You are here

2

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

2    Ἐχομένως  τοίνυν ὁ Ἱπποκράτης ἐν τῶι Περὶ ἄρθρων βι-

βλίωι περί τε ἐξαρθρήσεων καὶ παραρθρήσεων  ἀγκῶνος καὶ

τούτων καταρτισμοῦ μνημο­νεύων οὐδαμῶς κατὰ πόσους τρό-

πους συμβαίνουσιν εὐσήμως τέταχεν. ἀλλά τοί γε διὰ τῶν κατὰ

  μέρος λόγων ποιήσω τοῦτο φανερόν, διότι παραρθρεῖ μὲν ἀγ-

κὼν διχῶς, ἐξαρθρεῖ  δὲ κατὰ τέσσαρας τρόπους. τοῦ γὰρ λε-

γομένου πήχεος  ἐξ ὀστῶν δύο συνεστῶτος, τὸ μὲν ἐντὸς αὐτῶν

προσήρτηται τῶι βραχίονι νενευκὸς εἰς τὸν ἐκτὸς μᾶλλον τό-

πον, ὃ δὴ κερκὶς  καλεῖται· τὸ δὲ ἔξω ἐπιβέβηκεν τῶι κοίλωι τοῦ

βραχίονος, λεγόμενον δὲ κορωνὸν  κατ' ὀξὺ τοῦ ἀγκῶνος ὑφ'

ἑκατέρων τῶν ὑπεροχῶν συνέχεται , τῆς τε ἔσω τοῦ ἀγκῶνος,

ἀφ' ἧς τὸν πῆχυν μετρεῖν εἰώθαμεν, καὶ τῆς ἔξω καταληγούσης

ἀπὸ τοῦ βραχίονος. τούτων οὖν τῶν ὀστῶν ὃ δὴ κερκὶς καλεῖ-

ται πεφυκὸς ἐντὸς παραρθρεῖ μόνον νεῦον ἢ πρὸς πλευρὰς

ἢ εἰς τὸ ἐκτὸς μέρος. δηλοῖ δὲ περὶ αὐτοῦ τὸν τρόπον τοῦτον

(IV 130.13 L.)· ἀγκῶνος ἄρθρον παραλλάξαν μὲν  ἢ πρὸς  πλευ-

ρὴν ἢ ἔξω, μένοντος τοῦ ὀξέος τοῦ ἐν τῶι κοίλωι τοῦ βραχίο-

νος . τοὺς μὲν οὖν τούτων σχηματισμοὺς ὑπογράφειν παρήσω·

οὐ γὰρ ἂν δύναιντο ἁπλῆς τῆς τάσεως αὐτῶν γινομένης κατα-

λημφθῆναι. αἱ δὲ παραρθρήσεις ἔκδηλοι γίνονται τὰ μὲν εἰς τὸ

ἐντός, τὰ δὲ εἰς τὸ ἐκτός, πολύτροπον ‹ῥοπὴν› ↓ ἔχοντος τοῦ

ἄρθρου, διαστρεφομένου τε καὶ νεύοντος τοῦ μορίου ὁτὲ μὲν

εἰς τὸ ἔξω, ὁτὲ δὲ εἰς τὸ ἔσω μέρος. ἃ δὴ οὕτως διὰ τῶν ἑξῆς

καταγγίζειν  παρακελεύεται (IV 130.15 L.)· ἐς εὐθὺ κατατείνον-

τα τὰ ἐξέχοντα ἀπωθεῖν ὀπίσω καὶ εἰς τὸ πλάγιον . ἡ γὰρ εἰς

εὐθὺ τάσις ἀπο­‹κατά›­στασιν τῶν ἄρθρων ποιεῖ, ὥστε ῥᾳδίως

εἰς τὴν κατὰ φύσιν χώραν τὸ ἄρθρον παραγενέσθαι. ἐάν τε οὖν

εἰς τὸ πρὸς τὰς πλευρὰς μέρος ἐάν τε ἔξω παραρ­θρήσηι, χρη-

στέον τῆι κατ' εὐθὺ τάσει καὶ τὸ μὲν ἔσω νενευκὸς βιάζεσθαι

μετὰ συμμέτρου κάμψεως καὶ τῆς εἰς τὸ ὕπτιον τῆς χειρὸς ἀ-

ναστροφῆς, ἐπὶ τὸ τοῦ ἀγκῶνος πλάγιόν τε καὶ βάθος ἐπερεί-

δοντα ἢ χειρὶ ἢ δακτύλοις, τὸ δὲ εἰς τὸν ἔξω τόπον ἐκκεκλικὸς

εἴσω βιάζεσθαι τὸ τῆς χειρὸς θέναρ  προσβάλλοντα ἐκ πλαγίου

τῶι ὀξέϊ τοῦ τ' ἀγκῶνος  ἅμα καὶ τὴν τῆς χειρὸς ἐπιστροφὴν ἐπὶ

τὸ πρηνὲς ποιουμένους.|11

2    Ἀκολούθως, λοιπόν, ὁ Ἱπποκράτης στὸ Περὶ ἄρθρων βιβλίο μι-

λώντας γιὰ τὰ ἐξαρθρήματα καὶ τὰ διαστρέμματα τοῦ ἀγκώνα καὶ

τὶς ἀνατάξεις τους, δὲν ἔχει καθόλου προσδιορίσει εὔληπτα μὲ πό-

σους τρόπους γίνονται. Ἀλλά, βέβαια, μὲ τὶς ἐπιμέρους ἐξηγήσεις θὰ

κάνω τοῦτο φανερό, δηλαδὴ ὅτι ὁ ἀγκώνας παθαίνει διάστρεμμα μὲ

δύο τρόπους καὶ ἐξαρθρώνεται μὲ τέσσερεις. Γιατὶ στὸν λεγόμενο

πήχυ ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο ὀστά, αὐτὸ ποὺ βρίσκεται ἐσωτερικὰ

ἑνώνεται μὲ τὸν βραχίονα καὶ κλίνει κυρίως πρὸς τὰ ἔξω, κι αὐτὸ ὡς

γνωστὸν ὀνομάζεται κερκίδα· αὐτὸ δὲ ποὺ βρίσκεται ἐξωτερικὰ πα-

τᾶ στὴν κοιλότητα τοῦ βραχίονα καὶ ὀνομάζεται ὠλένη, συγκρατιέ-

ται ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ ἀγκώνα ξεχωριστὰ ἀπὸ καθεμιὰ ἀπὸ τὶς

δύο προεξοχές, καὶ ἀπ' αὐτὴ ποὺ βρίσκεται στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἀγ-

κώνα, μὲ τὴν ὁποία ἔχουμε συνηθίσει νὰ μετρᾶμε τὸν πῆχυ, καὶ ἀπ'

αὐτὴ ποὺ βρίσκεται στὸ ἐξωτερικό, ποὺ καταλήγει ἔξω ἀπὸ τὸν

βραχίονα. Ἀπ' αὐτὰ λοιπὸν τὰ ὀστά, αὐτὸ ποὺ ὀνομάζεται κερκίδα,

ποὺ ἐκ φύσεως βρίσκεται στὸ ἐσωτερικό, παθαίνει διάστρεμμα μόνο

ὅταν κλίνει ἢ πρὸς τὰ πλευρὰ ἢ πρὸς τὰ ἔξω. Μιλᾶ δὲ γι' αὐτὸ μὲ

τοῦτο τὸν τρόπο: Ἡ ἄρθρωση τοῦ ἀγκώνα παρεκκλίνει ἢ πρὸς τὰ

πλάγια ἢ πρὸς τὰ ἔξω, ἐνῶ τὸ μυτερὸ μέρος τοῦ ὀστοῦ παραμένει

στὴν κοιλότητα τοῦ βραχίονα. Θὰ παραλείψω, λοιπόν, νὰ περιγρά-

ψω τὰ σχήματά τους· γιατὶ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ κατανοηθοῦν,

