You are here

20

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

20

20    Περὶ δὲ τῆς λειπομένης μηροῦ ἐξαρθρήσεως οὕτως μέμνη-

ται (IV 254.18 L.)· οἷς δ' ἂν ἐς τὸ ἔμπροσθεν κεφαλὴ μηροῦ

ἐκπέσηι (ὀλίγα δὲ ταῦτα γίγνεται), οὗτοι ἐκταν{ν}ύειν μὲν τὸ

σκέλος {οὐ} δύνανται ↓ τελείως, συγκάμπτειν δὲ ἥκιστα οὗτοι

  δύνανται τὸ κατὰ τὸν βουβῶνα· {ἀ}πονέουσιν ↓ δὲ καὶ ἢν κατὰ

τὴν ἰγνύην ἀναγκάζωνται συγκάμπτειν· μῆκός τε τοῦ σκέλους

παραπλήσιον φαίνεται, κατὰ μὲν τὴν πτέρνην καὶ πάνυ, ἄκρος

δὲ ὁ ποὺς ἧσσον προκύπτειν θέλει εἰς τὸ ἔμπροσθεν· ὅλον δὲ τὸ

σκέλ{λ}ος ἔχει τὴν εὐθυωρίην τὴν κατὰ φύσιν καὶ οὔτε τῆι

οὔτε τῆι ῥέπει. ὀδυνῶνται δὲ τῶι αὐτίκα εἶναι οὕτω  μάλιστα

καὶ οὖρον ἴσχεται τὸ πρῶτον τούτοις μᾶλλόν τι ἢ τοῖς ἄλλοις

ἐξαρθρήμασιν· ἔγκειται γὰρ ἡ κεφαλὴ τοῦ μηροῦ ἐγγυτάτω

τούτοισι τῶν τόνων τῶν ἐπικαίρων (περὶ ὧν οἶδας)· καὶ κατὰ

μὲν τὸν βουβῶνα ἐξογκέον καὶ κατατεταμένον τὸ χωρίον φαί-

νεται, κατὰ δὲ τὸ πυγαῖον στολιδωδέστερον καὶ ἀσαρκό{δε-

σ}τερον . ταῦτα σημεῖα τὰ εἰρημένα, ὧι ἂν οὕτως ἐκπεπτώκηι.

ὅσοις μὲν οὖν ἤδη ἠνδρωμένοις τοῦτο τὸ ἄρθρον ἐκπεσὸν μὴ

ἐμπέσηι, οὗτοι, ὅταν αὐτοῖς ἡ ὀδύνη παύσηται καὶ τὸ ἄρθρον

ἐθισθῆι ἐν τῶι χωρίωι στρέφεσθαι ἵνα ἐξέπεσεν, οὗτοι δύναν-

ται σχεδόν τι ὀρθοὶ ὁδοιπορεῖν ἄνευ ξύλου. καὶ τὰ λοιπὰ δὲ

ἑξῆς τὰ παρακολουθοῦντα καὶ τὰ ἐπὶ τῶν ἔτι ἐν αὐξήσει ὄντων

περιέργως διηρίθμηται· ἃ παρέντες ἐπὶ τὸν τῆς ἐμβολῆς τρό-

πον ἐπανάξομεν· ἐκτέθειται δ' αὐτὸν οὕτως (IV 306.15 L.)· ἢν

δὲ ἐς τὸ ἔμπροσθεν ἐξολίσθηι, τῶν μὲν κατατασίων ὁ αὐτὸς

τρόπος ποιητέος· ἄνδρα δὲ χρὴ ὡς ἰσχυρότατον ἀπὸ χειρῶν

καὶ ὡς εὐπαιδευτότατον ἐνερείσαντα τὸ θέναρ τῆς ἑτέρης χει-

ρὸς παρὰ τὸν βουβῶνα καὶ τῆι χειρὶ τῆι ἑτέρηι τὴν ἑωυτοῦ

χεῖρα προ‹σ›καταλαμβάνοντα ἅμα μὲν ἐς τὸ κάτω μέρος ὠθέ-

ειν τοῦ ὀλισθήματος, ἅμα δ' ἐς τοὔμπροσθεν τοῦ γούνατος μέ-

ρος. οὗτος ὁ τρόπος ἐμβολῆς κατὰ φύσιν μάλιστα τούτωι τῶι

ὀλισθήματι. ταῦτα μὲν οὕτως ἐκτέθειται· δεῖ δὲ διὰ τοῦ ὑπο-

κειμένου ὑποδείγματος τὸν εἰς τὸ ἔμπροσθεν ἐξαρθρήσαντα

μηρὸν οὕτως ἐντιθέναι.

