You are here

7

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

ΠΕΡΙ ΔΑΚΤΥΛΩΝ

7    Περὶ δὲ δακτύλων οὕτως ἀπεφήνατο (IV 138.17 L.)· δακτύ

λου δὲ ἄρθρον <ὀλισθὸν> μὲν εὔσημον. ἐμβολὴ δέ· κατατείναν-

τα ἐς ἰθὺ τὸ μὲν ἐξέχον ἀπωθεῖν, τὸ δὲ ἐναντίον ἀντωθεῖν. ἴη-

σις δὲ ἢ σταιτὶ ἢ ὀθονίοισι . μὴ ἐμπεσὸν δὲ ἐπιπωροῦται |13 ἔξω.

  βραχυλόγω‹ς› σφόδρα  ἐν τούτοις ἀνέστραπται  διὰ τὸ τοῦ πρά-

γματος εὐκαταμάθητον. οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ Διοκλῆς  τὸν τρόπον

τοῦτον μέμνηται· «Δακτύλου μὲν ἄρθρον ἄν τε ποδὸς ἄν τε

χειρὸς ἐκπέσηι, τετραχῶς ἐκπίπτει, ἢ ἐντὸς ἢ ἐκτὸς ἢ εἰς τὰ

πλάγια· ὅπως δ' ἂν ἐκπέσηι, ῥάιδιον γνῶναι πρὸς τὸ ὁμώνυμον

καὶ τὸ ὑγιὲς θεωροῦντα. ἐμβάλλειν δὲ κατατείνοντα εὐθὺ ἀπὸ

χειρῶν περιελίξαι τε, ὅπως μὴ ἐξολισθάνηι. ἀστε‹ῖ›ον  δὲ καὶ τὰς

σειράς , ἃς οἱ παῖδες πλέκουσιν, περιθέντα περὶ ἄκρον τὸν δά

κτυλον κατατείνειν, ἐκ δὲ τοῦ ἐπὶ θάτερα ταῖς χερσίν.»

ΠΕΡΙ ΔΑΚΤΥΛΩΝ

7    Σχετικὰ μὲ τὰ δάχτυλα ἀποφάνθηκε ὡς ἑξῆς: Ὅταν συμβεῖ ἐξ

άρθρημα δα­κτύλου, εἶναι εὐδιάγνωστο. Ἡ δὲ ἀνάταξη: ἀφοῦ ἐκ

τείνεις σὲ εὐθεία γραμμὴ τὸ μὲν ἐξέχον μέρος νὰ ἀπωθεῖς καὶ νὰ

ἀντωθεῖς τὴν ἀντίθετη πλευρά. Ἡ θεραπεία (θὰ ἐπέλθει) ἢ μὲ ζύμη ἢ

μὲ λινοὺς ἐπιδέσμους. Ἐὰν ὅμως δὲν ἀναταχθεῖ, σκληραίνει ἐξωτε

ρικά. Ἔχει ἀσχοληθεῖ πάρα πολὺ λίγο μ' αὐτὲς τὶς περιπτώσεις λόγω

τοῦ ὅτι τὸ ἀντικείμενο εἶναι εὐκολοκατανόητο. Ἀλλ' ὅμως καὶ ὁ

Διοκλῆς μνημονεύει αὐτὸν τὸν τρόπο: «Ὅταν ἐξαρθρωθεῖ ἡ ἄρθρω-

ση ἑνὸς δακτύλου, εἴτε τοῦ ποδιοῦ εἴτε τοῦ χεριοῦ, ἐξαρθρώνεται μὲ

τέσσερεις τρόπους, ἢ πρὸς τὰ μέσα ἢ πρὸς τὰ ἔξω ἢ πρὸς τὰ πλάγια.

