμάζει περὶ τὸ 435 π.Χ. (βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 20-21 σ.λ.) καὶ νὰ εἶναι λίγο νεώτερος ἀπὸ τὸν Ἀναξαγόραν (περ. 500-428 π.Χ.), τοῦ ὁποίου δέχεται τὴν ἔντονη ἐπίδραση (βλ. π.χ. Σιμπλικ. Φυσ. 9.25 Διογένης δὲ ὁ Ἀπολλωνιάτης, νεώτατος γεγονὼς τῶν περὶ ταῦτα σχολασάντων [δηλ. τοῦ Ἀναξιμάνδρου καὶ τοῦ Ἀναξιμένους, ποὺ ἀκμάζουν τὸν 6ον αἰ. π.Χ.], τὰ μὲν πλεῖστα συμπεφορημένως γέγραφε τὰ μὲν κατὰ Ἀναξαγόραν, τὰ δὲ κατὰ Λεύκιππον λέγων, κ.λπ.). Ἡ ὑπόθεση τοῦ Ἰ.Ν. Δάμπαση, ΙΙΜ17 231 σημ. 1, ὅτι «ὁ Συέννεσις (...) θὰ ἤκμασε κατὰ τὸ πρῶτον ἥμισυ ἢ τὸ δεύτερον τέταρτον τοῦ αὐτοῦ (δηλ. τοῦ 5ου π.Χ.) αἰῶνος» (βλ. καὶ σσ. 232-33), δὲν λαμβάνει ὑπ' ὄψιν τὴν πληροφορία ὅτι ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ Ἱπποκράτους. Ὅλα αὐτά, μὲ term. a. quem τὴν πηγὴ τοῦ Ἀριστοτέλη (τὸ Περὶ ὀστέων φύσιος ἢ / καὶ τὸ Περὶ φύσιος ἀνθρώπου τῆς Ἱπποκρατικῆς συλλογῆς, μὲ ἀβέβαιη τὴν ἀκριβῆ χρονολόγησή τους) καὶ term. p. quem τὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ., ὁδηγοῦν στὸν 5ον αἰ. π.Χ., ἀλλὰ καθιστοῦν κάθε ὑπόθεση ἀκριβέστερης χρονολόγησης λίαν ἐπισφαλῆ. (Βλ. ἐπίσης: Papaxen. ZyΜΑ18 65 καὶ Χατζηστεφάνου ΑΚΓ19 1640.)

14-15. τόνδε τὸν τρόπον λέγει: Ἡ χειρόγραφη παράδοση δίνει κείμενο μὲ τὸ λέγει (ἢ φάσκει [Ic] κ.τ.τ.) ἢ χωρὶς αὐτό (βλ. κριτ. ὑπόμν. Balme20, σ.στ. 24), καὶ ὁ Balme20 ἐπιλέγει τὴ δεύτερη γραφή (χωρὶς τὸ λέγει)· μὲ δισταγμοὺς προτιμήσαμε τὴν πρώτη γραφή (ὅπως καὶ οἱ Louis21 καὶ Peck22), παραβάλλοντας καὶ πρὸς τὸ κατωτ. (στ. 20-21) Διογένης δὲ ὁ Ἀπολλωνιάτης τάδε λέγει (πβ. στ. 27-29, μὲ τὸ οὕτως εἰρήκασιν [Συέννεσις μὲν κ.λπ.], Πόλυβος δὲ ὧδε, ἐνν. εἴρηκενλέγει). Κι ὅπως στὶς ἄλλες ἀνάλογες περιπτώσεις (ὅταν ἀκολουθεῖ ἀναφορὰ στὰ λόγια ἢ τὶς ἀπόψεις ἄλλων), στίξαμε μὲ ἄνω τελεία μετὰ τὸ λέγει, ἀντὶ τῆς τελείας τῶν Louis21, Peck22, Balme20 (κ.ἄ.), καὶ ἐδῶ καὶ στὸν στ. 21, καὶ στὸν στ. 28 (μετὰ τὸ ὧδε)· μολονότι δὲ οἱ ἀποκλίσεις ἀπὸ τὰ ἀντίστοιχα κείμενα τῆς Ἱπποκρατικῆς συλλογῆς (βλ. κριτ. ὑπόμν.) προβληματίζουν, δὲν θελήσαμε νὰ ἀποφύγουμε τὰ εἰσαγωγικά.