20

20    Γιὰ δὲ τὸν ἐναπομείναντα τρόπο ἐξάρθρωσης τοῦ μηροῦ ἔχει

ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: Σ' ὅσους, πάλι, ἡ κεφαλὴ τοῦ μηροῦ ἐξαρθρωθεῖ

πρὸς τὰ ἐμπρός (τὰ ἐξαρθρήματα ὅμως αὐτὰ εἶναι σπάνια), αὐτοὶ

μποροῦν μὲν νὰ ἐκτείνουν τὸ σκέλος ἐντελῶς, ἐλάχιστα ὅμως μπο-

ροῦν νὰ τὸ λυγίζουν στὸν βουβώνα· ἀλλὰ πονοῦν καὶ ἐὰν ἀναγκά-

ζονται νὰ τὸ λυγίζουν στὴν ἰγνύα· καὶ τὸ μῆκος τοῦ σκέλους φαί-

νεται παραπλήσιο, καὶ μάλιστα στὴ φτέρνα, ἡ δὲ ἄκρη τοῦ ποδιοῦ

τείνει λιγότερο νὰ προβάλλει πρὸς τὰ ἐμπρός· ὁλόκληρο δὲ τὸ σκέ-

λος διατηρεῖ τὴ φυσιολογικὴ εὐθεία στάση καὶ δὲν κλίνει οὔτε πρὸς

τὴ μία οὔτε πρὸς τὴν ἄλλη πλευρά. Πονοῦν δὲ πάρα πολὺ πάραυ-

τα εὑρισκόμενοι σ' αὐτὴ τὴ θέση καὶ ἡ οὔρηση ἐμποδίζεται ἀρχικὰ

περισσότερο σ' αὐτὰ παρὰ στὰ ἄλλα ἐξαρθρήματα· γιατὶ σ' αὐτὰ

ἡ κεφαλὴ τοῦ μηριαίου βρίσκεται πάρα πολὺ κοντὰ στὴν ἀνάλογη

(συνορεύουσα) πλευρὰ τῆς οὐροδόχου κύστεως (θέμα γιὰ τὸ ὁποῖο

γνωρίζεις καλά)· καὶ στὸν μὲν βουβώνα ἡ περιοχὴ φαίνεται ἐξογκω-

μένη καὶ τεντωμένη, στὸ δὲ πυγαῖο ζαρωμένο καὶ μᾶλλον ἄσαρκο

(ρυτιδωμένο καὶ λιπόσαρκο). Αὐτὰ εἶναι τὰ συμπτώματα ποὺ ἔχουν

λεχθεῖ γιὰ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ὑποστεῖ τέτοιας μορφῆς ἐξάρθρημα. Σ'

ὅσους μὲν λοιπὸν ἤδη ἐνήλικους αὐτὴ ἡ ἄρθρωση ἐξαρθρωθεῖ καὶ

δὲν ἀναταχθεῖ, ὅταν σταματήσει ὁ πόνος τους καὶ ἡ ἄρθρωση συ-

νηθίσει νὰ περιστρέφεται στὴν περιοχὴ ὅπου ἐξαρθρώθηκε, αὐτοὶ

μποροῦν νὰ περπατοῦν σχεδὸν ὄρθιοι χωρὶς μπαστούνι. Στὴ συνέ-

χεια ἔχουν μὲ λεπτομέρεια ἀπαριθμηθεῖ καὶ οἱ συνέπειες καὶ τὰ

σχετικὰ μ' αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται ἀκόμα σὲ ἀνάπτυξη· αὐτὰ παρα-

λείποντας θὰ ἀναφερθοῦμε στὴ μέθοδο ἀνάταξης· ἔχει δὲ ἐκθέσει

αὐτὴν ὡς ἑξῆς: Ἐὰν πάλι συμβεῖ πρόσθιο ἐξάρθρημα, πρέπει νὰ

χρησιμοποιηθεῖ ἡ ἴδια μέθοδος τῶν ἐκτάσεων. Πρέπει δὲ ἕνας ἄν-

τρας ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ χεροδύναμος καὶ ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ

ἔμπειρος, ἀφοῦ στηρίξει δυνατὰ τὴν παλάμη τοῦ ἑνὸς χεριοῦ του

στὴν περιοχὴ τοῦ βουβώνα καὶ πιάσει μὲ τὸ ἄλλο του χέρι τὸ δικό

του χέρι, νὰ σπρώξει τὸ ἐξαρθρωμένο ὀστοῦν συνάμα μὲν πρὸς τὰ

κάτω, συνάμα δὲ πρὸς τὸ ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ γόνατο μέρος. Αὐτὴ ἡ

μέθοδος ἀνάταξης εἶναι ἡ πλέον φυσικὴ γι' αὐτὸ τὸ εἶδος ἐξαρθρή-

ματος. Αὐτὰ μὲν ἔτσι ἔχουν ἐκτεθεῖ· πρέπει δὲ κατὰ τὸ παρακάτω

ὑπόδειγμα νὰ ἀνατάσσει κανεὶς τὸν ἐξαρθρωμένο πρὸς τὰ ἐμπρὸς

μηρὸ ὡς ἑξῆς.

Σχόλια: 

20.4. {οὐ} δύνανται: τὸ ου τοῦ L (ποὺ υἱοθετοῦν οἱ Sch.1 καὶ KK.2) ὀρθῶς ὀβελίζεται ἀπὸ τὸν Di.3 καὶ τὸν Blomquist4 (36, 102.9), κατὰ τὸν Ἱππ. (ὁ τελευταῖος, σὺν τοῖς ἄλλοις, παραπέμπει στὸ Π. ἄρθρ. 209.2-4 Kw.2 [= 258.3-4 Li.5] ὁπόσοισι δὲ δὴ οὕτως ἐκπέπτωκεν, καὶ ἔτι μᾶλλον τῇ πτέρνῃ προσεγχρίμπτουσιν ἢ τῷ ἔμπροσθεν, τονίζοντας ὅτι γιὰ νὰ μπορέσει νὰ πατήσει κανεὶς στὸ ἔδαφος μὲ τὸ πρόσθιο πέλμα πρέπει νὰ τεντώσει ἐντελῶς τὸ πόδι).

5. τὸ κατὰ τὸν βουβῶνα· {ἀ}πονέουσιν: | το κατα τον βουβωνα | απονεουσιν στὸν L, τὰ καὶ πονέουσι στὸν Ἱππ. (χφφ. καὶ ἐκδ., ἐνῶ ὁ Erm.6 ὀβελίζει τὸ ἄρθρο)· ὀρθῶς οἱ ἐκδ. τοῦ Ἀπ. –κατὰ τὸν Ἱππ., καὶ τὸν M– διορθώνουν τὸ απονεουσιν τοῦ L σὲ πονέουσιν (-σι Di.3). Ὁ Blomquist4 (36, 102.9) προτείνει ἐπιπρόσθετα –μολονότι δέχεται ὅτι τὸ κείμενο τοῦ L δὲν εἶναι ἀδύνατο– διόρθωση τοῦ το σὲ τὰ (κατὰ τὸν Ἱππ.), σημειώνοντας ὅτι τὸ α τοῦ απονεουσιν, τὸ ὁποῖο βρίσκεται ἀκριβῶς κάτω ἀπὸ τὸ το (στὴν ἀρχὴ τῆς ἑπόμενης σειρᾶς), θὰ μποροῦσε νὰ ἐννοηθεῖ ὡς διόρθωση τοῦ το, καὶ ὅτι –ἑπομένως– τὸ το ὀφείλεται πιθανῶς σὲ λάθος γραφῆς· μὲ πολλοὺς δισταγμοὺς κρατήσαμε καὶ ἐδῶ τὴ γραφὴ τοῦ L, παραβάλλοντας πρὸς χωρία ὅπως τὸ ἀνωτ. 18.6-7 τὸ{ν} (τὸ Ἱππ.) κατὰ τὸν βουβῶνα (...) ἄρθρον (3 κἑ. οὗτοι ἐκτανύειν οὐ δύνανται τὸ σκέλος οὔτε κατὰ τὸ ἄρθρον τὸ ἐκπεσὸν κ.λπ.) καὶ Ἱππ. Π. ἄρθρ. 246.1-2 (συνέχεια τοῦ ἀνωτ. παραθέματος) ἢν μὴ ξυνεκτανύωσι καὶ τὸ κατὰ τὸν βουβῶνα ἄρθρον, γιὰ τὴ φύση δὲ τοῦ γραφικοῦ λάθους πρὸς τὸ ἀνωτ. Tab. XXVII το ο|οπισθεν (ἀντὶ το ο|πισθεν) τοῦ L (ἐδῶ βουβωνα | απονεουσιν).