Πῶς ὅμως θὰ ἐξαρθρωθεῖ, εἶναι εὔκολο νὰ τὸ ἀντιληφθεῖ κανεὶς

παρατηρώντας τὸ ὁμώνυμο καὶ τὸ ὑγιές (μέλος). Νὰ ἀνατάξεις τεν-

τώνοντας σὲ εὐθεία γραμμὴ μακριὰ ἀπὸ τὰ χέρια καὶ νὰ περιτυλί-

ξεις, γιὰ νὰ μὴν ἐξαρθρωθεῖ καὶ πάλι. Μιὰ ἄλλη ἐπίσης πρόσφορη

μέθοδος εἶναι νὰ ἐκτείνεις ἀφοῦ τοποθετήσεις τὶς κοτσίδες ποὺ πλέ-

κουν τὰ παιδιὰ γύρω ἀπὸ τὴν ἄκρη τοῦ δακτύλου, ἀπὸ τὴν ἄλλη δὲ

πλευρὰ (νὰ ἐκτείνεις) μὲ τὰ χέρια».

Σχόλια: 

7 [ΠΕΡΙ ΔΑΚΤΥΛΩΝ]. 4. ἢ σταιτὶ ἢ ὀθονίοισι: γιὰ τὴ χειρόγραφη παράδοση τοῦ κειμένου τοῦ Ἀπ. καὶ τοῦ Ἱππ., Π. ἄρθρ. καὶ Μοχλ., καὶ τὶς ἐπιλογὲς τῶν ἐκδ. βλ. ἀνωτ. κριτ. ὑπόμν. (ἢ σταιτὶ ἢ ὀθονίοισι γράφει καὶ ὁ van der Eijk1, 163). Γιὰ τὸ σταῖς (ἢ σταίς, γεν. σταιτός, δοτ. σταιτί, κ.λπ., καὶ στάς στὴν Ἀττ.) = ζύμη, ζυμάρι (καὶ στέαρ, συμπαγὲς λίπος, ἄλειμμα, ξύγκι) βλ. ΕΛεξΙ2 καὶ LSJ93 / LSK4 σ.λ., μὲ παραπομπές (ἀβέβ. ἐτυμ., πβ. ἀρχ. Σλ. tĕsto, ἀρχ. Ἰρλ. tais κ.ἄ.: βλ. Chantraine5 σ.λ.).