ἀφοῦ γίνεται ἁπλὴ ἔκτασή τους. Τὰ διαστρέμματα εἶναι φανερὸ ὅτι

γίνονται ἄλλα πρὸς τὰ μέσα καὶ ἄλλα πρὸς τὰ ἔξω, καθὼς ἡ ἄρθρω-

ση ἔχει ποικίλες δυνατότητες κλίσης, γιατὶ τὸ μέλος καὶ συστρέφε-

ται καὶ κλίνει ἄλλοτε πρὸς τὰ ἔξω καὶ ἄλλοτε πρὸς τὰ μέσα. Αὐτά,

λοιπόν, συμβουλεύει στὴ συνέχεια νὰ τὰ ἀνατάσσουμε ὡς ἑξῆς: Ἀ-

φοῦ τεντώ­σουμε σὲ εὐθεία κατεύθυνση, νὰ σπρώξουμε τὰ σημεῖα

ποὺ ἐξέχουν πρὸς τὰ πίσω καὶ πρὸς τὰ πλάγια. Γιατὶ ἡ σὲ εὐθεία

κατεύθυνση ἔκταση πραγματοποιεῖ τὴν ἀνάταξη τῶν ἀρθρώσεων,

μὲ ἀποτέλεσμα ἡ ἄρθρωση νὰ ἐπαναφέρεται εὔκολα στὴ φυσικὴ της

θέση. Ἐάν, λοιπόν, κάποιος πάθει διάστρεμμα εἴτε πρὸς τὰ πλευρὰ

εἴτε πρὸς τὰ ἔξω, πρέπει νὰ χρησιμοποιήσουμε τὴν ἔκταση σὲ εὐθεία

κατεύθυνση καὶ νὰ ἐξαναγκάσουμε τὴν ἄρθρωση ποὺ κλίνει πρὸς

τὰ μέσα μὲ ἀνάλογη κάμψη καὶ ἀναστροφὴ τοῦ χεριοῦ σὲ ὕπτια

θέση, πιέζοντας συγχρόνως στὰ πλάγια τοῦ ἀγκώνα καὶ στὴν κοι-

λότητα ἢ μὲ τὸ χέρι ἢ μὲ τὰ δάχτυλα· ἡ δὲ ἄρθρωση ποὺ κλίνει πρὸς

τὰ ἔξω πρέπει νὰ πιεστεῖ ἰσχυρὰ πρὸς τὰ μέσα ρίπτοντας τὴν παλά-

μη τοῦ χεριοῦ ἀπὸ τὰ πλάγια στὴν κορυφὴ τοῦ ἀγκώνα, πραγματο-

ποιώντας συγχρόνως τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ χεριοῦ πρὸς τὰ κάτω.

Σχόλια: 

2.1. ἐχομένως: πβ. εἰρομένως κ.τ.τ. (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 6 σ.λ. εἰρομένως).

2. ἐξαρθρήσεων καὶ παραρθρήσεων: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1.1.5 σ.λ. ἐξαρθρή­σεων καὶ 1.1.12 σ.λ. παράρθρησιν, μὲ περαιτέρω παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία.

5-6. παραρθρεῖ (...) ἐξαρθρεῖ: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 2 (μὲ παραπ.).

