You are here

2

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

2    Ἐχομένως τοίνυν οὕτως καταχωρίζει (IV 224.6 L.)· ἢν δὲ

μηροῦ ἄρθρον ἐξ ἰσχίου  ἐκπέσηι, ἐκπίπτει δὲ τέσσαρας τρό-

πους, εἰς μὲν τὸ ἔσω πολὺ πλειστάκις, εἰς δὲ τὸ ἔξω τῶν ἄλλων

πλειστάκις · εἰς δὲ τὸ ὄπισθεν ‹καὶ τὸ ἔμπροσθεν› ἐκπίπτει μέν,

  ὀλιγάκις δέ. οἷσι μὲν οὖν εἰς τὸ ἔσω μέρος ἐκβῆι, μακρότερον τὸ

σκέλος φαίνεται παραβαλλόμενον πρὸς τὸ ἕτερον διὰ δισσὰς

προφάσιας εἰκότως· ἐπί τε γὰρ τὸ ἀπὸ τοῦ ἰσχίου πεφυκὸς ὀ-

στέον τὸ ἄνω φερόμενον ἐπὶ τὸν κτένα, ἐπὶ τοῦτο{ν} ἡ ἐπίβα-

σις τοῦ μηροῦ τῆς κεφαλῆς γίνεται καὶ ὁ αὐχὴν τοῦ ἄρθρου ἐπὶ

τῆς κοτύλης ὀχεῖται· ἔξωθέν τε αὖ{του} ὁ γλουτὸς κοῖλος φαί-

νεται, ἅτε ἔσω ῥεψάσης τῆς κεφαλῆς τοῦ μηροῦ· τό τε αὖ {τω}

γόνυ τοῦ μηροῦ ἀναγκάζεται ἔξω ῥέπειν καὶ ἡ κνήμη καὶ ὁ

ποὺς ὡσαύτως. καὶ μετά τινας ἀριθμούς φησιν (IV 226.2 L.)·

ἀτὰρ καὶ ψαυομένη ἡ κεφαλὴ τοῦ μηροῦ παρὰ τὸν περίναιον

ὑπερογκέουσα ἔκδηλός ἐστιν. τὰ μὲν σημεῖα ταῦτα, οἷς ἂν ἔσω

ἐκπεπτώκηι. ἐὰν οὖν ἐκπεσὼν μὴ ἐμπέσηι, ἀλλὰ καταπορη-

θῆι , ἥ τε ὁδοιπορίη περι|19φοράδην τοῦ σκέλεος ὥσπερ ἐν τοῖς

βουσὶ γίνεται καὶ ἡ ὄχησις πλείστη αὐτοῖς ἐπὶ τοῦ ὑγιοῦς σκέ-

λεός ἐστιν. καὶ ἀναγκάζοντα<ι> κατὰ τὸν κενεῶνα καὶ κατὰ τὸ

ἄρθρον τὸ ἐκπεπτωκὸς κοῖλοι καὶ σκολιοὶ εἶναι· {καὶ} κατὰ δὲ