5. βραχυλόγω<ς> σφόδρα: βραχυλογω σφοδρω στὸν L, υἱοθετούμενο ἀπὸ τὸν Di.6 (: βραχυλόγῳ σφοδρῷ, πιθανῶς ἐσφαλμένο). Οἱ Sch.7 καὶ KK.8, κατὰ τὸν Brinkmann, γράφουν βραχυλόγω<ς> σφόδρα (τὸ σφόδρα μὲ τὴ σημασία τοῦ «λίαν, πάρα πολύ»: βλ. ΕΛεξΙ2 σ.λ. σφόδρα [πβ. σφοδρῶς, καὶ σφοδρός, βλ. καὶ LSJ93 / LSK4 σ.λλ. σφόδρα καὶ σφοδρός, -ῶς], μὲ παραπομπές: Ἱππ. Ἐπιδημ. 7.3.16 ἀπόσιτος σφόδρα, 7.24.3 γνάθος σφόδρα ἐρυθρή, 7.25.23 σφόδρα ἐλήρει [κ.ἄ.], καὶ Ἀφορ. 2.44 οἱ παχέες σφόδρα [2.35 σφόδρα λεπτὸν, 6.52 θανατῶδες σφόδρα, κ.ἄ.], ὄχι «σφοδρότητα, ἰσχυρῶς», ὅπως σὲ ἄλλες πολλὲς περιπτώσεις)· πβ. κατωτ. 3.17.5 γραφικῶς σφόδρα (L καὶ ἐκδ.)· τὸ βραχυλόγω<ς> (Πολυδ. Ὀνομ. 4.24.2-3 τὸ βραχυλόγως ὑπερβᾶσι τὸ συντόμως ῥητέον) μόνον ἐδῶ στὸν Ἀπ. καὶ στὰ ἰατρικὰ κείμενα ἐν γένει, ὅπου ὅμως ἀπαντοῦν συχνὰ τὰ βραχυλόγος, βραχυλογία, βραχυλογέω (Γαλην. Π. Ἱππ. στοιχ. Ι 483.7 Ἱπποκράτης, ὡς ἂν βραχυλογίᾳ χρώμενος παλαιᾷ, Εἰς Ἱππ. Προρρ. XVI 511.5 διὰ βραχυλογίαν ... ἀποκεχώρηκε καὶ τὸ Μοχλικὸν τῆς ἰδίας ἑρμηνείας τῶν Ἱπποκράτους βιβλίων τῶν ὁμολογουμένων, κ.ἄ. πολλά), μὲ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ τὰ χωρία ὅπου ὁ Ἱπποκράτης ἀποκαλεῖται βραχυλόγος (Παλλάδ. Εἰς Ἱππ. Ἐπιδημ. 2.155.6 ὁ βραχυλόγος Ἱπποκράτης, πβ. 2.10.13, Στέφαν. Ἀθην. Εἰς Ἱππ. Προγν. 1.3.147 κ.ἀ., Ἰωάνν. Ἀλεξ. Εἰς Ἱππ. Π. παιδ. φύσ. 2.207.22 ὁ βραχυλόγος καὶ φιλοσυντόμος Ἱπποκράτης). Ἡ ἐδῶ φράση τοῦ Ἀπ. εἶναι ἅπαξ λεγομένη, σὲ κάθε περίπτωση. Ἡ δοτ. βραχυλόγῳ ἀπαντᾶ στὸν Γαλ. (Εἰς Ἱππ. Κατ' ἰητρ. XVIII2 790.7 Εἴρηκεν οὖν πρόσθεν ἤδη περὶ τῶν ὀθονίων ἐλλιπέστερον, ᾧ καὶ δῆλον ὡς οὐδὲν ἠκρίβωται τότε πρὸς ἔκδοσιν, ἀλλ' οὔτ' ὑπὸ υἱέων, ὅτι μετὰ τὸν Ἱπποκράτους θάνατον ἐδοξάσθη οὐδείς, οὐδὲ κἀν βραχυλόγῳ κατὰ σύγγραμμά τι περὶ τῶν αὐτῶν εἰπεῖν· ἀλλ' ἤτοι τὰ νῦν εἰρημένα περιεῖλεν ἂν ἢ τὰ πρόσθεν), σὲ σύνταξη ποὺ θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ παραβληθεῖ πρὸς τὴν ἐδῶ γραφὴ τοῦ L· τὸ βραχυλόγῳ σφοδρῷ τοῦ L καὶ τοῦ Di.6, ὅμως, δὲν φαίνεται νὰ εὐσταθεῖ, κι ἡ διόρθωση τοῦ Br. σὲ βραχυλόγω<ς> σφόδρα φαίνεται ἀναπόφευκτη. (Βλ. καὶ Alpers9 σελ. 18: τὸ ἐδῶ σφοδρω ἀντὶ τοῦ σφόδρα εἶναι γραφικὸ σφάλμα, ποὺ μαρτυρεῖ –μαζὶ μὲ ἄλλα παρόμοια– ὅτι ὁ L ἔχει ἀντι­γραφεῖ ἀπὸ μικρογράμματο κώδικα, ὅπου τὸ α μὲ πολὺ τραβηγμένη γραμμὴ μοιάζει μὲ ω. Τὸ ἐδῶ σφοδρω, ὅμως, μπορεῖ κάλλιστα, νομίζουμε, νὰ ὀφείλεται στὸ προηγούμενο βραχυλογω [ἀντὶ βραχυλόγως]· βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1.8.19 σ.λ. ἀναβαθμῶν.)