10. τῶι αὐτίκα εἶναι οὕτω: L (τω αυτικα ειναι ου|τω) καὶ KK.2, αὐτίκα οὗτοι Ἱππ. (πλεῖστα χφφ. [διαφ. γρ. τὸ αὐτ.] καὶ ἐκδ., χωρὶς τὸ εἶναι: πβ. Μοχλ. 24.4 ἢ πονέουσι μάλιστα οὗτοι αὐτίκα). Οἱ Di.3 καὶ Sch.1 γράφουν τὸ αὐτίκα εἶναι οὗτοι, ἐπιδοκιμάζει δὲ ὁ Blomquist4 (36, 102.16), παραβάλλοντας τὴ φράση τὸ αὐτίκα εἶναι –ὡς ἀπόλυτο ἀπαρέμφατο– πρὸς τὶς φράσεις τὸ νῦν εἶναι καὶ τὸ τήμερον εἶναι (ὅπου τὸ εἶναι «φαίνεται ὡσεὶ πλεονάζον», κατὰ τοὺς LSK7 [LSJ98] σ.λ. εἰμί Ε.1., σὲ φράσεις «ἔνθα ὑπονοεῖται ἡ θέλησις ἢ ἡ δύναμις τοῦ νὰ πράξῃ τίς τι») καὶ θεωρώντας πὼς τὸ οὕτω στερεῖται νοήματος καὶ πρέπει νὰ εἶναι λάθος γραφῆς γιὰ τὸ οὗτοι. Φαίνεται ὅμως ὅτι ὁ Ἀπ. θέλοντας νὰ δώσει τὴν αἰτία τοῦ ὀδυνῶνται αὐτίκα προσθέτει τὸ ἔναρθρο ἀπαρέμφατο (σὲ δοτ.) καὶ ἀκολούθως συμπληρώνει τὸ εἶναι μὲ τὸ οὕτω (ποὺ δὲν εἶναι, ἔτσι, ἀχρείαστο). Ἡ ἀπόκλιση ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Ἱππ. (καὶ τοῦ Γαλ., Εἰς Ἱππ. Π. ἄρθρ. XVIII1 652.7, πβ. καὶ τὸ σχόλιο τοῦ ἴδιου ὅ.π. 654.8-10 τὸ μὲν αὐτίκα, τουτέστι παραχρῆμα, κατὰ τὸν τῆς ἐκπτώσεως καιρὸν ὀδυνᾶσθαί τε αὐτοὺς εἶπε καὶ οὔρων ἐπίσχεσιν γίγνεσθαι), οὕτως ἢ ἄλλως, εἶναι δεδομένη (λείπει τὸ εἶναι καὶ –στὰ πλεῖστα χφφ. [καὶ τὶς ἐκδ.]– τὸ ἄρθρο). Πιὸ πιθανή, ἑπομένως, εἶναι ἡ διατήρηση τοῦ κειμένου ὡς ἔχει παρὰ ἡ –μερικὴ– διόρθωσή του κατὰ τὸν Ἱππ. (ὅσο κι ἂν φαίνεται εὔλογη).

13. (περὶ ὧν οἶδας): ἡ πρόταση ἀποδίδεται στὸν Ἱππ. ἀπὸ τοὺς ἐκδ. τοῦ Ἀπ., ἐνῶ δὲν ἀπαντᾶ στὰ χφφ. (καὶ τὶς ἐκδ.) τοῦ Ἱππ. («om. Hipp.», σημειώνουν οἱ KK.9)· εὔλογα ὁ Blomquist4 (36-77, 102.19), μολονότι θὰ μποροῦσε νὰ παραβάλει κανεὶς τὸ ἀνωτ. 19.6-7 αὗται δὲ πᾶσαι δίκαιαι (βλ. σχόλ. σ.λ.), ὑποστηρίζει ὅτι ἡ πρόταση ἀποτελεῖ σχόλιο τοῦ Ἀπ. μὲ τὸ ὁποῖο δηλώνεται εὐγενικὰ ὅτι ὁ ἀποδέκτης τῆς συγγραφῆς του (ὁ βασιλιὰς Πτολεμαῖος) γνωρίζει καλὰ γι' αὐτὴ τὴν ἀνατομικὴ λεπτομέρεια, παραβάλλοντας πρὸς ἀνάλογα σχόλια τοῦ Ἀρχιμήδη (Ψαμμ. σσ. 218.1 καὶ 220.9 Heiberg = II 135.2 καὶ 136.13 Mugler) ἀπευθυνόμενα στὸν βασιλιὰ Γέλωνα (κατέχεις δὲ διότι καλεῖται κόσμος ὑπὸ μὲν τῶν πλείστων ἀστρολόγων ἁ σφαῖρα κ.λπ. / καθὼς καὶ τὺ παρακολουθεῖς).

15-16. ἀσαρκό{δεσ}τερον: ασαρκωδε|στερον L, υἱοθετούμενο ἀπὸ τοὺς ἐκδ. τοῦ Ἀπ. (χωρὶς σχόλ.)· ὁ Blomquist4 (37, 102.21) –σημειώνοντας ὅτι ὁ τύπος ἀσαρκώδης ἀπαντᾶ γιὰ πρώτη φορὰ στὸν Ἀρεταῖο (μὲ παραπομπὴ στοὺς LSJ98 σ.λ., Π. αἰτ. 1.8.7 ἀσαρκώδεα), ὅτι ἔχουμε ἐδῶ ἕνα "Perseverationsfehler" (κατ' ἐπίδραση τοῦ προηγουμένου στολιδέστερον) κι ὅτι τὰ χφφ. τοῦ Ἱππ. δίνουν τοὺς τύπους ἀσαρκότατον (BM [Kw.2] καὶ vulg.) καὶ ἀσαρκότερον (V [Kw.2] καὶ BCELM [Li.5])– προτείνει νὰ γράψουμε ἀσαρκότατον. Μὲ ἀμφιβολίες, γράψαμε ἀσαρκό{δεσ}­τερον, κατὰ τὸ ἀσαρκότερον πολλῶν Ἱππ. χφφ. (υἱοθετούμενο ἀπὸ τοὺς Li.5 Kw.2 Wi.10), ὡς πλησιέστερο πρὸς τὴ γραφὴ τοῦ L (σὺν τοῖς ἄλλοις).

  1. Schöne, H. (1896), Apollonius von Kitium: Illustrierter Kommentar zu der hippokrateischen Schrift Περὶ ἄρθρων, Leipzig.a↑ b↑
  2. Kühlewein, H. (1895), Hippocratis Opera (quae feruntur omnia), Vol. I, Leipzig.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  3. Dietz, F. R. (1834), Apollonii Citiensis, Stephani, Palladii, Theophili, Meletii, Damascii, Ioannis, aliorum Scholia in Hippocratem et Galenum, Vols. I-II, Königsberg.a↑ b↑ c↑
  4. Blomqvist, J. (1974), Der Hippokratestext des Apollonios von Kition, Scripta Minora, 1973-1974,1 Lund.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  5. Littré, É. (1839-1861), Oeuvres complètes d'Hippocrate, Paris.a↑ b↑ c↑
  6. Ermerins, F. Z. (1859-1864), Hippocratis et aliorum medicorum veterum reliquiae, Trajecti ad Rhenum .
  7. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .
  8. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑
  9. Kollesch, J. & Kudlien F. (1965), Apollonii Citiensis in Hippocratis De articulis commentarius, Vol. XI.1.1, CMG Berlin.
  10. Withington, E. T. (1928), Hippocrates, Vol. 3, London – Cambridge, Mass..