τὸ ὑγι{ει}ὲς εἰς τὸ ἔξω  ὁ γλουτὸς ἀναγκάζεται περιφερὴς εἶ-

ναι. καὶ πάλιν οὕτως ἔχει (IV 228.2 L.)· ἀναγκάζονται δὲ καὶ

ἐπικύπτειν· τῆι γὰρ χειρὶ τῆι κατὰ τὸ σκέλος τὸ σιναρὸν ἀναγ-

κάζονται κατὰ πλάγιον τὸν μηρὸν <ἐρείδειν> · οὐ γὰρ δύναται

τὸ σιναρὸν σκέλος ὀχεῖν τὸ σῶμα ἐν τῆι μεταλλαγῆι τῶν σκελῶν

εἰς τὴν γῆν πιεζόμενον . ἐν τούτοις οὖν τοῖς σχήμασιν ἀναγκά-

ζονται ἐσχηματίσθαι, οἷς ἂν ἐκβὰν τὸ ἄρθρον μὴ ἐμπέσηι. καὶ

μετά τινας ἀριθμοὺς οὕτως ἕκαστα περιέργως διαπορεύεται·

ἀναγκάζομαι δὲ τῆς συμμετρίας στοχαζόμενος αὐτὰ τὰ καίρια

μόνον προτάσσειν (IV 230.1 L.)· οἷς μὲν οὖν μήπω τετελειωμέ-

νοις εἰς αὔξησιν ἐκπεσὼν  μηδὲ ἐμπέσηι, γυιοῦται καὶ ὁ μηρὸς

καὶ ἡ κνήμη καὶ ὁ πούς· οὔτε γὰρ ὀστᾶ ἐς τὸ μῆκος ὁμοίως

αὔξεται, ἀλλὰ βραχύτερα γίγνεται, μάλιστα δὲ τοῦ μηροῦ , ἄ-

σαρκόν τε ἅπαν τὸ σκέλος καὶ ἄμυον καὶ ἐκτεθηλυσμένον καὶ

λεπτὸν γίνεται, ἅμα μὲν διὰ τὴν στέρησιν τοῦ ἄρθρου, ἅμα δὲ

ὅτι ἀδύνατον χρῆσθαί ἐστιν, ὅτι οὐ κατὰ φύσιν κεῖται. καὶ διὰ

τούτων πᾶσιν ἐπιλέγει (IV 230.12 L.)· οἷ<ς> δὲ νηπίοις ἡ συμ-

φορὴ αὕτη γίνηται, οἱ πλεῖστοι καταμβλακεύουσι τὴν ὄρθωσιν

τοῦ σώματος, ἀλλὰ εἰλέονται ἐπὶ τὸ ὑγιὲς σκέλος, τῆι χειρὶ πρὸς

τὴν γῆν ἀπερειδόμενοι τῆι κατὰ τὸ ὑγιὲς σκέλος. καταμβλα-

κεύουσι δὲ ἔνιοι τὴν εἰς τὸ ὀρθὸν ὁδοιπορίην, καὶ οἷς ἂν τετε-

λειωμένοις αὕτη ἡ συμφορὴ γίνηται.

