You are here

11

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

11    Ὅτι δὲ οὐκ ὁλοσχερῶς εὐαριστεῖ ταῖς τοιαύταις κατατάσε-

σιν, δῆλον ἔτι ἐξ ὧν οὕτως ἐπιφέρει (IV 188.13 L.)· ταῦτα μέν-

τοι ‹τοι›ουτοτρόπως ποιητέον, {εχ}εἰ πάντως δέοι ἐν κλίμακι

κατασεισθῆναι. αἰσχρὸν μέν‹τοι›  ἐν πάσηι τέχνηι καὶ οὐκ ἥκι-

  στα ἐν ἰατρικῆι  |16 πολὺν ὄχλον παρασχόντα καὶ πολλὴν ὄψιν

καὶ πολὺν λόγον {καὶ} ἔπειτα μηδὲν ὠφελῆσαι. ὅθεν ἐν τοῖς

ἐφεξῆς, ὃν τρόπον δεῖ τοὺς εἰς τὸ ἐκτὸς ἐκκλίναντας σφονδύ-

λους καταρτίζειν, οὕτως ὑπογέγραφεν (IV 202.5 L.)· χρὴ δὲ

τὴν κατασκευὴν τοῦ διαναγκαζομένου τοιήνδε κατασκευάσαι·

ἔξεστι μὲν ξύλον ἰσχυρὸν καὶ πλατὺ ἐντομὴ‹ν παραμήκεα ἔχον

κατορύξαι· ἔξεστι δὲ ἀντὶ τοῦ ξύλου ἐν τοίχωι ἐντομὴν› παρα-

μήκεα ἐντέμνειν ἀνωτέρω τοῦ ἐδάφεος, ὅπως ἂν μετρίως ἔχηι·

ἔπειτα οἷον ξύλον δρύϊ‹ν›ον τετράγωνον, πλάγιον παραβάλ-

λειν ἀπολιπόντα ἀπὸ τοῦ τοίχου ὅσον παρελθεῖν τινα, ἢν δέηι·

καὶ ἐπὶ μὲν τὸν στύλον ὑποστρῶσαι χλαίνας  ἢ ἄλλο τι , ‹ὃ› μαλ-

θακὸν μὲν ἔσται, ὑπείξει δὲ μὴ μέγα. τὸν δὲ ἄνθρωπον πυρ‹ι›ῆ-

σαι, ἢν ἐνδέχηται, ἢ θερμῶι πολλῶι λοῦσαι· καὶ ἔπειτα κατατεῖ-

ναι πρηνέα, κατατείνας δὲ τὰς χεῖρας  κατὰ φύσιν προσδῆσαι

πρὸς τὸ σῶμα· ἱμάντι ‹δὲ› πλατεῖ καὶ ἰσχυρῶι, μαλθακῶι {δὲ}

καὶ μακρῶι, ἐκ δύο διανταίω‹ν› συμβεβλημένωι, μέσωι κατὰ

μέσον τὸ στῆθος δὶς περιβεβλῆσθαι ὡς ἐγγυτάτω τῶν μασχα-

λέων· ἔπειτεν τὸ περισ‹σ›εῦον τῶν ἱμάντων δύο κατὰ τὴν μα-

σχάλην ἑκάτερον περὶ τοὺς ὤμους περιβεβλῆσθαι. ἔπειτα αἱ

ἀρχαὶ πρὸς ὑπεροειδές τι προσδεδέσθωσαν {αἱ} ἁρμόσ‹σ›ου-

σαι τὸ μῆκος τῶι ‹ξύ›λωι τῶι ὑποτεταμένωι, πρὸς ὅ,τ‹ι› προσ-

βάλλον τὸ ὑπεροειδὲς ἀποστηρίζον κατατείνει· τοιούτωι δέ τι-

νι ἑτέρωι δεσμῶι{ν} χρὴ ἄνωθεν τῶν γου{γο}νάτων  {δεσμων}

δήσαντα καὶ ἄνωθεν τῶν πτερνῶν τὰς ἀρχὰς τῶν ἱμάντων

πρὸς τοιοῦτό τι ξύλον προσδῆσαι, ἄνω δὲ ἄλλωι ἱμάντι πλατεῖ

καὶ  <......>.