7. πήχεος, 12. πῆχυν: καὶ πήχεως (βλ. καὶ κατωτ. 3.3.27 καὶ Πίν. ΧΧ, μὲ σημ.). Ὁ πῆχυς, ἢ ἀντιβράχιον, εἶναι τὸ τμῆμα τοῦ χεριοῦ ἀπὸ τὸν ἀγκῶνα (καὶ δὴ τὸ ὠλέκρανον) μέχρι τὸν καρπόν, ἀποτελούμενο ἀπὸ τὴν κερκίδα καὶ τὴν ὠλένη (βλ. ΕΛεξΙ1 σ.λ. πῆχυς, καὶ κατωτ. σχόλ. σ.λλ. κερκὶς καὶ κορωνόν). Νὰ σημειωθεῖ ὅτι συχνὰ τὸ πῆχυς χρησιμοποιεῖται ὄχι μόνο γιὰ τὸ ὅλον τὸ μεταξὺ βραχίονος καὶ καρποῦ (ὅπως καὶ σήμερα, καὶ στὸν Ἀπ.: ἐδῶ, ἐξ ὀστῶν δύο συνεστῶτος, καὶ ἀνωτ. 1.7.18 ὁ μὲν βραχίων καὶ ὁ πῆχυς παρατεταμένος [χωρίο Ἱππ.], 1.9.15-16 κατά τε τὸν βραχίονα κατά τε τὸν πῆχυν κατά τε τὸν καρπὸν τῆς χειρός [Ἱππ.], καὶ κατωτ. στ. 12, κ.ἀ.) ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ μεγαλύτερο ἀπὸ τὰ δύο ὀστᾶ τοῦ πήχεως· βλ. χαρακτηριστικὰ Γαλην. Π. ὀστ. τοῖς εἰσαγ. ΙΙ 768.16 κἑ.: Πῆχυς καλεῖται μὲν καὶ ὅλον τὸ μεταξὺ βραχίονος καὶ καρποῦ, καλεῖται δὲ καὶ τὸ ἕτερον ὀστοῦν τῶν ἐν αὐτῷ τὸ μεῖζον, ὅπερ ὑποτέτακται θατέρῳ, τῇ κερκίδι προσαγορευομένῃ. αὕτη μὲν οὖν κατὰ τὸ πέρας αὐτῆς τὸ ἄνω περιλαμβάνει τὸν ἔξω τοῦ βραχίονος κόνδυλον ἐπιπολαίῳ κοιλότητι. (769.11) συνδεῖται δὲ καθ' ἑκάτερον τῶν περάτων ὁ πῆχυς τῇ κερκίδι συνδέσμοις ἰσχυροῖς ἴσως· τοὐν μέσῳ δὲ πάντῃ ἀπ' ἀλλήλων διεστήκασιν. ἔχει δὲ ἐπίφυσιν ἑκάτερον αὐτῶν κατὰ τὰ πρὸς τῷ καρπῷ μέρη, κυρτὴν μὲν ἔξωθεν, ἔσωθεν δὲ κοίλην· πῆχυς μὲν κατὰ τὸν μικρὸν δάκτυλον, κερκὶς δὲ κατὰ τὸν μέγιστον (...), καὶ Π. χρ. μορ. ΙΙΙ 91.18 κἑ.: τῆς ὅλης χειρὸς εἰς τρία τὰ μέγιστα μέρη τεμνομένης, τὸ μὲν βραχίων, τὸ δὲ πῆχυς, τὸ δ' ἀκρόχειρον ὀνομάζεται. (...) πῆχυς δὲ καλεῖται μὲν καὶ τὸ σύμπαν μέλος. ὅσον ἐστὶ μεταξὺ τῆς τε κατὰ τὸν καρπὸν καὶ τῆς κατ' ἀγκῶνα διαρθρώσεως. ἀγκὼν δ' ἐστίν, ᾧ ποτὶ στηριζόμεθα, φησὶν Ἱπποκράτης· ἤδη δὲ καὶ τῶν ὀστῶν αὐτοῦ θάτερον τὸ μεῖζον, οὗ μέρος μέν ἐστι τὸ πρὸς Ἱπποκράτους μὲν ἀγκών, ὑπὸ δὲ τῶν Ἀττικῶν ὠλέκρανον ὀνομαζόμενον· εἰδικώτερον γὰρ δήπου τοῦτο τὸ ὀστοῦν πῆχυς καλεῖται. καί σοι τὴν χεῖρα μέσην ὑπτίαν τε καὶ πρηνῆ καταστήσαντι τοῦτο μὲν ὑποκείσεται, θάτερον δ' ὀστοῦν τὸ τῆς κερκίδος ἐπικείσεται. καὶ πρὸς τοῦτο τὸ σχῆμα βλέπων τὸ μὲν εἴσω τῆς χειρὸς κάλει, τὸ δὲ ἔξω, καὶ τὸ μὲν ἄνω, τὸ δὲ κάτω. αἱ κυρταὶ δ' ἀποφύσεις τῶν κατὰ τὴν κερκίδα τε καὶ τὸν πῆχυν ὀστῶν, αἵπερ ἐν τῷ καρπῷ διαρθροῦνται, καλοῦνται μὲν καὶ αὐτὸ τοῦτ' ἀποφύσεις, ὥσπερ καί εἰσι, καλοῦνται δ' ἔστιν ὅτε καὶ κεφαλαὶ καὶ κόνδυλοι (πβ. Πολυδ. Ὀνομ. 2.140.6 κἑ.: βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λ. κορωνόν)· βλ. ἐπίσης, σὺν τοῖς ἄλλοις: ψ.-Γαλην. Εἰσαγ. XIV 723.5 κἑ. (πῆχυς δὲ καὶ κερκὶς παράκεινται μὲν ἀλλήλοις κατὰ σύμφυσιν, συμβάλλουσιν δὲ καὶ τοῦ βραχίονος τῇ ἑτέρᾳ κεφαλῇ κατ' ἄρθρον, πβ. 18 κἑ. περὶ μηροῦ [724.7]: κνήμης δὲ ἑκατέρας, δύο μὲν τὰ ὀστᾶ, τό τε τῆς κνήμης καὶ τὸ τῆς περόνης) καὶ 797.5 (πήχεως καὶ κερκίδος κνήμης τε καὶ περόνης)· Ρούφ. Ἐφεσ. Π. ὀνομ. ἀνθρ. μορ. 80 κἑ. (Τῶν δὲ ὀστῶν τοῦ ἀγκῶνος, τὸ μὲν ὑποτεταγμένον πῆχυς, τὸ δὲ ἐπικείμενον κερκίς· περαίνει δὲ ταῦτα πρὸς τὸν καρπόν, κ.λπ.) καὶ 119 κἑ. (περὶ μηροῦ, 123 Τῶν δὲ ὀστῶν τὸ μὲν ἔσω κνήμη, καὶ τούτου τὸ ἔμπροσθεν ἀντικνήμιον· {τὸ δὲ ἔξω κερκίςἩρόφιλος δὲ κ.λπ.), Π. ὀστῶν 17 κἑ. (Τοῦ δὲ πήχεος δύο ἐστὶν ὀστᾶ, πῆχυς καὶ κερκίς. καὶ τὸ μὲν τῆς κερκίδος πέρας τῶν κονδύλων τοῦ βραχίονος τὸν ἔξω ἐπικαλύπτει περιφερὲς γενόμενον, καὶ ποσῶς ὑπόκοιλον. ὁ δὲ πῆχύς ἐστι μακρότερος, καὶ κατὰ τὴν κάμψιν τοῦ καρποῦ ὑποδέχεται πέρας. ἡ δὲ κερκὶς κατὰ τὰ μέρη τοῦ καρποῦ κοιλότητας ἔχει δύο, μίαν μὲν εὐθεῖαν, ἐν ᾗ ἐνήρθρωται· ἑτέραν δὲ πλαγίαν, εἰς ἣν ὁ κόνδυλος τοῦ πήχεος ἐμφύεται), κ.ἄ. πολλά. (Ὅτι πολλοὶ ἰατρικοὶ ὅροι χρησιμοποιοῦνται συχνὰ στὴν ἀρχαιότητα μὲ ἀποκλίνουσες σημασίες εἶναι καὶ ἐδῶ προφανές. Βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.λ. κορωνόν.) Καὶ μέτρο μήκους: βλ. καὶ κατωτ. 3.3.12-14 ἀπὸ δὲ τῆς γῆς ἀπεχέτω τὴν κεφαλὴν ὡς δύο πήχεις ἢ ὀλίγωι πλεῖον ἢ ὀλίγον ἔλασσον. (Γιὰ ἄλλες σημασίες: LSJ92 / LSK3 σ.λ., γιὰ τὴν ἐτυμ. Chantraine4 καὶ Μπαμπ.5, σ.λ.: Ι.Ε. ρίζα, σὲ διάφορες γλῶσσες καὶ μὲ ποικίλλουσες σημασίες.)

9, 13. κερκὶς: ἐδῶ, προφανῶς, εἶναι τὸ πρὸς τὰ μέσα –καὶ τὸ μικρότερο ἀπὸ τὰ δύο– ὀστὸ τοῦ πήχεως (κατὰ τὸν Πολυδ. [Ὀνομ. 2.142.3] τῶν μέντοι περὶ τῷ πήχει δύο ὀστῶν τὸ σμικρότερον κερκὶς ὀνομάζεται καὶ παραπήχειον, ὡς τοῦ μείζονος ἔχοντος τὴν τοῦ πήχεως προσηγορίαν, κ.λπ.: βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λ. κορωνόν), ποὺ σήμερα ὀνομάζεται ὠλένη (κερκίδα σήμερα στὴν Ἀνατομ. καλεῖται τὸ πρὸς τὰ ἔξω –καὶ μακρύτερο ἀπὸ τὰ δύο– ὀστὸ τοῦ πήχεως: βλ. Μπαμπ.5 σ.λλ. κερκίδα καὶ ωλένη)· κερκίς, ὅμως, καλεῖται ἀλλοῦ καὶ τὸ μακρὺ καὶ λεπτὸ ὀστὸ τῆς κνήμης, ἡ περόνη, ἀλλὰ καὶ ἡ ἴδια ἡ κνήμη (βλ. κατωτ. 34 F1, καὶ Ρούφ. Ἐφεσ. Π. ὀνομ. ἀνθρ. μορ. 123 Ἡρόφιλος δὲ καὶ τὴν κνήμην κερκίδα καλεῖ, πβ. Πολυδ. Ὀνομ. 2.193 τὰ δ' ἑκατέρωθεν τοῦ μείζονος ὀστοῦ, ὃ τὴν κνήμην φέρει κερκὶς καλούμενον, μικρὰ ὀστάρια, ἃ περόναι λέγονται κ.λπ.)· βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. πῆχυς καὶ κατωτ. σχόλ. σ.λ. κορωνόν, καὶ 34 F1 σχόλ. σ.στ. 1 κἑ. σ.λ. περόναι. Γιὰ τὶς λοιπὲς –ποικίλες– σημασίες τῆς λ. κερκίς (ράβδος καὶ πάσσαλος, περόνη, σαΐτα ἀργαλειοῦ, κερκίδα θεάτρου, φυτό / τὸ γλωσσοπίεστρο [ἡ σπάτουλα: βλ. ΕΛεξΙ1 σ.λ. κερκίς, καὶ σ.λ. κέρκος], κ.τ.τ.) βλ. LSJ92 / LSK3 σ.λ. κερκίς (καὶ κέρκος, κέρκιον, κερκίδιον, κερκίζω, κερκέτης κ.ἄ.), καὶ Μπαμπ. σ.λ. κερκίδα· γιὰ τὴν ἐτυμ., Chantraine σ.λ. κερκίς καὶ Μπαμπ.5 σ.λ. κερκίδα, ἀπὸ τὸ κέρκος: ἀγν. ἐτυμ. (ὑποθέσεις στὸν Frisk6)· χαρακτηριστικά: Etym. Gud.7 σ.λ. κερκίς [κ 316.62]· τὸ κερκίδιον, παρὰ τὸ κρέκω, τὸ πλήττω, κρεκίς, καὶ ὑπερβιβασμῷ κερκίς· καὶ τοῦ λέοντος ἡ οὐρὰ κέρκος λέγεται, πλεκτικὸς γάρ ἐστιν· ἐκ τοῦ κρέκω γίνεται κέρκος καὶ κερκίς, καὶ σ.λ. κέρκος [κ 316.57]· ἡ οὐρά, παρὰ τὸ κέρκειν, ὅ ἐστι ἦχον ποιεῖν τελεῖν (πβ. κ 323.3 Κίρκη, Μ. Ἐτυμ.8 σ.λλ. κερκίς καὶ κέρκος, Ἡσύχ. σ.λ. Κερκέται· ἔθνος Ἰνδικόν καὶ Παυσ. Ἀττ. σ.λ. Κερκῖται [κ 25]· ἔθνος Ἰνδικόν, ὃ χρῆται μικρῷ πηδαλίῳ τῷ καλουμένῳ κερκέτῃ), κ.τ.τ. στοὺς ἀρχαίους λεξικογράφους.

10. κορωνὸν: οὐδ., ἀλλοῦ καὶ ἀρσ. ὁ κορωνός (καὶ ἐπίθ. τριγενὲς καὶ τρικατάληκτο μὲ τὴ σημασία: καμπύλος, κυρτός)· καὶ θηλ. ἡ κορώνη, μὲ ποικίλες σημασίες (βλ. LSJ92, στὴν Ἀνατομ. [ὅ.π. ΙΙ.5, καὶ ΕΛεξΙ1 σ.λ.]: ἡ κορωνοειδὴς ἀπόφυση τῆς ὠλένης [βλ. κατωτ. τὸ σχετικὸ χωρίο τοῦ Πολυδ., καὶ 3.25-26 τῆς κορώνης ἡ κεφαλή], ἡ κορώνη ἡ ἐκ τοῦ πήχεος [Ἱππ. Μοχλ. 1.45] ἢ τὸ ὀλέκρανονὠλέκρανον, ἀλλὰ καὶ ἡ κορωνοειδὴς ἀπόφυση τῆς γνάθου [βλ. ΕΛεξΙ1 σ.λ. κορωνός, μὲ παραπ.] συχνά). Μὲ τὴν τελευταία σημασία, τῆς κορωνοειδοῦς δηλ. ἀποφύσεως τῆς κάτω γνάθου, ἀπαντᾶ τὸ κορωνὸν κατωτ. 8.13 (Ἱππ. Π. ἄρθρ. 30.30 [144.4] Li.9). Ἐδῶ τὸ κορωνὸν περιλαμβάνει ὁλόκληρη τὴν κερκίδα (σήμερα [στὴν Ἀνατομ.]: τὸ πρὸς τὰ ἔξω καὶ μακρύτερο ἐκ τῶν δύο ὀστῶν τοῦ πήχεως), ποὺ ἀλλοῦ στὰ ἀρχαῖα ἰατρικὰ κείμενα καλεῖται πῆχυς (μὲ τὴ στενότερη σημασία: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λ.) ἢ ὠλένη (μὲ τὴ στενότερη ἐπίσης σημασία: βλ. ΕΛεξΙ1 σ.λ., γιὰ τὶς λοιπὲς σημασίες βλ. LSJ92 σ.λ., πβ. σ.λλ. Ὤλενος [«πόλις τῆς Ἀχαΐας, Ἰλ.· ἴσως ὀνομασθεῖσα οὕτως ὡς κειμένη ἐπὶ τῆς Ὠλένης ἢ κλιτύος ὄρους, ὡς τὸ Γερμ. Ellenbogen (ἀγκών)» LSK3 σ.λ., βλ. καὶ ΑΚυΓ310 25 F46 καὶ F74 μὲ τὰ σχόλια στὰ ἀποσπ.], ὠλέκρανον κ.τ.τ., γιὰ τὴν ἐτυμ. βλ. συνοπτικὰ Μπαμπ.5 σ.λ. ωλένη καὶ πιὸ ἀναλυτικὰ Chantr.4 σ.λ. ὠλένη: Ι.Ε. ol-ina, Λατ. ulna, ἀρχ. Γερμ. elina [Γερμ. Ellen-bogen «ἀγκών», Ἀγγλ. elbow] κ.ἄ.). Γιὰ τὶς λοιπὲς σημασίες τῶν λ. κορωνός καὶ κορώνη (κ.τ.τ.) βλ. LSJ92 σ.λλ. (πβ. τὰ σημερινὰ κορώνα καὶ κορωνίδα: βλ. Μπαμπ.5 σ.λλ.)· γιὰ τὴν ἐτυμ., Μπαμπ.5 σ.λ. κορώνα: "Αντιδάν., < λατ. corona «στεφάνι», < αρχ. κορώνη «κουρούνα» < θ. kor-ōn-, παρεκτεταμένος τ. τού *kor-, ετεροιωμ. βαθμ. τού Ι.Ε. *ker-, ηχομιμητική ρίζα που αποδίδει κραυγές ορισμένων πτηνών, πβ. λατ. cornix «κουρούνα», corvus «κοράκι», αγγλ. crow, σουηδ. kraka, γαλλ. corbeau κ.ά. Ομόρρ. πιθ. κόρ-αξ (βλ. λ.), κορ-ωνίς (-ίδα)», καὶ Chantr.4 σ.λ. κορώνη (μὲ ἀξιοσημείωτες τὶς παρατηρήσεις γιὰ τὸν συσχετισμὸ τῶν διάφορων χρήσεων).
Γιὰ τὴν ἀρχαία –ποικίλλουσα– ὁρολογία τῶν διάφορων μερῶν τῆς χειρὸς βλ. χαρακτηριστικὰ Πολυδ. Ὀνομ. 2.137-147: ἐπί γε τὰς χεῖρας ἰοῦσι τὸ μὲν ὑπερέχον τοῦ βραχίονος ἀκρωμία καὶ ὤμου κεφαλὴ καὶ ἀκροκωλία καὶ ἐπωμίς. ἀπὸ δὲ ὤμου ὀνόματα καὶ ἡ ἐξωμὶς καὶ ἡ ἐξωμιδοποιία. ἵνα δὲ ἐνερείδεται τουτὶ τὸ ἄρθρον, ἐντύπωσις καλεῖται ἢ ὠμοκοτύλη. (...) στρογγύλος δὲ ὢν ὁ βραχίων καὶ κεκλιμένος, ὅτι ἐστὶ τοῦ πήχεως βραχύτερος, ᾗ πρὸς τὸν ἀγκῶνα καταβαίνει, διευρύνεται. καλεῖται δὲ αὐτοῦ τὰ μὲν ἔξωθεν μύες, τὰ δ' ἔνδον παρωλένια, τὸ δὲ πρὸς τῷ ὤμῳ προῦχον βραχίονος κεφαλή, αἱ δὲ ὑπὸ τῇ ἀκρωμίᾳ κοιλότητες μασχάλαι, ἀφ' ὧν ὀνόματα ἀμφιμάσχαλος καὶ ἑτερομάσχαλος χιτών. ἡ δὲ μασχάλη ὑπὸ μὲν τῶν ἰδιωτῶν καλεῖται μάλη, ὑπὸ δὲ τῶν Ἀττικῶν οὐχί, ἀλλὰ τὸ ὑπὸ αὐτῇ φερόμενον ὑπὸ μάλης φέρεσθαι λέγουσιν. τὰ μέντοι παρωλένια καὶ ἀγκάλαι καὶ ἀγκαλί­δες, καὶ εὐάγκαλον τὸ εὔφορον ἢ τὸ ἡδύ. ἴσως δὲ ἀπὸ τούτων καὶ ἀγκαλίδες οἱ τῶν ξύλων δεσμοί, καὶ ἀγκαλιδαγωγοὶ καὶ ἀγκαλιδηφόροι, καὶ τὸ ἐναγκαλίσασθαι καὶ προσαγκαλίσασθαι· καὶ παραγκαλίσασθαι τὸ τοὺς ἀγκαλιδηφόρους αὐτούς τι παραφορτίσασθαι. ὁ τοίνυν πῆχυς ἔχει ὀστᾶ δύο, τὸ μὲν ὑπερογκότερον, τὸ δὲ βραχύτερον. καὶ ἵνα γε τῷ βραχίονι συνήρθρωται, τὸ μὲν πᾶν ἀγκὼν καλεῖται, ἀφ' οὗ γαλιάγκων παρ' Ἱπποκράτει, τὸ δὲ ἔξωθεν αὐτοῦ προῦχον ὀλέκρανον, ἀφ' οὗ καὶ τὸ ὀλεκρανίζειν παρὰ τοῖς κωμικοῖς. τὸν δὲ πῆχυν καὶ ὠλένην καλοῦσιν, ὅθεν καὶ ἡ Ἥρα λευκώλενος, καὶ ἀκρωλένια τὰ ἄκρα τοῦ πήχεως. οὗ τὸ μὲν ἄνωθεν ἐπίπηχυ, τὸ δὲ κάτωθεν ἀγοστός. ἔνιοι δὲ καὶ τὸ πρὸς τῇ ἀκρωμίᾳ ἄρθρον καὶ τὸ πρὸς τῷ ἀγκῶνι κορύνας καλοῦσιν, οἱ δὲ τόρμους ἢ κονδύλους. καὶ τοῦ πήχεως τὴν ὑπὸ τῷ βραχίονι συμβολὴν κατὰ μὲν τὴν ἔνδοθεν κοιλότητα ὀλέκρανον καλεῖσθαι νομίζουσιν, κατὰ δὲ τὴν ἔξωθεν προβολὴν ἀγκῶνα· τὸ γὰρ κορωνὸν ὁμῶς ἐστιν ἰατρικόν, ὀνομάζουσι δὲ τοῦτο καὶ κύβωλον. καὶ κύβιτον εἴποις ἂν ὡς Ἱπποκράτης (...). αὐτὴ δὲ ἡ συμβολὴ τοῦ πήχεως πρὸς τὸν βραχίονα βαθμὶς καλεῖται. τῶν μέντοι περὶ τῷ πήχει δύο ὀστῶν τὸ σμικρότερον κερκὶς ὀνομάζεται καὶ παραπήχειον, ὡς τοῦ μείζονος ἔχοντος τὴν τοῦ πήχεως προσηγορίαν, ὃ καὶ προπήχειόν τινες καλοῦσιν. οὗ τὸ πέρας καρπὸς ὀνομάζεται, συγκείμενον ἐξ ὀστῶν ὀκτώ. καὶ προκάρπιον μὲν καλεῖται τὸ πρὸ τοῦ καρποῦ –τῷ δὲ καρπῷ καὶ προβολή τις ἀστραγάλῳ προσφερὴς συμπέφυκεν–, μετακάρπιον δὲ τὸ πρὸ τῶν δακτύλων πλατυνόμενον, ἀφ' οὗ εἰς ἐκείνους ἡ χεὶρ σχίζεται. καὶ τὸ μὲν ἔνδοθεν τῆς χειρὸς σαρκῶδες, ἀπὸ τοῦ μεγάλου δακτύλου μέχρι τοῦ λιχανοῦ, καλεῖται θέναρ [βλ. κατωτ. στ. 33], τὸ δὲ ἔξωθεν ὀπισθέναρ, τὸ δὲ ἀπὸ τοῦ λιχανοῦ ἕως τοῦ μικροῦ δακτύλου ὑποθέναρ. τὸ δὲ μεταξὺ θέναρος καὶ ὑποθέναρος καὶ στήθους κοῖλον χειρὸς ὀνομάζεται, ὃ καὶ κοτύλην ἔνιοι καλοῦσιν. στῆθος δὲ τὸ μετὰ τὸ κοῖλον πρὸ τοῦ μετακαρπίου· τὸ δὲ στῆθος καὶ ἄνδηρον καλεῖται. ἔνιοι δὲ τὸ μὲν πρόσθιον τῆς δρακὸς πᾶν θέναρ οἴονται καλεῖσθαι, καὶ Ἱπποκράτης καὶ Ὅμηρος τοῦτο ὑποδηλοῦσιν, τὸ δὲ ἀντικείμενον πᾶν ὀπισθέναρ ἢ κτένας. καὶ προκάρπια καὶ δῶρα, καὶ τούτων τὰ μὲν πρὸς καρποῖς στήθη, τὰ δὲ πρὸς δακτύλοις ὑπόχηλα καὶ ταρσὸν καὶ κράτος. τῶν δὲ δακτύλων τὰ μὲν προύχοντα κατὰ τὰς συμβολὰς κόνδυλοι [βλ. ἀνωτ. 1.2.19 σ.λ.], ἀφ' ὧν καὶ ἡ πληγὴ κέκληται, τὰ δὲ ὑπ' αὐτοὺς ἄρθρα σκυταλίδες ἢ ὡς Ἀριστοτέλης φάλαγγες· τρεῖς δ' εἰσὶν ἑκάστῳ τῶν τεττάρων, δύο δὲ τῷ μείζονι. ὀνομάζονται δὲ οἱ δάκτυλοι μικρός, παράμεσος, μέσος, λιχανός, ἀντίχειρ ἢ μέγας. τὰ δ' ἐπὶ τῷ μετακαρπίῳ πρὸ τῶν κονδύλων μετακόνδυλα, ὧν τὰ μὲν κάτω ἄρθρα, τὰ δ' ὑπὸ ταῖς φάλαγξι ῥιζωνυχίαι· ἐξ αὐτῶν γὰρ αἱ τῶν ὀνύχων ἀρχαί. μεθ' ἃς ὄνυχες, ὑφ' οἷς τὰ νεῦρα παύεσθαι λέγουσιν· ὧν τὰ μὲν ὑπὸ τῷ ὄνυχι κρυπτά, τὰ δ' ἄνωθεν ἄργεμοι, τὰ δ' ἑκατέρωθεν παρωνυχίαι, τὰ δὲ μετ' αὐτὰς γωνίαι. τὸ δὲ πρὸς ταῖς ῥιζωνυχίαις λευκὸν ἀνατολή. καὶ τὰ μὲν ἐπιφαινόμενα τοῖς ὄνυξι νεφέλια, τὰ δ' ἔνδοθεν τῶν δακτύλων πέρατα ῥᾶγές τε καὶ κορυφαί. ἀπὸ δὲ τῶν ὀνύχων ὀνυχίσασθαι καὶ ἀπονυχίσασθαι, ᾧ καὶ μᾶλλον χρηστέον, εἴρηται δὲ τὸ ἐξονυχίσασθαι, φαύλως δέ. τῆς μὲν οὖν ὅλης χειρὸς ὀστᾶ ἓξ καὶ εἴκοσιν εἶναί φησιν ὁ Σολεὺς Κλέαρχος, εἷς τῶν Ἀριστοτέλους μαθητῶν [βλ. ΑΚυΓ611]· ἀλλ' ἐὰν συγκλείσῃς τὴν χεῖρα, τὸ μὲν ἔξωθεν καλεῖται πυγμή, ἀφ' ἧς καὶ πύκτης, πυκτεύειν, ἐξεπύκτευσεν, πὺξ ἔπαισεν, πὺξ ἐπάταξεν, πὺξ ἔπληξεν· ἡ δὲ συνεχὴς τῶν χειρῶν συναγωγή, πυκνῶς εἰς πλῆθος ἐπιφερομένη, πίτυλος καλεῖται. τὸ δὲ ἔνδοθεν δράγμα, ἀφ' οὗ καὶ τὸ τῶν ἀσταχύων, καὶ δρὰξ καὶ δράκος, καὶ δράττεσθαι καὶ ἐπιδράττεσθαι.

10-11. λεγόμενον δὲ κορωνὸν κατ' ὀξὺ τοῦ ἀγκῶνος (...) συνέχεται: και οξυ στὸν L (καὶ κωρονον, εὐλόγως διορθούμενο), υἱοθετούμενο ἀπὸ τὸν Di.12 καὶ τὸν Sch.13 (ὁ τελευταῖος σημειώνει: «καὶ ὀξὺ: f. κατὰ τὸ ὀξύ»). Οἱ KK.14 συμπληρώνουν: καὶ <κατ'> ὀξὺ, στίζοντας μὲ τελεία μετὰ τὸ κορωνόν· ὀρθότερο, σ' αὐτὴ τὴν περίπτωση, θὰ ἦταν νὰ στίξει κανεὶς μὲ κόμμα –ἢ ἔστω μὲ ἄνω τελεία– τὸ κείμενο, συντάσσοντας: ἐπιβέβηκεν ... καὶ κατ' ὀξὺ ... συνέχεται (τῆς τε κ.λπ.)· καὶ ἔτσι ὅμως τὸ κείμενο παραμένει τραχύ (ἀντί: ὃ δὲ ἔξω ἐπιβέβηκεν τῶι κοίλωι τοῦ βραχίονος, λεγόμενον κορωνόν, κατ' ὀξὺ κ.λπ.). Γράψαμε κατ' ὀξὺ, ὄχι χωρὶς δισταγμούς, μὲ τὴν αἴσθηση ὅτι τὸ κατ' ὀξὺ συνδέεται καὶ ἐννοιολογικὰ μὲ τὸ κορωνὸν καὶ τὸ δὲ συνδέει κατὰ κύριο λόγο τὸ ἐπιβέβηκεν μὲ τὸ συνέχεται.

16. παραλλάξαν μὲν: παραλλαξομεν L, υἱοθετούμενο (-άξομεν) ἀπὸ τὸν Sch.13 Ὁρθῶς οἱ Di.12 καὶ KK.14 γράφουν παραλλάξαν μὲν κατὰ τὸν Ἱππ. (Π. ἄρθρ. [διαφ. γρ. παραλαξαν, παράξαν, σπαράξαν ἀντὶ παραλλάξαν] καὶ Μοχλ.).

  ἢ πρὸς: ἔτσι στὸν L (υἱοθετούμενο ἀπὸ τοὺς ἐκδ. τοῦ Ἀπ.). Ἡ χειρόγραφη παράδοση τῶν ἔργων τοῦ Ἱππ. δίνει τὴν ἴδια γραφὴ γιὰ τὸν Μοχλ., ἀλλὰ ἢ παραρθρῆσαν πρὸς γιὰ τὸ Π. ἄρθρ. (υἱοθετούμενο ἀπὸ τοὺς Li.9 καὶ Wi.15, ἐνῶ ὁ Kw.16 –κατὰ τὸν Ἀπ. καὶ τὸν Μοχλ., καὶ τὸν Erm.– παραλείπει τὸ παραρθρῆσαν στὴν ἔκδ. τοῦ Π. ἄρθρ.). Ἡ περίπτωση εἶναι χαρακτηριστικὴ γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Ἀπ. χειρίζεται τὸ κείμενο τοῦ Ἱππ., καὶ γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζεται τὸ κείμενο τοῦ Ἀπ.: ἡ χειρόγρ. παράδοση τοῦ Μοχλ. ἐνισχύει ἐδῶ τὴ γραφὴ τοῦ L καὶ δὲν ἐπιτρέπει συμπλήρωση κατὰ τὸ Π. ἄρθρ. τοῦ Ἱππ. (Ἀξιοσημείωτα εἶναι ὅσα σημειώνει ὁ Alpers17 [σσ. 29-30] γιὰ τὴ σχέση τοῦ Ἀπολλώνιου μὲ τὸ Ἱπποκρατικὸ κείμενο τοῦ Π. ἄρθρ. καὶ τὴν ἀρχικὴ μορφή του, σὲ σχέση μὲ τὸ Π. ἀγμ. καὶ τὸ Μοχλ. [βλ. καὶ ἀνωτ. Π1 Tit., καὶ κατωτ.], μὲ ἀναφορὰ στὰ κεφ. 17-29 τοῦ Π. ἄρθρ. καὶ 7-19 τοῦ Μοχλ., 82-87 τοῦ Π. ἄρθρ. καὶ 26-31 τοῦ Μοχλ., καὶ τὰ 2.2.16-7.4 [40.6-46.16 KK.14], 3.25.4-6 [110.14-16] καὶ 22.24-26 τοῦ Ἀπολλώνιου, ἀλλὰ καὶ τὸ σχετικὸ ὑπόμνημα τοῦ Γαληνοῦ [ποὺ δὲν σχολιάζει αὐτὸ τὸ μέρος τοῦ Π. ἄρθρ.]· βλ. συνοπτικὰ Blomquist18 σελ. 14.)

16-18. ἀγκῶνος (...) τοῦ βραχίονος: βλ. τὰ σχόλια τοῦ Φυλακτοῦ19 στὸ χωρίο (σσ. 87-88, κεφ. 17), κυρίως γιὰ τὴ φράση μένοντος τοῦ ὀξέος τοῦ ἐν τῶι κοίλωι τοῦ βραχίονος (μὲ βιβλιογρ.): «(...) ὑποδηλοῖ κατ' οὐσίαν τὴν παραμονὴν τῆς κορωνοειδοῦς ἀποφύσεως τῆς ὠλένης ἐντὸς τοῦ ὠλεκρανικοῦ βόθρου, καὶ οὐχὶ ὅπως ἀποφαίνεται ὁ Littré9 ἐντὸς τοῦ ὠλεκράνου (...)». (Γιὰ τὰ ἐξαρθρήματα τοῦ ἀγκῶνος βλ. καὶ ΟρθΤρ20 87-88 [καὶ 23-24], μὲ βιβλιογραφία.)

21. πολύτροπον <ῥοπὴν>: συμπλήρωση τῶν KK.14, ἐπιδοκιμαζόμενη ἀπὸ τὸν Alpers17 (σελ. 28)· ἤδη ὁ Di.12 σημείωνε: «Excidit κίνησιν sive χρείαν» (βλ. καὶ σημ. Sch.13), ὁ δὲ Brinkmann πρότεινε μὲ ἀμφιβολίες: πόλ<ο>υ τρόπον (μιὰ ἔξυπνη πρόταση, μολονότι τὸ πόλου [βλ. LSJ92 σ.λ.] δύσκολα θὰ μποροῦσε νὰ δώσει ἀρκούντως ἱκανοποιητικὸ νόημα ἐδῶ). Ἡ συμπλήρωση τῶν KK.14 καὶ νοηματικὰ ὀρθὴ εἶναι καὶ παλαιογραφικὰ εὐερμήνευτη (ἡ παράλειψη τοῦ ῥοπὴν εὔκολα ἐξηγεῖται, καθὼς μάλιστα τὸ πολυ βρίσκεται στὸ τέλος σειρᾶς καὶ τὸ τροπον στὴν ἀρχὴ τῆς ἑπόμενης).

24. καταγγίζειν: καταγγιζειν L, υἱοθετούμενο ἀπὸ τὸν Di.12, μὲ τὴν παρατήρηση: «Idem quod καταρτίζειν». Ὁ Sch.13 γράφει καταρτίζειν (σημειώνοντας: «καταγ­γίζειν: "idem quod καταρτίζειν" Dtz sine exemplo; correxi»), καὶ τὸ αὐτὸ πράττουν οἱ KK.14 (μὲ τὴ σημείωση: «καταγγιζειν L: corr. Fickel et Schöne»). Ἡ διόρθωση τοῦ Fickel (καὶ τῶν Sch.13 καὶ KK.14) δίνει προφανῶς ἕναν ὅρο ἰατρικὸ κατάλληλο γιὰ τὴν ἀνάταξη ἐξαρθρήματος, προσφιλῆ στὸν Ἀπ. (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1.1.20 σ.λ. κατήρτικα). Τὸ καταγγίζειν, ὅμως, εἶναι lectio difficilior, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ἔχει ὄντως χρησιμοποιηθεῖ –μεταφορικὰ– ἀπὸ τὸν Ἀπολλώνιο τὸν Κιτιέα γιὰ τὴν ἐπανατοποθέτηση τῆς ἄρθρωσης τοῦ ἀγκώνα στὴ φυσική της θέση: Τὸ ρῆμα καταγγίζω σημαίνει στὴν κυριολεξία «τοποθετῶ σὲ ἀγγεῖο (δοχεῖο, φιάλη)» [βλ. LSJ92 (καὶ Suppl.) σ.λ., μὲ παραπομπὲς στὸν Διοσκ. Πεδάν. Ὕλ. ἰατρ. 5.6, 7 (κ.ἀ., συχνά), POxy.21 2153.6 (3ος αἰ. μ.Χ.), PMil. Vogl. 214r.i.16 (καταγγίζω ε[ἰς σ]άκκους, πβ. σ.λ. καταγγισμός), βλ. ἐπίσης Ὀρειβ. Ἰατρ. συναγ. 5.13.1 κ.ἀ. (πεντάκις) καὶ Παύλ. Αἰγιν. Ἐπιτ. ἰατρ. 3.35.2 κ.ἀ. (συχνά)· ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι τὸ ρῆμα ἐπιβιώνει –κυριολεκτικὰ ἀλλὰ καὶ μεταφορικὰ– στὴν Κυπριακὴ διάλεκτο (καταγγειάζω, προφορά: καταντζειάζω), μὲ τὴ σημασία: συγυρίζω (κυρίως σὲ ἀγγεῖο), τακτοποιῶ (βλ. Χατζηιωάννου ΕΛεΚ22 σ.λ. καταντζειάζω καὶ Γιαγκουλλῆ ΕΕΘηΚ23 σ.λλ. καταγγειάζω καὶ καταντζειάζω). Μὲ τὰ δεδομένα αὐτὰ υἱοθετήσαμε, ὅπως καὶ ὁ Di.12, τὴ γραφὴ τοῦ L (ὄχι χωρὶς δισταγμούς).

24-25. ἐς εὐθὺ κατατείνοντα (...) καὶ εἰς τὸ πλάγιον: Ὁ L δίνει τοὺς τύπους ἐς (24) καὶ εἰς (25), υἱοθετούμενους ἀπὸ τοὺς Sch.13 καὶ KK.14 (βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1.2.3-4 σ.λ. εἰς τὴν μασχάλην κ.λπ.), ἐνῶ ὁ Di.12 γράφει εἰς δίς· δίνει ἐπίσης τὸν τύπο κατατεινοντα (βλ. καὶ Blomquist18 14, 40.15), ὄχι -αι, ὅπως διαβάζουν οἱ Sch.13 καὶ KK.14 (γράφοντας: κατατείνοντα{ι})· τὰ χφφ. (καὶ οἱ ἐκδ.) τοῦ Π. ἄρθρ. δίνουν τὴ γραφὴ κατατείναντα, υἱοθετούμενη ἀπὸ τὸν Di.12, ἐνῶ ἡ χειρόγραφη παράδοση τοῦ Μοχλ. δίνει κυρίως τὴ γραφὴ κατατείνοντα (ὅπως στὸν Ἀπ.) ἀλλὰ καὶ τὴ γραφὴ κατατείνονται (ὄχι κατατείναντα). Ὅσον δὲ ἀφορᾶ στὴ φράση τὰ ἐξέχοντα ἀπωθεῖν (L καὶ ἐκδ.): ἡ χειρόγρ. παράδοση τῶν ἔργων τοῦ Ἱπποκράτη δίνει τὶς γραφὲς τὸ ἐξέχον (Li.9 καὶ Wi.15) καὶ τὰ ἐξέχοντα (Kw.16) γιὰ τὸ Π. ἄρθρ. καὶ τὰ ἐξέχοντα (διαφ. γρ. τὸ ἐξέχον) γιὰ τὸν Μοχλ. (βλ. καὶ ἐκδ.), ἀπωθεῖν (χφφ. καὶ ἐκδ., ὅπως στὸν Ἀπ.) γιὰ τὸ Π. ἄρθρ. ἀλλὰ ἀνωθέειν (-εῖν γράφουν οἱ Kw.16 Wi.15) γιὰ τὸν Μοχλ. (κατ' ἀντίθεση μὲ τὸν Ἀπ.). (Πβ. ὅσα γράφονται ἀνωτ. γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο χειρίζεται ὁ Ἀπολλώνιος τὸ κείμενο τοῦ Ἱπποκράτη.)

33. θέναρ: ἡ παλάμη (ἡ ἐσωτερικὴ ἐπιφάνεια τοῦ χεριοῦ μεταξὺ τοῦ καρποῦ καὶ τῆς ρίζας τῶν δακτύλων, ἀπὸ Ι.Ε. ρίζα *pela- «εὐρύς, ἐπίπεδος», Λατ. palma [> Γαλλ. paume] καὶ planus, ἀρχ. Γερμ. folma καὶ ἀρχ. Ἀγγλ. folm κ.ἄ., ὁμόρρ. πέλ-αγος, πλάγ-ιος, πλάξ: βλ. Μπαμπ.5 σ.λ. παλάμη, περισσότερα στὸν Chantraine4 σ.λ.), ἀλλὰ καὶ τὸ πέλμα τοῦ ποδιοῦ (κ.ἄ., βλ. LSJ92 σ.λ.). Ἡ λ. θέναρ (βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 2.2.10 σ.λ. κορωνόν: Πολυδ. Ὀνομ. 2.137 κἑ.) ἀπαντᾶ ἤδη στὸν Ὅμηρο (Ε 339, ἡ παλάμη, τὸ κοίλωμα τοῦ χεριοῦ κατὰ τὰ ἀρχ. σχόλια: βλ. καὶ CIl.24 σ.στ.), στὸν Πίνδαρο (Πυθ. 4.206 βωμοῖο θέναρ [τὸ κοίλωμα στὴν ἐπιφάνεια τοῦ βωμοῦ] καὶ Ἰσθμ. 4.62 [Β., 3/4.74 Μ.] βαθύκρημνον πολιᾶς ἁλὸς ἐξευρὼν θέναρ [γιὰ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας], στὸν Ἱπποκράτη (συχνὰ γιὰ τὴν παλάμη, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ πέλμα τῶν ποδιῶν: Γυναικ. [2.] 116.15 τὰ θέναρα τῶν ποδῶν), στὸν Γαληνό, κ.ἀ. (βλ. καὶ ΕΛεξΙ1 σ.λ. θέναρ)· γιὰ τὴν ἐτυμ., Chantraine4 σ.λ.: παλαιὸ οὐδ. ποὺ σημαίνει τὴν παλάμη (ἀρχ. Γερμ. tenar [ἀρσ.] καὶ tenta), βλ. καὶ Hofm. – Παπαν.25 σ.λ. (: ῤ. *dhen- = ἐπίπεδος, τὸ ἐπίπεδον, ἐπιφάνεια» / συγγ. καὶ τὸ «ἰρλ. dernu = τὸ ἐσωτερικὸν τῆς χειρός, πβ. λιθ. délna = παλάμη») καὶ LSK25 σ.λ.: «Ὁ Κούρτ. σχετίζει τὴν λέξιν πρὸς τὸ Σανσκρ. dhanvan (ἐπίπεδος ἐπιφάνεια)· Ἀγγλο-Σαξον. denu (ἀγγλ. dene [ὀρθό: den = φωλιά], valley)· Ἀρχ. Γερμ. tenar (θέναρ), tenni (tenne)».

34. τῶι ὀξέϊ τοῦ τ' ἀγκῶνος: ὁ L δίνει τὶς γραφὲς του οξεως (τοῦ ὀξέος γράφουν οἱ Di.12 καὶ Sch.13) καὶ τοῦ τ' (τοῦ M καὶ Di.12, τοῦ{τ} Sch.13 καὶ KK.14). Οἱ KK.14 διορθώνουν ὀρθῶς τὴ γεν. σὲ δοτ. τῷ ὀξέϊ· ἡ παραφθορὰ εἶναι παλαιογραφικὰ εὐεξήγητη, καθὼς προηγεῖται ἡ γεν. πλαγίου (πλαγιου του στὸ τέλος στίχου) καὶ ἕπεται ἡ γεν. τοῦ ἀγκῶνος (οξεως του τ' αγκωνος ὁ στίχος στὸν L), συντακτικὰ δὲ καὶ νοηματικὰ ἐπιβεβλημένη ἡ διόρθωση. Ἀλλ' ἡ διόρθωση τοῦ του τ' σὲ τοῦ (τοῦ{τ}, διαβάζοντας τουτ στὸν L) δὲν εἶναι ἀπαραίτητη: τὸ τ' (τε) μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι συνδέει μαζὶ μὲ τὸ καὶ (ἅμα καὶ) τὶς μετοχὲς προσβάλλοντα καὶ ποιουμένους (ὅσο κι ἂν ἡ σύνταξη εἶναι τραχεῖα).

  1. Ἀποστολίδης, Π. Δ. (1997), Ἑρμηνευτικὸ Λεξικὸ πασῶν τῶν λέξεων τοῦ Ἱπποκράτους, Αθήνα.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  2. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑
  3. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑
  4. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  5. Μπαμπινιώτης, Γ. (1998), Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  6. Frisk, H. (1960-1972), Griechisches etymologisches Wörterbuch, Vols. I-III, Heidelberg.
  7. de Stefani, A. (1919, 1920), Etymologicum Gudianum quod vocatur, Leipzig.
  8. Lasserre, F. & Livadaras N. (1976/1992), Etymologicum Magnum Genuinum, Symeonis Etymologicum (una cum magna Grammatica), Etymologicum Magnum Auctum, Rome/Ἀθῆναι.
  9. Littré, É. (1839-1861), Oeuvres complètes d'Hippocrate, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑
  10. Βοσκός, Α. Ι. (2002), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 3. Πεζογραφία, τóμ. 3, Λευκωσία.
  11. Ταϊφάκος, Ι. (2008), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 6. Φιλοσοφία: Κλέαρχος, Περσαῖος, Δημῶναξ καὶ ἄλλοι Κύπριοι φιλόσοφοι, τóμ. 6, Λευκωσία.
  12. Dietz, F. R. (1834), Apollonii Citiensis, Stephani, Palladii, Theophili, Meletii, Damascii, Ioannis, aliorum Scholia in Hippocratem et Galenum, Vols. I-II, Königsberg.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑
  13. Schöne, H. (1896), Apollonius von Kitium: Illustrierter Kommentar zu der hippokrateischen Schrift Περὶ ἄρθρων, Leipzig.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑
  14. Kollesch, J. & Kudlien F. (1965), Apollonii Citiensis in Hippocratis De articulis commentarius, Vol. XI.1.1, CMG Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑
  15. Withington, E. T. (1928), Hippocrates, Vol. 3, London – Cambridge, Mass..a↑ b↑ c↑
  16. Kühlewein, H. (1895), Hippocratis Opera (quae feruntur omnia), Vol. I, Leipzig.a↑ b↑ c↑
  17. Alpers, K. (1963), Apollonios von Kition, edd. Kollesch / Kudlien, Gnomon 39: 26-33.a↑ b↑
  18. Blomqvist, J. (1974), Der Hippokratestext des Apollonios von Kition, Scripta Minora, 1973-1974,1 Lund.a↑ b↑
  19. Φυλακτός, Ἀ. Ἀ. (1983), Τὰ Ἅπαντα τοῦ Ἱπποκράτους: Περὶ ἄρθρων (Συμβολὴ εἰς τὴν συγκριτικὴν μελέτην καὶ ταύτισιν τῶν γενικῶν κανόνων περὶ τῶν ἐξαρθρημάτων τοῦ Ἱπποκράτους καὶ τῶν εἰς τὴν σύγχρονον Ὀρθοπεδικὴν ἰσχυόντων ἀντιστοίχως), Ἀθῆναι.
  20. Στάμος, Κ. Γ. & κ.ά. (2001), Ορθοπαιδική και Τραυματιολογία, Αθήνα .
  21. (1898), The Oxyrhynchus Papyri, Vols. I-, London .
  22. Χατζηϊωάννου, Κ. (1996), Ἐτυμολογικὸ Λεξικὸ τῆς ὁμιλουμένης Κυπριακῆς Διαλέκτου: Ἱστορία, Ἑρμηνεία καὶ Φωνητικὴ τῶν λέξεων, μὲ Τοπωνυμικὸ παράρτημα, Λευκωσία.
  23. Γιαγκουλλής, Κ. Γ. (1997), Μικρός ερμηνευτικός και ετυμολογικός θησαυρός της κυπριακής διαλέκτου: Από τον δέκατο τρίτο αιώνα μέχρι σήμερα, Βιβλιοθήκη Κυπρίων λαϊκών ποιητών ,58 Λευκωσία.
  24. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1990), The Iliad: A Commentary, Vol. II: books 5-8, Cambridge.
  25. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .a↑ b↑