2    Στὴ συνέχεια, λοιπόν, καταχωρίζει τὰ ἑξῆς: Ἐὰν ὅμως ὑποστεῖ

ἐξάρθρημα ὁ μηρὸς στὸ ἰσχίο, ἐξαρθρώνεται μὲ τέσσερεις τρόπους,

πρὸς τὰ μέσα μὲν (ἐκπίπτει) πάρα πολὺ συχνά, πρὸς τὰ ἔξω δὲ πιὸ

συχνὰ ἀπὸ τὰ ἄλλα ἐξαρθρήματα· πρὸς τὰ πίσω καὶ πρὸς τὰ ἐμπρὸς

ἐξαρθρώνεται, ἀλλὰ σπάνια. Σ' ὅσους λοιπὸν ἐξαρθρωθεῖ πρὸς τὰ

μέσα, τὸ σκέλος συγκρινόμενο μὲ τὸ ἄλλο (τὸ ὑγιές) φαίνεται σὰν νὰ

εἶναι πιὸ μακρύ, γιὰ δύο λόγους προφανῶς: γιατὶ στὸ ὀστὸ ποὺ

προσφύεται στὸ ἰσχίο καὶ ἀνεβαίνει πρὸς τὸ ἐφήβαιο, σ' αὐτὸ ἐπιβαί-

νει ἡ κεφαλὴ τοῦ μηριαίου, καὶ ὁ αὐχένας τῆς ἄρθρωσης κάθεται

πάνω στὴν κοτύλη· καὶ ἀπ' ἔξω πάλι ὁ γλουτὸς φαίνεται κοῖλος, γιατὶ

ἡ κεφαλὴ τοῦ μηριαίου γέρνει πρὸς τὰ μέσα· καὶ τὸ (πρὸς τὸ) γόνατο

(ἄκρο) τοῦ μηροῦ ἀναγκάζεται νὰ κλίνει πρὸς τὰ ἔξω, καθὼς ἐπί-

σης καὶ ἡ κνήμη καὶ τὸ πόδι. Καὶ μετὰ ἀπὸ μερικὲς σειρὲς λέει: Ἀλλὰ

καὶ ψηλαφούμενη ἡ κεφαλὴ τοῦ μηριαίου στὸ περίνεο εἶναι σαφῶς

ὑπερβολικὰ ἐξογκωμένη. Τὰ συμπτώματα, λοιπόν, γιὰ ὅσους ἔχουν

ἐξάρθρημα πρὸς τὰ μέσα εἶναι αὐτά. Ἐὰν λοιπὸν (ὁ μηρὸς) ἐξαρ-

θρωθεῖ (στὸ ἰσχίο) καὶ δὲν ἀναταχθεῖ ἀλλ' ἀφεθεῖ νὰ χειροτερεύσει,

τότε καὶ τὸ βάδισμα γίνεται μὲ συστροφὴ τοῦ σκέλους, ὅπως ἀκρι-

βῶς στὰ βόδια, καὶ τὸ βάρος τους ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον πέφτει πάνω

στὸ ὑγιὲς σκέλος. Καὶ κατ' ἀνάγκη ἐμφανίζουν κοίλωμα καὶ σκο-

λίωση στὴν περιοχὴ τῶν λαγονίων ὀστῶν καὶ τοῦ ἐξαρθρήματος· στὴ

δὲ ὑγιῆ ἄρθρωση ὁ γλουτὸς ἀναγκάζεται νὰ περιστρέφεται πρὸς τὰ

ἔξω. Καὶ προσθέτει πάλι τὰ ἑξῆς: Ἀναγκάζονται δὲ καὶ νὰ σκύβουν

πρὸς τὰ ἐμπρός· γιατὶ ἀναγκάζονται νὰ στηρίζουν μὲ τὸ χέρι ποὺ

βρίσκεται στὴν πλευρὰ τοῦ πάσχοντος σκέλους πρὸς τὰ πλάγια τὸν

μηρό· γιατὶ (ἀλλιῶς: ἂν δὲν κρατιέται) τὸ πάσχον σκέλος δὲν μπορεῖ

νὰ ὑποβαστᾶ τὸ σῶμα κατὰ τὴν ἐναλλαγὴ τῶν ποδιῶν πιεζόμενο

στὸ ἔδαφος. Ἀναγκάζονται λοιπὸν νὰ παίρνουν αὐτὰ τὰ σχήματα,

ὅσοι ὑποστοῦν ἐξάρθρημα καὶ δὲν τοὺς γίνει ἀνάταξη. Καὶ μετὰ ἀπὸ

μερικὲς σειρὲς ἔτσι ἀναπτύσσει μὲ περισσὴ ἀκρίβεια γιὰ καθένα χω-

ριστά· ἀναγκάζομαι ὅμως στοχεύοντας στὴ συμμετρία νὰ ἀναφέρω

μόνον αὐτὰ τὰ σημαντικὰ σημεῖα: Σ' ὅσους λοιπὸν ἀπ' αὐτοὺς ποὺ

δὲν ἔχουν ὁλοκληρώσει ἀκόμη τὴν ἀνάπτυξή τους ἐξαρθρωθεῖ (ὁ

μηρὸς πρὸς τὰ μέσα) καὶ δὲν ἀναταχθεῖ, ἐξασθενεῖ καὶ ὁ μηρὸς καὶ ἡ

κνήμη καὶ τὸ πόδι· γιατὶ οὔτε τὰ ὀστά τους αὐξάνουν ὡς πρὸς τὸ

μῆκος μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἀλλὰ γίνονται κοντύτερα, καὶ μάλιστα (αὐ-

τὸ) τοῦ μηροῦ, καὶ ὁλόκληρο τὸ σκέλος γίνεται ἄσαρκο καὶ χωρὶς

μύες καὶ ἀτροφικὸ καὶ λεπτό, ἐν μέρει μὲν ἐξαιτίας τῆς ἀπώλειας τῆς

ἄρθρωσης καὶ ἐν μέρει γιατὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ χρησιμοποιηθεῖ, ἐπει-