11    Ὅτι, ὅμως, δὲν εὐχαριστιέται ἀπόλυτα μ' αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ

τινάγματα, εἶναι ἐπιπλέον φανερὸ ἀπὸ τὰ ὅσα προσθέτει: Αὐτὰ λοι-

πὸν μ' αὐτὸν τὸν τρόπο πρέπει νὰ γίνονται, ἐὰν βέβαια χρειάζεται νὰ

γίνει κατάσειση πάνω στὴ σκάλα. Εἶναι ὅμως ντροπὴ γιὰ κάθε τέχνη

καὶ πολὺ περισσότερο γιὰ τὴν ἰατρική, ἀφοῦ προκαλέσει κανεὶς πολὺ

θόρυβο καὶ πολὺ θέαμα καὶ πολλὴ θεωρία, ἔπειτα νὰ μὴν ὠφελήσει

καθόλου. Γι' αὐτὸ στὴ συνέχεια μὲ ποιόν τρόπο πρέπει νὰ ἀνατάσ-

σει τοὺς σπονδύλους ποὺ ἐξέχουν πρὸς τὰ ἔξω, ἔχει ἐπεξηγήσει ὡς

ἑξῆς: Πρέπει δὲ νὰ κάνεις μ' αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν προετοιμασία γιὰ

ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἀνάγκη (ποὺ πρόκειται νὰ ὑποστεῖ ἕλξη): Μπορεῖς

νὰ μπήξεις κάτω (στὴ γῆ) ἕνα γερὸ καὶ πλατὺ ξύλο ποὺ νὰ ἔχει κατὰ

μῆκος τομή. Μπορεῖς ἀκόμα ἀντὶ τοῦ ξύλου νὰ χαράξεις μίαν ἐπι-

μήκη τομὴ στὸν τοῖχο πάνω ἀπὸ τὸ ἔδαφος, ὥστε νὰ ἀντιστοιχεῖ στὴν

ἐπιμέρους περίπτωση. Ἔπειτα νὰ τοποθετήσεις στὰ πλάγια τοῦ τοί-

χου καὶ κοντά του κάτι σὰν τετράγωνο ξύλο (δοκάρι, στύλο) δρύινο,

ποὺ νὰ ἀπέχει ἀπὸ τὸν τοῖχο ὅσο χρειάζεται γιὰ νὰ περάσει κάποιος,

ἂν παραστεῖ ἀνάγκη. Καὶ πάνω στὸ δοκάρι νὰ στρώσεις κάτω μάλ-

λινα ροῦχα ἢ κάτι ἄλλο, ποὺ θὰ εἶναι μαλακό, γιὰ νὰ μὴν ὑποχωρεῖ

(τὸ δοκάρι) πολὺ στὴν πίεση. Νὰ βάλεις τὸν πάσχοντα νὰ κάνει

ἀτμόλουτρο, ἂν αὐτὸ εἶναι δυνατό, ἢ νὰ τὸν πλύνεις μὲ ἄφθονο ζεστὸ

νερό· καὶ ἔπειτα νὰ τὸν βάλεις νὰ ξαπλώσει μπρούμυτα καὶ ἀφοῦ

τεντώσεις τὰ χέρια στὴ φυσική τους θέση νὰ τὰ προσδέσεις στὸ σῶμα·

μ' ἕναν δὲ ἱμάντα πλατὺ καὶ γερό, μαλακὸ καὶ μακρύ, συναποτελού-

μενον ἀπὸ δύο λουριὰ ἑνωμένα, στὴ μέση στὸ κεντρικὸ σημεῖο τοῦ

στήθους νὰ περιτυλιχθεῖ δύο φορὲς ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ κοντὰ στὶς