   Ἡ στίξη τοῦ κειμένου παραλλάσσει καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τοῦ ἀποσπ. στὶς διάφορες ἐκδόσεις (κυρίως στὸν Balme20). Ἔτσι: (α´) Στὸν στ. 9, πρὶν ἀπὸ τὸ ἐν δὲ τοῖς ζῶσιν, οἱ Bekker23, Peck22 καὶ Balme20 στίζουν μὲ κόμμα (ἴσως ὀρθῶς, μετὰ τὸ ἐν μὲν γὰρ τοῖς τεθνεῶσι τοῦ στ. 4)· προτιμήσαμε, ὅπως καὶ ὁ Louis21, τὴν ἰσχυρὴ στίξη, καὶ γιατὶ προηγεῖται μακροσκελὴς παρένθεση (μὲ ἄνω τελεία περίπου στὸ μέσον, καὶ στὸν Balme20) καὶ γιατὶ ἕπεται ἄνω τελεία πρὶν ἀπὸ τὸ ἐντὸς γὰρ κ.λπ., τὸ δὲ χωρίο ἐν δὲ τοῖς ζῶσιν ἀδύνατόν ἐστι θεάσασθαι πῶς ἔχουσιν μὲ τὰ ἑπόμενα –κι ὄχι μὲ τὰ προηγούμενα– συνδέεται πιὸ στενά. (β´) Οἱ Bekker23 καὶ Balme20 στίζουν μὲ κόμμα καὶ μετὰ τὸ διώρισαν τοῦ στ. 13, συνδέοντας ἔτσι ἀστόχως τὴν πρόταση Συέννεσις μὲν κ.λπ. μὲ τὰ προηγούμενα (στ. 1-13;) μᾶλλον παρὰ μὲ τὰ ἑπόμενα. (γ´) Οἱ Bekker23, Louis21 (πβ. ὅμως τὴ στίξη τῆς μετάφρασής του) καὶ Balme20 στίζουν ἐπίσης μὲ κόμμα μετὰ τὸ πεφύκασιν τοῦ στ. 15 καὶ μετὰ τὸ δεξιόν τοῦ στ. 18 (μὲ ἄνω τελεία καὶ τελεία, ἀντίστοιχα, ὁ Peck22)· στίξαμε μὲ ἄνω τελεία τόσο στὴν πρώτη ὅσο καὶ στὴ δεύτερη περίπτωση, ὥστε νὰ εἶναι πιὸ εὔκολη ἡ διάκριση τῶν ἐπιμέρους ἑνοτήτων ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ διασπᾶται (μὲ τελεία μετὰ τὸ δεξιόν), σὲ δύο περιόδους ἡ ὅλη ἑνότητα· ἡ μὴ ἐπανάληψη τοῦ πεφύκασιν, ὡς εὐκόλως ἐννοουμένου, δὲν ἐπιβάλλει κατ' ἀνάγκη ἀσθενῆ στίξη.

15-16. ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ παρὰ τὴν ὀφρῦν: διάφοροι κώδικες (βλ. Balme20) δίνουν τὶς γραφὲς ὀμφαλοῦ (α πλὴν τοῦ Hc) καὶ ὀσφὺν (AaGaFaXcHc), υἱοθετούμενες σὺν τοῖς ἄλλοις ἀπὸ τὸν Louis21 (μὲ τὴ μετάφραση: «de l'ombilic près des hanches à travers le dos» κ.λπ.)· ἡ ὅλη ὅμως περιγραφὴ πολὺ δύσκολα ἐπιτρέπει αὐτὴ τὴν ἐπιλογή· ὀρθῶς οἱ Peck22 καὶ Balme20 (κ.ἄ.) υἱοθετοῦν τὶς γραφὲς ὀφθαλμοῦ καὶ ὀφρῦν (ὀφρὺν ἀμφότεροι, ὀσφρὺν Althoff: στὸ Eijk AHM2 66 μὲ σημ. 23)· διάφοροι κώδικες (α πλὴν τῶν CaYcHc) δίνουν ἐπίσης γραφὴ περὶ, ὀρθῶς μὴ υἱοθετούμενη ἀπὸ τοὺς ἐκδότες. Ὅσον ἀφορᾶ στὴν ὀρθογραφία, οἱ ἀνωτέρω (κ.ἄ. πολλοί) ἐπιλέγουν τοὺς ὀξυτονούμενους τύπους ὀφρὺν (Peck22, Balme20, κ.ἄ.) καὶ ὀσφὺν (Louis21, κ.ἄ.)· προτιμήσαμε τὸν περισπώμενο τύπο ὀσφῦν, ποὺ ἀποδίδει τὴν παλαιότερη προσωδία τῆς λέξεως (βλ. σὺν τοῖς ἄλλοις LSJ99 σ.λ., πβ. ὅμως LSK10 σ.λ.). Γιὰ τοὺς ὅρους βλ. ΕΛεξΙ11 σ.λλ. ὀσφύς (καὶ ὀσφῦς) καὶ ὀφρῦς, ὀμφαλός καὶ ὀφθαλμός. Γιὰ τὴν ἐτυμολογία βλ. Chantraine13 σ.λ. ὀφρῦς καὶ Μπαμπ.12 σ.λ. φρύδι (: Ι.Ε. *bhrū «φρύδι», μὲ προθεματικὸ ο- ἢ –κατ' ἄλλην ὑπόθεση– μὲ α´ συνθ. ὀπ.-: ριζικὸ θέμα τοῦ ὄπ-ωπ-α, δηλ. *ὀπ-φρῦς, πβ. τὸ Ἀγγλ. eye-brow) καὶ Chantraine13 σ.λ. ὀσφῦς / Μπαμπ.12 οσφύς (: «αρχ. ὀσφῦς, -ύος, αγν. ετύμου», κ.λπ.).

16. περὶ τὸν πλεύμονα: ἡ διαφ. γρ. παρὰ (Hcγ, καὶ Ἱππ.) υἱοθετεῖται ἀπὸ τοὺς πλείστους ἐκδότες· ὀρθῶς ὁ Balme20, ὅπως μπορεῖ νὰ συμπεράνει κανεὶς ἀπὸ τὴν προσεκτικὴ ἀνάγνωση τῆς περιγραφῆς, ἐπιλέγει τὴ γραφὴ περὶ (βλ. καὶ τὴν Εἰκ. 55, ἀνωτ., καὶ πβ. Ἀριστοτ. Περὶ τὰ ζῷα ἱστ. 513a.26-27 [βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1 κἑ.]: διὰ τὸ ἄνω μὲν καὶ κάτω τὰς φλέβας εἶναι ταύτας, ἐν μέσῳ δ' αὐτῶν τὴν καρδίαν). Ὅσον ἀφορᾶ στοὺς τύπους πλεύμων/πνεύμων, ὅπως σημειώνει ὁ Μπαμπ.12 σ.λ. πνεύμονας: "<ἀρχ. πνεύμων / πλεύμων (ο τύπος πλεύμων είναι αρχαιότ., ενώ ο τύπος πνεύμων οφείλεται στην επίδραση των λ. πνέω, πνεῦμα) <* pleu-mon-< Ι.Ε. *pleu- «πλέω, ρέω, κολυμπώ» (επειδή οι πνεύμονες φαίνονται σαν να πλέουν σε νερό), πβ. σανσκρ. klo-mán- «δεξιός πνεύμονας» (με ανομοίωση p-m > k-m), λατ. pulmo «πνεύμονας» (<*plu-mon), γαλλ. poumon" (κ.λπ.)· βλ. καὶ LSJ99 σ.λ. πλεύμων / LSK10 σ.λ. πνεύμων, Chantraine13 σ.λ. πλεύμων, καὶ ΕΛεξΙ11 σ.λ. πλεύμων.

20-21. Διογένης δ' ὁ Ἀπολλωνιάτης: ὁ προσωκρατικὸς φιλόσοφος (ἴσως καὶ ἰατρός: βλ. Jouanna Ἱπποκρ.24 347-48) τοῦ 5ου αἰ. π.Χ. (ἀκμὴ περὶ τὸ 435, βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 14 σ.λ. Συέννεσις...), ἀνὴρ φυσικὸς καὶ ἄγαν ἐλλόγιμος, κατὰ τὸν Διογ. Λαέρτ. (Φιλ. βί. 9.57), ποὺ ἔγραψε καὶ Περὶ ἀνθρώπου φύσεως καὶ –κυρίως– Περὶ φύσεως, καὶ ὑποστήριζε στοιχεῖον εἶναι τὸν ἀέρα, κόσμους ἀπείρους καὶ κενὸν ἄπειρον· τόν τε ἀέρα πυκνούμενον καὶ ἀραιούμενον γεννητικὸν εἶναι τῶν κόσμων· οὐδὲν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος γίνεσθαι οὐδ' εἰς τὸ μὴ ὂν φθείρεσθαι· τὴν γῆν στρογγύλην, ἠρεισμένην ἐν τῷ μέσῳ, τὴν σύστασιν εἰληφυῖαν κατὰ τὴν ἐκ τοῦ θερμοῦ περιφορὰν καὶ πῆξιν ὑπὸ τοῦ ψυχροῦ (ὅ.π.). Στὸ Περὶ φύσεως (βλ. Jouanna24 ὅ.π. 348, πβ. τὴ σημ. Peck22 στὸ ἐδῶ σχολιαζόμενο λῆμμα, σελ. 165 σημ. c), ἀσχολούμενος μὲ τὴ φύση τοῦ σπέρματος καὶ ὑποστηρίζοντας ὅτι καὶ τὸ σπέρμα τῶν ζῴων πνευματῶδές ἐστι καὶ νοήσεις γίνονται τοῦ ἀέρος σὺν τῷ αἵματι τὸ ὅλον σῶμα καταλαμβάνοντος διὰ τῶν φλεβῶν, δίνει καὶ ἀνατομὴν ἀκριβῆ τῶν φλεβῶν (ἀπόσπ. 6 D. – K.25 = Σιμπλικ. Φυσ. 153.13 [15] κἑ.). Βλ. Ἰ. Ν. Δάμπαση, «Διογένης ὁ Ἀπολλωνιάτης, ὁ ἐκλεκτικὸς φυσικὸς φιλόσοφος καὶ ἰατρός»26, Ἰατρικὰ Χρονικά 4 (1964) 311-26 (ἀνωτ. σσ. 1-16)· βλ. ἐπίσης Lesky ΙΑΕΛ51 472 κἑ. καὶ 772, von Staden27 155 καὶ 169 κἑ., κ.ἄ.

27-28. Συέννεσις (...) καὶ Διογένης: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 14 σ.λ. Συέννεσις μὲν ὁ Κύπριος ἰατρός καὶ 20-21 σ.λ. Διογένης δ' ὁ Ἀπολλωνιάτης.

28. Πόλυβος:μαθητὴς Ἱπποκράτους, ὅπως ἀναφέρεται συχνὰ στὶς ἀρχαῖες πηγές (καὶ ἐδῶ στὸν κώδ. Oxoniensis Auct. T.4.23 [Ic]: βλ. ἀνωτ. κριτ. ὑπόμν.), πιθανῶς γαμπρὸς τοῦ Ἱπποκράτη (Πρεσβευτικὸς Θεσσαλοῦ Ἱπποκράτους υἱοῦ [Ἱπποκρ. Ἐπιστ. IX 420 κἑ. L.] 27.179 κἑ. Πολύβιον δὲ τὸν τὴν θυγατέρα (sc. Ἱπποκράτους) ἔχοντα, ἐμὴν δὲ ἀδελφήν, καὶ Γαλην. Π. δυσπν. VII 959.17 [960.1] κἑ. τὰ τοῦ Θεσσαλοῦ τοῦ υἱέος αὐτοῦ καὶ τὰ Πολύβου τοῦ γαμβροῦ τῆς Ἱπποκράτους ἐστὶ τέχνης), διάδοχός του στὴ διεύθυνση τῆς ἰατρικῆς σχολῆς τῆς Κῶ (Γαλην. Εἰς Ἱππ. Π. φύσ. ἀνθρ. XV 11.16 κἑ. Πολύβου τοῦ μαθητοῦ τε ἅμα καὶ διαδεξαμένου τὴν τῶν νέων διδασκαλίαν), φερόμενος καὶ ὡς συγγραφέας τοῦ Περὶ φύσιος ἀνθρώπου ἔργου σὲ ἀρχαῖες πηγές (διαφωνοῦντος τοῦ Γαληνοῦ γιὰ τὸ πρῶτο μέρος τοῦ ἔργου [κεφ. 1-8]: ὅ.π. XV 11.14 κἑ. οἱ πλεῖστοι μὲν γὰρ τῶν γνόντων Ἱπποκράτους τέχνην τοῖς γνησίοις αὐτὸ συγκαταριθμοῦσι νομίζοντες τοῦ μεγάλου Ἱπποκράτους σύγγραμμα, τινὲς δὲ Πολύβου [...], ὃς οὐδὲν ὅλως φαίνεται μετακινήσας τῶν Ἱπποκράτους δογμάτων ἐν οὐδενὶ τῶν ἑαυτοῦ βιβλίων, καὶ ὑποστηρίζοντος [ὅ.π. 108.1 κἑ.] ὅτι δύο βιβλίδια, τὸ Περὶ φύσεως ἀνθρώπου τοῦ Ἱπποκράτους αὐτοῦ σύγγραμμα καὶ τὸ Πολύβου Περὶ διαίτης ὑγιεινῆς συνενώθηκαν σὲ ἕνα, μὲ προσθήκη ἑνὸς τμήματος ἀνάμεσά τους γιὰ νὰ γίνει τὸ ἔργο ὀγκωδέστερο ἕνεκα τοῦ λαβεῖν ἀργύριον [109.8 κἑ.]: μικρῶν οὖν ὄντων ἀμφοτέρων τῶν βιβλίων, τοῦ Περὶ φύσεως ἀνθρώπου καὶ τοῦ Περὶ διαίτης ὑγιεινῆς, εὐκαταφρόνητον ἑκάτερον τούτων εἶναί τις δόξας διὰ τὴν σμικρότητα συνέθηκεν εἰς ταυτὸν ἄμφω. καί τις ἴσως ἄλλος ἢ καὶ αὐτὸς ὁ πρῶτος αὐτὰ συνθεὶς παρενέθηκέ τινα μεταξὺ τῶν δύο). Τὸ τελευταῖο θέμα, τῆς ἑνότητας καὶ τῆς πατρότητας τοῦ ἔργου, ἔχει προκαλέσει πάμπολλες συζητήσεις· ἡ ἐδῶ μαρτυρία τοῦ Ἀριστοτέλη, ποὺ ἀποδίδει στὸν Πόλυβον τὴν περιγραφὴ τοῦ ἀγγειακοῦ συστήματος ἡ ὁποία ἀπαντᾶ καὶ στὸ κεφ. 11 τοῦ Π. φύσ. ἀνθρ., δὲν μπορεῖ νὰ παραβλεφθεῖ, μολονότι πιὸ πιθανὴ πηγὴ τοῦ Ἀριστοτέλη φαίνεται νὰ εἶναι τὸ Περὶ ὀστέων φύσιος στὸ ὁποῖο περιέχεται καὶ ἡ περιγραφὴ τῶν ἐδῶ στ. 15-20 (βλ. καὶ τὴ σχετικὴ ἀναφορὰ τοῦ Louis21 στὸ ἐδῶ χωρίο [σελ. 78 σημ. 4], ποὺ θεωρεῖ μὲν τὸ Π. φύσ. ἀνθρ. ὡς πηγὴ τοῦ Ἀριστοτέλη γιὰ τὴν περιγραφὴ τοῦ Πολύβου ἀλλὰ παραθέτει καὶ τὴν ἄποψη τοῦ L. Bourgey [Observations et expérience chez les médecins de la collection hippocratique (1953), σελ. 28 σημ. 3], ὅτι τὸ Π. ὀστ. φύσ., τὸ ὁποῖο περιέχει κι ἕνα μέρος ποὺ λείπει ἐδῶ [βλ. ἀνωτ. κριτ. ὑπόμν.] εἶναι ἀναντίρρητα ἡ πηγὴ τοῦ Ἀριστοτέλη). Βλ. συνοπτικὰ Λυπουρλῆ ΙππΣυλλ28 35-38 καὶ Τσεκουράκη ΙππΦΑ29 19 κἑ., μὲ βιβλιογραφία· περισσότερα γιὰ τὸν Πόλυβο: Grenseman Polybos30 (μὲ περαιτέρω βιβλιογραφία). Γιὰ τὸ Πόλυβος – Πολύβιος βλ. ἀνωτ. Τ σχόλ. σ.στ. 4 σ.λ. Polibium (μὲ παραπομπές). Σύντομες ἀλλὰ ἀξιοσημείωτες ἀναφορές: von Staden Heroph.27 63-64 (μὲ σημ. 46), 169-70, 176 (μὲ σημ. 121)· Grmek WMTh31 29 κἑ. (μὲ σημ. στὴ σελ. 358)· Althoff στὸ Eijk AHM2 73 κἑ. (66 κἑ.).