  ἀνέστραπται: ἔχει ἀσχοληθεῖ, ἔχει μιλήσει (ἔχει στραφεῖ πίσω, ἔχει περιστραφεῖ, κ.τ.τ.), μέση φωνὴ τοῦ ἀναστρέφω (κυρίως «γυρίζω ἀνάποδα», καὶ μὲ τὴ σημασία «περιστρέφω, γυρίζω» ἤδη στὸν Ἱππ. Γυναικ. 244.12 ἀναστρέφειν ἄνω καὶ κάτω τὴν μήλην: βλ. ΕΛεξΙ2 σ.λ.). Ὁ τύπος ἀνέστραπται δὲν ἀπαντᾶ ἀλλοῦ σὲ ἰατρικὸ κείμενο· ἀπαντᾶ ὅμως ἀλλοῦ συχνὰ στὴν παθ. φ. (Εὐρ. Ἱππόλ. 982 τὰ γὰρ δὴ πρῶτ' ἀνέστραπται πάλιν, κ.ἀ., πβ. Αἰσχ. Πέρσ. 811-12 δαιμόνων θ' ἱδρύματα | πρόρριζα φύρδην ἐξανέστραπται βάθρων, κ.ἄ.), ἀλλὰ καὶ στὴ μέσ. φ. (κυρίως σὲ μεταγενέστερους τοῦ Ἀπ. συγγραφεῖς, λ.χ.: Θεμιστ. Παράφρ. Π. ψυχ. Ἀριστοτ. [Schenkl: Comm. in Aristot. Gr.10 5.3] 75.29 φιλοτιμότερον ἀνέστραπται περὶ τὸν τόπον Ἀριστοτέλης, Εὐσέβ. Καισαρ. Εὐαγγ. ἀπόδ. 3.6.4 ὁ δὲ σωτὴρ καὶ κύριος ἡμῶν οὐδ' ἔστιν εἰπεῖν ὅπως ἀνέστραπται περὶ σωφροσύνην, κ.ἄ.)· κυρίως, ἀπαντᾶ σὲ σύνταξη παρόμοια μὲ τὴν ἐδῶ (ἐν τούτοις ἀνέστραπται) στὸ Ἱππάρχ. Νικ. Ἀράτ. κ. Εὐδόξ. ἐξήγ. 1.8.8 Manit. [Ἄτταλ. Ρόδ., Fr. Aratea 17 Maas11] Ὁ δὲ Ἄτταλος τούτου μὲν τοῦ παροράματος οὐκ ἐμνήσθη, δεόντως εἰρηκέναι νομίζων τὸν Ἄρατον· ἐπιλαμβάνεται δὲ αὐτοῦ, διότι ἀδυνάτως ἀνέστραπται ἐν τούτοις, καὶ 1.8.9 ταῦτα δὲ προενεγκάμενος ὁ Ἄτταλος ἐπιφέρει· Ἐν δὲ τούτοις ἀδυνατώτερον ὁ ποιητὴς ἀνέστραπται, πολλάκις ἐπὶ τὴν αὐτὴν διάνοιαν ἐπιφερόμενος καὶ οὐ δυνάμενος τὸν λόγον εὐπεριγράφως ἐξενεγκεῖν.

6. Διοκλῆς: βλ. ἀνωτ. 31 F3 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. Diocli, μὲ περαιτέρω παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία.

11. ἀστε<ῖ>ον: αστεον L, ἱστέον Di.6, ἀστε<>ον M2 καὶ Sch.7 KK.8: μὲ τὴ σημασία τοῦ ἁρμόζοντος σὲ πόλη, προσήκοντος, πρόσφορου, κ.τ.τ. (βλ. ΕΛεξΙ2 καὶ LSJ93 / LSK4 σ.λ. ἀστεῖος [μὲ τὶς ποικίλες σημασίες τῆς λ. στὸν Ἱππ. καὶ ἀλλοῦ, καὶ παραπομπές], Μπαμπ.12 σ.λ. [μὲ τὴν παρατήρηση ὅτι «Η λ. ήδη από την Αρχ. χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει τον κάτοικο τού άστεως και γενικότερα τον πολιτισμένο και καλλιεργημένο άνθρωπο, τον ευφυολόγο, ο οποίος διανθίζει την ομιλία του με ευτράπελα, αστεία»], Chantraine5 σ.λ., ὅπου καὶ ἀναφορὰ σὲ παράλληλα ἄλλων γλωσσῶν).

12. σειράς: σιρας L, σειράς Di.6 καὶ KK.8, καὶ van der Eijk13 (ἀπόσπ. 163)· ὁ Sch.7, παραβάλλοντας πρὸς τὸ Ἱππ. Π. ἄρθρ. 80 (IV 318.23-320.3 Li.14 = II 241.1-3 ἐμβάλλουσι δὲ ἐπιεικέως καὶ αἱ σαῦραι αἱ ἐκ τῶν φοινίκων πλεκόμεναι, ἢν κατατείνῃς ἔνθεν καὶ ἔνθεν τὸν δάκτυλον, λαβόμενος τῇ μὲν ἑτέρῃ τῆς σαύρης, τῇ δὲ ἑτέρῃ τοῦ καρποῦ τῆς χειρός) καὶ ὁ Wellmann15 (ἀπόσπ. 188) διορθώνουν σὲ σαύρας, ποὺ ὑστερεῖ παλαιογραφικὰ σὲ σχέση μὲ τὸ σειράς καὶ δὲν πλεονεκτεῖ νοηματικά: βλ. ΕΛεξΙ2 καὶ LSJ93 / LSK4 σ.λλ. (μὲ τὴν παρατήρηση στὸ LSK4 σ.λ. σαύρα [IV.] ὅτι «ἐπειδὴ ἡ παράδοξος καὶ μοναδικὴ αὐτὴ χρῆσις [: στὸν Ἱππ. ὅ.π.] δὲν μνημονεύεται παρά τινι τῶν παλαιῶν, ὁ Κοραῆς προτείνει ὡς πιθανὴν τὴν γραφὴν σειραί»), μὲ παραπομπὴ καὶ στὸν Ἡσύχ. σ.λ. σειραί [σ 337]· πλέγματα, ἡνίαι, ἢ πλεκτοὶ ἱμάντες (βλ. καὶ σ.λλ. α 130 ἀβλαβύνιον· σειρὰ πλεκομένη παρ' Αἰγυπτίοις ἐκ βύβλων, ε 7217 ἐϋστρέπτοισιν ἱμᾶσι· σειραῖς δερματίναις, λ 518 λείκρικα· σειραί, σχοινία, πλέγματα, κ.ἄ.).

  1. van der Eijk, P. J. (1999), Ancient Histories of Medicine. Essays in Medical Doxography and Historiography in Classical Antiquity, Studies in Ancient Medicine,20 Leiden – Boston – Köln.
  2. Ἀποστολίδης, Π. Δ. (1997), Ἑρμηνευτικὸ Λεξικὸ πασῶν τῶν λέξεων τοῦ Ἱπποκράτους, Αθήνα.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  3. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑
  4. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  5. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑
  6. Dietz, F. R. (1834), Apollonii Citiensis, Stephani, Palladii, Theophili, Meletii, Damascii, Ioannis, aliorum Scholia in Hippocratem et Galenum, Vols. I-II, Königsberg.a↑ b↑ c↑ d↑
  7. Schöne, H. (1896), Apollonius von Kitium: Illustrierter Kommentar zu der hippokrateischen Schrift Περὶ ἄρθρων, Leipzig.a↑ b↑ c↑
  8. Kollesch, J. & Kudlien F. (1965), Apollonii Citiensis in Hippocratis De articulis commentarius, Vol. XI.1.1, CMG Berlin.a↑ b↑ c↑
  9. Alpers, K. (1963), Apollonios von Kition, edd. Kollesch / Kudlien, Gnomon 39: 26-33.
  10. Schenkl, H. (1882-1909), Commentaria in Aristotelem Graeca, Vol. 5.2: Themistius. In Physica paraphrasis, Berlin.
  11. Maas, E. Commentariorum in Aratum reliquiae, Berlin.
  12. Μπαμπινιώτης, Γ. (1998), Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα.
  13. van der Eijk, P. J. (2000-2001), Diocles of Carystus: A Collection of the Fragments with Translation and Commentary, Studies in Ancient Medicine,22 Leiden – Boston – Köln.
  14. Littré, É. (1839-1861), Oeuvres complètes d'Hippocrate, Paris.
  15. Wellmann, M. (1901), Die Fragmente der sikelischen Ärzte Akron, Philistion und des Diokles von Karystos, Fragmentsammlung der griechischen Ärzte,1 Berlin.