μασχάλες· ἔπειτα αὐτὸ ποὺ περισσεύει ἀπὸ τὰ δύο λουριά, τὸ καθένα

χωριστά, νὰ περιτυλιχθεῖ γύρω ἀπὸ τοὺς ὤμους κοντὰ στὴ μασχάλη·

ἔπειτα οἱ ἄκρες νὰ προσδεθοῦν σὲ κάτι τὸ ὑπεροειδές (ξύλο σὲ σχῆμα

γουδοχεριοῦ), ταιριάζοντας ὡς πρὸς τὸ μῆκος μὲ τὸ ξύλο ποὺ εἶναι

τοποθετημένο ἀποκάτω, πρὸς τὸ ὁποῖο πιεζόμενο τὸ ὑπεροειδὲς καὶ

χρησιμοποιούμενο ὡς ἀντέρεισμα ἐκτείνει δυνατά. Μ' ἕναν ἄλλο

παρόμοιο δεσμὸ ἀφοῦ δέσεις πάνω ἀπὸ τὰ γόνατα καὶ πάνω ἀπὸ

τὶς πτέρνες, νὰ προσδέσεις τὶς ἄκρες τῶν λουριῶν πάνω σ' ἕνα πα-

ρόμοιο ξύλο, καὶ πιὸ πάνω μὲ ἕναν ἄλλον ἱμάντα πλατὺ καὶ <......>.

Σχόλια: 

11.4. μέν<τοι>: μεν στὸν L, υἱοθετούμενο ἀπὸ τοὺς Di.1, Sch.2 καὶ KK.3, μέντοι στὸ παράλληλο χωρίο κατωτ. 3.10.56 καὶ στὸν Ἱππ. (χφφ. καὶ ἐκδ.). Ὀρθῶς, νομίζουμε, ὁ Blomquist4 (22, 56.4) προτείνει διόρθωση σὲ μέντοι, σημειώνοντας ὅτι ὁ L ἔχει χάσμα μετὰ τὸ μεν.

5. ἰατρικῆι: ιατρικη στὸν L, τόσο ἐδῶ ὅσο καὶ στὸ παράλληλο χωρίο κατωτ. 3.10.57, ἰητρικῇ στὸν Ἱππ. (χφφ. καὶ ἐκδ. Li.5 καὶ Kw.6, ἀλλὰ ἰατρικῇ στὸν Wi.7). Οἱ Di.1, Sch.2 καὶ KK.3 γράφουν ἰητρικῇ κατωτ. (3.10.57), ἀλλ' ἐδῶ οἱ μὲν Di.1 καὶ Sch.2 γράφουν ἰητρικῇ (κατὰ τὸν Ἱππ.), οἱ δὲ KK.3 ἰατρικῇ (κατὰ τὸν L)· υἱοθετήσαμε καὶ στὶς δύο περιπτώσεις τὴ γραφὴ τοῦ L. Βλ. καὶ κατωτ. 2.14.24 σχόλ. σ.λ. ἰατρείηι.