δὴ δὲν βρίσκεται σὲ φυσιολογικὴ θέση. Καὶ σ' ὅλα αὐτὰ προσθέτει

τὰ ἑξῆς: Ὅταν ὅμως αὐτὸ τὸ ἀτύχημα συμβαίνει σὲ μικρὰ παιδιά, τὰ

περισσότερα δὲν μποροῦν νὰ κρατοῦν τὸ σῶμα σὲ ὄρθια στάση,

ἀλλὰ περιστρέφονται πάνω στὸ ὑγιὲς σκέλος στηριζόμενα στὴ γῆ μὲ

τὸ ἀντίστοιχο πρὸς τὸ ὑγιὲς σκέλος χέρι τους. Μερικοὶ πάλι ἀδυνα-

τοῦν νὰ βαδίζουν σωστά, καὶ ὅταν ἀκόμη ἔχοντας ὁλοκληρώσει τὴν

ἀνάπτυξή τους παθαίνουν αὐτὸ τὸ ἀτύχημα.

Σχόλια: 

2.2. ἰσχίου: τῆς κοτύλης (βλ. ΕΛεξΙ1 σ.λ., μὲ πάμπολλες παραπομπές), τοῦ γοφοῦ (βλ. Μπαμπ.2 σ.λ. ισχίο, μὲ ἐτυμ. παρατηρήσεις). Γιὰ τὰ ἐξαρθρήματα τοῦ ἰσχίου βλ. ΟρθΤρ3 28 κἑ. καὶ –κυρίως– 114-17, μὲ βιβλιογραφία (Γ. Μπάμπης)· βλ. ἐπίσης Φυλακτοῦ Ἱπποκρ. Περὶ ἄρθρων4 σσ. 140 κἑ. (σχόλια στὰ κεφ. 51 κἑ., μὲ βιβλιογραφία).

4-5. εἰς μὲν (...) τῶν ἄλλων πλειστάκις: κατὰ τὸν Γαληνό (Εἰς Ἱππ. Π. ἄρθρ. XVIII1 582.7), ὁ τεθεαμένος ἰσχίου κοτύλην οὐ δεῖται τὴν αἰτίαν ἀκοῦσαι (...), δι' ἣν μὲν ἔσω ἐκπίπτει πλειστάκις ὁ μηρός, ἐφεξῆς δὲ τῶν ἔξω. τὸ γὰρ τῆς κοτύλης βάθος οὐκ ἔστιν ἴσον ἅπασι τοῖς μέρεσιν. ἔνθα ᾖ ὁ ὑμὴν ταπεινότερος, ἐνταῦθα ῥᾷον ἐξίστατο τὸ ἄρθρον.

16-17. καταπορηθῆι: καταπωρεθη L, στὸν Ἱππ. καταπορηθῇ (πλεῖστα χφφ. καὶ ἐκδ., διαφ. γρ. [βλ. Li.5] καταπωρηθῆ καὶ καταπωρωθῆ) καὶ ("καὶ = ἢ. Cf. Thucyd. II. 35" σημειώνει ὁ Wi.6) ἀμεληθῇ. Ὁ Di.7 γράφει καταπορηθῇ, κατὰ τὸν Ἱππ. (καὶ στὴ σημ.: «Fort. καταπωρωθῇ»)· ὁ Sch.8 διορθώνει ἐπίσης σὲ καταπορηθῇ, ἐνῶ οἱ KK.9 γράφουν καταπωρωθῇ (κατὰ τὴν ὑπόθεση τοῦ Di.7). Ὁ Alpers10 (σελ. 32), θεωρώντας ὅτι τὸ καὶ ἀμεληθῇ στὸν Ἱππ. ἐνδέχεται νὰ ἀποτελεῖ γλώσσημα (ὅπως στὸ ἀνωτ. 2.8.10 [μὲ παραπ. στὸ Hermes 89, 331] καὶ κυρίως τὸ κατωτ. 3.14.5-6) καὶ ὅτι τὸ καταπωρόω δὲν ἀπαντᾶ στὸν Ἱππ. [βλ. ὅμως ἀνωτ.], σημειώνοντας δὲ ὅτι ἡ λ. τυγχάνει τῆς ἴδιας μεταχείρισης στὸν L καὶ κατωτ. 10.22 (ὅπου οἱ KK.9 γράφουν κατὰ τὸν Ἱππ. διαπορηθῇ), ὑποστηρίζει διόρθωση σὲ διαπορηθῇ· συμφωνεῖ ὁ Blomquist11 (24, 66.12). Ἀλλὰ τὸ καταπορέω, γιὰ ἐξαρθρήματα καὶ κατάγματα, δηλώνει τὴν ἀποτυχία στὴν ἀνάταξη (βλ. ΕΛεξΙ1 καὶ LSJ912 / LSK13 σ.λ., μὲ παραπομπές): Ἱππ. Π. ἄρθρ. 12.1 [κατωτ. 10.22] καὶ 61.9 ἢν δὲ καταπορηθῇ ἢ ἀμεληθῇ ἐμπεσεῖν [βλ. καὶ Γαλ. Εἰς Ἱππ. Π. ἄρθρ. XVIII1 664.13], καὶ στὴν ἐνεργ. φωνή, μὲ τὴ σημασία «μένω ἀδρανής, ἀμήχανος» (ΕΛεξΙ1 σ.λ. [β´], μὲ τὴν παραπομπή: Παραγγ. 13.7 πρὶν ἢ νούσῳ καταπορέωσιν ἡθροισμένοι. Μὲ τὸ προηγούμενο ἐδῶ μὴ ἐμπέσῃ, μεταφράσαμε: Ἐὰν (...) δὲν ἀναταχθεῖ ἀλλ' ἀφεθεῖ νὰ χειροτερεύσει.

20-21. {καὶ} κατὰ δὲ τὸ ὑγι{ει}ὲς εἰς τὸ ἔξω: οἱ Di.7, Sch.8 καὶ KK.9, υἱοθετώντας τὴ διόρθωση τῆς γραφῆς τοῦ L τω υγιειες σὲ τὸ ὑγιὲς (M, κατὰ τὸν Ἱππ.), διατηροῦν τὸ και κατα δε τοῦ L, μὲ τὸ δὲ σὲ θέση μὴ κανονική, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Blomquist11 (24, 66.16), προτείνοντας ὀβελισμὸ τοῦ και (κατὰ τὸν Ἱππ.) ὡς διττογραφία τοῦ κατα. Μὲ δισταγμοὺς υἱοθετήσαμε τὴν πρότασή του, μὲ τὴν αἴσθηση ὅτι τὸ δὲ μπορεῖ νὰ ἔχει μετακινηθεῖ κατὰ λάθος, ὁπότε: καὶ κατὰ τὸ ὑγιὲς δὲ εἰς τὸ ἔξω (μὲ τὸ δὲ σὲ ὄχι ἀντικανονικὴ θέση)· τόσο τὸ καὶ κατὰ ὅσο καὶ τὸ κατὰ δὲ ἀπαντοῦν ὄχι σπάνια στὴν ἀρχὴ ἡμιπεριόδου. Μιὰ τρίτη λύση, μὲ ὀβελισμὸ ὄχι τοῦ καὶ ἀλλὰ τοῦ δὲ (: καὶ κατὰ τὸ ὑγι{ει}ὲς {δὲ} εἰς τὸ ἔξω κ.λπ., δὲν εἶναι ἀπίθανη ἐδῶ, καθὼς μάλιστα προηγεῖται (στ. 19) τὸ καὶ κατὰ (κ.λπ.)· τὰ παλαιογραφικὰ ὅμως δεδομένα δὲν φαίνεται νὰ συνηγοροῦν (σὺν τοῖς ἄλλοις, ἡ ὑπερσυσσώρευση καὶ μοιάζει ἀντι­αισθητική).

22-23. ἀναγκάζονται (...) <ἐρείδειν>: οἱ Di.7 καὶ Sch.8 υἱοθετοῦν τὸ ἀναγκάζονται τοῦ L (καὶ τοῦ Ἱππ., χφφ. καὶ ἐκδ.) καὶ προσθέτουν –κατὰ τὸν Ἱππ. (χφφ. καὶ ἐκδ.)– τὸ ἐρείδειν· ἐπιδοκιμάζει, ἐπικαλούμενος καὶ τὸ κατωτ. «χάσμα» στὸν L (βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 26), ὁ Blomquist11 (24-25, 66.19), μὲ ἀναφορὰ στὸ €ἀναγκάζονται€ τῶν KK.9 (τὸ ὁποῖο ἀποδοκιμάζει). Οἱ τελευταῖοι σημειώνουν στὸ κριτ. ὑπόμν.: «pro ἀναγκάζ. vel στηρίζονται vel ἐρείδονται Apollonium legisse suspicamur», καὶ δὲν ἀποκλείεται ἐντελῶς νὰ ἔχουν δίκαιο ὡς πρὸς τὸ ἐρείδονται· πρέπει, τότε, νὰ ὑποτεθεῖ ὅτι σὲ πρῶτο στάδιο ἐξέπεσε τὸ ἐρείδονται (ποὺ ὁ Ἀπ. ἐνδέχεται νὰ ἔγραψε ἀντὶ τοῦ ἀναγκάζονται ἐρείδειν) καὶ ἀργότερα (μὲ ἐνδιάμεσο ἴσως στάδιο ἕνα σχόλιο στὸ περιθώριο) ἀντικαταστάθηκε τὸ ἐρείδονται ἀπὸ τὸ ἀναγκάζονται, τὸ ὁποῖο ἀπαντᾶ ἐπανειλημμένα στὰ προηγούμενα. Μὲ ἀμφιβολίες εὔλογες υἱοθετήσαμε ἐδῶ τὴν προσαρμογὴ στὸ Ἱππ. κείμενο, μὲ τὴν προσθήκη τοῦ ἐρείδειν.

26. εἰς τὴν γῆν πιεζόμενον: ην την γην πιεζο|μενον L, ἢν (διαφ. γρ. εἰ) μὴ κατέχηται (διαφ. γρ. κατέχει τε καὶ κατέχειται) πρὸς τὴν γῆν πιεζόμενον Ἱππ. Οἱ Di.7 καὶ Sch.8 συμπληρώνουν τὸ κείμενο τοῦ L κατὰ τὸν Ἱππ., ἐπιδοκιμάζει δὲ ὁ Blomquist11 (25, 66.19), ἴσως ὀρθῶς. Οἱ KK.9 προτιμοῦν διόρθωση τοῦ ἢν σὲ εἰς (καὶ διατήρηση κατὰ τὰ ἄλλα τῆς γραφῆς τοῦ L), καὶ πιθανῶς ἔχουν δίκαιο: ἡ παρουσία τοῦ ἢν ἀντὶ τοῦ εἰς μπορεῖ νὰ ὀφείλεται στὸ ἀμέσως ἑπόμενο τὴν γῆν· καὶ τὸ γὰρ (στὴν ἀρχὴ τῆς ἡμιπεριόδου), συνδέοντας μὲ τὰ προηγούμενα (τῆι χειρὶ ... τὸν μηρὸν <ἐρείδειν>), καθιστᾶ τὸ ἢν μὴ κατέχηται μὴ ἀναγκαῖο (βλ. τὴ μετάφρασή μας). Μὲ αὐτὴ τὴ σκέψη προτιμήσαμε τὸ εἰς τὴν γῆν πιεζόμενον. (Βλ. καὶ τὰ σχόλια τοῦ Γαληνοῦ στὸ χωρίο [Εἰς Ἱππ. Π. ἄρθρ. XVIII1 592, κυρίως στ. 16 κἑ.]: ὁ δὲ νῦν λόγος ἐστὶν ἐπὶ θατέρου μέρους τῆς βαδίσεως στηριζόμενοι τῷ πεπονθότι μεταφέρουσι τὸ ὑγιές. εἴρηται δ' ὀλίγον τὸ ὑγιὲς ἔμπροσθεν ἤδη περὶ τοῦδε τοῦ μέρους τῆς βαδίσεως· πβ. Ἱππ. Μοχλ. 20.16 τὸ δὲ σιναρὸν τῇ χειρὶ ὑπὲρ τοῦ γούνατος καταναγκάζουσιν, ὡς ὀχέειν ἐν τῇ μεταβάσει τὸ σῶμα.)

31. ἐκπεσὼν: εκπεσον L, ἐκπεσὼν (υἱοθετούμενο ἀπὸ τοὺς ἐκδ.) καὶ ἐκπεσὸν στὰ χφφ. τοῦ Ἱππ. (βλ. καὶ κατωτ. 11.18 [μὲ σχόλ.] καὶ 18.19). Οἱ KK.9 υἱοθετοῦν τὴ γραφὴ τοῦ L (ἐκπεσὸν), ἴσως ὀρθῶς. Οἱ Di.7 καὶ Sch.8 γράφουν ἐκπεσὼν, ποὺ φαίνεται νὰ εἶναι ἡ πιὸ πιθανὴ γραφὴ ἐδῶ: πβ. ἀνωτ. στ. 16, ὅπου ὁ L δίνει ἐπίσης τὴ γραφὴ εκπεσον κι οἱ ἐκδ. τοῦ Ἀπ. εὔλογα διορθώνουν σὲ ἐκπεσὼν (κατὰ τὸν Ἱππ. [χφφ. καὶ ἐκδ.], ὅπου μάλιστα μετὰ τὸ ἐκπεπτώκῃ ἀκολουθεῖ ὁ μηρός)· καὶ ἐδῶ γιὰ ἐξάρθρημα τοῦ μηροῦ γίνεται λόγος.

32-33. ὀστᾶ ἐς τὸ μῆκος (...) τοῦ μηροῦ: Ὁ Blomquist11 (25, 68.1) θεωρεῖ ἀπαραί­τητη τὴ συμπλήρωση <τὸ> τοῦ μηροῦ ἢ <τὰ> τοῦ μ., κατὰ τὸν Ἱππ., ὅπου ὅμως καὶ τὰ ὀστέα (χφφ. καὶ ἐκδ.). Ἡ παράλειψη τοῦ ἄρθρου, ὅπου αὐτὸ δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀπαραίτητο, φαίνεται νὰ ἀποτελεῖ συχνὴ ἐπιλογὴ τοῦ Ἀπ. (προφανῶς χάριν συντομίας), ὅπως δείχνει καὶ τὸ ἀνωτ. ὀστᾶ, ἀλλ' ὄχι σταθερὴ καὶ συνεπῆ (πβ. ἀνωτ. στ. 31-32 καὶ ὁ μηρὸς καὶ ἡ κνήμη καὶ ὁ πούς). Βλ. καὶ κατωτ. 3.5 σχόλ. σ.λ. ἐμβολή.

  1. Ἀποστολίδης, Π. Δ. (1997), Ἑρμηνευτικὸ Λεξικὸ πασῶν τῶν λέξεων τοῦ Ἱπποκράτους, Αθήνα.a↑ b↑ c↑
  2. Μπαμπινιώτης, Γ. (1998), Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα.
  3. Στάμος, Κ. Γ. & κ.ά. (2001), Ορθοπαιδική και Τραυματιολογία, Αθήνα .
  4. Φυλακτός, Ἀ. Ἀ. (1983), Τὰ Ἅπαντα τοῦ Ἱπποκράτους: Περὶ ἄρθρων (Συμβολὴ εἰς τὴν συγκριτικὴν μελέτην καὶ ταύτισιν τῶν γενικῶν κανόνων περὶ τῶν ἐξαρθρημάτων τοῦ Ἱπποκράτους καὶ τῶν εἰς τὴν σύγχρονον Ὀρθοπεδικὴν ἰσχυόντων ἀντιστοίχως), Ἀθῆναι.
  5. Littré, É. (1839-1861), Oeuvres complètes d'Hippocrate, Paris.
  6. Withington, E. T. (1928), Hippocrates, Vol. 3, London – Cambridge, Mass..
  7. Dietz, F. R. (1834), Apollonii Citiensis, Stephani, Palladii, Theophili, Meletii, Damascii, Ioannis, aliorum Scholia in Hippocratem et Galenum, Vols. I-II, Königsberg.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  8. Schöne, H. (1896), Apollonius von Kitium: Illustrierter Kommentar zu der hippokrateischen Schrift Περὶ ἄρθρων, Leipzig.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  9. Kollesch, J. & Kudlien F. (1965), Apollonii Citiensis in Hippocratis De articulis commentarius, Vol. XI.1.1, CMG Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  10. Alpers, K. (1963), Apollonios von Kition, edd. Kollesch / Kudlien, Gnomon 39: 26-33.
  11. Blomqvist, J. (1974), Der Hippokratestext des Apollonios von Kition, Scripta Minora, 1973-1974,1 Lund.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  12. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  13. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .