You are here

3

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

3

3    Τὰ μὲν σημεῖα ταῦτα ἐκτέθειται· τὸν δὲ καταρτισμόν, ὃν

τρόπον δεῖ ποιεῖσθαι, διὰ τούτων δεδήλωκεν (IV 288.11 L.)·

μηροῦ δὲ ὀλίσθημα κατ' ἰσχίον ὧδε χρὴ ἐμβάλλειν, ἢν εἰς τὸ

ἔσω μέρος ὠλισθήκηι. ἀγαθὴ μὲν ἥδε κατὰ φύσιν καὶ δικαίη

  ἐμβολὴ  καὶ δή τι ἀγωνιστικὸν ἔχουσα, ὅστις γε καὶ τοῖς τοιού-

τοις ἥδεται κομψευόμενος. κρεμάσαι χρὴ τὸν ἄνθρωπον τῶν

ποδῶν πρὸς μεσόδμην δεσμῶι μαλθακῶι, δυνατῶι δὲ καὶ πα-

χέως  ἔχοντι. τοὺς δὲ πόδας χρὴ διέχειν ἀλλήλων ὅσον τέσσα-

ρας δακτύλους ἢ καὶ ἔλασσον. χρὴ δὲ καὶ ἐπάνωθεν τῶν ἐπι-

γουνίδων προσπεριβεβλῆσθαι πλατεῖ ἱμάντι καὶ μαλθακῶι, ἀ-

νατείνοντι πρὸς τὴν μεσόδμην, τὸ δὲ σκέλος τὸ σιναρὸν ἐντε-

τάσθαι ὡς δύο δακτύλους μᾶλλον τοῦ ἑτέρου. ἀπὸ δὲ τῆς γῆς

ἀπεχέτω τὴν κεφαλὴν ὡς δύο πήχεις  ἢ ὀλίγωι πλεῖον ἢ ὀλίγον

ἔλασσον. τὰς δὲ χεῖρας παρατεταμένας παρὰ τὰς πλευρὰς κα-

ταλελαμμένος ἔστω μαλακῶι τινι. πάντα δὲ ταῦτα ὑπτίωι κα-

τακειμένωι κατασκευασθήτω, ὡς ὅτι ἐλάχιστον χρόνον κρέμη-

ται. ὅταν δὲ κρεμασθῆι, ἄνδρα χρὴ εὐπαίδευτον καὶ μὴ ἀσθε-

νέα ἐνείραντα  τὸν πῆχυν μεταξὺ τῶν μηρῶν ἔπειτα θέσθαι τὸν

πῆχυν μεσηγὺ τοῦ τε περιναίου καὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ μηροῦ τῆς

ἐξεστηκυίης· ἔπειτα συνάψαντα τὴν ἑτέρην χεῖρα πρὸς |20 τὴν

διηιρ{η}μένην παραστάντα ὀρθῶς παρὰ τὸ σῶμα τοῦ κρεμα-

μένου ἐξαπίνης ἐκκρεμασθέντα μετέωρον αἰωρηθῆναι ὡς ἰ-

σορροπώτατα. αὕτη μὲν ἡ ἐμβολὴ παρέχεται ὅσα χρὴ κατὰ

φύσιν· αὐτό τε γὰρ τὸ σῶμα κρεμάμενον κατάτασιν ποιεῖται,

ὁ δὲ κρεμασθεὶς ἅμα μὲν τῆι κατατάσει ἀναγκάζει ὑπεραιω-

ρεῖσθαι τὴν κεφαλὴν τοῦ μηροῦ ὑπὲρ τῆς κοτύλης, ἅμα δὲ τῶι

ὀστέωι τοῦ πήχεος ἀπομοχλεύει καὶ ἀναγκάζει ἐς τὴν ἀρχαίην

φύσιν ὀλισθάνειν. ταῦτα μὲν ἐπὶ τοσοῦτον ὑπὸ τοῦ Ἱπποκρά-

τους διασεσάφηται· δεῖ δὲ τὸν προκείμενον καταρτισμόν, κα-

θάπερ ἔχει τὸ ὑποδεδειγμένον ὑπόδειγμα, τὸν τρόπον τοῦτον

ποιεῖσθαι.

3

3   Αὐτὰ τὰ συμπτώματα ἔχει ἐκθέσει· μὲ ποιόν δὲ τρόπο πρέπει νὰ

γίνεται ἡ ἀνάταξη, ἔχει δηλώσει μὲ τὰ ἑξῆς: Τὸ ἐξάρθρημα τοῦ μη-

ροῦ στὸ ἰσχίο μ' αὐτὸν τὸν τρόπο πρέπει νὰ ἀνατάσσεται, ἐὰν ἐξ-

αρθρώνεται πρὸς τὰ μέσα. Αὐτὴ μὲν ἡ ἀνάταξη κατὰ τοὺς φυσικοὺς

νόμους εἶναι καὶ καλὴ καὶ ὀρθὴ καὶ μάλιστα ἔχει κάτι τὸ θεατρικό,

γιὰ ὅποιον βέβαια χαίρεται νὰ μιλᾶ κομψὰ γιὰ τὰ τέτοιου εἴδους

θέματα. Πρέπει δὲ νὰ κρεμάσεις τὸν ἀσθενῆ ἀπὸ τὰ πόδια σ' ἕνα

μεσοδόκι μὲ μαλακὴ ἀλλὰ ἀνθεκτικὴ καὶ ἁδρὴ ταινία. Τὰ πόδια

πρέπει νὰ κρατοῦνται σὲ ἀπόσταση τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, ὅσο τέσσε-

ρα δάχτυλα ἢ καὶ λιγότερο. Καὶ πρέπει πάνω ἀπὸ τὶς ἐπιγονατίδες

νὰ περιτυλιχθεῖ μὲ πλατὺ καὶ μαλακὸ λουρί, τὸ ὁποῖο νὰ στερεώνεται

στὸ μεσοδόκι (ὥστε ὁ πάσχων νὰ ὑφίσταται ἔκταση πρὸς τὰ πάνω),

καὶ τὸ πάσχον σκέλος νὰ εἶναι τεντωμένο περίπου δύο δάχτυλα πε-

ρισσότερο ἀπὸ τὸ ἄλλο. Τὸ κεφάλι νὰ ἀπέχει ἀπὸ τὸ ἔδαφος περίπου

δύο πήχεις, ἢ λίγο περισσότερο ἢ λίγο λιγότερο. Τὰ χέρια τεντωμένα

κατὰ μῆκος τῶν πλευρῶν νὰ δεθοῦν γερὰ μὲ κάτι μαλακό. Ὅλα δὲ

αὐτὰ νὰ ἑτοιμαστοῦν ἐνῶ ὁ πάσχων βρίσκεται σὲ ὕπτια θέση, γιὰ νὰ

μείνει κρεμάμενος ὅσο τὸ δυνατὸν λιγότερο χρόνο. Καὶ ὅταν κρεμα-

στεῖ, πρέπει ἕνας ἄντρας ἔμπειρος καὶ ὄχι ἀδύναμος, ἀφοῦ ἐμπλέξει

τὸν πήχη ἀνάμεσα στοὺς μηρούς, ἔπειτα νὰ τοποθετήσει τὸν πήχη

ἀνάμεσα στὸ περίνεο καὶ στὴν κεφαλὴ τοῦ μηριαίου ποὺ ἔχει ἐξαρ-

θρωθεῖ. ἔπειτα, ἀφοῦ ἑνώσει τὸ ἄλλο χέρι μὲ αὐτὸ ποὺ εἶναι σηκω-

μένο ψηλά, ἀφοῦ σταθεῖ ὄρθιος δίπλα στὸ σῶμα τοῦ κρεμαμένου,

ξαφνικὰ νὰ κρεμαστεῖ ὁ ἴδιος (ἀπὸ τὸν πάσχοντα) καὶ νὰ αἰωρηθεῖ

στὸν ἀέρα ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ ἰσόρροπα. Αὐτὴ ἡ ἀνάταξη προσφέρει

ὅσα στὰ πλαίσια τῶν φυσικῶν νόμων χρειάζονται· γιατὶ τὸ ἴδιο τὸ

σῶμα κρεμάμενο πραγματοποιεῖ τὴν ἔκταση, ἐνῶ ὁ κρεμασμένος

(ἀπὸ τὸν πάσχοντα) ἀφενὸς μὲν μὲ τὴν ἔκταση ἀναγκάζει τὴν κεφα-

λὴ τοῦ μηριαίου (τοῦ πάσχοντος) νὰ αἰωρεῖται πάνω ἀπὸ τὴν κοτύ-

λη, συνάμα δὲ μὲ τὸ ὀστὸ τοῦ πήχη τὴ μετακινεῖ σὰν μοχλὸς καὶ τὴν

ἀναγκάζει νὰ γλιστρήσει στὴν ἀρχικὴ φυσική της θέση. Αὐτὰ ἔτσι

ἔχουν διευκρινιστεῖ ἀπὸ τὸν Ἱπποκράτη· πρέπει δὲ ἡ προκείμενη

ἀνάταξη, ὅπως ἀκριβῶς δείχνει ὁ προβαλλόμενος στὴ συνέχεια ὡς

ὑπόδειγμα πίνακας, μ' αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ πραγματοποιεῖται.

Σχόλια: 

3.5. ἐμβολὴ: ἡ ἐμβολὴ κατὰ τὸν Ἱππ. γράφουν οἱ Di.1, Sch.2 (<> .) καὶ KK.3 (<> .). Ὀρθῶς ὁ Blomquist4, παραβάλλοντας πρὸς τὸ κατωτ. 11.4 (εμβολη L, υἱοθετούμενο ἀπὸ τὸν Di.1, ἀλλὰ <> ἐμβολὴ Sch.2 καὶ KK.3) καὶ θεωρώντας ὡς περιττὸ τὸ ἄρθρο, ὑποστηρίζει ὅτι δὲν πρέπει νὰ συμπληρωθεῖ. Ἀξίζει νὰ σημειωθοῦν ἐδῶ οἱ ἀποκλίσεις τοῦ Ἀπ. στὸ ὅλο χωρίο (ἐδῶ στ. 3-7 καὶ κατωτ. 11.2-6) ἀπὸ τὸν Ἱππ., ἀλλὰ καὶ οἱ διαφοροποιήσεις τῶν δύο παράλληλων χωρίων τοῦ Ἀπ. μεταξύ τους (βλ. τὸ ἐδῶ καὶ τὸ ἐκεῖ κριτ. ὑπόμν. μας, καὶ τὰ σχετικὰ σχόλια).

7-8. παχέως: γραφὴ τοῦ L υἱοθετούμενη ἀπὸ τὸν Sch.2, διορθούμενη σὲ πάχος ἀπὸ τοὺς KK.3 καὶ –κατὰ τὸν Ἱππ.– σὲ πλάτος ἀπὸ τὸν Di.1 Τὴ γραφὴ τοῦ Ἱππ. ὑποστηρίζει ὁ Alpers5 (σελ. 31, καὶ ὁ Blomquist4 25-26, 68.18), θεωρώντας πὼς τὸ πάχος δὲν δίνει σωστὸ νόημα ἐδῶ καὶ πὼς ὁ Ἀπ. ἔγραψε –ὅπως καὶ ὁ Ἱππ.– πλάτος, ποὺ στὴ μεγαλογράμματη γραφὴ παρεφθάρη διαδοχικά: ΠΛΑΤΟC → ΠΑΧΤΟC → ΠΑΧΕΟC [παχεως, ὅμως, στὸν L]· τὸ δὲ Δ καὶ τὸ Χ μπερδεύονται, π.χ. στὸ κατωτ. 3.10.44 ΟΥΧ ΕΝΑ τοῦ L [βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 2.9.6 σ.λ. οὐδένα πω ἐξίθυναν, μὲ παραπομπές]. Τὸ παχέως ὅμως τοῦ L (καὶ τοῦ Sch.2) μπορεῖ κάλλιστα νὰ σταθεῖ ἐδῶ νοηματικά (βλ. LSJ96 / LSK7 σ.λ. παχύς [Ι.2], γιὰ ὕφασμα ἢ ἔνδυμα: «χονδρός, ἁδρός, ἀντίθετον τῷ λεπτός», μὲ παραπ. στὸν Πλάτ. Κρατ. 389 Δ.8 λεπτῷ ἱματίῳ ἢ παχεῖ ἢ λινῷ ἢ ἐρεῷ ἢ ὁποιῳοῦν τινι κ.λπ., στὸν Πολυδ. Ὀνομ. 7.57.1 τὸ δ' ὕφαδρον ἱμάτιον παχεῖαν χλαῖναν κλητέον καὶ 7.61.8-9 καὶ χλαῖναν μὲν παχεῖαν κ.λπ., καὶ στὸν Θεόπομπο (τὸν κωμ.) ἀπόσπ. 10 [Kock8] χλαῖναν δέ σοι λαβὼν παχεῖαν ἐπιβαλῶ Λακωνικήν, βλ. καὶ Παύλ. Αἰγιν. Ἐπιτ. ἰατρ. 6.106.2 ὑποβεβλήσθω τῷ σκέλει, καθ' ὃ μάλιστα μέρος ἐστὶν τὸ κάταγμα, ἱμάτιόν τι παχὺ ἴσον τῷ σκέλει κατὰ τὸ μῆκος ἑκατέρωθεν συνεστραμμένον καὶ κατειληθὲν ἀναλογοῦν σωλῆνι, Σχόλ. Αἰσχ. Πέρσ. 189 λέπαδνα· οἱ παχεῖς ἱμάντες οἷς ἀναδεσμοῦνται οἱ τράχηλοι τῶν ἵππων πρὸς τὸν ζυγόν, κ.λπ.). Μολονότι δὲ τὸ πλάτος τοῦ Ἱππ. ἁρμόζει νοηματικὰ καλύτερα ἐδῶ, τὸ παχέως τοῦ L δὲν μπορεῖ μὲ κανένα τρόπο νὰ ἀποκλειστεῖ: πολὺ δύσκολα θὰ μποροῦσε νὰ παραφθαρεῖ τὸ πλάτος σὲ παχέως· κι οἱ ἀποκλίσεις τοῦ Ἀπ. ἀπὸ τὸν Ἱππ. εἶναι κι ἐδῶ οὐκ ὀλίγες.

13. ὡς δύο πήχεις (...): πβ. Πίν. ΧΧ, ὅπου ἡ κεφαλὴ τοῦ πάσχοντος δὲν ἀπέχει ἀπὸ τὸ ἔδαφος ὡς δύο πήχεις ἢ ὀλίγωι πλεῖον ἢ ὀλίγωι ἔλασσον ἀλλὰ 20 περίπου ἑκατοστά, κι ὁ θεραπευτὴς ἐμφανίζεται γονατιστός (κι ὄχι ὄρθιος, ὅπως πρέπει, γιὰ νὰ αἰωρηθεῖ ξαφνικά: βλ. κατωτ. στ. 21 κἑ.)· ὁ Πίνακας ΧΧ, προφανῶς, δὲν ἀνταποκρίνεται στὸ κείμενο στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται.

18. ἐνείραντα: οἱ Sch.2 καὶ KK.3 γράφουν κατὰ τὸν L ἐρείσαντα, πού, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Blomquist4 (26, 68.28) δὲν εἶναι εὔλογο ἐδῶ. Ὁ Di.1 γράφει κατὰ τὸν Ἱππ. ἐνείραντα (τοῦ ρήμ. ἐνείρω: ἐμβάλλω, ἐμπλέκω, τοποθετῶ ἐντός, κ.τ.τ.: βλ. ΕΛεξΙ9 καὶ LSJ96 / LSK7 σ.λ., μὲ παραπομπές). Ὁ Bl.4 (ὅ.π.), ὀρθῶς σημειώνοντας ὅτι μιὰ μετοχὴ τοῦ εἴρω μὲ σ (ἔρσαντα) ἐξηγεῖ πιὸ εὔκολα τὸ σ τοῦ ερεισαντα (L), προτείνει <ἐν>έρ{ει}σαντα (μὲ ἀναφορὰ σὲ παρόμοιους τύπους τοῦ Ἱππ. καὶ τῶν παραφθορῶν τους στὰ χφφ., καὶ –στὴ σημ. 26– σὲ παλαιοὺς τύπους ποὺ ἔχει διατηρήσει ὁ Ἀπ.), ποὺ φαίνεται νὰ μὴν ἀπαντᾶ στὰ σωζόμενα κείμενα. Μὲ δισταγμοὺς πολλούς, προτιμήσαμε τὸ ἐνείραντα τοῦ Ἱππ., ποὺ καὶ νόημα σωστὸ δίνει καὶ εὔκολα μποροῦσε ἐπίσης νὰ παραφθαρεῖ σὲ ἐρείσαντα.

  1. Dietz, F. R. (1834), Apollonii Citiensis, Stephani, Palladii, Theophili, Meletii, Damascii, Ioannis, aliorum Scholia in Hippocratem et Galenum, Vols. I-II, Königsberg.a↑ b↑ c↑ d↑
  2. Schöne, H. (1896), Apollonius von Kitium: Illustrierter Kommentar zu der hippokrateischen Schrift Περὶ ἄρθρων, Leipzig.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  3. Kollesch, J. & Kudlien F. (1965), Apollonii Citiensis in Hippocratis De articulis commentarius, Vol. XI.1.1, CMG Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑
  4. Blomqvist, J. (1974), Der Hippokratestext des Apollonios von Kition, Scripta Minora, 1973-1974,1 Lund.a↑ b↑ c↑ d↑
  5. Alpers, K. (1963), Apollonios von Kition, edd. Kollesch / Kudlien, Gnomon 39: 26-33.
  6. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑
  7. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑
  8. Kock, T. (1880-1888), Comicorum Atticorum Fragmenta, Vols. I-III, Leipzig.
  9. Ἀποστολίδης, Π. Δ. (1997), Ἑρμηνευτικὸ Λεξικὸ πασῶν τῶν λέξεων τοῦ Ἱπποκράτους, Αθήνα.