15. ἐπὶ μὲν τὸν στύλον ὑποστρῶσαι χλαίνας (...): ὁ L δίνει τὴ γραφὴ υποστρωσαι μὲ επι + αἰτ., καὶ κατωτ. 3.18.27 υποστρωσαντα μὲ υπο (ἐπὶ M) + αἰτ., σὲ χωρία ὅπου τὰ χφφ. τοῦ Ἱππ. δίνουν ἐπιστορ- μὲ ἐπὶ + αἰτ. (ἐπιστορέσαι ἐδῶ [διαφ. γρ. -έσει καὶ -ήσει] καὶ ἐπιστορέσαντα κατωτ., καὶ στὰ ἀντίστοιχα παραθέματα τοῦ Γαληνοῦ: Εἰς Ἱππ. Π. ἄρθρ. XVIII1 554.5 καὶ 761.3). Στὸ ἐδῶ χωρίο ὁ Sch.2 υἱοθετεῖ τὴ γραφὴ τοῦ L, ἐνῶ ὁ Di.1 (μὲ σημ.: «ὑποστρῶσαι L. ἐπιστορέσαι F.M.») καὶ οἱ KK.3 (μὲ σημ.: «υποστρωσαι L: ἐπιστορέσαι Hipp.: correximus» καὶ «cf. Erot. p. 40, 10 Nachm.8») διορθώνουν σὲ ἐπιστρῶσαι· κατωτ. ὅμως (3.18.27), οἱ Di.1 καὶ Sch.2 γράφουν ὑποστρώσαντα δὲ ὑπὸ τὸ ξύλον ἱμάτιον (κατὰ τὸν L, μὲ τὸ ὑπὸ τὸ ξύλον προφανῶς ἐσφαλμένο) καὶ οἱ KK.3 ὑποστρώσαντα (κατὰ τὸν L) δὲ ἐπὶ (κατὰ τὸν M [ὅπως στὸν Ἱππ.], καὶ τὴν ἐδῶ γραφὴ τοῦ L) τὸ ξύλον ἱμάτιον. Ὁ Alpers9 (σελ. 33), σχολιάζοντας τὸ τελευταῖο, σημειώνει ὅτι οἱ KK.3 «κατὰ ἀξιοπερίεργο τρόπο γράφουν ὑποστρώσαντα ἐπὶ τὸ ξύλον, μολονότι ἤδη στὸ 56, 16 (υπο­στρωσαι L, ἐπιστορέσαι Ἱππ.) ἔχουν ὀρθῶς τοποθετηθεῖ» (κι ὅτι ἡ μετάφρασή τους δὲν ἀντιστοιχεῖ στὸ τυπωμένο κείμενο ἀλλὰ σ' αὐτὸ ποὺ ἔπρεπε νὰ ἔχει τυπωθεῖ). Ὀρθῶς ὅμως, σημειώνει ὁ Blomquist4 (22, 56.16) ὅτι τὸ ἐδῶ ὑποστρῶσαι δίνει καλὸ νόημα καὶ δὲν ἀπαιτεῖται διόρθωση (κατὰ τὸ κείμενο τοῦ Ἱππ., καὶ τὸ τοῦ Ἐρωτιαν. [σελ. 40.10 N.8 = 72.4, ε 61] ἐπιστορέσαι· ἐπιστρῶσαι), κι ὅτι ὀρθῶς οἱ KK.3 γράφουν κατωτ. ὑποστρώσαντα δὲ ἐπὶ τὸ ξύλον, ἀφοῦ τὸ νόημα δὲν ἐπιβάλλει διόρθωση σὲ ἐπιστρώσαντα κατὰ τὸ κείμενο τοῦ Ἱππ., ὅπως θὰ ἤθελε ὁ Alpers9. Τὸ νόημα τῶν ὑποστρῶσαι καὶ ὑποστρώσαντα εἶναι ἀπόλυτα συμβατὸ μὲ τὰ ἐδῶ χωρία: πρέπει νὰ στρώσει κανεὶς χλαίνας ἢ ἄλλο τι (ἐδῶ, στ. 15) / ἱμάτιον πολύπτυχον μαλθακώτατον (κατωτ., 3.18.28) κάτω (κάτω ἀπὸ τὸν πάσχοντα, γιὰ νὰ ξαπλώσει πάνω: βλ. Εἰκ. 28), ἀσφαλῶς ἐπὶ τὸν στύλον (ἐδῶ, στ. 15) / ἐπὶ τὸ ξύλον (κατωτ., στ. 27-28). Παράλληλα χωρία μπορεῖ νὰ ἐπικαλεστεῖ κανεὶς πολλά, π.χ.: Πολέμ. Ἰλ. ἀπόσπ. 86.12 σκηνὰς ποιοῦνται παρὰ τὸν θεόν, ἐν δὲ ταύταις στιβάδας ἐξ ὕλης· ἐπὶ δὲ τούτων δάπιδας ὑποστρωννύουσιν, ἐφ' αἷς τοὺς κατακλιθέντας εὐωχοῦσιν, πβ. Μωσ. Εὐπ. βίου 2.304.7 [Πυρροχάλκου ποίησις.] Λαβὼν χαλκὸν Κύπριον θερμέλατον, πυρὸν ἔλαττον ποιήσας πέταλα, ὑπόστρωσον ἐπάνω καὶ κάτω καδμείαν λευκὴν (...)· ἐπίσης: Ἱππ. Γυναικ. 68.9 κλίνην λαβεῖν ὑψηλὴν ῥωμαλέην καὶ ὑποστορέσαντα ἀνακλίνειν τὴν γυναῖκα ὑπτίην καὶ 69.4 ἀνακλίναντα χρὴ ὑπτίων ὑπὸ τὰ ἰσχία ὑποστορέσαι τι μαλθακόν (προφανῶς ἐπὶ τῆς κλίνης), Νικάνδρ. Θηρ. 63 ὑποστορέσαιο λύγον καὶ ἀπόσπ. 68.3 ὑποστρώσας ἐνὶ κοίλοις ἄγγεσιν (...), Σωραν. Γυναικ. 2.15.7 ὑποστρωννύναι ῥάκη, Γαλην. Π. ἁπλ. φαρμ. XI 808.6 ὑποστρωννύουσιν ἑαυταῖς ὅλον τὸν θάμνον, Ἀλεξ. Τραλλ. Θεραπ. Ι 569.21 ὑποστορέσαντα ἱμάτιον, κ.ἄ. (βλ. καὶ ΕΛεξΙ10 σ.λ. ὑποστορέννυμι καὶ LSJ911 / LSK12 σ.λ. ὑποστόρνυμι, γιὰ τὴν ἐτυμ.: Chantraine13 σ.λ. στόρνυμι καὶ –συνοπτικὰ– Μπαμπ.14 σ.λ. στρώνω).

  χλαίνας ἢ ἄλλο τι: L καὶ ἐκδ. Ἀπ., (καὶ superscr. M9 [Kw.6]) χλαίνας (διαφ. γρ. χιτῶνας [βλ. Li.5 204 σημ. 3] καὶ χλαίναν [Kw6.], χιτῶνας στὸν Γαλ. Εἰς Ἱππ. Π. ἄρθρ. XVIII1 554.5). Γιὰ τὴν παράλειψη τοῦ πρώτου στὸν Ἀπ. βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 2.5.17 σ.λ. χερσὶν, μὲ περαιτέρω παραπομπές.

17-18. κατατεῖναι πρηνέα, κατατείνας δὲ τὰς χεῖρας: πρηνέα κατακλῖναι κατατεταμένον, καὶ τὰς μὲν χεῖρας αὐτοῦ παρατείναντα (κ.λπ.) στὸν Ἱππ. Οἱ Di.1 καὶ Sch.2 γράφουν κατατεῖναι (κατὰ τὸν L), οἱ KK.3 –κατὰ τὸν Ἱππ. καὶ τὸν M– κατακλῖναι· οἱ KK.3 υἱοθετοῦν τὴ γραφὴ τοῦ L κατατείνας, οἱ Di.1 καὶ Sch.2 διορθώνουν σὲ κατατείναντα (σὲ αἰτ., ὅπως στὸ παρατείναντα τοῦ Ἱππ.). Ὁ Blomquist4 (22-23, 56.18 κἑ.), θεωρώντας ὅτι ὁ Ἀπ. ἐδῶ ἔχει διαβάσει ἄλλο κείμενο ἀπὸ αὐτὸ τῶν Ἱππ. χφφ. καὶ ὅτι τὸ κατακλῖναι μπορεῖ νὰ εἶναι ἐξήγηση ἑνὸς ἀρχικοῦ κατατεῖναι ποὺ –ἀργότερα– μετατράπηκε σὲ κατατεταμένον, ὑποστηρίζει τὴ γραφὴ τοῦ L κατατεῖναι, ὅπως καὶ ἀνωτ. 1.5.4 (ἀντὶ τοῦ κατακλῖναι τοῦ Ἱππ.: βλ. τὰ ἐκεῖ σχόλιά μας), ἀλλὰ προτείνει διόρθωση τοῦ κατατεινας σὲ παρατείνας, θεωρώντας τὴ γραφὴ τοῦ L μὴ ἱκανοποιητική, ὀφειλόμενη σὲ λάθος ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ κατατεῖναι (ποὺ προηγεῖται) καὶ τοῦ κατὰ φύσιν (ποὺ ἕπεται). Τὸ παρατείνας, ὅμως, δὲν εἶναι περισσότερο ἱκανοποιητικὸ ἀπὸ τὸ κατατείνας: τὸ πρῶτο ἔχει στὸν Ἱππ. καὶ τὴν ἐδῶ σημασία («ἐκτείνω κατὰ μῆκος»: ΕΛεξΙ10 σ.λ. παρατείνω [α´, μὲ παραπομπές], βλ. καὶ ἀνωτ. 1.7.18, 2.9.35, κατωτ. 3.3.14, 3.16.6) ἀλλὰ καὶ τὴ σημασία «ὑφίσταμαι, ἐξακολουθῶ νὰ ὑπάρχω» (ὅ.π. [β´, μὲ παραπομπές:] Π. φύσ. ἀνθρ. 7.20 [VI 48.6 Li.5] ἡ χολὴ ἀείρεται καὶ παρατείνει ἐς τὸ φθινόπωρον, Π. ἐντὸς παθ. 3.12 [VII 176.6] ἡ νοῦσος ἐπ' ἐνιαυτὸν παρατείνει: δηλ. παρατείνεται)· τὸ δεύτερο, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν εἰδικὴ σημασία «ἐκτελῶ κατάταση» (ὅ.π. σ.λ. κατατείνω, μὲ παραπομπές), ἔχει καὶ τὴ γενικὴ σημασία τοῦ «τεντώνω» (ὅ.π., μὲ παραπομπές: Π. ἀγμ. 3.9 [III 424.4] γνοίη δ' ἄν τις τὴν ἑωυτοῦ χεῖρα κατατείνας, ὡς ἐπώδυνόν τὸ σχῆμα, 8.2 [444.2] ὁ μῦς τοῦ βραχίονος κατατεταμένος ἐπιδεθήσεται [πβ. τὸ ἐδῶ: προσδῆσαι στὴ συνέχεια], 13.31 [466.14] κατατείνειν τοὺς ἱμάντας, κ.ἄ.)· καὶ στὸ ἀνωτ. μνημονευόμενο παράθεμα τοῦ Ἀπ. μὲ τὸ κατατεῖναι ἀντὶ τοῦ κατακλῖναι τοῦ Ἱππ. (ἀνωτ. 1.5.4), τὸ κατατείνειν χρησιμοποιεῖται στὴ συνέχεια (στ. 6-7) μὲ τὴ σημασία τοῦ «ἐκτείνω, τεντώνω». Μὲ αὐτὰ τὰ δεδομένα κρατήσαμε τὸ κείμενο τοῦ L: τὸ κατατεῖναι πρηνέα ἀνεπιφύλακτα καὶ τὸ κατατείνας δὲ τὰς χεῖρας μὲ ἐπιφυλάξεις (ἴσως ὄντως παρατείνας).

27. τῶν γου{γο}νάτων: των τουγονατων (πβ. ἀνωτ. 1.7.3 ἀλλοίων ἀρμένων [βλ. σ.λ.]: αλολιων οργαμενων L), τῶν γουνάτων Ἱππ. (χφφ. καὶ ἐκδ.)· τῶν γονάτων M καὶ KK.3, τῶν τοῦ γόνατος Di.1 καὶ Sch2. Ὁ Blomquist4 προτείνει τῶν γουνάτων (κατὰ τὸν Ἱππ.), θεωρώντας ὅτι τὸ του πιθανῶς ἀντιπροσωπεύει τὸ γου καὶ εἶναι διόρθωση τοῦ γονάτων. Μὲ ἀμφιβολίες υἱοθετήσαμε τὴν πρόταση τοῦ Bl.4, διερωτώμενοι μήπως ὁ Ἀπ. ἔγραψε γωνάτων (ἀντὶ γουνάτων): πβ. ἀνωτ. 2.9.32 τῶν γονάτων καὶ κατωτ. 3.4.23 τὰ γούνατα (μὲ κριτ. ὑπόμν. καὶ σημ.), καὶ βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1.2.29 σ.λ. τοῖς δὲ γούνασι, μὲ περαιτέρω παραπομπές.