  1. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .a↑ b↑ c↑
  2. van der Eijk, P. J. (1999), Ancient Histories of Medicine. Essays in Medical Doxography and Historiography in Classical Antiquity, Studies in Ancient Medicine,20 Leiden – Boston – Köln.a↑ b↑ c↑
  3. Μανιάτης, Π. (2002), Ιστορία της Ιατρικής (Από τους προϊστορικούς χρόνους έως σήμερα), Καισαριανή.
  4. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  5. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.
  6. Rose, V. (1886), Aristotelis qui ferebantur librorum Fragmenta, Leipzig.a↑ b↑
  7. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑
  8. Harris, C. R. S. (1973), The Heart and the Vascular System in Ancient Greek Medicine: From Alcmaeon to Galen, Oxford.a↑ b↑
  9. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑
  10. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑ d↑
  11. Ἀποστολίδης, Π. Δ. (1997), Ἑρμηνευτικὸ Λεξικὸ πασῶν τῶν λέξεων τοῦ Ἱπποκράτους, Αθήνα.a↑ b↑ c↑
  12. Μπαμπινιώτης, Γ. (1998), Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα.a↑ b↑ c↑ d↑
  13. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑
  14. How, W. W. & Wells J. (1936), A Commentary on Herodotus, Oxford.a↑ b↑
  15. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.
  16. Βοσκοῦ, Ἀ. Ἰ. (1997), Ὀνήσιλος: Ἀπὸ τὸν Ἡρόδοτο στὴ Σύγχρονη Κυπριακὴ Λογοτεχνία, Κυπριακαί σπουδαί 61: Λευκωσία . 3-33.
  17. Δάμπασης, Ἰ. Ν. (1968), Ἱστορικαὶ Ἰατρικαὶ Μελέται, Σειρὰ δευτέρα Ἀθῆναι.
  18. Papalexopoulos, A. (1981), Zypriotische Medizin in der Antike, Würzburg.
  19. Χατζηστεφάνου, Κ. Παπαδόπουλλος, Θεόδωρος (ed.) (1997-2000), Ἡ Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία, Ἱστορία τῆς Κύπρουτóμ. Α', μέρος β΄, 973-1047.
  20. (2002), Aristotle, Historia Animalium, Vol. 1. Books I-X: Text, Cambridge.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑
  21. Louis, P. (1964), Aristote, Histoire des animaux, tom. I. Livres I-IV, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  22. Peck, A. L. (1965), Aristotle, Historia animalium, Vol. I. Books I-III, London – Cambridge, Mass..a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  23. Bekker, I. (1831), Aristotelis Opera, Vols. I-II, Berlin.a↑ b↑ c↑
  24. Jouanna, J. (1998), Ιπποκράτης, μτφρ. Δ. Δ. Τσιλιβέρδης Αθήνα.a↑ b↑
  25. Diels, H. & Kranz W. (1984-1985), Die Fragmente der Vorsokratiker: Griechisch und Deutsch, Vols. I-III, 6th ed. , Berlin.
  26. Δάμπασης, Ἰ. Ν. (1964), Διογένης ὁ Ἀπολλωνιάτης, ὁ ἐκλεκτικὸς φυσικὸς φιλόσοφος καὶ ἰατρός, Ἰατρικὰ Χρονικά 4: 311-326.
  27. von Staden, H. (1989 / 1994), Herophilus: The Art of Medicine in Early Alexandria, Cambridge – New York – New Rochelle – Melbourne – Sydney .a↑ b↑
  28. Λυπουρλῆς, Δ. (1991), Ἱπποκρατική Συλλογή, Κείμενα Ἑλληνικά,2 Ἡράκλειον.
  29. Τσεκουράκης, Δ. (1996), Ἱπποκράτης: Περὶ φύσιος ἀνθρώπου, Βιβλιοθήκη Ἀρχαίων Συγγραφέων Ἀθήνα.
  30. Grensemann, H. (1968), Arzt Polybos als Verfasser hippocratischer Schriften, Wiesbaden.
  31. Grmek, M. D. (1998), Western Medical Thought From Antiquity to the Middle Ages, μτφρ. Shugaar, A. Harvard.