29-30. ἱμάντι πλατεῖ καὶ: στὸ τέλος τῆς δεξιᾶς στήλης τῆς σελίδας στὸν L (τελευταία σειρά, στὸ ἴδιο ἀκριβῶς ὕψος μὲ τὴν τελευταία σειρὰ τῆς ἀριστερῆς στήλης: σαφὲς δεῖγμα ὅτι τὸ κείμενο συνεχιζόταν σὲ ἀριστερὴ στήλη ἑπόμενης σελίδας)· ἀκολουθεῖ ὅμως ἡ σελίδα μὲ τὸ κείμενο Μετὰ δὲ τὰ προκείμενα (...) οὕτως ὑποτέτακται (κατωτ. 12.1-8), σὲ μισὴ στήλη, μὲ τὴν ἀρίθμηση CK στὸ πάνω περιθώριο (πάνω ἀπὸ τὸ Μετα δε) καὶ τὸ απεστι εν φυλλον στὸ κάτω περιθώριο (κάτω κάτω, πρὸς τὸ κέντρο τῆς σελίδας, ἀπὸ ἄλλο χέρι, μεταγενέστερα), καὶ μὲ τὸ κεφαλαῖο M νὰ μαρτυρεῖ ὅτι πρόκειται γιὰ σελίδα μετὰ ἀπὸ Πίνακα, καὶ ἡ σελίδα μὲ τὸν Πίνακα XVII, ποὺ φέρει τὸν ἀριθμὸ CKA πάνω ἀριστερά. Σημειώνει ὁ Di.1 (24 σημ. 5): «Ἄπεστι ἓν φύλλον L. μαλθακῷ add. F.M. adiecto lacunae verbo λείπει. Nonne ex hac lacuna quoque patet, codices Parisienses apographa emendata esse archetypi Laurentiani? Subscriptio σκ´ e codice F.», καὶ γράφει σὲ ξεχωριστὴ σειρὰ –μετὰ τὸ ἐδῶ κείμενο– Λείπει, καὶ σὲ ἑπόμενες δύο σειρές: σκ´. Ἐμβολὴ σπονδύλων ἡ διὰ τοῦ θέναρος τοῦ ἰατροῦ γινομένη καὶ τῶν ὀνίσκων· ὁ Sch.2 σημειώνει [στ. 18: ἐδῶ 29-30]: «in fine fol. 201v b; dein unum folium codicis deest; fol. 202r in mg. inferiore m. recentior scripsit ἀπεστι ὲν φύλλον»· οἱ KK.3: «unum folium deest in L» (μὲ παραπομπὴ στὴ σελ. 5 τῆς Εἰσαγωγῆς τους). Στὸν Ἱππ., μετὰ τὸ ἐδῶ ἱμάντι πλατεῖ (-έϊ καὶ καὶ πρὶν ἀπὸ τὰ κατωτ. 12.2-4: βλ. κατωτ. 12.1 Μετὰ δὲ τὰ προκεί{νου}μενα οὕτως ἐπιλέγει) ἀκολουθοῦν τὰ ἑξῆς (204.15-206.10): καὶ μαλθακῷ καὶ δυνατῷ, ταινιοειδέϊ, πλάτος ἔχοντι καὶ μῆκος ἱκανόν, ἰσχυρῶς περὶ τὰς ἰξύας κύκλῳ περιδεδέσθαι ὡς ἐγγύτατα τῶν ἰσχίων· ἔπειτα τὸ περισσεῦον τοῦ ταινιοειδέος, ἅμα ἀμφοτέρας τὰς ἀρχὰς τῶν ἱμάντων, πρὸς τὸ ξύλον προσδῆσαι τὸ πρὸς τῶν ποδῶν· κἄπειτα κατατείνειν ἐν τούτῳ τῷ σχήματι ἔνθα καὶ ἔνθα, ἅμα μὲν ἰσορρόπως, ἅμα δὲ ἐς ἰθύ. οὐδὲν γὰρ ἂν μέγα κακὸν ἡ τοιαύτη κατάτασις ποιήσειεν, εἰ χρηστῶς σκευασθείη, εἰ μὴ ἄρα ἐξεπίτηδές τις βούλοιτο σίνεσθαι. τὸν δὲ ἰητρὸν χρὴ ἢ ἄλλον, ὅστις ἰσχυρὸς καὶ μὴ ἀμαθής, ἐπιθέντα τὸ θέναρ τῆς χειρὸς ἐπὶ τὸ ὕβωμα, καὶ τὴν ἑτέρην χεῖρα προσεπιθέντα ἐπὶ τὴν ἑτέρην, καταναγκάζειν, προσξυνιέντα, ἤν τε ἐς ἰθὺ ἐς τὸ κάτω πεφύκῃ καταναγκάζεσθαι, ἤν τε πρὸς τῆς κεφαλῆς, ἤν τε πρὸς τῶν ἰσχίων. (Ἀκολουθεῖ [βλ. κατωτ. 12.2-4]: καὶ ἀσινεστάτη μὲν αὕτη ἡ ἀνάγκη· ἀσινὲς δὲ καὶ ἐπικαθίζεσθαί τινα ἐπὶ τὸ κύφωμα κ.λπ.). Αὐτὸ τὸ κείμενο (ἢ τμῆμα του) πρέπει νὰ ἀκολουθοῦσε σὲ ἑπόμενη σελίδα, σὲ μεθεπόμενη δὲ Πίνακας μὲ τὸν ἀριθμὸ CK (ἀκολούθως: ἡ σελίδα μὲ τὸ ἐδῶ κεφ. 12, καὶ ἡ σελίδα μὲ τὸν Πίν. XVII).

  1. Dietz, F. R. (1834), Apollonii Citiensis, Stephani, Palladii, Theophili, Meletii, Damascii, Ioannis, aliorum Scholia in Hippocratem et Galenum, Vols. I-II, Königsberg.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑
  2. Schöne, H. (1896), Apollonius von Kitium: Illustrierter Kommentar zu der hippokrateischen Schrift Περὶ ἄρθρων, Leipzig.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑
  3. Kollesch, J. & Kudlien F. (1965), Apollonii Citiensis in Hippocratis De articulis commentarius, Vol. XI.1.1, CMG Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑
  4. Blomqvist, J. (1974), Der Hippokratestext des Apollonios von Kition, Scripta Minora, 1973-1974,1 Lund.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  5. Littré, É. (1839-1861), Oeuvres complètes d'Hippocrate, Paris.a↑ b↑ c↑
  6. Kühlewein, H. (1895), Hippocratis Opera (quae feruntur omnia), Vol. I, Leipzig.a↑ b↑ c↑
  7. Withington, E. T. (1928), Hippocrates, Vol. 3, London – Cambridge, Mass..
  8. Nachmanson, E. (1918), Erotiani Vocum Hippocraticarum collectio (cum fragmentis), Collectio scriptorum veterum Upsaliensis Göteborg-Uppsala.a↑ b↑
  9. Alpers, K. (1963), Apollonios von Kition, edd. Kollesch / Kudlien, Gnomon 39: 26-33.a↑ b↑
  10. Ἀποστολίδης, Π. Δ. (1997), Ἑρμηνευτικὸ Λεξικὸ πασῶν τῶν λέξεων τοῦ Ἱπποκράτους, Αθήνα.a↑ b↑
  11. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  12. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .
  13. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.
  14. Μπαμπινιώτης, Γ. (1998), Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα.